Μεσσίες και Μεσσιανισμός

    Μεσσσίας είναι η ελληνική έκφραση της εβραϊκής λέξης που στα ελληνικά αποδίδεται ως χριστός. Είναι δηλαδή αυτός που χρίεται με λάδι προκειμένου να αναλάβει, με βάση την εβραϊκή παράδοση, αξίωμα ιερατικό, βασιλικό ή προφητικό. Ο εβραϊκός λαός στην πολυετή σκλαβιά του υπό διαφόρους κατακτητές αντλούσε ελπίδα, και εξ αυτής δύναμη να υπομένει, με την πίστη στην έλευση του μεσσία, ο οποίος όχι απλώς θα λύτρωνε τον εκλεκτό λαό του Θεού από τα δεινά, αλλά και θα τον καθιστούσε κυρίαρχο επί των άλλων λαών.

    Ο Μεσσίας ήλθε, όταν ήλθε και το πλήρωμα του χρόνου, πλην όμως δεν τον δέχθηκαν οι δικοί του, οι Ιουδαίοι. Και όχι μόνο δεν τον δέχθηκαν, αλλά και τον σταύρωσαν. Ήταν η τιμωρία Του για την εισαγωγή στον κόσμο των “λογικών” του υπερλόγου. Επέλεξε ως τόπο για τη γέννησή του στάβλο βρωμερό καταφρονώντας τη χλιδή του παλατιού των εγκοσμίων βασιλέων. Φανέρωσε την έλευσή του σε κάποιους απόμακρους μάγους, που δεν γνωρίζουμε τί απόγιναν μετά την προσκύνησή Του, και σε κάποιους αγράμματους βοσκούς ανήμπορους να μεταδώσουν με πειθώ το μήνυμά του στους ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης. Εμφανίστηκε ως κομίτης στον ναό σε παιδική ηλικία και κατέπληξε τους ιεροδιδασκάλους και μετά χάθηκε για χρόνια πολλά. Και όταν ξαναεμφανίστηκε, συνοδευόμενος από αγράμματους ψαράδες, έδειξε έντονη τη διάθεση να συγκρουστεί κατά μέτωπο μ’ εκείνους που ξημεροβραδιάζονταν διαβάζοντας ό,τι ήταν γραμμένο γι’ Αυτόν στις διφθέρες. Κατάφερε βέβαια να συγκινήσει βαθειά τον λαό, όμως το λαό και μόνο τον αστοιχείωτο, που δεν είχε ιδέα για προφητείες και για την έλευση του μεσσία. Αυτόν τον λαό συγκέντρωσε, παρηγόρησε, γιάτρεψε, έδωσε ελπίδες, ενδυνάμωσε, ώστε να αντέχει στις επί γης θλίψεις. Τον άκουγαν και οι νομοδιδάσκαλοι, μέσω παρευρισκομένων εγκαθέτων τους, και τον μελέτησαν αιώνες αργότερα άλλοι που αρνήθηκαν να τον ακολουθήσουν. Οι πρώτοι τον απέρριψαν κατηγορηματικά, διότι δεν είχε την παραμικρή διάθεση να πραγματώσει το όνειρό τους της επίγειας κυριαρχίας. Οι άλλοι, επειδή δήθεν γεννούσε ελπίδες για απόλαυση σε κάποιαν άλλη ζωή, επειδή, για να χρησιμοποιήσουμε σύγχρονη γλώσσα, πλημμύρισε τον κόσμο με ακάλυπτες επιταγές.

    Οι επικριτές του στάθηκαν εντελώς ανήμποροι να κατανοήσουν το βάθος της διδασκαλίας Του. Έχοντας παγιωμένη της αντίληψη περί της ανθρώπινης φύσεως, η οποία για την Εκκλησία του Χριστού είναι η μετά την πτώση των πρωτοπλάστων φύση, η πεπτωκυία στη θεολογική γλώσσα, επέκριναν το ευαγγελικό μήνυμα ως την κατ’ εξοχήν ουτοπία της ιστορίας (Δεν θα σχοληθούμε με τους άλλους που ασέλγησαν επί της ιστορίας αρνούμενοι την ιστορικότητα του προσώπου του Χριστού). Γι’ αυτό και ο όρος μεσσιανισμός στους νεότερους χρόνους είναι ταυτόσημος με τη διασπορά φρούδων ελπίδων. Όλοι αυτοί οι κυριαρχούμενοι από τη λογική, την οποία λάτρευσαν ως μοναδική θεά, παραβλέποντας το ότι ο καθένας μας λατρεύει διαφορετική λογική, εκείνη δηλαδή που αρμόζει στην προσωπικότητά του, καταφρόνησαν τόσο τον ευαγγελικό λόγο, όσο και την ιστορία.

    Ο Χριστός, σε αντίθεση προς τους ποικίλους δημαγωγούς και λαοπλάνους όλων των εποχών, υπήρξε το ανεπανάληπτο πρότυπο συνέπειας λόγων και έργων. Κήρυξε τη φτώχια και παρέμεινε χωρίς να έχει πού να γείρει το κεφάλι Του. Θεράπευε και χανόταν ευθύς μέσα στο πλήθος ή ζητούσε να μη γνωστοποιηθεί το συμβάν. Ευεργέτησε τον λαό, αλλά απέφυγε την ανταπόδοση με το να δεχθεί αξιώματα απ’ αυτόν. Κήρυξε την αγάπη και συγχώρεσε στον σταυρό τους σταυρωτές του και κυρίως τους ηθικούς αυτουργούς.

    Ο Χριστός αναπτέρωσε την ελπίδα των καταπιεσμένων υπό το βάρος της αμαρτίας προσώπων. Δεν ήλθε να θρέψει, δεν ήλθε να θεραπεύσει, δεν ήλθε να ιδρύσει την τέλεια κοινωνία. Ήλθε να αναζητήσει και να σώσει το απολωλός. Ο Χριστός δεν απευθύνθηκε σε λαό (γι’ αυτό και οι ηγέτες των Εβραίων τον σταύρωσαν), αλλά στον καθένα από μας. Και απευθύνθηκε στον καθένα μας με τρόπο εντελώς “ανορθολογικό”: Ζήτησε από μας να άρουμε τον σταυρό μας, αν θέλουμε να τον ακολουθήσουμε. Μας διαβεβαίωσε μάλιστα ότι στον κόσμο αυτόν θα έχουμε θλίψη. Η μόνη ελπίδα που μας προσέφερε ήταν το θάρρος, επειδή μας διαβεβαίωσε ότι αυτός υπήρξε ο νικητής (νενίκηκε). Η προσφορά της αιώνιας ζωής δεν είναι ανταπόδοση για μια προτεσταντικού τύπου πίστη, η οποία παρέχει τη βεβαιότητα της σωτηρίας μέσω μιας τυπικής γραφειοκρατικής ομολογίας. Η αιώνια ζωή είναι κατάκτηση μετά από κοπιαστικό αγώνα για την υπέρβαση της πεσμένης φύσεώς μας, έναν αγώνα για τη μετάβαση στο καθ’ ομοίωσιν.

    Καθηλωμένοι στην αναπηρική πολυθρόνα της “λογικής των παθών” αρνηθήκαμε τη βεβαιότητα να σταθούμε και πάλι στα πόδια μας, γι’ αυτό ούτε καν επιχειρούμε. Και στροβιλιζόμαστε διαρκώς προσανατολιζόμενοι προς ποικίλους μεσσίες που κατά καιρούς εμφανίζονται σπείροντας στον κόσμο τον μεσσιανισμό τους τον αρρωστημένο, τον μεστό από αλαζονεία έπαρση και ιδιοτέλεια. Είναι κατ’ αρχήν οι κλασικοί δημαγωγοί που θυσιάζουν τους λαούς τους προς ίδιον όφελος, ίδιοι και απαράλλαχτοι από τους Φαραώ της Αιγύπτου ώς τους πλανητάρχες του καιρού μας. Είναι οι κοινωνικοί μεταρρυθμιστές που επαγγέλλονται την δικαιοσύνη δίχως ανάγκη μεταβολής του ατόμου (το πρόσωπο είναι άγνωστο στις ιδεολογίες). Είναι οι πάσης φύσεως διανοητές, οι οποίοι στο όνομα της ελευθερίας δήθεν, απορρίπτουν τη μεταφυσική ελπίδα, αποδεχόμενοι με υπερηφάνεια το μαρτύριο του Προμηθέα δεσμώτη, του πλέον συμπαθούς γι’ αυτούς ήρωα της αρχαίας μυθολογίας, ταυτίζοντας με περισσή έπαρση τον Δία με τον σταυρωμένο και αναστημένο Χριστό! Όλοι αυτοί σε στιγμές ειλικρίνειας ομολογούν την τραγωδία του ανθρώπου δεσμώτη των παθών, αλλά χωρίς ελπίδα εκτινάσσονται στο άκρο του κυνισμού αποδεχόμενοι το αναλλοίωτο της ανθρώπινης φύσεως. Άλλοι τέλος, κατά τον 19ο αιώνα, κυρίως, έθρεψαν τις ελπίδες και τις λαχτάρες των πονεμένων προβάλλοντας τον επιστημονικό μεσσιανισμό ως πανάκεια του συνόλου των προβλημάτων του ανθρώπου, θεωρουμένου ως βιολογικού όντος και μόνο. Και ναι μεν η επιστημονική έρευνα δια των αποτελεσμάτων της προσέφερε βίο άνετο σε κάποιους προνομιούχους λαούς, οι οποίοι έχουν επωφεληθεί στο έπακρο (ακόμη και ληστευμένα όργανα τους παρέχει αυτή από απόκληρους του πλανήτη), αλλά σε βάρος της συντριπτικής πλειονοψηφίας των συνανθρώπων μας, οι οποίοι διαβιούν ακόμη στην προεπιστημονική εποχή, χωρίς κάποιους κήρυκες να δώσουν και σ’ αυτούς ελπίδα. Απεναντίας η κατάστασή τους επιδεινώνεται από έτος σε έτος λόγω της απληστίας των ολίγων, οι οποίοι όμως βιώνουν το μαρτύριο του υπαρξιακού κενού, το οποίο ως νέος αετός κατατρώγει τα σπλάχνα του αγέρωχου επαναστάτη κατά του θεού της αγάπης και της θυσίας.

    Όλοι αυτοί που διέδωσαν την κατηγορία του ουτοπικού για τον ευαγγελικό λόγο απέστρεψαν τα μάτια τους από την ιστορία, την οποία έγραψαν μικρόψυχοι. Έτσι στάθηκαν ανήμποροι να κατανοήσουν τη μαρτυρία μέσω του μαρτυρίου εκατομμυρίων μαρτύρων της πίστεως. Στάθηκαν ανήμποροι να κατανοήσουν την ηθική ανάβαση εκείνων που περιφρόνησαν στο έπακρο ό,τι ο κόσμος θεωρεί αξία, δηλαδή πλούτο, αξιώματα και ηδονές. Οι μάρτυρες και οι όσιοι πέραν του ότι μαρτύρησαν για την πίστη τους έδωσαν και την καλή μαρτυρία που καταρρίπτει την κατασυκοφάντηση του λόγου του Χριστού ως ουτοπικού. Βέβαια μέρος ευθύνης έχουμε και εμείς που δηλώνουμε πιστοί και φορείς της ελπίδας Του. Εμείς που μετρούμαστε και ξανανετρούμαστε για επιβεβαίωση ότι ανήκουμε στους πολλούς, ενώ δηλώνουμε μαθητές εκείνου που τόνισε “μη φοβού το μικρόν ποίμνιον”. Εμείς που σπεύδουμε να υπερασπιστούμε “χριστιανικές” κοινωνίες (ιδέ τον αγώνα για την αναγνώριση των χριστιανικών ριζών του ευρωπαϊκού πολιτισμού) και με την υποκριτική μας στάση δίνουμε την αφορμή να λοιδορείται εξ αιτίας μας το όνομα Εκείνου.

    Αλλά οι επικριτές του γνωρίζουν ότι είναι ανήμποροι να πλήξουν τον κατήγορό τους που στέκεται και σήμερα ενώπιον της ανθρωπότητος και τονίζει: “Τίς ελέγχει με περί αμαρτίας;” Αν κατανοήσουμε το πρώτο μάθημα που μας έδωσε, τη φάτνη, όλα τα άλλα είναι εύκολα. Χριστός  γεννάται και εφέτος για να αναγεννήσει όλους εμάς.

                            “ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”               

.

(668) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *