Βιβλιοπαρουσίαση: Οι απαρχές της δυτικής επιστήμης

Τίτλος:  Οι απαρχές της δυτικής επιστήμης

η φιλοσοφική, θρησκευτική και θεσμική θεώρηση της ευρωπαϊκής επιστημονικής παράδοσης, 600 π.Χ.-1450 μ.Χ.

Συγγραφέας: David C. Lindberg

Πανεπιστημιακές εκδόσεις Ε.Μ.Π.<-xml:namespace prefix = o />

αριθμός σελίδων: 568

 

 

Στις Aπαρχές της δυτικής επιστήμης ο Αμερικανός συγγραφέας Ντέηβιντ Λίντμπεργκ παρουσιάζει την πορεία της συναρπαστικής αυτής ανθρώπινης δραστηριότητας από τη γέννησή της τον 6ο αιώνα π.Χ. στις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας μέχρι τα τέλη του Μεσαίωνα τον 15ο αιώνα μ.Χ. Πρόκειται για ένα διαφωτιστικό βιβλίο που παρέχει όχι μόνο πλήθος γνώσεων αλλά κι έναν ιδιαίτερο τρόπο σκέψης. Ο συγγραφέας του αποτελεί πρότυπο επιστήμονα, ανθρώπου που αναζητάει την αλήθεια προσπαθώντας να είναι αντικειμενικός και εμβαθύνει σε διάφορα θέματα χωρίς να χάνει την έποψη του συνόλου. Αντίθετα με άλλους μελετητές δεν προβάλλει τις ιδέες της εποχής του στο παρελθόν, πράγμα που του επιτρέπει να προσεγγίσει και να δει τα πράγματα όπως ήταν κι όχι όπως θα μπορούσαν ή θα ‘όφειλαν’ κατά ορισμένες απόψεις να είναι. Ως αποτέλεσμα προβαίνει σε πολύ ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις μερικές από τις οποίες αναφέρω ενδεικτικά (και συνοπτικά) παρακάτω.

 

 Πρώτον, αν και σήμερα δε νοείται επιστήμη χωρίς τη χρήση πειραμάτων, τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Επιστήμη είναι η συστηματική προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει τον κόσμο που τον περιβάλλει και τα εργαλεία που χρησιμοποιεί για το σκοπό αυτό εξαρτώνται από τα ερωτήματα με τα οποία ξεκινάει την έρευνα. O Αριστοτέλης για παράδειγμα δεν έκανε πειράματα γιατί η θεωρία στο πλαίσιο της οποίας εργαζόταν όχι μόνο δεν απαιτούσε αλλά και απέκλειε τη χρήση του συγκεκριμένου εργαλείου. Όπως γράφει ο Λίντμπεργκ, το πείραμα δεν καθιερώθηκε όταν γεννήθηκε κάποιος άνθρωπος αρκετά έξυπνος για να καταλάβει τη χρησιμότητά του αλλά όταν τα ερωτήματα που απευθύναμε στη φύση ήταν τέτοια ώστε να χρειαζόμαστε το πείραμα για να τα απαντήσουμε. Γεγονός που προϋπέθεσε κοινωνίες με διαφορετικές πνευματικές ανησυχίες και υλικές ανάγκες από αυτές της Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα.

 

  Δεύτερον, η ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι η χριστιανική Εκκλησία οδήγησε την αρχαία επιστήμη σε παρακμή μετατρέποντάς τη σε θεραπαινίδα της θεολογίας περισσότερο εκφράζει την αδυναμία των μελετητών να εντοπίσουν τη μετατόπιση του πεδίου δράσης της επιστημονικής σκέψης όταν άλλαξαν οι κοινωνικές συνθήκες. Η Εκκλησία δεν τήρησε πάντα θετική στάση απέναντι στην κλασική παράδοση, συνολικά όμως την υποστήριξε. Ίσως όχι στο βαθμό και με τον τρόπο που θα θέλαμε σήμερα, όμως, σύμφωνα και με τα λόγια του συγγραφέα, μερική υποστήριξη είναι προτιμότερη από καθόλου. Αυτό έχει μεγάλη σημασία αν σκεφτούμε πως όταν η Δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατέρρευσε οριστικά υπό το βάρος των βαρβαρικών επιδρομών (5ος αι μ.Χ.) και στη Δύση επικρατούσε γενικευμένη ταραχή και οικονομική παρακμή για πολύ καιρό, κανείς άλλος θεσμός δεν είχε τη βούληση ή τη δυνατότητα να διαφυλάξει και να μελετήσει την αρχαία γνώση, κατάσταση που δεν άλλαξε ούτε στο μεγαλύτερο μέρος του Μεσαίωνα. Η Εκκλησία ίδρυσε και στελέχωσε τα πρώτα πανεπιστήμια στη δυτική Ευρώπη τον 12ο αιώνα και το κύριο τμήμα της διδακτέας ύλης ήταν τα έργα του Αριστοτέλη. Πολλά από αυτά είχαν διασωθεί χάρη στους Άραβες λόγιους, οι οποίοι τα απέκτησαν από βυζαντινές πόλεες που είχαν υποκύψει στην αραβική εισβολή.

 

 Τρίτον, η συνεισφορά των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων στη σημερινή επιστήμη (φιλοσοφία και επιστήμη ήταν ουσιαστικά αδιαχώριστες ακόμη κι όταν ο Ισαάκ Νεύτωνας θεμελίωνε τη σύγχρονη φυσική στα τέλη του 17ου αιώνα) δεν έγκειται μονάχα στο ότι ήταν οι πρώτοι που ασχολήθηκαν με την ορθολογική και συστηματική μελέτη της φύσης, παρόλο που το γεγονός αυτό από μόνο του έχει μέγιστη αξία. Επιπλέον, έννοιες και τρόποι σκέψης που δημιούργησαν οι ίδιοι εξακολουθούν να στηρίζουν την επιστήμη μέχρι τις μέρες μας. Για παράδειγμα, ο Πλάτωνας εισήγαγε την έννοια των ιδεατών καταστάσεων μέσω της θεωρίας του για τον άυλο κόσμο των ιδεών, που αποτελούν τα τέλεια αρχέτυπα όλων των φυσικών όντων. Αυτό το διανοητικό επίτευγμα αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο (σε διαφορετικές βέβαια συνθήκες και με άλλο σκοπό) περισσότερο από 19 αιώνες αργότερα ο Γαλιλαίος όταν φανταζόταν έναν ιδεατό κόσμο χωρίς τριβή για να συλλάβει και να εξηγήσει την έννοια της αδράνειας.

 Αλλά και θεωρίες που τελικά εγκαταλείφθηκαν συνεισέφεραν εξαιρετικά στην επιστημονική εξέλιξη. O επιστήμονας χρειάζεται πάντα ένα θεωρητικό πλαίσιο εντός του οποίου θέτει τα ερωτήματά του και αναζητάει τις απαντήσεις τους. Στηρίζεται σε παραδοχές και μεθόδους που του παραδίνονται από τους προκατόχους του έστω κι αν τελικά αλλάξει ή και απορρίψει τις προηγούμενες θεωρίες και πρακτικές. Παλιότερες φιλοσοφικές προτάσεις, που σήμερα μας φαίνονται ακατανόητες ή ακόμη και ανόητες, φωτίζονται και δείχνουν διαφορετικά όταν τις τοποθετήσουμε στο θεωρητικό και ιστορικό τους πλαίσιο. Έχοντας αυτά υπόψη μπορούμε για παράδειγμα να αντιληφθούμε τη θεμελιώδη σημασία της υλομορφικής θεωρίας του Αριστοτέλη, στο πλαίσιο της οποίας οι φιλόσοφοι της Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα μπόρεσαν να μελετήσουν ορθολογικά και μεθοδικά τη φύση.

 

 Ο Λίντμπεργκ επιχειρηματολογεί στηριζόμενος στην παρουσίαση των γεγονότων και την ορθή χρήση της λογικής. Δεν ειρωνεύεται και παραμένει μετριοπαθής ακόμη κι όταν αντικρούει απόψεις που θεωρεί λανθασμένες. Αφηγείται την εξέλιξη της επιστήμης τοποθετώντας την οργανικά μέσα στο εκάστοτε ιστορικό πλαίσιο (ελληνικές πόλεις-κράτη, ελληνιστικά βασίλεια, Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αραβική επέκταση, εποχή Καρλομάγνου, ανάπτυξη της Δύσης μετά τον 10ο αιώνα) και σε σχέση με θεσμούς που επηρέασαν την πορεία της όπως τα σχολεία, οι βιβλιοθήκες, η Εκκλησία, το μοναστήρια, η πολιτική εξουσία και τα πανεπιστήμια. Ο αναγνώστης σχηματίζει μια σφαιρική εικόνα για το αντικείμενό του χωρίς να χάνεται σε τεχνικές λεπτομέρειες. Αν και ο Λίντμπεργκ καταπιάνεται με ποικίλα θέματα (αστρονομία, φυσική, ιατρική, κ.ά.) και τα εκθέτει σε έναν τεράστιο χρονικό ορίζοντα, εντούτοις το έργο του ποτέ δε γίνεται μπερδεμένο ή δυσνόητο. Ακόμη κι ο αμύητος αναγνώστης μπορεί να σχηματίσει μια σαφή κι εμπεριστατωμένη εικόνα για την πορεία της επιστήμης σε ένα διάστημα περίπου 2000 χρόνων, πράγμα που οφείλεται και στον τρόπο έκφρασης του συγγραφέα: η γραφή του είναι απλή, χωρίς δύσκολη τεχνική ορολογία και ταυτόχρονα ευχάριστη, ξεκούραστη και ακριβής στην έκφραση των νοημάτων.

 

 Οι Απαρχές της δυτικής επιστήμης είναι ένα βιβλίο που συνιστώ σε όλους όσους είναι διατεθειμένοι να το διαβάσουν προσεκτικά. Εξηγεί σύνθετα ζητήματα με προσιτό τρόπο (βασικές γνώσεις φυσικής και μαθηματικών χρειάζονται για να κατανοήσετε μόνο μερικές από τις επιστημονικές θεωρίες που περιέχει), διαθέτει άρτια παρουσίαση (ευανάγνωστη γραμματοσειρά, πλήθος εικόνων, κατατοπιστική βιβλιογραφία) και μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που βλέπετε την επιστήμη και τα πράγματα γενικότερα. Moναδική του παράλειψη το ότι αγνοεί τη βυζαντινή επιστήμη, οπότε θα πρέπει να ψάξετε αλλού για το συγκεκριμένο θέμα. Κατά τα άλλα είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, πλούσιο και καλογραμμένο έργο.

.

(843) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *