Οι ευθύνες για την αποτυχία μας

Η Ελλάδα δεν έχει καμιά δικαιολογία. Μετά τη μεταπολίτευση υπήρχαν διαθέσιμα για την Ελλάδα όλα τα μέσα τα απαραίτητα για να συγκλίνει η οικονομία της προς τις οικονομίες της υπόλοιπης Ευρώπης και να αναπτυχθεί η χώρα ανάλογα: η απογείωση της εθνικής οικονομίας κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 είχε θέσει τις βάσεις για την ανάπτυξη μιας βιομηχανίας, καθώς και εξαγωγικών παραγωγικών κλάδων.

Επιπλέον, μία μοναδική ιστορική ευκαιρία έχει εμφανισθεί: η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση σήμαινε και την παροχή άφθονου χρήματος με τη μορφή προγραμμάτων και «πακέτων», ώστε να εκσυγχρονισθούν οι παραγωγικές δομές, να υποστηριχθούν νέοι παραγωγικοί κλάδοι, να βελτιωθεί δραστικά η υποδομή και, τελικά, να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την προσέγγιση στους οικονομικούς δείκτες των προηγμένων χωρών. Χώρες, τις οποίες από την ίδρυση του ελληνικού κράτους τις βλέπαμε σαν πρότυπα και σαν απόμακρους στόχους. Φαινόταν έτσι να δικαιολογείται επί τέλους η επιλογή του νέου ελληνικού κράτους να στραφεί στη Δύση και να τοποθετήσει τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης στο βάθρο του προτύπου. Η προσέγγισή μας προς τις δυτικές χώρες και η τελική ένταξή μας στο δυτικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα θα μπορούσε έτσι να δικαιολογήσει την εγκατάλειψη του κατά παράδοση ελληνικού πολιτισμού και να αντισταθμίσει, ως ένα σημείο, την απώλεια της ανατολικής διάστασής μας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η χώρα είχε τότε ένα όραμα που βασιζόταν στην έξαρση της δεκαετίας του 1960 και τις ελπίδες που είχε γεννήσει.

 
Η σημερινή θλιβερή πραγματικότητα, όμως, φαίνεται να ακυρώνει τις προοπτικές που εμφανίστηκαν μετά τη δεκαετία του 1970. Όχι μόνο δεν επετεύχθη ο παραγωγικός εκσυγχρονισμός της οικονομίας μας, αλλά φθάσαμε να γίνουμε η χώρα όπου κάθε παραγωγή είναι προβληματική. Οι εξαγωγές μας συρρικνώνονται. Το πολιτικό μας σύστημα αδυνατεί να στηρίξει συναινετικές λύσεις στα προβλήματα της παιδείας, της υγείας και της άμυνας. Παρά τις τεράστιες επενδύσεις, η κατάσταση στις πόλεις επιδεινώνεται με εφιαλτικά αποτελέσματα για την ποιότητα ζωής, το περιβάλλον και τον πολιτισμό του Έλληνα. Οι γύρω μας εθνικισμοί βυσσοδομούν εναντίον μας, αφού η οικονομία μας έπαψε να αποτελεί συντελεστή της ισχύος μας. Έχουμε φθάσει σε σημείο όπου ένας αδηφάγος και αναποτελεσματικός κρατικός μηχανισμός να χρειάζεται σε μόνιμη βάση δάνεια, ώστε να μπορεί να λειτουργεί. Η πρακτική του δανείου βασίζεται πάνω στην αντιμετώπιση μιας έκτακτης ανάγκης ή σχετίζεται με την πραγματοποίηση ενός έργου το οποίο θα γεννήσει πλούτο, ώστε το ίδιο το έργο να βοηθήσει στην αποπληρωμή και το κόστος του δανείου. Με μία τερατώδη αδιαφορία, ως προς τις συνέπειες της πράξης, εμείς δανειζόμαστε ως κράτος για να αντιμετωπίσουμε τα πληθωρικά ποσά που θέλουμε να κατασπαταλούμε, ώστε να συνεχίσουμε την πρακτική της ανευθυνότητας και της διαφθοράς.
 
Αυτή φαίνεται να είναι η κατάληξη και το αποτέλεσμα των πολιτικών επιλογών που εφαρμόσθηκαν από το πολιτικό μας σύστημα κατά την δεκαετία του 1980. Και δεν αναφέρομαι σε συγκεκριμένους κομματικούς μηχανισμούς, αλλά στη γενική αντίληψη της νομής της εξουσίας και του διαβόητου και ολέθριου πολιτικού κόστους. Επιχειρήθηκε και επεβλήθη μία ανατροπή των αξιών όπου η κομματική λογική και η κομματική πολιτική τέθηκαν ως αδιαμφισβήτητοι όροι της πολιτικής πρακτικής. Στην πράξη δημιουργήθηκε μία κατάσταση όπου οι πολιτικές αποφάσεις του εκάστοτε κυβερνητικού σχηματισμού ετέθησαν στο απυρόβλητο και η καταλήστευση και η κατασπατάληση του δημόσιου πλούτου θεωρήθηκαν ως φυσικά και νόμιμα δικαιώματα των κυβερνώντων. Η οικογενειοκρατία εδραιώθηκε ως φυσιολογική πρακτική και συντεχνιακό δικαίωμα των επαγγελματιών της πολιτικής. Η σύγκρουση συμφερόντων είναι πια κανόνας για τους πολιτικούς μας. Η διαχείριση του κράτους άρχισε να μοιάζει με ατομικό δικαίωμα των πολιτικών. Δεν υπάρχουν πλέον σκοπιμότητες, άλλες από την εξασφάλιση της εξουσίας και τη νομή της. Η επιδίωξη της εξουσίας συνεπάγεται τρόπους κατά βάση αντιδημοκρατικούς, ενώ το πολιτικό σύστημα παραμένει στεγανό. Οι γενναιόδωρες παροχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατέθηκαν σε σκοπούς αλλότριους και εξανεμίσθηκαν, ανεβάζοντας μόνο τους καταναλωτικούς δείκτες, όσον αφορά τα είδη πολυτελείας.
 
Μια ιδιαίτερη πλευρά του προβλήματος αποτελεί η αδιαφορία ή η συνενοχή των πολιτών. Δεν υπήρξε καθολική συναινετική αντίδραση των πολιτών στην καταρράκωση των ηθών και τις πολιτικές που εφαρμόσθηκαν. Η εξαθλίωση και ο εκτροχιασμός των κομμάτων εξουσίας δεν τιμωρήθηκαν ανάλογα από τους ψηφοφόρους. Αντ’ αυτού, το σύστημα εναλλαγής των δύο κομμάτων στην εξουσία συνέχισε να λειτουργεί. Παράλληλα, ο διαχειριστικός και ηθικός εκτροχιασμός των κομμάτων χρησιμοποιήθηκε σκανδαλοθηρικά και μόνο ως ψηφοθηρικό επιχείρημα από την αντίθετη παράταξη, η οποία νομιμοποιήθηκε για ανάλογες υπερβολές όταν αναρριχήθηκε πάλι στην εξουσία. Η διαφθορά γεννά τέρατα: αν κάποιος καταφύγει σε δάνεια για να τα κατασπαταλήσει είναι κατά την κοινή λογική άφρων ή αχρείος. Για τα πολιτικά μας πράγματα η προσφυγή σε δανεισμό και η κατασπατάληση του είναι απλή πολιτική επιλογή.
 

Η κατάσταση οδηγείται νομοτελειακά σε κρίση. Οι δράσεις που επιστρατεύονται για να μας βγάλουν από τα σημερινά αδιέξοδα δεν αναιρούν τα αίτια και βασίζονται πάνω σ’ αυτά. Το σημερινό πολιτικό μας σύστημα δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει την κρίση. Πρόκειται για την αρχή μιας κάθαρσης; Και ποιό θα είναι το τίμημα; Οπωσδήποτε, χρειαζόμαστε μία κάθαρση, αλλά και ένα όραμα. .

(449) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *