Ομιλία Γιαννάκη Ομήρου στη σύνοδο της Κ.Ε. 8/2/10


Λευκωσία


Η σημερινή σύνοδος της Κεντρικής Επιτροπής καλείται να προβεί σε μια συνολική αποτίμηση των εξελίξεων σε ότι αφορά το εθνικό μας θέμα.


Ιδιαίτερα καλείται να εκτιμήσει την πορεία των απ’ ευθείας διαπραγματεύσεων που συνεχίζονται για 18 μήνες. Να διαπιστώσει κατά πόσον οι χειρισμοί της δικής μας πλευράς είναι ορθοί ή λανθασμένοι, κατά πόσον εγκυμονούνται κίνδυνοι από αυτούς τους χειρισμούς και από τις συνολικές εξελίξεις. Να αποτιμήσει τα αποτελέσματα της επίσκεψης του Γ.Γ. του ΟΗΕ στην Κύπρο και κατά πόσον αυτή συνεισέφερε στις προοπτικές μιας λύσης του Κυπριακού στη βάση των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας και των Αρχών του Διεθνούς Δικαίου.


Καλείται ακόμα η Κεντρική Επιτροπή ως το Ανώτατο Όργανο του Κινήματος μεταξύ δύο Συνεδρίων και ως το Όργανο που έλαβε την απόφαση στήριξης του Προέδρου Χριστόφια στο 2ο γύρο των Προεδρικών Εκλογών να διαπιστώσει αν τηρούνται όσα ανελήφθησαν ως δεσμεύσεις επί του Εθνικού Θέματος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.


Συναγωνίστριες και συναγωνιστές,


Στα 40 χρόνια της ιστορίας της η ΕΔΕΚ απευθύνθηκε στον Κυπριακό λαό με τρόπο υπεύθυνο. Με ξεκάθαρες θέσεις. Με σαφείς και συγκεκριμένες προτάσεις. Στα 40 χρόνια της ιστορίας της, η ΕΔΕΚ λειτουργεί με ένα και μοναδικό κριτήριο. Το συμφέρον της Κύπρου και του λαού μας.


Βρεθήκαμε και βρισκόμαστε πάντα στην πρώτη γραμμή των αγώνων για ελευθερία και δημοκρατία.


Απευθυνθήκαμε και απευθυνόμαστε πάντα στο λαό με ειλικρίνεια. Με αίσθημα σοβαρότητας και ευθύνης απέναντι στο μέλλον του λαού και της πατρίδας.


Οι αποφάσεις μας ήταν και είναι πάντα βασισμένες στην εξυπηρέτηση του μέγιστου εθνικού στόχου για μια δημοκρατική λειτουργική και βιώσιμη λύση του Κυπριακού.


Σε αυτό το πλαίσιο στηρίξαμε την υποψηφιότητα του Προέδρου Χριστόφια στο δεύτερο γύρο των Προεδρικών εκλογών. Με βάση συγκεκριμένες γραπτές δεσμεύσεις για τη λύση που επιδιώκουμε. Την προσπάθεια για αυτή τη λύση υπηρετούσε η συμμετοχή της ΕΔΕΚ στην Κυβέρνηση.


Σήμερα μπορούμε με σιγουριά να διαπιστώσουμε ότι οι δεσμεύσεις δεν τηρήθηκαν. Και ότι παρά τις συνεχείς μας εκκλήσεις, προσπάθειες και παραστάσεις για επανόρθωση πορείας, δεν υπάρχει καμιά ανταπόκριση.


Υπενθυμίζω τη θέση του Κ.Σ. ΕΔΕΚ.  Υποδεικνύαμε ότι η έναρξη των απ’ ευθείας διαπραγματεύσεων προϋπέθετε αποκρυσταλλωμένη και αδιαμφισβήτητη κοινή αντίληψη για τη μορφή της λύσης και στοιχειώδη γεφύρωση των χασμάτων. Έτσι όπως προέβλεπε η συμφωνία της 8ης Ιουλίου και η συμφωνημένη επιστολή Γκαμπάρι. Για να έχει προοπτική επιτυχίας ο διάλογος. Για να υπάρχει βάσιμη ελπίδα να είναι καρποφόρες και αποδοτικές οι διαπραγματεύσεις. Διαφορετικά, είχαμε τονίσει, εγκυμονείται ο κίνδυνος αποτυχίας, προβολής από την Τουρκία και το ψευδοκράτος του αιτήματος για αναγνώριση του παράνομου μορφώματος στα κατεχόμενα, αλλά και ισομερούς επίρριψης ευθυνών για το αδιέξοδο, από τους κακόπιστους τρίτους. Υπογραμμίζω ότι στην επιστολή που μας ενεχείρισε ο Πρόεδρος Χριστόφιας αναλαμβανόταν ρητή δέσμευση για εφαρμογή της συμφωνίας της 8ης Ιουλίου.


Η δική μας άποψη ήταν ότι δεν υπήρχαν οι πιο πάνω αναγκαίες προϋποθέσεις και ότι δεν υπήρχε «αρκετό στέρεο έδαφος» για να ξεκινήσουν απ’ ευθείας διαπραγματεύσεις με προοπτική  επιτυχίας. Προτείναμε να συνεχιστεί η λειτουργία των Ομάδων Εργασίας για να γεφυρωθούν τα χάσματα επί των ουσιωδών πτυχών του Κυπριακού και μετά να αρχίσουν οι συνομιλίες.


Παρά τη δική μας διαφορετική άποψη, όταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφάσισε να συμμετάσχει σε απ’ ευθείας διαπραγματεύσεις, θεωρήσαμε ότι ήταν πολιτικό και πατριωτικό μας χρέος να στηρίξουμε τον Πρόεδρο για να επιδιώξει λύση στη βάση αρχών όπως τις καθόρισε πριν και μετά τις Προεδρικές Εκλογές.


Βρισκόμαστε 18 μήνες μετά την έναρξη των απ’ ευθείας διαπραγματεύσεων. Ποια είναι τα δεδομένα;


Τόσο από τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί από την Τουρκική πλευρά όσο και από τις δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων αλλά και της Τ/Κ ηγεσίας προκύπτει ότι υπάρχει επιμονή σε λύση δύο κρατών με μια χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους, παραβίαση της δημοκρατικής αρχής με απαίτηση αριθμητικής ισότητας σε πλείστα όσο πολιτειακά όργανα, απαίτηση για ομοφωνία για λήψη αποφάσεων με παραγνώριση πλειοψηφίας και μειοψηφίας, εμμονή σε διατήρηση των αναχρονιστικών εγγυήσεων με μονομερές επεμβατικό δικαίωμα και σε μόνιμες παρεκκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο, δηλαδή σε μόνιμες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Στο εδαφικό και στο περιουσιακό οι τουρκικές θέσεις είναι εξοργιστικά προκλητικές και απαράδεκτες σε πλήρη σύγκρουση με τις πιο στοιχειώδεις αρχές του Διεθνούς Δικαίου, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Ευρωπαϊκού Νομικού Πολιτισμού.


Στο θέμα των εποίκων υπάρχει άρνηση ακόμα και να συζητηθεί ως ξεχωριστό κεφάλαιο στις διαπραγματεύσεις με τον εξωφρενικό ισχυρισμό ότι είναι δήθεν νόμιμοι πολίτες της ούτω καλούμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου».


Υπενθυμίζω ότι κατά την έναρξη των διαπραγματεύσεων υποδείξαμε και ζητήσαμε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να απαιτήσει την κατά προτεραιότητα συζήτηση των κεφαλαιώδους σημασίας πτυχών του Κυπριακού όπως είναι το περιουσιακό, το εδαφικό, το θέμα της ασφάλειας και των εγγυήσεων, της αποχώρησης των στρατευμάτων και των εποίκων. Για να υποχρεωθεί η τουρκική πλευρά να τοποθετηθεί επί της ουσίας του Κυπριακού, να τεθεί προ των ευθυνών της και να της αποστερείται η δυνατότητα να εμφανίζεται ως δήθεν καλόπιστη, διαλλακτική ακόμα και επειγόμενη για λύση. Για να πάψει η τουρκική πλευρά, ενώ επιμένει σε αδιάλλακτες θέσεις επί αυτών των κορυφαίας σημασίας πτυχών του Κυπριακού, να προβάλλει κατ’ επίφασιν πρόοδο με τη σύγκλιση επί ήσσονος σημασίας θεμάτων.


Αντί τούτου επελέγη η ζημιογόνος τακτική της επί δεκαοκτάμηνον μονοπωλιακής συζήτησης του κεφαλαίου της διακυβέρνησης και της κατανομής των εξουσιών. Ένα κεφάλαιο στο οποίο η τουρκική πλευρά έχει μόνο να πάρει, χωρίς να προβεί σε καμιά παραχώρηση στα ουσιαστικά ζητήματα του Κυπριακού προβλήματος. Του τερματισμού της κατοχής, της αποχώρησης των στρατευμάτων, της αναγνώρισης του δικαιώματος της περιουσίας, της επιστροφής εδαφών, της απομάκρυνσης των εποίκων, της κατάργησης των αναχρονιστικών εγγυήσεων.


Για 18 μήνες ζητούμε επίμονα την αναδιαμόρφωση της στρατηγικής και της τακτικής μας στις διαπραγματεύσεις. Εις μάτην. Οι θέσεις, τα αιτήματα, οι παραστάσεις μας, οι δηλώσεις μας, τα έγγραφα που καταθέτουμε στο Εθνικό συμβούλιο αγνοούνται και περιφρονούνται.


Όμως στην περίοδο που επισκοπούμε υπήρξαν και παρεκκλίσεις και μονομερείς υποχωρήσεις που δημιουργούν μεγάλους κινδύνους για τη μελλοντική πορεία.


Στο ανακοινωθέν της 23ης Μαΐου του 2008 περιλήφθηκε πρόνοια για «συνεταιρισμό δύο συνιστώντων κρατών». Υποδείξαμε την ανάγκη ανατροπής αυτής της διατύπωσης. Δεν είναι αρκετό να γίνεται προσπάθεια μη συμπερίληψης της σε ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.


Εκμεταλλευόμενος την αναφορά σε αυτό το ανακοινωθέν «σε συνεταιρισμό δύο συνιστώντων κρατών με πολιτική ισότητα» ο Μεχμέτ Αλή Ταλάτ προβάλλει τη θέση – όπως αναφέρεται και στο έγγραφο «εκτίμηση για τις συνομιλίες στο θέμα της διακυβέρνησης» – για «νέο συνεταιρικό Κράτος» με προφανή παραπομπή σε διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε παρθενογένεση. Παρόμοια διατύπωση υπάρχει και στο πρόσφατα κατατεθέν  τουρκικό συνομοσπονδιακό έγγραφο. Περαιτέρω η χρήση του όρου «συνεταιρισμός» εμπεριέχει τον κίνδυνο σε περίπτωση δυσλειτουργίας και ανωμαλίας, η τουρκική πλευρά να επιχειρήσει την εξασφάλιση διεθνούς νομικής αναγνώρισης για το «συνιστών Τ/Κ Κράτος» του συνεταιρισμού.


Η αναφορά σε συνεταιρισμό στο κοινό ανακοινωθέν της 23ης Μαΐου είναι μέγιστο σφάλμα γιατί αντιμάχεται το Δημόσιο και το διεθνές Δίκαιο, συγκρούεται με διεθνώς παραδεδεγμένες αρχές και υποκρύπτει και εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την ενότητα του κράτους και του λαού.


Όμως στις απ’ ευθείας διαπραγματεύσεις υπήρξαν αναιτιολόγητα και μονομερείς υποχωρήσεις τις οποίες ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ονόμασε γενναιόδωρες προσφορές. Αναμένοντας ματαίως «αντίδωρα» από την τουρκική πλευρά.


Είναι γνωστή η διαφωνία μας με τις δικές μας προτάσεις –μονομερείς παραχωρήσεις για εκ περιτροπής προεδρία και παραμονή 50 χιλιάδων εποίκων. Για τις οποίες ούτε ρωτηθήκαμε, ούτε δώσαμε οποιανδήποτε συγκατάθεση. Με τις οποίες διαφωνήσαμε από την πρώτη στιγμή ζητώντας την απόσυρση τους.


Σε ότι αφορά το θέμα των εποίκων η συζήτηση για παραμονή οποιουδήποτε αριθμού στη βάση ανθρωπιστικών συμβάσεων πρέπει να έχει ως βασικές προϋποθέσεις:


Πρώτον, την αποδοχή εκ μέρους της τουρκικής πλευράς της συζήτησης του θέματος ως ειδικού κεφαλαίου στις διαπραγματεύσεις και


Δεύτερον, την παραδοχή ότι ο εποικισμός συνιστά έγκλημα πολέμου με βάση τη Σύμβαση της Γενεύης του 1949.


Σε ότι αφορά τη θέση για εκ περιτροπής Προεδρία, θέση μας είναι ότι παραβιάζει τη δημοκρατική αρχή.


Υποδείξαμε κατ’ επανάληψιν ότι ένα Σύνταγμα που παραβιάζει αυτή την Αρχή, οδηγεί αργά ή γρήγορα κατά τρόπο νομοτελειακό στη σύγκρουση έννομης τάξης και ιστορίας. Όχι της ιστορίας που διαμορφώνει η  βία, η κατοχή και ο πόλεμος, αλλά αυτής που διαμορφώνεται κάτω από συνθήκες ειρήνης και δημοκρατίας.


Είναι κορυφαίας σημασίας το ζήτημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης της όποιας συνταγματικής λύσης με βάση την αρχή της πλειοψηφίας ως πυρήνα του νοήματος της Δημοκρατίας. Είναι γεγονός ότι αυτή η Αρχή επιδέχεται προσαρμογές κάτω από ειδικές ιστορικές συνθήκες και η μειοψηφία προστατεύεται και με προνομιακές ακόμα ρυθμίσεις. Όταν όμως παραγνωριστεί πλήρως η αρχή της πλειοψηφίας, όταν υπάρχει σύγχυση μεταξύ ισοτιμίας και ισότητας, κάθε Συνταγματικό Κείμενο μοιραία θα είναι θνησιγενές.


Όταν μια μειοψηφία λόγω της βίας και του εκβιασμού των τετελεσμένων αξιώνει ρόλο ίσου πολιτειακού βάρους με την πλειοψηφία, το Σύνταγμα που θα αποτυπώσει αυτή την υποβάθμιση της ιστορικής πραγματικότητας, θα έχει και ημερομηνία λήξης.


Στη ρύθμιση για εκ περιτροπής προεδρία στη μελλοντική συνταγματική λύση του Κυπριακού, είναι προφανές ότι αγνοείται παντελώς η σχέση πλειοψηφίας και μειοψηφίας, ενώ περαιτέρω το κριτήριο της εθνοτικής καταγωγής θα διαιωνίζει και θα αναπαράγει τις διαχωριστικές τάσεις.


Και ένα Σύνταγμα που θα κατοχυρώσει αυτή την υποβάθμιση της ιστορικής πραγματικότητας θα έχει και ημερομηνία κατάλυσης του.


Θέση μας είναι ότι η σχετική επί του θέματος πρόταση του Εθνικού Συμβουλίου του 1989 είναι και λειτουργική και δημοκρατική και διασφαλίζει και την κοινή πολιτική έκφραση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.


Λυπούμαι να παρατηρήσω ότι στις επανειλημμένες μας εκκλήσεις για απόσυρση των απαράδεκτων μονομερών υποχωρήσεων, που απορρίπτονται από τη συντριπτική πλειοψηφία του Κυπριακού Ελληνισμού, όπως κατέδειξαν επανειλημμένες δημοσκοπήσεις, όχι μόνο δεν υπήρξε ανταπόκριση αλλά προβάλλονται αβάσιμες αιτιάσεις για δεσμεύσεις του παρελθόντος ή για διαφύλαξη της αξιοπιστίας της Ελληνικής Κυπριακής πλευράς. Η πρόνοια για εκ περιτροπής προεδρία μη εκτελεστικού προέδρου υπήρχε στο Σχέδιο Ανάν. Αλλά το Σχέδιο Ανάν απορρίφθηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία του Κυπριακού Ελληνισμού και θεωρείται έκτοτε, κατά την ιδίαν την πρόβλεψη του Σχεδίου, ως άκυρο και μηδέποτε υπάρξαν.


Το ίδιο ισχύει και για το θέμα της παραμονής 50 χιλιάδων εποίκων.


Ούτε μπορεί να γίνεται επίκληση διαφύλαξης της αξιοπιστίας της Ε/Κ πλευράς όταν η Τουρκική πλευρά επανειλημμένα κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν έχει παραβιάσει συμφωνηθέντα με κορυφαίο παράδειγμα την ανακήρυξη του ψευδοκράτους το 1983 καταπατώντας τις συμφωνίες υψηλού επιπέδου του 1977 και 1979.


Δυστυχώς ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αντί να αξιοποιήσει την ευκαιρία που δόθηκε με την πρόσφατη κατάθεση του τουρκικού συνομοσπονδιακού εγγράφου, απέστειλε επιστολή προς τον Γ.Γ. του ΟΗΕ στην οποία περιέλαβε την πρόταση για εκ περιτροπής προεδρία. Κατά τρόπο που να θεωρείται κατοχυρωμένη για την τουρκική πλευρά και για τον ΟΗΕ η αντιδημοκρατική πρόνοια για την εκ περιτροπής προεδρία.


Και με αναφορά σε αυτή την επιστολή σε ευαίσθητες ισορροπίες που δημιουργήθηκαν όλα τα προηγούμενα χρόνια και παραπομπή σε ατυχείς συγκρίσεις με πρόνοιες του Σχεδίου Ανάν κατά τρόπο που να καθίσταται σημείο αναφοράς.


Η κατάθεση του τουρκικού συνομοσπονδιακού εγγράφου 18 ολόκληρους μήνες μετά την έναρξη των διαπραγματεύσεων, για τις οποίες υποτίθεται ότι υπήρξε συμφωνημένη βάση ως προς τη μορφή της λύσης, επιβεβαίωσε την ορθότητα της θέσης που εξ αρχής είχαμε καταθέσει για την ανάγκη σαφούς και μη  επιδεχόμενου αμφισβήτησης πλαισίου λύσης και γεφύρωσης των χασμάτων επί των ουσιωδών πτυχών του Κυπριακού. Έτσι όπως ακριβώς προέβλεπε η συμφωνία της 8ης Ιουλίου και η επιστολή Γκαμπάρι.


Το τουρκικό έγγραφο απροκάλυπτα υιοθετεί συνομοσπονδιακές θέσεις με απαίτηση διχοτόμησης όλων των βασικών λειτουργιών του Κράτους, απόδοση διεθνούς νομικής προσωπικότητας στις περιφέρεις με δικαίωμα συνομολόγησης διεθνών συνθηκών, βέτο σε όλες τις αποφάσεις Εκτελεστικής και Νομοθετικής εξουσίας, αναδρομική νομιμοποίηση όλων των πράξεων νομοθετικού, διοικητικού και δικαστικού χαρακτήρα του ψευδοκράτους και με την εξωφρενική αξίωση παραχώρησης των 4 βασικών ελευθεριών που απολαμβάνουν οι Ευρωπαίοι πολίτες, στους Τούρκους υπηκόους. Με προφανή στόχο να μετατραπεί η Κύπρος σε μια νέα Αλεξανδρέττα με την ανεξέλεγκτη είσοδο και εγκατάσταση στην Κύπρο Τούρκων από την Τουρκία.


Πώς είναι δυνατό να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι υπάρχει συμφωνημένη βάση λύσης όταν χωρίς αναστολές και δισταγμούς η τουρκική πλευρά καταθέτει τέτοιες προτάσεις;


Και γιατί υπήρξε ενόχληση όταν διατυπώσαμε αυτή την οφθαλμοφανέστατη αλήθεια και εισηγηθήκαμε ότι θα έπρεπε να κληθεί η τουρκική πλευρά να επανατοποθετηθεί σε ότι αφορά τη βάση των διαπραγματεύσεων; Έχουμε φτάσει στο σημείο αντί να ενοχλεί  η τουρκική κακοπιστία και απληστία να ενοχλούν οι δικές μας ορθές επισημάνσεις για τις τουρκικές συμπεριφορές;


Τελευταία θλιβερή και άκρως ανησυχητική εξέλιξη υπήρξε η επίσκεψη του Γ.Γ. του ΟΗΕ στην Κύπρο.


– Διατυπώσαμε απορίες για τον χρόνο που επελέγη για να πραγματοποιηθεί η επίσκεψη δεδομένου ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε πρόοδος στις συνομιλίες που να τη δικαιολογεί.
– Είχαμε ζητήσει έγκαιρα σύγκληση του Εθνικού Συμβουλίου για ενημέρωση, συλλογική διαβούλευση και για θωράκιση του Προέδρου από ενδεχόμενες πιέσεις και για αντιμετώπιση μεθοδεύσεων εξυπηρέτησης των τουρκικών σχεδιασμών.


Δυστυχώς δεν εισακουστήκαμε. Ως δια μαγείας και εν όψει έλευσης του Γ.Γ. ανακοινώθηκε επίτευξη προόδου από τον κ. Ντάουνερ. Είχαμε την επίσκεψη στα κατεχόμενα στο λεγόμενο Προεδρικό χωρίς να υπάρξουν από πλευράς Ηνωμένων Εθνών ούτε εξηγήσεις ούτε απολογία. Μια ανεπαρκής δήλωση από τον κ. Ντάουνερ ότι ο ΟΗΕ αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία. Ούτε καν μόνο την Κυπριακή Δημοκρατία.


Στο συμφωνηθέν κοινό ανακοινωθέν πέραν του ότι καμιά αναφορά δεν γίνεται στα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας περί Κύπρου ή στη βάση λύσης και τα βασικά χαρακτηριστικά της, υπάρχει αναφορά σε πρόοδο στο κεφάλαιο της διακυβέρνησης κατά τρόπο που να μπορεί η τουρκική πλευρά να ισχυρίζεται ότι έχει κατοχυρώσει την εκ περιτροπής προεδρία.


Ο απολογισμός της επίσκεψης του Γ.Γ. είναι σαφώς αρνητικός. Εξέπεμψε μία εικόνα ότι τα Ηνωμένα Έθνη αντιμετωπίζουν το παράνομο μόρφωμα στα κατεχόμενα ως  ισότιμο της Κυπριακής Δημοκρατίας με σαφή παραβίαση των ψηφισμάτων 541 και 550.


Συναγωνίστριες, συναγωνιστές,


Στους 18 μήνες που πέρασαν από την έναρξη των απ’ ευθείας διαπραγματεύσεων επισημάναμε με παρρησία και αίσθημα ευθύνης τα προβλήματα και τους κινδύνους από λανθασμένους χειρισμούς και υποχωρήσεις. Προειδοποιήσαμε για το πού οδηγούν όλα αυτά. Καταθέσαμε στο Εθνικό Συμβούλιο συγκεκριμένες προτάσεις και πολυσέλιδα έγγραφα. Ζητήσαμε απόσυρση των μονομερών παραχωρήσεων και άμεση αναδιαμόρφωση στρατηγικής.


Οι εισηγήσεις και οι προτάσεις μας απορρίφθηκαν επανειλημμένα.


Το πρόσφατα κατατεθέν τουρκικό συνομοσπονδιακό έγγραφο που απροκάλυπτα κονιορτοποιεί τη βάση λύσης  και τα αρνητικά αποτελέσματα της πρόσφατης επίσκεψης του Γ.Γ. του ΟΗΕ επιβεβαίωσαν τις θέσεις μας. Αποδείχθηκε ότι είχαμε δίκαιο στις παρατηρήσεις, τις εισηγήσεις, τις ανησυχίες και τις διαφωνίες μας.


Τα περιθώρια έχουν εξαντληθεί.
Η πορεία που ακολουθούμε είναι λανθασμένη.


Η επιβαλλόμενη εθνική συνεννόηση, απουσιάζει. Αλλά και ο αλληλοσεβασμός και η πολιτική ισοτιμία απουσίασαν στη συνεργασία, ενώ η συμμετοχή σε συνδιαμόρφωση αποφάσεων, που επανειλημμένα ζητήσαμε, δεν υπήρξε.


Οι προτάσεις μας όχι μόνο απορρίπτονται, αλλά πολύ συχνά αντιμετωπίζονται με τρόπο αρνητικό, ή ακόμα προσβλητικό και χλευαστικό.


Το Εθνικό Συμβούλιο συνεδριάζει συνήθως εκ των υστέρων, αφού οι εξελίξεις έχουν δρομολογηθεί, ενώ αποφάσεις του δεν εφαρμόζονται.


Είναι πλέον εθνική ανάγκη να αλλάξουμε στρατηγική και τακτική. Τώρα.


Για την ΕΔΕΚ είναι και πάλι ώρα ευθύνης. Ώρα υπεράσπισης και εμμονής σε  Αρχές.


– Η διαφωνία μας με την στρατηγική του Προέδρου στο Κυπριακό είναι πλέον καθολική.
– Οι δεσμεύσεις πάνω στις οποίες βασίστηκε η υποστήριξη μας στον Β΄ γύρο των Προεδρικών Εκλογών έχουν ακυρωθεί στην πράξη
– Η ύστατη προσπάθεια μας με συγκεκριμένες προτάσεις, να αλλάξουμε πορεία έχει απορριφθεί.


Δεν μπορούμε να συμπράξουμε σε υποχωρήσεις που είναι απαράδεκτες.
Δεν μπορούμε να συνυπογράψουμε μια στρατηγική που είναι ζημιογόνα.
Δεν μπορούμε να συμμετέχουμε σε μια πορεία που οδηγεί σε αδιέξοδο, ούτε να κρυφτούμε πίσω από αυτό.


Είναι λοιπόν χρέος και ευθύνη μας. Είναι πολιτικά υπεύθυνο και ηθικά ορθό, να αποχωρήσουμε από την Κυβέρνηση. Αυτό εισηγούμαι.


Τυχόν παραμονή μας, κάτω από αυτές τις συνθήκες, θα ήταν πολιτικά παράδοξη. Θα ήταν ηθικά ανεπίτρεπτη. Θα ήταν αντίθετη με τις αρχές και την ιστορία της ΕΔΕΚ.


Ελπίζουμε ότι έστω και τώρα, ακόμα και με αφορμή την αποχώρηση μας, θα αλλάξει η στρατηγική και η τακτική που ακολουθούμε για τη λύση.


Στο Κ.Σ. ΕΔΕΚ είμαστε αποφασισμένοι να συνεχίσουμε. Με ευθύνη, σοβαρότητα , συνέπεια και μετριοπάθεια.


Να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για λύση του Κυπριακού. Λύση λειτουργική και βιώσιμη, βασισμένη στα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ τις Συμφωνίες υψηλού επιπέδου του ΄77 και ΄79 και τις Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Συμβάσεις Ανθρωπίνων δικαιωμάτων και Ελευθεριών.


Να συνεχίσουμε να πιέζουμε για να αλλάξει η στρατηγική που ακολουθούμε. Για να αποσυρθούν οι απαράδεκτες προτάσεις που καταθέσαμε. Για να απαιτήσουμε να συζητηθούν  κατά προτεραιότητα στις συνομιλίες οι κεφαλαιώδεις πτυχές του Κυπριακού, το εδαφικό, το περιουσιακό, τα θέματα ασφάλειας. Εγγυήσεων, η αποχώρηση των στρατευμάτων και των εποίκων.


Να συνεχίσουμε για να αναλάβουμε διεθνείς πρωτοβουλίες ώστε να αποκαλύψουμε τώρα και όχι αργότερα την τουρκική αδιαλλαξία. Για να πούμε τα πράγματα με το όνομα τους χωρίς ωραιοποιήσεις της τουρκικής στρεψοδικίας και κακοπιστίας και χωρίς τη συντήρηση μιας εικόνα ψευδεπίγραφης προόδου.


Να συνεχίσουμε να στηρίζουμε όσα σωστά προτείνει η Κυβέρνηση στα ζητήματα εσωτερικής διακυβέρνησης και να καταθέτουμε τη διαφωνία και τις προτάσεις μας σε όσα θεωρούμε λανθασμένα.


Να συνεχίσουμε για να κατοχυρώσουμε τον πρωταγωνιστικό μας ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Κύπρου. Για να τιμήσουμε τις αρχές και να δικαιώσουμε την ιστορία μας.


Στα 40 χρόνια της ιστορίας μας, τα στελέχη, τα μέλη και οι ψηφοφόροι της ΕΔΕΚ αναλάβαμε πάντα με θάρρος τις ευθύνες μας.


Το ίδιο κάνουμε και σήμερα.
Με πίστη στις αρχές και τις ιδέες μας.
Με ειλικρίνεια και υπευθυνότητα.
Με κριτήριο το συμφέρον της Κύπρου και του λαού μας.


Πάνω από όλα η Κύπρος
Πάνω από όλα η πατρίδα και η φυσική και εθνική επιβίωση του Κυπριακού Ελληνισμού.


http://www.edek.org.cy/article.php?id=172

.

(304) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *