Απελευθέρωση από τον δικομματισμό!


Οι Βουλευτικές εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου αποτέλεσαν ένα ορόσημο στην πολιτική ζωή της Χώρας. Η νέα πεντακομματική – πολυφωνική Βουλή προσδίδει μια πρωτόγνωρη ρευστότητα στα πολιτικά πράγματα. Η ισχνή αυτοδυναμία της ΝΔ θα τήν στρέψει αναγκαστικά σε συνεργασίες, ενώ μια νέα δύναμη με διακηρυγμένο εθνικό προσανατολισμό εισέρχεται στο κοινοβούλιο των 300 με τον αξιοσέβαστο αριθμό των 10 εδρών. Από τον Σεπτέμβριο, λοιπόν, η διαμόρφωση της ελληνικής Βουλής, είτε για καλό είτε για κακό, συμβαδίζει με τα ευρωπαϊκά πράγματα μετά από καθυστέρηση πολλών ετών στεγάζοντας “δυνατές” πτέρυγες και στα “άκρα”της.


Η αποδυνάμωση της κυβερνητικής πλειοψηφίας ήδη κάνει αισθητή της εμφάνισής της στα θέματα του ονόματος των Σκοπίων και του ασφαλιστικού, με αποτέλεσμα στο μεν πρώτο η κυβέρνηση να αποκτά, έστω σταδιακά και σε επίπεδο δηλώσεων, επί τέλους αυστηρή θέση έναντι των Σκοπίων, στο δε δεύτερο να έχει φθάσει να βαυκαλίζεται ότι προχωρεί σε μεταρρυθμίσεις, ενώ απλώς ”ξεσκονίζει” και να “επανατοποθετεί”τα προβλήματα εκεί που ήταν και πριν. Αλλά και στο εσωτερικό οποιαδήποτε ομάδα μέσα στην κοινοβουλευτική ομάδα της Ν.Δ. μπορεί να πιέζει και να απειλεί προκειμένου να γίνει σεβαστή η άποψή της προκαλώντας αφ’ ενός από στασιμότητα έως νεκρική ακαμψία στην κυβερνητική λειτουργία, αφ’ ετέρου την διαιώνιση των πελατειακών σχέσεων. Ο πρωθυπουργός και να ήθελε, δεν μπορεί να εξοβελίσει κανένα διεφθαρμένο αξιωματούχο, παρά μόνον αν φθάσει η κατάσταση στο απροχώρητο. Ακόμη και στην εκλογή του προέδρου της Βουλής φάνηκε ότι τα πράγματα δεν επιτρέπουν πια την διακυβέρνηση της Χώρας με χρήση του πρωθυπουργικού «αποφασίζομεν και διατάσσομεν». Ούτε ο πρωθυπουργός ούτε η κυβέρνηση είναι πλέον παντοδύναμοι. Οφείλουν να λάβουν υπ’ όψη τις γνώμες και τις επιθυμίες όλων των βουλευτών τους. Μπορεί να διέρρευσε στο παρελθόν ότι ο πρωθυπουργός θα διαγράφει όποιον τολμά να απέχει από την κομματική γραμμή, η αλήθεια, εν τούτοις, είναι ότι πιο πολύ κινδυνεύει ο ίδιος, δεδομένης της ισχνής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του κυβερνώντος κόμματος.



Αυτό το ορόσημο το οφείλουμε στην προϊούσα παρακμή των «κομμάτων εξουσίας», τα οποία καταφάσκουν κάθε ημέρα την γενικότερη αποτυχία τους να προσλάβουν και να λύσουν τα προβλήματα, καθώς και στον τελευταίο εκλογικό νόμο που λειτούργησε ευεργετικά για τα μικρότερα κόμματα. Έτσι, ο ελληνικός λαός θέλησε να αποδεσμευτεί από την μέγγενη του δικομματισμού και να δοκιμάσει μια πολυσυλλεκτική Βουλή. Το εκλογικό αποτέλεσμα είναι τώρα τουλάχιστον ειλικρινέστερο απ’ ό,τι σε παλαιότερες εποχές. Ωστόσο, ακόμη δεν αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα. Και αυτό προκύπτει αβίαστα, αν θυμηθούμε ότι το 25% των ψηφοφόρων απείχε. Δεν θα μάθουμε ποτέ τι πραγματικά τό εξέφραζε πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά. Σίγουρα όχι, πάντως, οι πρωταγωνιστές και το ήθος των κομμάτων και σίγουρα όχι τα υποσχεσιολογικά πολιτικά προγράμματα που διαγωνίστηκαν το φθινόπωρο.




Αυτή την στιγμή η σύνθεση των κομμάτων, τα ιδεολογικά λάβαρα που φέρουν, ο καταμερισμός τους και η αντίφαση μεταξύ κομματικών ηγετών και σύστοιχων κομματικών βάσεων υποδεικνύουν ότι τα κόμματα της ελληνικής Βουλής δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική οντολογική, ιδεολογική τοποθέτηση και καταμερισμό του εκλογικού σώματος. Η πρόσφατη αποχή του 25% διατρανώνει ότι το ¼ του ελληνικού λαού δηλώνει το εξής: «τα κόμματα αυτά, όπως είναι, δεν με εκφράζουν». Και η άποψη αυτή σιγά σιγά αγγίζει μετά την υπόθεση Ζαχόπουλου το 1/3 του ελληνικού λαού!



Είναι άμεση η ανάγκη, λοιπόν, να ξεφύγουμε από την “εικονική” πραγματικότητα που συντηρούν με νύχια και με δόντια οι διευθυντές των κομματικών μηχανισμών, προκειμένου να διατηρούν τα προνόμια και τις παροχές που αρύονται από τις υψηλές θέσεις τους στο σάπιο πολιτικό σύστημα. Για να πυροδοτηθεί η πραγματική και μόνη πολιτική αλλαγή από την πτώση της Χούντας, είναι απαραίτητο να υποφέρουμε πρώτα την πλήρη αποσύνθεση των υπαρχόντων κομμάτων και αντίστοιχων μηχανισμών, ώστε να οδηγηθούμε φυσιολογικά σε ολική αναδιάταξη συμβόλων και ιδεολογικών κατευθύνσεων, σε σύνθεση νέων κομμάτων με την αναδιανομή προσώπων και την ανάδειξη τελείως νέων ηγετών. Ακόμη η ελληνική Διανόηση πρέπει να παίξει, πέρα από εκδοτικές δεσμεύσεις και προκαταλήψεις του παρελθόντος, τον δικό της ωφέλιμο ρόλο: να διακρίνει και να ονομάσει την αναδυόμενη Νέα Ρήξη, που προς το παρόν αποκαλείται πρόχειρα “Νέα Τάξη Πραγμάτων – Ενάντια στην Νέα Τάξη Πραγμάτων” και που βαθμιαία διαδέχεται την παρωχημένη ρήξη “Αριστεράς– Δεξιάς”, διαλεκτική παρωχημένη και ανίκανη πλέον να εξηγήσει και να λύσει τα τρία μεγάλα προβλήματα της Ελλάδος: το εθνικό, το κοινωνικό και το οικολογικό, τα οποία χρήζουν αμέσου και γνήσιας ιαματικής επεμβάσεως και όχι των εκάστοτε κυβερνητικών εμβαλωματικών λύσεων που απλώς μεταθέτουν το πρόβλημα κάτω από το χαλί για το λυθεί από το διάδοχο κομματικοκυβενητικό σχήμα.


Το διακύβευμα αυτής της διαδικασίας ανανέωσης δεν είναι ασήμαντο: ίσως και η επιβίωση του ελληνικού κράτους ή, το λιγότερο, η ακεραιότητα και η συνέχιση του χαρακτήρα του ως κυρίαρχου

.

(487) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *