Ποιότητα στην Εκπαίδευση: Πανάκεια ή Παγίδα;

1. Περίληψη

Αναμφισβήτητα, η έννοια της ποιότητας
κατέχει σημαντικό ρόλο στη ζωή μας, καθώς επίσης στον κόσμο της εκπαίδευσης, αποτελώντας
πλέον αναπόσπαστο μέρος της.
To
παρόν άρθρο χρησιμοποιεί την έννοια της Ποιότητας ως φακό και
εξετάζει τις αλλαγές που επιφέρει στην Εκπαίδευση. Ο φακός αυτός, όμως, δεν
μένει απαραίτητα ο ίδιος, αλλά αλλάζει ανάλογα με το άτομο που τον κρατά, τη
σκοπιά δηλαδή από την οποία ο καθένας αντιλαμβάνεται την Ποιότητα στην
εκπαίδευση. Το πιο πάνω καθορίζεται από τα συμφέροντα , σε οικονομικό και
κοινωνικό επίπεδο, αλλά και από τα πιστεύω σε προσωπικό επίπεδο. Η παρούσα
μελέτη, λοιπόν, παρουσιάζει τις κύριες στάσεις προς την ποιοτική Εκπαίδευση και
καταλήγει σε συμπεράσματα που απεκδύουν την Ποιότητα, όπως σήμερα ορίζεται, από
το ένδυμα της πανάκειας.

2. Εισαγωγή

Σήμερα, επικρατεί η τάση της υιοθέτησης
της ποιοτικής Εκπαίδευσης και έτσι όλων των παραμέτρων που εξυπακούονται με την
εφαρμογή ή έστω επιδίωξη της. Το μοντέλο αυτό ακολουθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση,
περιλαμβανομένης της Κύπρου. Στο σημείο αυτό αναδύονται τα εξής ερωτήματα:
Είναι η ποιοτική Εκπαίδευση η καλύτερη επιλογή στο εκπαιδευτικό σύστημα; Μήπως
με την εφαρμογή της παραλείπονται άλλες σημαντικές πτυχές της εκπαίδευσης, όπως
η μόρφωση και η πνευματική καλλιέργεια, έννοιες που ξεφεύγουν από τα στενά όρια
της γνώσης; Ποια συμφέροντα κρύβονται πίσω από το όνομα της Ποιότητας;

Προσπαθώντας να απαντήσουμε σ’ αυτά τα
ερωτήματα, θα ορίσουμε αρχικά το εννοιολογικό πλαίσιο της ποιοτικής Εκπαίδευσης
και θα παρουσιάσουμε συνοπτικά το πολιτικό κείμενο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(2008), στο οποίο φαίνεται η Ποιότητα στην 
πράξη, συμπληρώνοντας το με την περίπτωση της Κύπρου. Στη συνέχεια θα
εκθέσουμε τις διάφορες στάσεις απέναντι στην ποιοτική Εκπαίδευση,
περιλαμβάνοντας τη δική μας κριτική.

 

 

 

 

3.
Ορίζοντας την εκπαιδευτική Ποιότητα

3.1.
Η ποιοτική Εκπαίδευση στη θεωρία

Οι θιασώτες της εκπαιδευτικής Ποιότητας,
προσπαθώντας να την ορίσουν, ξεκαθαρίζουν τους στόχους που θέτουν με αυτή και
ακολούθως τα μέσα που θα οδηγήσουν στην επιτυχή εφαρμογή της. Σύμφωνα με τη
διακήρυξη της
Unicef (2000), η Ποιότητα στην Εκπαίδευση σημαίνει την εξασφάλιση της
δικαιοσύνης, έτσι όλοι οι μαθητές θα τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης, χωρίς
διακρίσεις. Επίκεντρο της διδασκαλίας είναι πλέον ο μαθητής και βασικός στόχος
η βελτίωση των επιδόσεων του. Η βελτίωση των επιδόσεων περιλαμβάνει τη βελτίωση
του μαθηματικού τρόπου σκέψης, της γλωσσικής ικανότητας, τη μείωση του
αναλφαβητισμού και την ανάπτυξη δεξιοτήτων που είναι χρήσιμες για τη ζωή.

Σύμφωνα με τη διακήρυξη της  Unicef (2000), οι πιο πάνω στόχοι μπορούν να
επιτευχθούν μέσα από τη δια βίου εκπαίδευση και στήριξη των εκπαιδευτικών, που
όσο ικανότεροι είναι οι εκπαιδευτικοί, τόσο αποδοτικότεροι είναι οι μαθητές
τους. Εξίσου σημαντική στην αύξηση των επιδόσεων, θεωρείται η καθολική χρήση
της τεχνολογίας, αλλά και η ποικιλία στις διδακτικές μεθόδους, η επιλογή της
οποίας καθορίζεται από τις ιδιαιτερότητες του κάθε μαθητή.

Όλα τα στοιχεία που έχουν προαναφερθεί
έχουν ως βασικό στόχο την αύξηση των σχολικών επιδόσεων. Οι υπόλοιποι στόχοι
μπορούν να θεωρηθούν ως επιμέρους, που έχουν τεθεί για να υποβοηθήσουν την
επίτευξη του κυρίαρχου στόχου. Αυτό είναι ευδιάκριτο στην διακήρυξη της Ευρωπαϊκής
Ένωσης (2008), τα κυριότερα σημεία της οποίας παραθέτουμε στο αμέσως επόμενο
μέρος.

3.2.
Ποιοτική Εκπαίδευση στην πράξη

Αφού έχουμε δώσει το εννοιολογικό πλαίσιο
της Ποιότητας, είναι ανάγκη να εξετάσουμε πώς μοιάζει στην πράξη, όπως ορίζεται
από τη διακήρυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2008), αλλά και όπως φαίνεται από το
παράδειγμα της Κύπρου. Μέσα από την εν λόγω αναφορά θα φανεί η συσχέτιση
θεωρίας και πράξης και ειδικότερα τα σημεία, στα οποία δίνεται έμφαση, γιατί
στη θεωρία μπορούν να ειπωθούν πολλά, στην πράξη όμως βλέπουμε όσα πραγματικά
επιδιώκονται, άρα και τους τομείς στους οποίους δίνεται έμφαση.

Αρχικά, οι στόχοι που αναφέρονται στην
εν λόγω διακήρυξη αφορούν στην κοινωνική συνοχή, την ανταγωνιστικότητα των
επιχειρήσεων και ολόκληρη την οικονομία. Ως εκ τούτου, απαιτείται η επιτυχία
του ατόμου στην αγορά εργασίας αλλά και η ενεργός συμμετοχή του στην κοινωνία.
Γύρω από αυτούς τους στόχους, τους οποίους ονομάζει ποιοτική  Εκπαίδευση, κινείται η ευρωπαϊκή εκπαιδευτική
πολιτική. Προς επίτευξη των ανωτέρω στόχων υιοθετεί συγκεκριμένες στρατηγικές,
τις οποίες ακολουθεί και κατόπιν ελέγχει εάν εφαρμόστηκαν με επιτυχία,
μετρώντας τις μαθητικές επιδόσεις.

Οι στρατηγικές προς επίτευξη της
Ποιότητας συνίστανται στις Νέες Δεξιότητες, τη δια βίου εκπαίδευση και στην
ικανοποίηση των νέων αναγκών της κοινωνίας, που προκύπτουν με τις παγκόσμιες
αλλαγές. Επεξηγώντας αναφέρουμε τα εξής: Οι νέες δεξιότητες παραπέμπουν στη
γνώση, τις δεξιότητες, την επάρκεια και έτσι την επιτυχία του ατόμου στην αγορά
εργασίας, όχι μόνο του σήμερα αλλά και του αύριο, έτσι ώστε να είναι πάντα
χρήσιμος στην κοινωνία. Προς επίτευξη του ίδιου σκοπού, δηλαδή τη διαμόρφωση
ατόμων χρήσιμων στην αγορά εργασίας του σήμερα και του αύριο, αναδύεται η
ανάγκη της δια βίου εκπαίδευσης. Πιο ειδικά, επιδιώκεται η συνεχής επιμόρφωση
του ατόμου, ώστε να γνωρίζει τις αλλαγές που συνεχώς συμβαίνουν, να εφοδιάζεται
συνεχώς με τις νέες γνώσεις και έτσι να μπορεί να ικανοποιήσει τις νέες ανάγκες
της αγοράς. Συνεχώς επιμορφώνεται και ο εκπαιδευτικός, ο οποίος με το να είναι
καλά καταρισμένος βελτιώνει τις μαθητικές επιδόσεις και αξιοποιεί πλήρως τον
διδακτικό χρόνο. Δεν υπάρχει χαμένος χρόνος εξαιτίας απροετοίμαστου
εκπαιδευτικού ή μαθητή.  

Οι συνεχείς αλλαγές βέβαια συμβαίνουν
και σε άλλους τομείς. Το σύστημα της εκπαίδευσης είναι ανάγκη να ανταποκρίνεται
σε αυτές, σύμφωνα με το πολιτικό κείμενο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2008). Ένα
παράδειγμα των αλλαγών είναι οι μετακινήσεις των λαών, κυρίως στα ανοικτά
σύνορα της Ευρώπης. Δημιουργούνται έτσι, ανάμεσα σε άλλα, εκπαιδευτικές ανάγκες,
όπως η πολυπολιτισμικότητα, η πολυγλωσσία, τις οποίες έρχεται, σ’ αυτή την
περίπτωση να καλύψει η διαπολιτισμική εκπαίδευση.

Η Ευρωπαϊκή Εκπαιδευτική Πολιτική,
περιστρεφόμενη γύρω από αυτούς τους στόχους και στρατηγικές, αξιολογεί την
κατάσταση (όπως φαίνεται από την επίδοση των μαθητών) και θέτει συγκεκριμένους
στόχους, οι οποίοι πρέπει να πραγματοποιηθούν εντός ενός προκαθορισμένου
χρονικού πλαισίου. Είναι, όμως φανερό ότι η αύξηση του επιπέδου γνώσεων, που
αναφέρεται, έχει να κάνει μόνο με την εργαλειακή γνώση και καθόλου με τα εγγενή
ωφελήματα αυτής. Τα εγγενή ωφελήματα περιλαμβάνουν απολαύσεις, που δεν έχουν
σχέση με τα χρηματικά κέρδη, όπως η απόλαυση της ανάγνωσης ενός βιβλίου και η
επαφή με ποικίλους πολιτισμούς (Πέτρου, 2009, σ. 262).  Το βασικό αυτό μειονέκτημα, το ότι
παραλείπονται τα εγγενή ωφελήματα από τους εκπαιδευτικούς στόχους, θα αναλυθεί
εκτενώς σε επόμενο κεφάλαιο.

Στο σημείο αυτό, εφ’ όσον αναφερόμαστε
στο πώς μοιάζει η ποιοτική Εκπαίδευση στην πράξη, θα ήταν παράλειψη να μην
προβάλουμε το παράδειγμα της Κύπρου. Αρχικά, η Κύπρος, ως μέλος της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, φαίνεται ότι ακολουθεί  το πρότυπο
της ποιοτικής Εκπαίδευσης.  Σύμφωνα με
τον Κανάρη (2009), η προσπάθεια για διασφάλιση της Ποιότητας στην
Πρωτοβάθμια  Εκπαίδευση φαίνεται στα αναλυτικά
προγράμματα, το ανθρώπινο δυναμικό και το μαθησιακό περιβάλλον.
Συγκεκριμένα,  αναφέρει ότι γίνονται ήδη
εργασίες για διαμόρφωση νέων αναλυτικών προγραμμάτων, στα οποία θα δίνεται
έμφαση στις γνωστικές, μεταγνωστικές και κοινωνικές δεξιότητες του μαθητή, και
ταυτόχρονα θα καλλιεργείται η αυτενέργεια, η δημιουργικότητα, η κριτική σκέψη,
το ερευνητικό πνεύμα και οι δεξιότητες της δια βίου μάθησης (Κανάρης, 2009).

Όπως και στην Ευρωπαϊκή Εκπαιδευτική
Πολιτική, έτσι και στην περίπτωση της Κύπρου, δίνεται έμφαση στη διαπολιτισμική
εκπαίδευση. Προσφέρονται , λοιπόν, ενισχυμένα προγράμματα εκμάθησης της
ελληνικής γλώσσας στους αλλοδαπούς και παλιννοστούντες μαθητές.

Κοινό τόπο με την Ευρωπαϊκή πολιτική
αποτελεί η δια βίου εκπαίδευση, η οποία δεν επιδιώκεται μόνο για τους μαθητές,
αλλά και για τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι επιμορφώνονται συνεχώς, ώστε να
ενημερώνονται για τις νέες καταστάσεις και αλλαγές και να μπορούν να
ανταποκριθούν σ’ αυτές.

Τέλος, όσον αφορά στο μαθησιακό
περιβάλλον, η υλικοτεχνική υποδομή ενισχύεται διαρκώς. Τα κτήρια αναβαθμίζονται
και δίνεται προσοχή στην ύπαρξη ενός ασφαλούς περιβάλλοντος. (Το πιο πάνω
αποτελεί βασική παράμετρο της ποιοτικής  Εκπαίδευσης,
κατά την αναφορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2008). Την ενίσχυση της υλικοτεχνικής υποδομής
συμπληρώνουν τα διδακτικά βιβλία και το βοηθητικό υλικό για μαθητές και εκπαιδευτικούς
(Κανάρης, 2009).

Τα ανωτέρω στοιχεία, που αφορούν στην
Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και την Ποιότητα σ’ αυτή, επαληθεύονται με τα
αποτελέσματα των επιδόσεων της Κύπρου σε διεθνείς εξετάσεις. Συγκεκριμένα, η
Κύπρος συμμετείχε σε 9 έρευνες από το 1991 μέχρι το 2009 (Παπαναστασίου, 2009).
Τα αποτελέσματα των ερευνών δείχνουν ότι υπάρχει μια συνεχής βελτίωση των
επιδόσεων των μαθητών του Δημοτικού. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα εξής
παραδείγματα: Από το 1995 μέχρι το 2003 υπάρχει βελτίωση στις επιδόσεις των
μαθητών της Δ’ Δημοτικού, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει μείωση στους μέσους όρους των
επιδόσεων των άλλων χωρών. Το ίδιο ακριβώς σκηνικό παρουσιάζεται στον τομέα του
Αλφαβητισμού, για την ίδια τάξη. Συν τοις άλλοις, να σημειώσουμε ότι η επίδοση
της Κύπρου στα μαθηματικά βελτιώθηκε κατά 12 εκατοστιαίες μονάδες το 2003, σε
σχέση με το 1995.

Επιστρέφοντας στο ζήτημα εάν η Κύπρος
ακολουθεί το Ευρωπαϊκό πρότυπο Ποιότητας, φαίνεται πως η απάντηση είναι
καταφατική και για την περίπτωση της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Συμφωνα με τον
Λούη (2009), η εισαγωγή του μαθήματος της Πληροφορικής, η αξιοποίηση της
βιβλιοθήκης, η εισαγωγή του θεσμού των ειδικών αιθουσών (για κάποια μαθήματα)
καθώς και το πρόγραμμα Αλφαβητισμού αποτελούν βασικές παραμέτρους στην εφαρμογή
της Ποιοτικής Εκπαίδευσης.

Επιπρόσθετα, δίνεται έμφαση στην
πολυπολιτισμικότητα, ένεκα του νέου  
status,  δια μέσου της ευαισθητοποίησης και επιμόρφωσης
των μαθητών για τη διαφορετικότητα, αλλά και την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας
στους αλλόγλωσσους μαθητές. Επίσης, οι γονείς καλούνται να εμπλακούν και να
εκφέρουν γνώμη. Η υλικοτεχνική υποδομή ενισχύεται αποσκοπώντας στην
καλύτερη  διδασκαλία και έτσι στα
καλύτερα αποτελέσματα. Τέλος, οι μαθητές καλούνται σε εξωσχολικές και
ενδοσχολικές εξετάσεις, ώστε να υπάρχει έλεγχος και εμφανή αποτελέσματα της
βελτίωσης των επιδόσεων.

Βλέπουμε βάσει των πιο πάνω πόση έμφαση
δίνεται στην Ποιότητα στην Εκπαίδευση και κατ’ επέκταση στην άυξηση των σχολικών
αποτελεσμάτων. Αυτό το επαληθεύει η επίδοση της Κύπρου στις διεθνείς έρευνες,
όπως και στην περίπτωση της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι
οι επιδόσεις των μαθητών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης σταδιακά
καλυτερεύουν.  Για παράδειγμα, η επίδοση
στα μαθηματικά της Β’ Γυμνασίου ήταν η 88η το 1995 και το 2007
ανήλθε στην 45η.  Ναι μεν τα
αποτελέσματα της Κύπρου δεν είναι τα ψηλότερα, κάποιες φορές μάλιστα είναι κάτω
από τους διεθνείς μέσους όρους, εντούτοις η πορεία της στο χρόνο δείχνει αύξηση
των επιδόσεων και άρα βελτίωση (Παπαναστασίου, 2009).

4. Ποιότητα στην Εκπαίδευση: Πανάκεια ή Παγίδα; Απόψεις

Είναι εμφανές ότι η Ποιότητα στην
Εκπαίδευση, όπως πραβάλλεται από τους θιασώτες της, εύκολα πληθαίνει τους
υποστηρικτές της, κυρίως γιατί προβάλλει τα θετικά της αποτελέσματα, ένα από τα
οποία είναι η αύξηση των επιδόσεων που εκ πρώτης όψεως μοιάζει με «πανάκεια».
Μια από αυτές τις απόψεις είναι και η πιο κάτω.

Ο Τριλιανός (2009), θεωρεί την ποιοτική
εκπαίδευση ιδιαίτερα σημαντική και έτσι επικροτεί το ότι εφαρμόστηκε στην
Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Επιχειρηματολογώντας για αυτή του τη
θέση αναφέρει ότι με την Ποιότητα στην Εκπαίδευση η μάθηση ανταποκρίνεται στις
νέες απαιτήσεις της εποχής, όπως η παγκοσμιοποίηση, και αποσκοπεί στη βελτίωση
της ανθρώπινης ζωής. Το έργο αυτό συμπληρώνουν με τη σειρά τους οι
εκπαιδευτικοί, οι οποίοι στοχεύουν σ’ αυτό και είναι επαρκώς καταρτισμένοι (
Haskins&LoebCrowe, στο:
Τριλιανός, 2009).

Επίσης, με την Ποιότητα εξασφαλίζεται
επιτυχία στη μάθηση, μάλιστα επιτυχία και προαγωγή όλων των παιδιών, χωρίς
εξαιρέσεις και διακρίσεις, πάλι ως απάντηση στις νέες απαιτήσεις της εποχής.
Όλα τα πιο πάνω υλοποιούνται με τις ρητές υπαγορεύσεις της εκπαιδευτικής
Ποιότητας, οι οποίες αφορούν συγκεκριμένες πρακτικές, όπως είναι η δια βίου μάθηση,
το υποστηρικτικό περιβάλλον, οι ποικίλες γνώσεις και δεξιότητες των
εκπαιδευτικών αλλά και η παροχή κατάλληλων συνθηκών μάθησης (Τριλιανός, 2009).

Συνοπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι
υποστηρίζεται η Ποιότητα γιατί θεωρείται ως η απάντηση στις νέες ανάγκες της
εποχής. Στη συνέχεια, όμως, θα δούμε και την αντίθετη άποψη, στην οποία η
Ποιότητα «πέφτει από τον θρόνο της πανάκειας», κυρίως γιατί θεωρείται ότι
υπάρχουν πιο σημαντικοί τομείς στην εκπαίδευση, πέραν από την εργαλειακή γνώση
που εξυπηρετεί τις ανάγκες της εποχής.

Ο Ματθαίου (2009), επιχειρηματολογεί
κατά της Ποιότητας στην Εκπαίδευση κάνοντας μια ιστορική αναδρομή. Ανατρέχοντας
στον παρελθόν, παραθέτει το πώς οριζόταν η Ποιότητα σε αυτό. Το σημαντικό εδώ
είναι πως μέσα από τους προηγούμενους ορισμούς, κριτήρια και προτεραιότητες
της  φαίνονται οι ελλείψεις, τα κενά και
τρωτά σημεία της «σύγχρονης» Ποιότητας.

Αρχικά, η Ποιότητα στο παρελθόν σήμαινε
την παροχή γνώσεων, την καλλιέργεια αξιών, τη διαμόρφωση υψηλού εθνικού
φρονήματος, την κοινωνική συναντίληψη και πολιτισμική ομοιογένεια (Ματθαίου,
2009). Είναι ολοφάνερο ότι οι ανωτέρω προτεραιότητες αντικατοπτρίζουν τις
προτεραιότητες της κοινωνίας, τις αξίες της κοινωνίας. Εδώ όμως γεννιέται το
ερώτημα τι αξίες θα διαφαίνονται στο σύγχρονο ορισμό της Ποιότητας, σε μια
εποχή που υπάρχει κρίση αξιών;

Τα χαρακτηριστικά της εποχής μας
εμπεριέχουν την παγκοσμιοποίηση των αγορών και των πολιτιστικών ρευματών, την
πολιπολιτισμική σύνθεση των τεχνολογιών και τη ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη.
Συν τοις άλλοις, στην εποχή μας κυριαρχεί ο άκρατος καταναλωτισμός, ο
ανταγωνισμός και η κυριαρχία της ατομικότητας. Οι πιο πάνω αλλαγές προκαλούν μεγάλες
διαφοροποιήσεις στις ιδεολογικές, παιδαγωγικές και επιστημολογικές αρχές της
εκπαίδευσης (Ματθαίου, 2009).

Το σκηνικό αλλάζει και μαζί του αλλάζουν
και οι πρωταγωνιστές. Έτσι,  οι
θεματοφύλακες της Εκπαίδευσης δεν είναι πλέον ο πνευματικός κόσμος αλλά οι
αποδέκτες του εκπαιδευτικού υλικού. Οι ανάγκες των χρηματοδοτών, για
παράδειγμα, καθορίζουν τη φύση των ερευνών και ευνοούν έτσι τον εργαλειακό
χαρακτήρα της γνώσης (Ματθαίου, 2009). Επίσης, αλλάζουν και οι Αξιολογητές της
Ποιότητας, που είναι πλέον οι Ειδικοί Οργανισμοί και ακολουθούν τεχνοκρατικές
διαδικασίες. Τέλος, τα κριτήρια της «σύγχρονης» Ποιότητας αναφέρονται στην
εργαλειακή γνώση, την καλλιέργεια δεξιοτήτων και την καλλιέργεια της νοοτροπίας
που ανέχεται το διαφορετικό (Ματθαίου, 2009). Χωρίς ενδοιασμούς θα μπορούσαμε
να πούμε ότι η γνώση εμπορευματοποιείται και καταντούμε σε αγορά γνώσης, η
οποία ρυθμίζεται με τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης. Όσα ο
Montliben
(2007) εντόπισε να συμβαίνουν στην Ανώτατη Εκπαίδευση φαίνεται να ισχύουν στην
Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Συγκεκριμένα, ο
Montliben
(2007) θεωρεί ότι πλέον η γνώση εμπορευματοποιείται, επαγγελματοποιείται και την
διαχειρίζονται οι επιχειρήσεις. Με το τελευταίο εννοείται ο προσανατολισμός της
γνώσης προς τους τομείς που το Κεφάλαιο κρίνει πιο συμφέροντες για το ίδιο. Δυστυχώς,
λοιπόν,  η νέα εκπαιδευτική πολιτική διεισδύει
σ’ όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης, από τη Πρωτοβάθμια μέχρι την Τριτοβάθμια.

Με βάση τα προαναφερθέντα, βλέπουμε ότι
η Ποιότητα στην Εκπαίδευση, όπως σήμερα ορίζεται κατακρίνεται κυρίως για την
παραμέληση των τόσο σημαντικών αγαθών που παρέχει η εκπαίδευση, τα οποία αγαθά
την μετατρέπουν από εκπαίδευση σε μόρφωση και καλλιέργεια πνεύματος. Τα
επιχειρήματα που έχουμε παραθέσει είναι ανάγκη να εκληφθούν με σοβαρότητα,
κυρίως γιατί μια βαθιά ανασκόπηση τους δείχνει τους κινδύνους που εγκυμονεί η
Ποιότητα στην Εκπαίδευση. Μέσα από ένα τέτοι
o φακό, επιχειρείται ανάλυση της κατάστασης στο
αμέσως επόμενο μέρος.

5. Κριτικός αναστοχασμός: Πέραν από το ένδυμα της Πανάκειας. Τα τρωτά
σημεία.

Αρχικά, οι υποστηρικτές της
εκπαιδευτικής Ποιότητας θεωρούν ως ισχυρό πλεονέκτημα το ότι προσφέρει υψηλά
επίπεδα γνώσης, τα οποία βοηθούν το άτομο να αντεπεξέλθει στην αγορά εργασίας.
Αν όμως αναλογιστεί κανείς ότι αυτό συμβαίνει εις βάρος άλλων αγαθών, όπως η
εγγενής γνώση, μάλλον ως μειονέκτημα θα θεωρείται. Προς απόδειξη του πιο πάνω,
θα ήταν σημαντικό να αναφέρουμε κάποια χαρακτηριστικά της  εγγενούς γνώσης, όπως είναι η καλλιέργεια
πνεύματος, η ανάπτυξη, εκ μέρους του ατόμου, προσωπικών στάσεων ζωής, κριτικού
πνεύματος για ότι συμβαίνει γύρω του, ακόμα και η απόλαυση της ανάγνωσης ενός
καλού βιβλίου.

Στο σημείο αυτό εμφανίζονται δύο
επιλογές: Είτε θα έχουμε άτομα τέρατα γνώσεων, αλλά τίποτε παραπάνω, είτε θα
έχουμε άτομα που ίσως έχουν λιγότερες γνώσεις, αλλά δεν τις χρησιμοποιούν μόνο προς
όφελος της παραγωγικής μηχανής, αλλά και προς όφελός του εαυτού τους (εγγενή
ωφελήματα γνώσης). Χρησιμοποιώντας, λοιπόν, τις γνώσεις προς όφελός του εαυτού
τους, ξέρουν ποια στάση ζωής να κρατήσουν, επιλέγουν ποια φιλοσοφία ζωής να
υιοθετήσουν, ποια φιλοσοφικά ερωτήματα να διερευνήσουν, δίνοντας ένα νόημα στη
ζωή τους, ξέρουν επίσης πώς να χαρούν ποιοτικά τον χρόνο τους. Φαίνεται από τα
προαναφερθέντα ότι το βασικότερο επιχείρημα κατά της ποιοτικής Εκπαίδευσης
είναι το ότι η γνώση δεν είναι μόνο για ένα καλό επάγγελμα, αλλά είναι τέρψη,
είναι αγαθό και είναι για όλους.

Γιατί όμως η Ποιότητα στην Εκπαίδευση
δίνει έμφαση μόνο στην εργαλειακή μορφή της γνώσης; Το πιο πάνω συμβαίνει
κυρίως για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της παραγωγικής μηχανής. Για να
γίνουμε πιο σαφείς θα εξηγήσουμε ένα, πολύ συναφές με το θέμα μας, παράδειγμα. Συγκεκριμένα,
δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι ο καταναλωτισμός καλλιεργήθηκε τόσο έντονα στο σύγχρονο
άνθρωπο. Ο υπερκαταναλωτισμός της εποχής μας δημιούργησε ένα δέσιμο του
ανθρώπου με τα υλικά αγαθά, ώστε ο ίδιος να επιθυμεί την εργασία προς απόκτηση
τους. Έτσι, στον βωμό της κατανάλωσης θυσιάζει άλλα αγαθά όπως η εγγενής γνώση,
ο ποιοτικός χρόνος ξεκούρασης και άλλα. Πέραν από την πτώση της πιο «ανθρώπινης
πλευράς του ανθρώπου», επιτυγχάνεται και ο έλεγχος. Το Κεφάλαιο εξασφαλίζει τα
«χέρια» και τα «μυαλά» της παραγωγικής του μηχανής, αλλά και τους καταναλωτές
των προϊόντων του, ώστε το πρώτο να μεγαλώνει περαιτέρω. Ο δε άνθρωπος δεν
διαμαρτύρεται γιατί νιώθει ευχαριστημένος, αφού ικανοποιεί τις «ανάγκες» του
μέσω της αγοραστικής δύναμης του, την οποία του εξασφαλίζει η εργασία του,
συνήθως πολύωρη, αν και του στερεί τόσα άλλα αγαθά.

 Αυτούς τους σκοπούς του Κεφαλαίου έρχεται να
υπηρετήσει και η Ποιότητα στην Εκπαίδευση. Συγκεκριμένα, δίνεται έμφαση μόνο
στην πλευρά της γνώσης που θα του εξασφαλίσει θέση στην αγορά εργασίας. Αφενός
το άτομο μπορεί να ικανοποιήσει την καταναλωτική του μανία και αφετέρου το Κεφάλαιο
ισχυροποιείται περισσότερο γιατί εξασφαλίζει τα άτομα που εργάζονται γι’ αυτό,
ηθελημένα μάλιστα, και τα ίδια άτομα  καταναλώνουν ότι το πρώτο παράγει. Έτσι,
δημιουργείται μια κοινωνία πλήρως ελεγχόμενη. Ο έλεγχος εκ μέρους του ισχυρού
επιδιώκεται για ακόμα ένα σκοπό. Πέραν δηλαδή από την οικονομική ισχυροποίηση
του Κεφαλαίου, οι μάζες είναι ελεγχόμενες και δεν επαναστατούν ταράζοντας το
συμφέρον
status. Το Κεφάλαιο γνωρίζει καλά ότι οι μάζες είναι επικίνδυνες για το ίδιο.
Ας μην ξεχνάμε τα τεράστια οφέλη και αλλαγές που έφεραν στην ανθρωπότητα
συγκροτημένες επαναστάσεις, όπως η γαλλική επανάσταση.

Όσο απάνθρωπο είναι  το γεγονός ότι το Κεφάλαιο μετατρέπει τον
άνθρωπο σε παραγωγική  μηχανή, ρόλο τον
οποίο ο ίδιος ζητά για να μπορέσει να ικανοποιήσει την καταναλωτική του μανία,
την οποία το Κεφάλαιο του καλλιέργησε, άλλο τόσο απάνθρωπο είναι το να στερεί
από τον άνθρωπο τη χαρά της ελεύθερης γνώσης και την καλλιέργεια πνεύματος που
αυτή επιφέρει, με σκοπό να κατευθύνει και να ελέγξει τη γνώση, ανάλογα με τα
δικά του συμφέροντα, υπό το ένδυμα της ποιότητας και προόδου.  

Ένα άλλο τρωτό σημείο της Ποιότητας
είναι το εξής: Κατά την Ποιοτική Εκπαίδευση δίνεται έμφαση στη
διαπολιτισμικότητα, προφανώς εξαιτίας του νέου
status της παγκοσμιοποίησης. Γίνεται αναφορά, όμως, μόνο στο σεβασμό του
διαφορετικού και στη στήριξη των παλιννοστούντων και αλλοδαπών μαθητών, όπως με
την εκμάθηση της γλώσσας της πλειονότητας. Ενώ ευνοείται το κλίμα της
παγκοσμιοποίησης, εντούτοις πουθενά δεν αναφέρεται η προστασία των
τοπικών-εθνικών χαρακτηριστικών. Όλοι γνωρίζουμε ότι η Παγκοσμιοποίηση δεν
προκαλεί περαιτέρω προβλήματα, αν οι ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας διατηρούνται,
υιοθετώντας μόνο κάποια  χαρακτηριστικά,
τα οποία δεν θέτουν σε κίνδυνο την υπόσταση της εθνικής ταυτότητας.

Αντίθετα, στην περίπτωση της Ποιότητας
στην Εκπαίδευση, δεν δίνεται έμφαση στη διατήρηση των τοπικών χαρακτηριστικών,
γιατί φαίνεται ότι υπάρχουν άλλες προτεραιότητες, όπως η αύξηση των επιδόσεων,
το οποίο για να επιτευχθεί προέχει να μάθουν οι αλλόφωνοι τη γλώσσα της
πλειονότητας. Έτσι, δεν δίνεται η αρμόζουσα σημασία στο ότι και οι δύο ομάδες
(αλλόφωνοι και γηγενείς) πρέπει να προστατευθούν από την αφομοίωση και την
απαλοιφή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους.

Κατά τον ίδιο τρόπο, σε δέυτερη μοίρα
μπαίνει και η εθνική συνείδηση. Ενώ η Ποιότητα στην Εκπαίδευση καλωσορίζει το
διαφορετικό, δεν φαίνεται πουθενά να λαμβάνει μέτρα για προστασία της εθνικής
συνείδησης. Το πιο πάνω όμως έχει τρομερές επιπτώσεις. Για παράδειγμα, με ποιο
τρόπο θα μπορεί ο άνθρωπος να στοχάζεται τον εαυτό του, εάν δεν ξέρει την
ιστορική συνέχεια που κουβαλά μέσα του, αν δεν ξέρει το ιστορικό παρελθόν του,
το πώς έφτασε μέχρι εδώ, τις ρίζες  και
τους προγόνους του; Πρέπει να παραδεκτούμε ότι χωρίς αυτοσυνείδηση δεν είμαστε
ολοκληρωμένοι ως άνθρωποι. Όταν, λοιπόν, συμβαίνουν αυτά μπορούμε να πούμε ότι
λειτουργεί ο αρνητικός χαρακτήρας της παγκοσμιοποίησης, ο οποίος όπως
διαφαίνεται είναι επίφοβος.

Όπως έχει προαναφερθεί, τα τρωτά σημεία
της εκπαιδευτικής Ποιότητας είναι πολλά, ειδικά μετά από μια εμβάθυνση των
εννοιών της, που την απεκδύει από το ένδυμα της πανάκειας. Παρόλα αυτά, ο
συνεχής προβληματισμός επί του θέματος και η αποστασιοποίηση μας από τον ρόλο
του παθητικού δέκτη των νέων επιτάξεων αποτελεί προστασία από την παγίδα που
έχουμε μπροστά μας.

 

6. Επίλογος: Ναι στην παιδεία από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο, όχι στην
εκπαίδευση από τον άνθρωπο για την παραγωγική μηχανή.

Απεκδύοντας την ποιοτική Εκπαίδευση από
το ένδυμα της πάνακειας, μπορούμε να διακρίνουμε τα τρωτά της σημεία. Η
περαιτέρω φιλοσοφική ανάλυση των μειονεκτημάτων της δείχνει την παγίδα που
κρύβεται πίσω από τα όμορφα λόγια για τους στόχους, τις στρατηγικές και τα
επιτεύγματα της. Το κοινωνικοοικονομικό
status, που θέλει τον
άνθρωπο να συμπεριφέρεται σαν μηχανή, να ζει γρήγορα, να μην έχει χρόνο ούτε
για τα παιδιά του, που τους παρέχει μόνο υλικά αγαθά για να καλύψει το
συναισθηματικό κενό, διαιωνίζεται, πλέον, με την σφραγίδα της Ποιότητας στην
Εκπαίδευση.

Όπως σοφά υπέδειξε ο Αριστοτέλης, η
χρυσή τομή και το άριστον μέτρο αποτελούν τον δρόμο για την εξασφάλιση της αρμονίας
και ευζωίας. Η λύση  ενός προβλήματος δεν
είναι τοποθετημένη ποτέ σε ένα άκρο. Δυστυχώς, η εκπαιδευτική Ποιότητα
βρίσκεται σε ένα άκρο, αυτό που προνοεί μόνο για την εργαλειακή γνώση και
παραμελεί τις άλλες πτυχές της πνευματικής υπόστασης του ανθρώπου.

Συμπερασματικά, τα μειονεκτήματα  και οι κίνδυνοι που καιροφυλακτούν σ’ αυτή τη
νέα κατάσταση είναι πολλοί. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η εκπαίδευση δεν
πρέπει να υπηρετεί την παραγωγική μηχανή, αλλά να μετατρέπεται σε μόρφωση, σε
παιδεία, που να εξυπηρετεί τον κάτοχο της.

 

 

 

7. Βιβλιογραφία

 

 

Κανάρης, Α. (2009). Ποιότητα στη Δημοτική Εκπαίδευση.
Στο: Ποιότητα στην Εκπαίδευση:
Συνέδριο του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, 7 Νοεμβρίου 2009. Λευκωσία: Υπό έκδοση.

 

Λούης, Κ. (2009). Η ποιότητα της εκπαίδευσης: Η
περίπτωση της Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης. Στο: Ποιότητα στην Εκπαίδευση: Συνέδριο του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, 7
Νοεμβρίου 2009. Λευκωσία: Υπό έκδοση.

 

Ματθαίου, Δ. (2009). Χαμένοι στη μετάφραση.
Εννοιολογικές, ιδεολογικές και πολιτικές ερμηνείες της ποιότητας στην
εκπαίδευση. Στο: Ποιότητα στην Εκπαίδευση:
Συνέδριο του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, 7 Νοεμβρίου 2009. Λευκωσία: Υπό έκδοση.

 

Παπαναστασίου, Κ. (2009). Τα αποτελέσματα της Κύπρου σε
διεθνείς έρευνες. Στο: Ποιότητα στην
Εκπαίδευση:
Συνέδριο του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, 7 Νοεμβρίου 2009. Λευκωσία:
Υπό έκδοση.

 

Πέτρου, Α. (2009). Εκπαιδευτική ισότητα, δικαιοσύνη και
ηθική της συμπερίληψης. Στο: Π. Αγγελίδη (Επιμ.), Συμπεριληπτική εκπαίδευση και βελτίωση σχολείων. Σχέση Αμφίδρομη (σελ.
260-279).
Γαλάτσι: Ατραπός.

 

Τριλιανός, Α. (2009). Η ποιότητα της διδασκαλίας στην
εκπαίδευση της μετανεωτερικής εποχής. Στο: Ποιότητα
στην Εκπαίδευση:
Συνέδριο του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, 7 Νοεμβρίου 2009.
Λευκωσία: Υπό έκδοση.

 

Commission of the
European Communities. (2008). An updated
strategic framework for European cooperation in education and training.
Brussels
: N.P.

 

Montlibert, C. D. (2007). Οι ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις για το πανεπιστήμιο και την
έρευνα. Επιστήμη και Κοινωνία, 14,
119-139.

 

Unicef. (2000). Defining quality in education. (Document
no. UNICEF/PD/ED/00/02). New York:
Unicef.

 

 

 

 

.

(1584) αναγνώσεις

One comment

  1. Επιτέλους, να και μια νηφάλια, πλην καίρια και αντικειμενική φωνή που να μας φωτίζει για σοβαρά θέματα ΠΑΙΔΕΙΑΣ (και όχι “εκπαίδευσης”)

    Συμπληρωματικώς, ας μου επιτραπεί να προτείνω την παρακάτω δημοσίευση, σχετική με τους παιδαγωγικούς σκοπούς:
    http://giorghatzis.blogspot.com/2010/01/blog-post_22.html

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *