Ο Ομπάμα, ο Νταβούτογλου κι εμείς…

Η επίσκεψη του Αμερικανού Προέδρου Μπάρακ Ομπάμα στην Τουρκία εξελήφθη από πολλούς ως «στροφή» της Αμερικανικής πολιτικής προς το Ισλάμ, και ως ουσιώδης αναβάθμιση της γεωπολιτικής θέσης της Τουρκίας.


Στις γραμμές που ακολουθούν θα αμφισβητήσουμε και τα δύο:


— Σε ότι αφορά τις ΗΠΑ, υπάρχει πράγματι αναζήτηση νέας στρατηγικής. Αλλά, όπως θα δούμε, ο Πρόεδρος Ομπάμα βρίσκεται ακόμα στο «ψάξιμο», με πολλά και διαφορετικά ενδεχόμενα ανοικτά…


— Σε ό,τι αφορά την Τουρκία, η «αναβάθμιση» του διεθνούς ρόλου της είναι μάλλον ευσεβής πόθος της κυβέρνησης Ερντογάν. Η Τουρκία, όπως θα δούμε, έχει κάθε διάθεση να παίξει διεθνείς ρόλους, αλλά δεν έχει τέτοια δυνατότητα. Κι όσο το προσπαθεί, τόσο θα δημιουργεί προβλήματα μάλλον, παρά θα λύνει προβλήματα. Θα πολλαπλασιάζει τους εχθρούς της μάλλον, παρά θα διευρύνει τα διεθνή της ερείσματα. Ας τα πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή…


Τα καιροσκοπικά ανοίγματα του Ομπάμα


Το βασικό στρατηγικό δίλημμα για τις ΗΠΑ είναι ότι δεν μπορούν να κρατούν ταυτόχρονα πολλαπλά μέτωπα ανοικτά – και εναντίον του Πολεμικού Ισλάμ και εναντίον του Ιράν και εναντίον της Ρωσίας και εναντίον της Κίνας:


— Αν οι ΗΠΑ αναδεικνύουν ως μείζονα μεσοπρόθεσμο αντίπαλό τους το Πολεμικό Ισλάμ στην Ασία, τότε χρειάζονται οπωσδήποτε τη στρατηγική σύγκλιση με τη Ρωσία και την Ινδία.


— Αν επιλέγουν ως μακροχρόνια προτεραιότητά τους την αντιμετώπιση των ηγεμονικών φιλοδοξιών της Κίνας στο μέλλον, και πάλι χρειάζονται τη στρατηγική σύγκλιση με τη Ρωσία, την Ινδία, αλλά και την Ιαπωνία και το Βιετνάμ.


— Αντίθετα, αν οι ΗΠΑ επιλέγουν ως αντίπαλό τους (μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο) τη Ρωσία, τότε είναι υποχρεωμένες να συμμαχήσουν με το Ισλάμ. Όπως είναι αναγκασμένες να παραιτηθούν από κάθε ιδέα μακροχρόνιου ανταγωνισμού με την Κίνα. Γιατί αν ανταγωνίζονται ταυτόχρονα με δύο μείζονες αντιπάλους στην Ασία (Ρωσία και Ισλάμ μεσοπρόθεσμα ή Ρωσία και Κίνα μακροχρόνια), τότε είναι πιθανότερο να τους στρέψουν, τελικά, όλους εναντίον τους.


Από στρατηγική άποψη η σύγκλιση με τη Ρωσία είναι υπέρτερη στρατηγική για τις ΗΠΑ – και μεσοπρόθεσμα και μακροχρόνια: Μεσοπρόθεσμα για να αντιμετωπίσουν το Πολεμικό Ισλάμ, ενώ μακροχρόνια για να αντιμετωπίσουν τις ηγεμονικές φιλοδοξίες της Κίνας.


Ο Τζόρτζ Μπους δεν έκανε αυτή την επιλογή. Αντίθετα, άνοιξε δύο μέτωπα ταυτόχρονα: έναντι του Πολεμικού Ισλάμ και έναντι της Ρωσίας,


Έτσι τα εξωτερικά μέτωπα των ΗΠΑ έτειναν να γίνουν αμοιβαία αποκλειόμενα. Έπρεπε να κλείσουν το ένα για να κερδίσουν στο άλλο. Κρατώντας ανοικτά και τα δύο, ουσιαστικά έχαναν και στα δύο.


Ο Πρόεδρος Ομπάμα δεν μπόρεσε ως σήμερα ούτε να ξεχωρίσει τις εναλλακτικές στρατηγικές του δυνατότητες, ούτε να τις ιεραρχήσει, ούτε να διαλέξει ανάμεσά τους. Προσπάθησε στις 100 πρώτες μέρες της Προεδρίας του να κάνει κάποια θεαματικά ανοίγματα προς όλες τις πλευρές, για να ξεπεράσει «ψυχολογικούς φραγμούς» και να κρατήσει όλες τις επιλογές του ανοικτές για το μέλλον:


— Έναντι της Ρωσίας άφησε να εννοηθεί (χωρίς και να δεσμευτεί) ότι είναι έτοιμος να ανα-διαπραγματευθεί την «αντιπυραυλική ασπίδα» στην ανατολική Ευρώπη.


— Έναντι του Ιράν, άφησε να εννοηθεί ότι είναι έτοιμος για άμεσες διαπραγματεύσεις, χωρίς να παραιτείται από το αίτημα κατάργησης του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης. Άλλωστε τον «πυρηνικό αφοπλισμό» του Ιράν τον υποστηρίζει ο ΟΗΕ, οι Ευρωπαϊκές χώρες, φανερά το Ισραήλ και παρασκηνιακά οι περισσότερες Σουνιτικές Αραβικές χώρες (πλην Συρίας),


— Τέλος, έναντι του (υπόλοιπου) Ισλαμικού κόσμου έκανε κάποιες συμβολικές κινήσεις, χωρίς να παραιτηθεί από τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, στο Αφγανιστάν (ή από τη μακροχρόνια στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στο Ιράκ).


Ανοίχτηκε και προς τις τρείς κατευθύνσεις κι «ό,τι πιάσει»…


* Αλλά από τα τρία «ανοίγματα», το μόνο που έχει ρεαλιστική προοπτική είναι αυτό με τη Ρωσία. Παραιτούμενοι από την αντιπυραυλικοί ομπρέλα οι Αμερικανοί δεν χάνουν τίποτε, αλλά κερδίζουν πολλά, ενώ οι Ρώσοι ικανοποιούνται πλήρως.


* Αντιθέτως, τα «ανοίγματα» των ΗΠΑ προς το Ιράν είναι μάλλον κέρδισμα χρόνου, διότι έτσι κι αλλιώς οι Ιρανοί δεν παραιτούνται από το πρόγραμμά τους, ενώ όλες οι άλλες χώρες της περιοχής (κι όχι μόνο το Ισραήλ) δεν παραιτούνται από την (κρυφή ή φανερή) φιλοδοξία τους να αφοπλίσουν πυρηνικά την Τεχεράνη.


* Τέλος, τα ανοίγματα των ΗΠΑ στο Ισλάμ είναι προβληματικά: Ο μουσουλμανικός κόσμος δεν είναι ενιαίος, έχει πολλαπλές αντίπαλες «συνιστώσες» και κάθε απόπειρα προσέγγισής του από μια μεγάλη δύναμη, παροξύνει τις αντιθέσεις στο εσωτερικό του.


Υπάρχει μεγάλη διαμάχη ανάμεσα σε Άραβες και μη Άραβες μουσουλμάνους (Τούρκους, Ιρανούς, Αφγανούς κλπ.), ανάμεσα σε Σουνίτες και Σιίτες, ανάμεσα στους ίδιους τους Άραβες Σουνίτες (Σαουδάραβες και Χασεμιτικούς), ανάμεσα σε «φονταμενταλιστές» και «κοσμικούς», ανάμεσα σε δυτικόστροφους και οπαδούς αναβίωσης του Χαλιφάτου κλπ. Πρόκειται για ιστορικές συγκρούσεις που συχνά διαρκούν αιώνες, έχουν προκαλέσει μείζονες ανταγωνισμούς και αιματηρούς πολέμους με εκατόμβες νεκρών. Παλαιότερα και πρόσφατα…


Για παράδειγμα, τα αραβικά (Σουνιτικά) καθεστώτα του Κόλπου, φοβούνται περισσότερο το Σιιτικό Ιράν απʼ όσο φοβούνται το Ισραήλ…


Η μεγάλη νέο-οθωμανική στροφή του Αχμέτ Νταβούτογλου


Η Τουρκία επί δεκαετίες προσπάθησε να κρατήσει αποστάσεις από αυτούς του επικίνδυνους λαβυρίνθους του Ισλαμικού κόσμου. Επιχείρησε κατά καιρούς να πλησιάσει το Ισλάμ, αλλά κρατούσε πάντα «αποστάσεις ασφαλείας». Γιατί αν πλησίαζε πολύ διέτρεχε τριπλό κίνδυνο:


— Πρώτον, να εμπλακεί στις θανάσιμες εσωτερικές αντιθέσεις τους.


— Δεύτερον, να υπονομεύσει τις διεθνείς – δυτικές – συμμαχίες της.


— Τρίτον, να υπονομεύσει στο εσωτερικό της το κοσμικό καθεστώς, το οποίο προσπαθούσε πολιτικά και θεσμικά να περιθωριοποιήσει την επιρροή του Ισλάμ στη σύγχρονη κοσμική Τουρκία. Αυτό το τελευταίο, άλλωστε, αποτέλεσε και κορυφαία παρακαταθήκη του Κεμάλ Ατατούρκ.


Όμως η άνοδος των ισλαμιστών στην κυβέρνηση έθεσε σε αμφισβήτηση μέσα στην Τουρκία τις Κεμαλικές παρακαταθήκες. Η Κυβέρνηση του ισλαμιστή Ερντογάν, αναθεώρησε τις μακροχρόνιες σταθερές εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας. Τώρα πλέον δεν κρατάει «αποστάσεις ασφαλείας» από το Ισλάμ. Αντίθετα, διεκδικεί ηγετικό ρόλο σε όλο το μουσουλμανικό κόσμο.


Αρχιτέκτονας αυτής της «στροφής» είναι ό μέχρι προχθές κορυφαίος σύμβουλος του Ερντογάν και, σήμερα πλέον, υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου. Σε βιβλίο του ήδη από το 2001, ο κ. Νταβούτογλου περιγράφει το «στρατηγικό βάθος» της τουρκικής διεθνούς θέσης, και ευαγγελίζεται την αναβίωση μιας νέο-οθωμανικής πολιτικής, που θα «εξισορροπεί» την ένταξη στους δυτικούς θεσμούς με την άσκηση «ηγετικού ρόλου» από την Τουρκία σε ολόκληρο το μουσουλμανικό κόσμο.


— Στους ίδιους τους μουσουλμάνους, ο κ. Νταβούτογλου λέει ότι μόνο η Τουρκία μπορεί να διαμεσολαβήσει τα συμφέροντά τους διεθνώς. Έτσι «κλείνει το μάτι» τόσο στους κοσμικούς μουσουλμάνους (αφού αυτοί επιθυμούν εγγύτητα με την Δύση) όσο και στους οπαδούς του Χαλιφάτου (αφού αυτοί επιθυμούν ενιαία έκφραση του μουσουλμανικού κόσμου, άρα χώρα-ηγεμόνα).


— Στους δυτικούς ο Νταβούτογλου, λέει ότι αν θέλουν να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους με το μουσουλμανικό κόσμο, πρέπει να ενισχύσουν και να αξιοποιήσουν τον «ηγετικό ρόλο» της Τουρκίας στο Ισλάμ.


Φιλοδοξίες που οδηγούν σε «υπέρ- επέκταση»


Πολύ φιλόδοξο το εγχείρημα, αλλά έχει ορισμένα σοβαρά προβλήματα:


* Πρώτον, ότι για να προσεγγίσει το Ισλάμ ήλθε σε ρήξη με το Ισραήλ, με το οποίο είχε παραδοσιακά ισχυρούς δεσμούς.


* Δεύτερον, αναγκάστηκε να προσεγγίσει τις υπό Ιρανικό έλεγχο φονταμενταλιστικές οργανώσεις (Χαμάς και Χεζμπολάχ). Αλλά αυτό τον απομάκρυνε από τα περισσότερα αραβικά καθεστώτα. Έτσι η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος, η Ιορδανία και οι Σουνίτες του Ιράκ, αλλά και η Παλαιστινιακή αρχή, που βρίσκονται σε ρήξη με τις οργανώσεις αυτές ή με παρακλάδια τους, είδαν με απόλυτη καχυποψία τα πρόσφατα ανοίγματα της Τουρκίας.


* Τρίτον, πολλές από τις Αραβικές χώρες βλέπουν με καχυποψία τις ηγετικές φιλοδοξίες της Τουρκίας, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι περιορίζονται οι δικές τους φιλοδοξίες. Τέτοια είναι, κυρίως, η περίπτωση της Αιγύπτου και της Ιορδανίας.


* Τέταρτον, τα ανοίγματα της Τουρκίας προς την Αρμενία έσπρωξαν το μουσουλμανικό Αζερμπαϊτζάν πιο κοντά στη Μόσχα απειλώντας ευθέως τους ενεργειακούς σχεδιασμούς των Αμερικανών, να παρακάμψουν τη Ρωσία για τον ανεφοδιασμό της Δύσης με αέριο.


* Πέμπτον, η προσέγγιση της Τουρκίας με το Ισλάμ πολλαπλασίασε τις τριβές της με την Ευρώπη. Κι όσο περισσότερο ταυτίζεται η Τουρκία με το μουσουλμανικό κόσμο, τόσο χάνει έδαφος μέσα στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη


* Έκτον, η ισλαμική στροφή της Τουρκίας ενοχλεί και μια σειρά μείζονες χώρες ακόμα:


— την Ινδία, η οποία έχει ανοικτούς λογαριασμούς με το Ισλάμ,


— το Ιράν, που ενοχλείται από τη φιλο-αμερικανική στροφή της Άγκυρας, γιατί η πολιτική Νταβούτογλου δεν έχει νόημα χωρίς τη στήριξη των ΗΠΑ


— Και τη Ρωσία που δεν βλέπει με καλό μάτι ούτε τις ηγετικές φιλοδοξίες της Τουρκίας στην Ασία, ούτε τις νέες στενές σχέσεις με την Ουάσιγκτων.


* Τέλος, η πολιτική Νταβούτογλου προκάλεσε στο εσωτερικό της Τουρκίας την οργή του Κεμαλικού κατεστημένου, που διαφωνεί απόλυτα με τέτοια «στροφή στο Ισλάμ».


Με άλλα λόγια, το «στρατηγικό βάθος» του κ. Νταβούτογλου, κινδυνεύει να οδηγήσει σε «υπέρ- επέκταση» του ρόλου τους Τουρκίας. Ιστορικά άλλωστε, οι χώρες που διεκδικούν «στρατηγικό βάθος» πολύ πέραν των συνόρων τους συνήθως συντρίβονται από τις υπερβολικές φιλοδοξίες τους.


Έτσι, η Τουρκία κινδυνεύει να δημιουργήσει πολύ περισσότερους εχθρούς απʼ ότι συμμάχους, πολύ περισσότερους κινδύνους για την ίδια απʼ ότι συντελεστές ισχύος υπέρ της. Κινδυνεύει, κυριολεκτικά να τα χαλάσει με όλους, αντί να γίνει «απαραίτητη» σε όλους.


Η Αμερική του Προέδρου Ομπάμα, εμφανίζεται σήμερα να στηρίζει αυτή τη νέα στρατηγική της Τουρκίας. Όπως εμφανίζεται να στηρίζει και διαφορετικές δυνητικές επιλογές ανοίγματος προς τη Ρωσία, το Ιράν, τη Σαουδική Αραβία, και το ίδιο το Ισραήλ. Απʼ όλα αυτά, το άνοιγμα των ΗΠΑ στη Ρωσία είναι πιο λογικό και πιο εφικτό. Ενώ το άνοιγμα των ΗΠΑ στο Ισλάμ μέσω Τουρκίας, είναι πιο παρακινδυνευμένο και μάλλον ανέφικτο…


Έτσι έχουμε ένα νέο αμερικανό ηγέτη που «ψάχνεται» προς όλες τις κατευθύνσεις, να στηρίζει – μεταξύ πολλών άλλων – μια πολιτική πολύ υψηλού ρίσκου της Τουρκίας, που έχει μεγάλες δυσκολίες να προχωρήσει και μεγάλο κόστος για την ίδια αν προχωρήσει και για κάθε βήμα που κάνει…


Μια Αμερική που καιροσκοπεί παντού και μια Άγκυρα που «μεγαλοπιάνεται» παντού, δημιουργούν αναμφίβολα μεγάλη ρευστότητα στην περιοχή μας…


Αλλά δεν συνιστούν «νέα στρατηγική» για τις ΗΠΑ, ούτε «νέο ρόλο» για την Τουρκία.


Και το ένα και το άλλο, βρίσκονται στη σφαίρα των «ευσεβών» (ή ασεβών) πόθων. Και δεν πρέπει να εκλαμβάνουμε τους πόθους των άλλων ως «δεδομένα». Ούτε τις επιδιώξεις τους ως «τετελεσμένα». Αντίθετα, πρέπει να κατανοούμε τις αντιφάσεις τους και να τις εκμεταλλευόμαστε προς όφελός μας.


Αλλά αυτό μέχρι στιγμής δεν το κάνουμε.


Μάλλον κοιμόμαστε ύπνο βαθύ…


Αναδημοσίευση από το δίκτυο 21 – Ημερομηνία δημοσίευσης: 06-05-09

.

(681) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *