Η κρίση ταυτότητας του Νέου Ελληνισμού

Ονομάζουμε κρίση ταυτότητας τις αμφιβολίες, τα διλήμματα, τη σύγχυση και την ασάφεια νοημάτων και αξιών που ενίοτε συναντώνται στους φορείς ενός έθνους ή ενός πολιτισμού. Είναι ακόμη κρίση ταυτότητας η απώλεια ή η αναζήτηση προσανατολισμών και εθνικών κατευθύνσεων, όπως και η απομάκρυνση του ατόμου από την πολιτισμική πραγματικότητα που το στηρίζει και το καθορίζει. Με άλλα λόγια, η κρίση ταυτότητας είναι μια κατάσταση λήθης, απώλειας και αμφιβολίας, όπου αξίες που θεωρούνται θεμελιώδεις εξασθενούν και αμφισβητούνται, ώστε η κοινωνία και το άτομο να αντιμετωπίζουν ένα κενό.


Ακόμη, η κρίση ταυτότητας μπορεί να είναι και το αποτέλεσμα της έντονης και αλλοτριωτικής επίδρασης ενός έθνους η ενός πολιτισμού πάνω σε άλλα έθνη η πολιτισμούς. Αυτό σημαίνει ότι κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού καταλήγει σε κρίση ταυτότητας, και κατά κανόνα αυτό συμβαίνει με διάφορες μορφές. Κρίση ταυτότητας για πολλούς λαούς συνεπάγονται, λοιπόν, η διαχρονική παγκόσμια τάση προς εξομοίωση προς τις δυτικές βιομηχανικές κοινωνίες και η επίδραση που έχει η αίγλη της δυτικοποίησης και του εκμοντερνισμού. Τάση, που επιβάλλεται από το παγκόσμιο σύστημα και την παγκόσμια εξάπλωση της Δύσης.

Η αναμέτρηση του ελληνικού κόσμου προς την Ανατολή και προς τη Δύση είναι το κύριο αίτιο για τη διαχρονική κρίση ταυτότητας που ο Νέος Ελληνισμός δοκιμάζει από τη γέννησή του. Πρόκειται για φαινόμενο κατά βάση πολιτισμικό, αν θεωρήσουμε τον ελληνικό κόσμο ως τρίτο χώρο, που δεν βρίσκεται ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, αλλά συγκροτεί ένα πολιτισμικό κόσμο διαφορετικό που βρίσκεται έξω από αυτές.

Η Ελλάδα δεν είναι ούτε Δύση, ούτε Ανατολή, αλλά είναι αυτό που είναι. Με την Ασία έχουμε ριζικές διαφορές. Οι Έλληνες, άλλωστε, δημιούργησαν τον διαχωρισμό της Ευρώπης προς την Ασία, με θεμελιώδεις σταθμούς, την ανάδειξη του λόγου στην Ιωνία τον ΣΤ´ προ Χριστού αιώνα και την εμφάνιση του ατόμου ως προσώπου στον Μαραθώνα το 490 π.Χ.

Η Δυτική Ευρώπη θα χρησιμοποιήσει την αναλυτική ορθολογική μέθοδο ως κεντρικό εργαλείο μιας ανθρωποκεντρικής θεώρησης του κόσμου. Η λογική είναι το απόλυτο κριτήριο. Ο κόσμος χωρίζεται σε εμπειρικό και υπερβατικό. Ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα απόμακρο Θεό και δεν θα διστάσει να τον αγνοήσει. Η υποταγή της φύσης, η εκμετάλλευσή της και η τεχνική είναι αυτά που θα επιβάλουν νέους τρόπους βίου. Η κατάληξη είναι η ομογενοποίηση των εθνών και των πολιτισμών με την καταστροφή των πολιτισμικών και των εθνικών ταυτοτήτων. Με πρότυπα της δυτικές βιομηχανικές κοινωνίες και τον δυτικό αντιπροσωπευτικό φιλελεύθερο κοινοβουλευτισμό ένας καθαρά υλικός πολιτισμός αναδύεται. Για πολλούς, αυτό που συμβαίνει τους τελευταίους αιώνες είναι ο θρίαμβος ενός μη πνευματικού πολιτισμού, που βασίζεται στην καταστρεπτική ιδέα της αέναης τεχνοοικονομικής ανάπτυξης.

Η διαφορά μας με τη Δυτική Ευρώπη είναι ουσιαστική. Στη Δύση ο άνθρωπος αποκτά μία θέση ανάμεσα στο πραγματικό και το υπερβατικό, που οδηγεί σε ένα πρωτοφανή δυναμισμό και ασίγαστη ανησυχία. Είναι το αποτέλεσμα μιας ασυμβίβαστης προς τα πράγματα αντίληψης για τον κόσμο, ο οποίος νοείται ως πεδίο μάχης αντιμαχόμενων δυνάμεων. Ο δυτικός ευρωπαίος άνθρωπος στρέφεται προς τον κόσμο και ζητά τη δικαίωσή του μέσα από την εργασία και την επιστήμη, καταλήγοντας στην κυριαρχία και υποταγή του κόσμου με την τεχνική.

Δημιουργείται έτσι, μία κατάσταση μόνιμης κλιμακούμενης κρίσης. Είναι μία κατάσταση χωρίς ισορροπία, όπου η κρίση υπερβαίνεται συνεχώς με μία κατάσταση μεγαλύτερης κρίσης. Ο δυτικός άνθρωπος είναι καταδικασμένος να αυτοϋπερβαίνεται συνεχώς και να βρίσκεται σε μόνιμη διαλεκτική αντίθεση προς τον κόσμο. Η Δυτική Ευρώπη χαρακτηρίζεται από την αξεπέραστη διάσταση μεταξύ Θεού και Σατανά, φύσης και τεχνικής, πίστης και πράξης, επιστήμης και ζωής, οικονομίας και κοινωνίας, λόγου και ήθους, ατόμου και κράτους. Στην ελληνική Ανατολή, όμως, δημιουργείται ένας πολιτισμός που αναδεικνύει τον άνθρωπο ως πρόσωπο σε θαυμαστή αρμονία προς τον κόσμο. Ο ανατολικός ευρωπαίος άνθρωπος στρέφεται προς τα έσω και αναπτύσσει το συναίσθημα και την εσωτερική ζωή χωρίς να κυριαρχείται από τις ανάγκες της πρακτικής ζωής.

Το πρόβλημα της συνέχειας της ελληνικής παρουσίας, δηλαδή η συνέχεια της ελληνικής ιστορίας που διασχίζει τρεις συγκεκριμένες πολιτισμικές περιόδους, τροφοδοτεί τη νεοελληνική κρίση ταυτότητας. Πώς προκύπτει μέσα από τους μακρούς αιώνες του Βυζαντίου ο Νέος Ελληνισμός; και ποιά είναι η σχέση του με την ελληνική αρχαιότητα;

Όμως, όπως μας επιβάλλουν οι δυτικοί ευρωπαίοι, εμείς θέλουμε να αποσιωπούμε το βυζαντινό μας άμεσο παρελθόν, τη ρωμαίικη ψυχή μας. Ο ευρωπαϊκός κλασικισμός μας έπεισε να αγνοήσουμε τους πατεράδες μας και να προσκολληθούμε στους παππούδες μας.

Υποχρεωθήκαμε να βλέπουμε την κλασική αρχαιότητα με τα μάτια των κλασικιστών της Δύσης, που δεν επισκέφθηκαν ποτέ την Ελλάδα. Συνηθίσαμε έτσι, να θαυμάζουμε τον κλασικό πολιτισμό και να αγνοούμε τον μέγα πολιτισμό της χριστιανικής Ρωμανίας, τον δημιουργημένο πάνω στην ελληνική κλασική παράδοση. Για τους δυτικούς δεν είναι κατανοητές οι ελληνικές διαστάσεις του βυζαντινού λόγου, που υφίστανται παρά την υποταγή του στο χριστιανικό δόγμα. Ο ελληνικός λόγος είναι παρών στο Βυζάντιο παρά την ανάπτυξη του συναισθήματος, της μυστικής ζωής και των υπερλογικών πνευματικών στοιχείων. Πρόκειται για τον πνευματικό εξελληνισμό της χριστιανικής πίστης. Με άλλα λόγια, η ελληνική ιστορία είναι μία και αδιάσπαστη.

Αρνούμενοι το Βυζάντιο, δημιουργούμε ένα πολιτισμικό χάσμα. Μόνο μέσα από την εμπειρία της ζώσας βυζαντινής πολιτισμικής παράδοσης, ίσως μπορέσουμε να προσεγγίσουμε ξανά την κλασική μας παράδοση, χωρίς τις, γεμάτες παρανοήσεις και αυθαιρεσίες, αντιλήψεις των δυτικών ευρωπαίων.

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ελληνικής ιστορίας αποτελεί η αναγεννητική διάθεση που εμφανίζεται ως περισυλλογή, ανάμνηση και διακαής επιθυμία επιστροφής. Τους πρώτους τρομερούς αιώνες μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης ακολούθησε η θαυμαστή αναγέννηση του Ελληνισμού κατά τον 18ο αιώνα. Οι Έλληνες, παρά την πολιτική υποταγή τους, οργανώνονται συλλογικά και διαπρέπουν και πάλι στο εμπόριο και στην οικονομία. Οι κοινότητες των Ρωμηών συνιστούν ένα καινούργιο κόσμο, πρότυπο και πηγή μίμησης για λαούς της Ανατολικής Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής. Ωστόσο, ο εκσυγχρονισμός των Ρωμηών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γίνεται με πρότυπο τη Δύση. Από το αντιλατινικό φρόνημα των τελευταίων χρόνων του Βυζαντίου, όταν απορρίφθηκε συλλήβδην κάθε ιδέα συναλλαγής με τη Δύση, θα φτάσουμε στην αίγλη και το δέος για την Ευρώπη του Διαφωτισμού. Αντιστρέφονται οι πνευματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες την εποχή της τουρκικής κατάκτησης το λαϊκό φρόνημα απέρριψε κάθε ιδέα προσέγγισης προς τη Δύση. Ακόμη, μετά το 1922 ο ευρύτερος ελληνικός κόσμος της καθ’ ημάς Ανατολής παύει να υπάρχει. Οι Έλληνες συγκεντρώνονται στα στενά όρια ενός εθνικού κράτους και στρέφονται προς τη Δύση. Το γεγονός αυτό είναι ιστορικά και πνευματικά πρωτοφανές.

Στους νεώτερους χρόνους η κρίση ταυτότητας στην Ελλάδα συμβαδίζει με την έντονη αλλοτρίωση των μορφών, των πρακτικών και των εκδηλώσεων της ελληνικής ζωής. Η κρίση ταυτότητας στην Ελλάδα συνεχίζει να υφίσταται διότι ο πυρήνας του ελληνικού πολιτισμού, του ελληνικού ήθους και της ιστορικότητας του ελληνικού έθνους, αντιστέκεται με πείσμα και παραμένει σχετικά άθικτος, κάτω από ποικίλες και ποικιλόμορφες μεταλλάξεις και διαφοροποιήσεις των μορφών και των επιφαινομένων. Η εκδήλωση αντιστασιακής διάθεσης προς κάθε επιβολή είναι ένα από τα διαχρονικά χαρακτηριστικά της ελληνικής ιστορίας. Ωστόσο, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, υποβαθμίζονται και περιθωριοποιούνται σταθερά οι πολιτισμικές μας ιδιαιτερότητες με την κυριαρχία και την επιβολή των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης επικρατούν σήμερα απόψεις μηδενιστικές και αντιλήψεις που ξεκινούν από περιβάλλοντα ξένα προς τα βιώματά μας.

Με την κρίση ταυτότητας της Ελλάδας πρέπει να έχουν σχέση και οι πολλές ιστορικές αποτυχίες των Ελλήνων και ιδίως οι ιστορικές αποτυχίες που γνωρίζει το νεοελληνικό κράτος στη σύντομη παρουσία του με αποκορύφωμα τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ανάλογη σχέση μπορούμε να ανιχνεύσουμε στην κατάσταση των μόνιμων διχασμών που χαρακτηρίζουν την ιστορική πορεία των Ελλήνων τους τελευταίους αιώνες.

Πέραν τούτων, όμως, η κρίση ταυτότητας της Ελλάδας έχει μεγάλη και γενικότερη σημασία, γιατί εμποδίζει την ανάδειξη του πολιτισμού τον οποίο εγκυμονεί ο Νέος Ελληνισμός, από την εποχή μετά την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης, όπως αυτός αναδύεται από την πτώση της Ρωμανίας και μέσα από τις κοινότητες της Τουρκοκρατίας: ενός πολιτισμού με πνευματική συγκρότηση και δημιουργική δυναμική που θα συνδυάσει την κλασική παράδοση με το συναίσθημα, την εσωτερικότητα και το βάθος του Βυζαντίου.

Από πολλές πλευρές έρχονται μηνύματα που δείχνουν ότι η διαχρονική μας κρίση ταυτότητας, που κορυφώθηκε πρόσφατα, εισήλθε σε κρίσιμη φάση. Η Ελλάδα δεν είναι σήμερα η χώρα, όπου αυτό που περιλαμβάνει η έννοια του “παραδοσιακού” είναι καθοριστικό στους καθόλου προσανατολισμούς, ούτε είναι η χώρα όπου το “παραδοσιακό” εμφανίζεται ως ουσιαστικό στοιχείο της καθημερινότητας. Μπορούμε ίσως να συμπεράνουμε ότι ο εκσυγχρονισμός και η προσαρμογή είναι μία από τις κυρίαρχες ιδεολογίες. Αυτό, όμως, μάλλον θα ήταν εύκολο συμπέρασμα. Κάτω από τα επιφαινόμενα και πέρα από τα λεγόμενα, υπάρχει πάντα και παντού, ζώσα και παρούσα, μία ιδιαίτερη πολιτισμική πραγματικότητα. Η αντινομία της πολιτισμικής αυτής πραγματικότητας προς τους στόχους και τις κατευθύνσεις που επιβάλλονται αποτελεί μια από τις κύριες εκδηλώσεις της ελληνικής κρίσης ταυτότητας. Είναι γι’ αυτό ανάγκη κατεπείγουσα να πιστοποιήσουμε εκ νέου τώρα αυτά τα χαρακτηριστικά που συνδέονται με τις εμπειρίες του ζώντος ελληνικού πολιτισμού, αυτά που κανείς δεν μπορεί να περιγράψει και να μας τα υποδείξει˙ κανείς άλλος, εκτός από μας τους ίδιους.

Οι Έλληνες σήμερα αποτελούν ένα ολιγάριθμο κρατικοποιημένο έθνος. Η ελληνική γλώσσα ομιλείται από λίγα εκατομμύρια ανθρώπων. Η παραγωγή πολιτισμού, που θα μπορούσε να αποτελεί παράδειγμα ή λόγο μίμησης, είναι ελάχιστη και φαίνεται να αποδεικνύει την οριστική ενσωμάτωση των Ελλήνων στο δυτικό πολιτισμικό πρότυπο. Αυτό, άλλωστε, επιθυμούν διακαώς οι ίδιοι. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η ίδρυση του Ελληνικού Κράτους στην περιφέρεια του τότε Ελληνισμού και η επιστροφή του κέντρου βάρους του Ελληνισμού από την Κωνσταντινούπολη στη Νότια Ελλάδα σηματοδοτούν το τέλος του.

Πιστεύουμε ότι αυτό είναι ένα βιαστικό συμπέρασμα. Κάτω από μια ειρωνική παλινωδία της ιστορίας τα πράγματα φαίνονται να ανατρέπουν την πολιτισμική αντινομία που τροφοδοτεί την κρίση ταυτότητας του Νέου Ελληνισμού.

Η κατάληξη της αναλυτικής ορθολογικής μεθόδου σε τεχνική, που επιδιώκει την παγκόσμια κυριαρχία, οδήγησε σε αδιέξοδο. Στο σκηνικό του 20ου αιώνα παρακολουθήσαμε και βιώσαμε τερατώδη πολιτικά συστήματα, λυσσαλέες συγκρούσεις, αδιανόητες τεχνικές επινοήσεις, την αβυσσαλέα διαφορά του Βορρά και Νότου, την παρακμή της πραγματικότητας σε εικόνα, την υποβάθμιση του αντικειμένου σε είδωλο και τέλος την κατάρρευση του οικοσυστήματος. Ζήσαμε μέσα σε συστήματα πέρα από το μέτρο και διαπιστώσαμε το παράλογο και την απογοητευτική ποιότητα του σημερινού κόσμου. Φαίνεται ότι η κατάληξη του άκρατου ορθολογισμού είναι ένας καθολικός ανορθολογισμός.

Έτσι, τα τελείως πρόσφατα κοσμοϊστορικά γεγονότα: ο πολυκερματισμός του κόσμου, το τέλος των ιδεολογιών, η απαξίωση των ουτοπιών, η κρίση του δυτικού ορθολογισμού, η αμφισβήτηση της ιδέας της προόδου, η διάψευση της τεχνικής και το περιβαλλοντικό πρόβλημα, οδηγούν σε συνολική αναθεώρηση του ζητήματος του πολιτισμού. Για πρώτη φορά μετά τον 15ο αιώνα φαίνεται να αίρεται η πολιτισμική κυριαρχία της Δύσης και να μεταβάλλονται οι όροι που οδήγησαν στην κρίση ταυτότητας του Νέου Ελληνισμού. Διαψεύδονται οι υποσχέσεις του Διαφωτισμού. Η μεταφυσική σκέψη και ο μύθος επιστρέφουν από την εξορία που επέβαλε ο μοντερνισμός. Σε μια τέτοια εποχή μορφές επιστροφής στους ελληνικούς αιώνες ίσως αποδειχθούν και πάλι αναγκαίες..

(594) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *