Ευρωπαϊκές κοινωνίες και απόδοση ιθαγένειας στους μετανάστες

Μια
επισκόπηση της ισχύουσης νομοθεσίας σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες για την
απόδοση της ιθαγένειας και της υπηκοότητας στους μετανάστες είναι
διαφωτιστική για τα όρια, αλλά και για τις συνειδητές ή μη ιδεολογικές
ακρότητες των εν Ελλάδι οπαδών της πολυπολιτισμικότητας.

1. Η γερμανική νομοθεσία για την απόδοση ιθαγένειας

Η
γερμανική νομοθεσία για την απόδοση της ιθαγένειας τροποποιήθηκε τον
Ιούλιο του 1999 με την εισαγωγή του νέου Νόμου περί υπηκοότητας
(Staatsangeröhigkeitsgesetz), ο οποίος αντικατέστησε τον αρκετά
παλαιότερο ισχύοντα νόμο του 1913 (Reichs- und
Staatsangeröhigkeitsgesetz)
Στην Γερμανία πολίτης καθίσταται κάποιος εάν:
1.
Έχει έναν γονέα Γερμανό πολίτη με τη γέννηση του (Abstammungsprinzip,
κριτήριο προέλευσης. Πρόκειται για εφαρμογή της νομικής έννοιας του
δικαίου του αίματος ήτοι της εθνοφυλετικής καταγωγής (jus sanguinis).
Όσον
αφορά στην διαδικασία της πολιτογράφησης, της ένταξης, δηλαδή,
αλλοδαπών στην γερμανική κοινωνία, η γερμανική νομοθεσία προβλέπει
πλέον ότι ένας μετανάστης αποκτά το δικαίωμα πολιτογράφησης
(Einbürgerung) εάν έχει γεννηθεί στην επικράτεια του γερμανικού κράτους
(Geburtsortprinzip, κριτήριο τόπου γέννησης. Πρόκειται για εφαρμογή της
νομικής έννοιας του δικαίου του εδάφους (jus soli).
Η πολιτογράφηση ενός αλλοδαπού μετανάστη πραγματοποιείται μόνον σε περίπτωση που ισχύουν όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α. Να είναι επί οκτώ (8) συνεχόμενα έτη μόνιμος και νόμιμος κάτοικος της Γερμανίας.
β. Να έχει στην κατοχή του άδεια ή δικαίωμα διαμονής.
γ. Να γνωρίζει την γερμανική γλώσσα σε ικανοποιητικό επίπεδο, ήτοι επάρκειας.
δ. Να έχει λευκό ποινικό μητρώο.
ε. Να αποδέχεται τις αρχές του γερμανικού Συντάγματος.
στ.
Να έχει την δυνατότητα οικονομικής συντήρησης τόσο του εαυτού του όσο
και των μελών της οικογενείας του, χωρίς να λαμβάνει κρατικό επίδομα.
ζ.
Να αποποιηθεί της προηγούμενης ιθαγένειάς του. Εξαιρούνται οι πολίτες
κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι μπορούν να διατηρήσουν
την ιθαγένεια της χώρας προέλευσής τους.
Τα τέκνα αλλοδαπών γονέων,
τα οποία έχουν γεννηθεί στην Γερμανία, λαμβάνουν την γερμανική
υπηκοότητα μόνον σε περίπτωση που έχουν γεννηθεί μετά την 1/1/2000 και
ισχύουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α. τουλάχιστον ο ένας εκ των δύο
γονέων του τέκνου πρέπει να διέθετε οκτώ (8) έτη νόμιμης και μόνιμης
διαβίωσης στην Γερμανία προτού το τέκνο γεννηθεί.
β. τουλάχιστον ο
ένας εκ των δύο γονέων του τέκνου πρέπει να διέθετε απεριόριστο
δικαίωμα διαμονής (Aufenthaltsberechtigung) ή απεριόριστη άδεια
διαμονής (unbefristete Aufenthaltserlaubnis) στην Γερμανία τουλάχιστον
για τρία (3) έτη.
Και πάλι η γερμανική ιθαγένεια δεν απονέμεται κατά
τρόπο αυτόματο, αλλά κατόπιν σχετικής υποβολής αίτησης κατά το χρονικό
διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στη συμπλήρωση των δεκαοκτώ έως και τα
είκοσι τρία έτη.

2.Η ελβετική νομοθεσία για την απόδοση ιθαγένειας

Η
ελβετική νομοθεσία για την απόδοση της ιθαγένειας είναι από τις πλέον
συντεταγμένες και προσεγμένες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, χαρακτηρίζεται δε
από σαφές αυστηρό και οριοθετημένο νομικό πλαίσιο, διαφυλάσσοντας την
ευημερία και τον τρόπο ζωής του ελβετικού κράτους. Η Ελβετία ως κράτος
διαθέτει ομοσπονδιακό πολιτειακό σύστημα και η απόδοση της ιδιότητας
του Ελβετού πολίτη αφορά σε επίπεδο συγκεκριμένης κοινότητας και
καντονιού.
Κατ’ αρχήν σε ομοσπονδιακό επίπεδο πολίτης καθίσταται κάποιος Ελβετός εάν ισχύουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
1.
Έχει έναν γονέα Ελβετό πολίτη με τη γέννηση του (Πρόκειται για εφαρμογή
της νομικής έννοιας του δικαίου του αίματος ήτοι της εθνοφυλετικής
καταγωγής (jus sanguinis).
2. Εάν έχει υιοθετηθεί έως την ηλικία των 18 ετών, έως ότου ενηλικιωθεί, δηλαδή, από Ελβετό πολίτη.
Η
απόδοση της ελβετικής ιθαγένειας δεν συμβαίνει επ’ ουδενί κατά τρόπο
αυτόματο, ήτοι απλώς με την γέννηση κάποιου εντός του ελβετικού κράτους.

Όσον
αφορά στην διαδικασία της πολιτογράφησης, της ένταξης, δηλαδή,
αλλοδαπών στην ελβετική κοινωνία, η ελβετική νομοθεσία προβλέπει ότι σε
ομοσπονδιακό επίπεδο ένας μετανάστης αποκτά το δικαίωμα πολιτογράφησης
(Einbürgerung), σε περίπτωση που ισχύουν όλες οι ακόλουθες
προϋποθέσεις. Ο ενδιαφερόμενος να πολιτογραφηθεί αλλοδαπός θα πρέπει:
α. Να είναι επί δώδεκα (12) συνεχόμενα έτη μόνιμος και νόμιμος κάτοικος της Ελβετίας.
β.
Να έχει αφομοιωθεί από πολιτιστικής άποψης, ήτοι θα πρέπει να γνωρίζει
τα ελβετικά έθιμα και τις ελβετικές πολιτιστικές παραδόσεις.
γ. Να
τηρεί το νομοθετικό πλαίσιο του ελβετικού κράτους. Να μην έχει
καταδικαστεί σε κάποιο είδος φυλάκισης και να μην εκκρεμούν κατηγορίες
εναντίον του.
δ. Να μη θέτει σε κίνδυνο την εσωτερική ή εξωτερική
ασφάλεια του ελβετικού κράτους. Η διάταξη αυτή αφορά κυρίως στους
μουσουλμάνους μετανάστες ισλαμιστικών πεποιθήσεων.
Σε περίπτωση
απορριπτικής απόφασης επί αίτησης πολιτογράφησης, δεν υφίσταται
δικαίωμα άσκησης έφεσης κατά της ως ανωτέρω απορριπτικής απόφασης.
Οι
ανωτέρω (α-δ) προϋποθέσεις ισχύουν για την κατ’ αρχήν αποδοχή της
αίτησης πολιτογράφησης του αλλοδαπού σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Κατόπιν ο
ενδιαφερόμενος αλλοδαπός λαμβάνει την άδεια να αιτηθεί πολιτογράφησης
στο επίπεδο του καντονιού και της κοινότητας. Τα επιμέρους καντόνια του
ελβετικού κράτους διαθέτουν ιδιαίτερη νομοθεσία για την διαδικασία
πολιτογράφησης. Οι προϋποθέσεις ποικίλουν και το χρονικό διάστημα
μόνιμης και νόμιμης διαβίωσης σε κάποιο καντόνι ποικίλλει από τα δύο
(2) έως και τα δώδεκα (12) έτη. Το αυτό ισχύει και για τις κοινότητες
του ελβετικού κράτους.

3.Η δανική νομοθεσία για την απόδοση ιθαγένειας

Η
δανική νομοθεσία για την απόδοση της ιθαγένειας. Η δανική νομοθεσία
είναι ιδιαίτερα προσεγμένη και θα ήταν δυνατόν να χρησιμεύσει ως
πρότυπο για αντίστοιχες μεταρρυθμίσεις στην ισχύουσα ελληνική
νομοθεσία. Στην Δανία πολίτης καθίσταται κάποιος εάν:
1. Έχει έναν
γονέα Δανό πολίτη με τη γέννηση του (Πρόκειται για εφαρμογή της νομικής
έννοιας του δικαίου του αίματος ήτοι της εθνοφυλετικής καταγωγής (jus
sanguinis).
2. Εάν έχει υιοθετηθεί έως την ηλικία των 12 ετών από Δανό πολίτη.
3. Εάν η μητέρα του παντρευτεί Δανό πολίτη πριν ο ίδιος γίνει 18 ετών.
4.
Με δήλωση για τους πολίτες των λεγομένων νορδικών χωρών (Φινλανδία,
Ισλανδία, Νορβηγία, Σουηδία). Πρόκειται ουσιαστικά για μια απλοποιημένη
διαδικασία πολιτογράφησης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ενδιαφέρον
είναι ότι το σημείο αυτό, όπως και το (1) εισάγουν όρους εθνοφυλετικής
καταγωγής και πολιτισμικής συνάφειας στην απόδοση ιθαγένειας.
5. Με πολιτογράφηση.
Στην
περίπτωση της πολιτογράφησης, ο ενδιαφερόμενος μετανάστης οφείλει να
προχωρήσει σε μία σειρά ενεργειών. Αυτές είναι οι κατωτέρω:
α. Ένα είδος επίσημης δήλωσης πίστης στη Δανία.
β.
Πρέπει να αναφέρει όλες τις παραβάσεις που έχει κάνει ή για τις οποίες
έχει κατηγορηθεί, ακόμα και για κάτι τόσο ασήμαντο όσο ένα πρόστιμο για
υπερβολική ταχύτητα. Αν αργότερα διαπιστωθεί ότι ο μετανάστης είχε
αποκρύψει κάποιο στοιχείο, είναι εφικτή η ανάκληση της απόδοσης
ιθαγένειας.
γ. Να αποποιηθεί την προηγούμενη ιθαγένειά του.
δ. Να είναι επί εννέα (9) συνεχόμενα έτη μόνιμος και νόμιμος κάτοικος της Δανίας.
ε.
Να μην έχει καταδικαστεί σε κάποιο είδος φυλάκισης και να μην εκκρεμούν
κατηγορίες εναντίον του. Για κάποια δε αδικήματα προστίθεται χρόνος τον
οποίο πρέπει να περιμένει κάποιος για να μπορέσει να πολιτογραφηθεί.
στ. Να μη χρωστά στο κράτος.
ζ.
Να συντηρεί τον εαυτό του, να μην έχει δεχτεί κανενός είδους κρατικής
κοινωνικής βοήθειας ή επιδόματος για χρονικό διάστημα, το οποίο θα
καλύπτει τα τεσσεράμισι (4,5 ) τουλάχιστον από τα τελευταία πέντε (5 )
έτη.
η. Γνώση της δανέζικης γλώσσας είτε με ειδικό τεστ είτε έχοντας περάσει τις εξετάσεις μετά την τρίτη τάξη του Γυμνασίου.
θ. Να περάσει από τεστ πολίτη που εξετάζει τις γνώσεις του για τη κοινωνία, κουλτούρα και ιστορία της Δανίας.

4.Το προτεινόμενο ελληνικό νομοσχέδιο

Το
προτεινόμενο νομοσχέδιο της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου, σε αντίθεση
με την κυρίαρχη νομοθεσία στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, προβλέπει
ιδαίτερα συνοπτικές και ευνοικές για τους μετανάστες και
λαθρομετανάστες προϋποθέσεις πολιτογράφησης:
1. Παρέχει την ελληνική
ιθαγένεια κατά τρόπο αυτόματο, ήτοι χωρίς κάποια υποχρέωση υποβολής
δήλωσης, με τη γέννηση, σε τέκνα μεταναστών, οι οποίοι έχουν
συμπληρώσει πενταετία νόμιμης παραμονής στην Ελλάδα και αυτό μάλιστα με
μία απλή υπεύθυνη δήλωση των γονέων τους.
2. Παρέχει την ελληνική
ιθαγένεια κατά τρόπο αυτόματο, ήτοι χωρίς κάποια υποχρέωση υποβολής
δήλωσης, με τη γέννηση σε τέκνα μεταναστών, τα οποία παρακολούθησαν έξι
(6) έτη διδασκαλίας και μάλιστα όχι συνεχόμενα σε ελληνικό σχολείο,
ανεξαρτήτως νομικού καθεστώτος των γονέων τους, με μία απλή υπεύθυνη
δήλωση των γονέων τους. Σε περίπτωση δε που οι γονείς αμελήσουν να
υποβάλουν την ανωτέρω δήλωση για ως άνω αναφερόμενες περιπτώσεις, τα
τέκνα αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια κατά τρόπο αυτόματο με μία απλή
δήλωση κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στη συμπλήρωση
των δεκαοκτώ έως και τα είκοσι ένα έτη.
3. Παρέχει την ελληνική
ιθαγένεια σε τέκνα μεταναστών, τα οποία παρακολούθησαν τα τρία (3)
πρώτα έτη της υποχρεωτικής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα άτομα αυτά θα
αποκτούν, όπως και στην περίπτωση (2) την ελληνική ιθαγένεια κατά τρόπο
αυτόματο με μία απλή δήλωση κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί
ανάμεσα στη συμπλήρωση των δεκαοκτώ έως και τα είκοσι ένα έτη.
4.
Παρέχει την ελληνική ιθαγένεια κατά τρόπο αυτόματο, ήτοι χωρίς κάποια
υποχρέωση υποβολής δήλωσης, σε τέκνα μετανάστη γονέα, ο οποίος
γεννήθηκε και κατοικεί μόνιμα στην Ελλάδα από τη γέννησή του.
5. Σε
περίπτωση, κατά την οποία ένας ενήλικας μετανάστης δεν εμπίπτει σε
κάποια εκ των ανωτέρω τεσσάρων κατηγοριών, θεωρείται προϋπόθεση
πολιτογράφησης η απλή διαμονή στην Ελλάδα επί πέντε (5) από τα
τελευταία δέκα (10) έτη.
Το προτεινόμενο νομοσχέδιο συνιστά νομική
υποχώρηση και αναχρονιστικό πλαίσιο αναφοράς της πολιτογράφησης των
μεταναστών, τελεί δε σε ριζική ασυμφωνία με την ισχύουσα ευρωπαϊκή
νομοθεσία. Και αυτό διότι η διαδικασία της πολιτογράφησης
πραγματοποιείται με ιδιαίτερα απλουστευμένο και πρόχειρο τρόπο για τους
μετανάστες της δεύτερης γενιάς και εντελώς αυτόματα για τους μετανάστες
της τρίτης γενιάς.
Οι διαφορές ανάμεσα στο πρότυπο της Γερμανίας,
της Ελβετίας και της Δανίας και στις προτεινόμενες νομοθετικές
μεταβολές στην Ελλάδα είναι πολυάριθμες και δεν αφορούν απλώς στους
τύπους, αλλά και την ουσία του νόμου. Το προτεινόμενο ελληνικό πλαίσιο
ουσιαστικά προχωρεί στην πολιτογράφηση όλων σχεδόν των μεταναστών και
των λαθρομεταναστών. Ενώ στην Δανία απαιτείται η οικονομική
αυτοσυντήρηση του μετανάστη και η επί εννέα έτη σταθερή παραμονή του
και φυσικά η κατά το διάστημα αυτό άμεμπτη από νομικής άποψης
συμπεριφορά του, στο προτεινόμενο ελληνικό νομοσχέδιο το διάστημα αυτό
μειώνεται δραστικά στα πέντε έτη, χωρίς αυτό το χρονικό διάστημα να
απαιτείται να είναι συνεχές, ενώ δεν υπάρχει ρήτρα για την ενδεχόμενη
παραβατική συμπεριφορά του μετανάστη.
Όσον αφορά δε στην εκπαίδευση
των μεταναστών απαιτείται απλώς τριετής υποχρεωτική παρακολούθηση της
πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή ο μετανάστης να έχει φοιτήσει έως την
Γ΄ Δημοτικού. Με αυτόν τον τρόπο το ελληνικό κράτος θα καταστεί πόλος
έλξης ενός ακατάρτιστου και χωρίς πολιτιστικό υπόβαθρο, πληθυσμού
μεταναστών, ενώ στην Δανία και την Ελβετία το νομοσχέδιο λαμβάνει
πρόνοια για την προσέλκυση μεταναστών με τεχνικές δεξιότητες και
γνώσεις. Σε γενικές δε γραμμές η απόδοση της ιθαγένειας
πραγματοποιείται πολύ πιο επιμελημένα και έπειτα από αυξημένο χρονικό
διάστημα παραμονής στην εκάστοτε χώρα σε σχέση με το προτεινόμενο
ελληνικό νομοσχέδιο.
Ενώ στην Δανία απαιτείται η ταυτόχρονη
αποποίηση της προγενέστερης ιθαγένειας, στην Ελλάδα ένα τέτοιο
ενδεχόμενο δεν εξετάζεται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ωστόσο, συντηρείται το
ψυχικό και ιδεολογικό ρήγμα με το ελληνικό κράτος και δυσχεραίνεται η
διαδικασία ομαλής αφομοίωσης των μεταναστών..

(899) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *