Ελεύθερη οικονομία ή οθωμανικό ντοβλέτι;

othoman-occupationτου Μελέτη Η. Μελετόπουλου*

Η υπόθεση του Ταμιευτηρίου, μαζί με τις προηγηθείσες (Ζήμενς, Λίστα Λαγκάρντ κλπ.) αποκαλύπτουν την διεθνώς ασύλληπτη διαφθορά του πολιτικού συστήματος. Αποκαλύπτουν όμως και την κυρίαρχη αντίληψη, στις τάξεις του ελλαδικού κατεστημένου, γιά το τι είναι μία εθνική οικονομία και πώς πρέπει να λειτουργεί.
Εθνική οικονομία, λοιπόν, σύμφωνα με το εγχώριο πολιτικο-επιχειρηματικό κατεστημένο, είναι ένα σύνολο οικογενειακών δυναστειών, των πελατών τους, των εμπίστων και των ευνοουμένων τους, των κομματικών μηχανισμών, των κρατικών ΔΕΚΟ, των ιδιωτικών επιχειρήσεων με κύριο πελάτη και παραγγελιοδόχο το κράτος, άλλων επιχειρήσεων που επιβιώνουν με κρατικά δάνεια και λειτουργούν με μεσεγγυητές πολιτικούς, εξωχώριων «πλυντηρίων» και μεσαζόντων γιά την είσπραξη και κατανομή επιδοτήσεων και δανειοδοτήσεων από το εξωτερικό. Αυτό το έκτρωμα αποτελεί απ’ ευθείας διάδοχη κατάσταση του οθωμανικού συστήματος εξουσίας, όπως ακριβώς ανάγλυφα παρουσιάζεται στην εξόχως δημοφιλή σειρά «Σουλεϊμάν».
Πράγματι, στην «οσμανική πραγματικότητα», ο Σουλτάνος συγκέντρωνε στο πρόσωπό του ολόκληρη την πολιτική και την θρησκευτική εξουσία (ήταν ταυτόχρονα και χαλίφης). Παράλληλα, ήταν και ο μόνος ιδιοκτήτης όλης της ακίνητης και κινητής περιουσίας του κράτους (και των ανθρώπων, στους οποίους είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου, από τον Μεγάλο Βεζύρη μέχρι τον τελευταίο επαίτη). Από τον Σουλτάνο ξεκινούσε και διακλαδωνόταν προς τα κάτω ένα ολόκληρο, πολύπλοκο και διεφθαρμένο σύστημα εξουσίας, με δοτούς και άμεσα ανακλητούς υπαλλήλους, υπουργούς, τοπικούς κυβερνήτες, στρατιωτικούς, φοροεισπράκτορες κλπ. Η μόνη πηγή νομιμοποίησής τους ήταν η αυθαίρετη, απρόβλεπτη και διαρκώς μεταβαλλόμενη επιθυμία του Σουλτάνου.
Κατά τους μακρούς αιώνες της οθωμανικής παρακμής (περίπου από τα μέσα του 17ου μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα), τα κριτήρια επιλογής των αξιωματούχων του κράτους ήταν κυρίως η προσωπική συμπάθεια και η «χημεία» τους με τον Σουλτάνο ή με κάποιον από τους υπουργούς του, και ακόμη η συνενοχή στην φορολογική καταλήστευση των επαρχιών.
Δεν είναι έτσι περίεργο που στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν εμφανίστηκε ποτέ η Αναγέννηση, η Βιομηχανική Επανάσταση και η ελεύθερη οικονομία. Και την ώρα που αυτά συνέβαιναν στην Δυτική Ευρώπη, στην Οθωμανική Ανατολή επικρατούσε η υπανάπτυξη, η φτώχεια και η ανελευθερία.
Αυτού ακριβώς του καθεστώτος άμεσος απόγονος είναι η σημερινή Ελλάδα. Οι διαδοχικές αποτυχίες εκσυγχρονισμού του κράτους και της οικονομίας από τον Καποδίστρια, τους Βαυαρούς, τον Τρικούπη, εγγυήθηκαν την επιβίωση των οθωμανικών δομών, χωρίς όμως και το επιτυχημένο κοινοτικό μοντέλο που εξασφάλισε την επιτυχία του Ελληνισμού μέσα σ’ αυτές.
Μετά ήρθε ο εν μέρει εκσυγχρονισμός και η αστικοποίηση της βενιζελικής περιόδου (1910-1940), που όμως κατέρρευσε κατά την Κατοχή. Και μετά τον Εμφύλιο ακολούθησε η αποτυχία της μεταπολεμικής εκβιομηχάνισης, που καταστράφηκε όταν καταργήθηκε το προστατευτικό της πλαίσιο με την ένταξη στην ΕΟΚ το 1979.
Τελικά, οι διαδοχικές αποτυχίες του εκσυγχρονισμού οδήγησαν αναπόφευκτα στην πλήρη κατάργηση των αστικών και ευρωπαϊκών αναστολών και στην επιστροφή της Ελλάδας στις πιό παρωχημένες πελατειακές και λαϊκιστικές δομές επί Α.Παπανδρέου, Κ.Μητσοτάκη, Κ. Σημίτη και Κ.Καραμανλή. Με την διαφορά ότι η επιστροφή αυτή στην βαθειά Ανατολή έγινε υπό την σημαία του…Σοσιαλισμού (1981-1989), στην συνέχεια του… Φιλελευθερισμού (1990-3), μετά του… Εκσυγχρονισμού (1996-2004) και τέλος της… Επανίδρυσης του Κράτους (2004-2009). Αναπόφευκτα όλη αυτή η πορεία οδήγησε στην Χρεωκοπία του 2010.
Χαρακτηριστικό στοιχείο της βαθειάς οθωμανικής δομής του μεταπολιτευτικού συστήματος εξουσίας είναι η ορολογία που την συνοδεύει. Δεν είναι μόνον ότι επιβίωσαν οι παραδοσιακοί τουρκικοί όροι «μπαχτσίσι», «ρουσφέτι», «ντοβλέτι», «χαράτσι» κλπ. Αλλά ανεφύησαν και νέοι, που αποτυπώνουν και την…ποιοτική μετεξέλιξη του συστήματος: «λαμόγιο», «κοννέ», «παπαγαλάκι», «βυσματούχος» και «τσάτσος» και πολλά ακόμη. Η ανεπίσημη γλώσσα δείχνει πολλά.
Το πιό εντυπωσιακό δείγμα της ισχύος αυτής της κοινωνιολογικής δομής είναι το εξής: αμερικανοσπουδαγμένοι «μοντέρνοι» πολιτικοί και επιχειρηματίες, οπαδοί στα λόγια του Εκσυγχρονισμού, του Οικονομικού Φιλελευθερισμού ή και και του πιο ακραίου Νεοφιλελευθερισμού, λειτούργησαν με λογική σουλτάνου ή φύλαρχου της Κεντρώας Αφρικής, διόρισαν σε ανώτατες διοικητικές θέσεις τους διεφθαρμένους ή κρετίνους κολλητούς και συγγενείς τους, έκλεψαν το δημόσιο χρήμα, πήραν τεράστιες μίζες, ευνόησαν ημετέρους με παράνομες μεθοδεύσεις, έγιναν αφανείς συνέταιροι επιχειρηματιών με το αζημίωτο, βοήθησαν τους κολλητούς τους να πάρουν δάνεια χωρίς εγγυήσεις, οργάνωσαν την μεγα-ληστεία του χρηματιστηρίου, διόρισαν εκατοντάδες χιλιάδες στο δημόσιο και προασπίστηκαν λυσσαλέα τα συμφέροντα των συντεχνιών επί ζημία του κοινωνικού συνόλου. Έκαναν δηλαδή όλα αυτά που καταγγέλλει η θεωρία και η πρακτική μίας υγιούς ελεύθερης ανταγωνιστικής οικονομίας.
Στα περιθώρια αυτού του οχετού παλεύει να επιβιώσει μία ομάδα υγιών, έντιμων, ανταγωνιστικών επιχειρηματιών, βιομηχάνων και βιοτεχνών, εμπόρων, επαγγελματιών, επιστημόνων, αγροτών και εργαζομένων. Αυτοί δεν εκπροσωπούνται από τις φατρίες της Μεταπολίτευσης. Είναι η μαγιά μιας άλλης Ελλάδας, της Ελλάδας που μας αξίζει.
Το 1821 οι Έλληνες κάναμε μία μεγάλη Επανάσταση εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την εκδιώξαμε από την ιερή ελληνική γη. Μήπως σήμερα πρέπει να κάνουμε μια δεύτερη, ακόμη πιό μεγάλη Επανάσταση, εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέσα μας;

Δημοσιεύθηκε στην πρωινή εφημερίδα “Kontra News” την Πέμπτη 6.2.2014.

Μελέτης Η. Μελετόπουλος είναι Διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης.

(587) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *