Είχε κλείσει την πόρτα ο Σεραφείμ στις απαιτήσεις του Βαρθολομαίου

 Είναι αδιανόητο να ζητάτε να χαραχθούν τα όρια της Εκκλησίας της Ελλάδος κάτωθεν της Μακεδονίας – Θα δικαιώναμε έτσι τις διεκδικήσεις των Σκοπίων, του έγραφε! 
  
 Η ονομασία «Νέαι Χώραι» δεν εκφράζει καμία σύγχρονη πραγματικότητα 
 
  Του είχε απαγορεύσει τα πηγαινέλα…
 
 
 


Ένα ιστορικό ντοκουμέντο, μια επιστολή του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ προς τον νεαρό τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα το «Π». 


Η επιστολή, που έχει ημερομηνία 9/10/1993, εκτός από ιστορική, έχει και διαχρονική αξία, αφού αγγίζει όλα τα ανοιχτά ζητήματα – «πληγές» στις σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος. Ζητήματα που επανήλθαν κατά το 2003-4, στη ρήξη Βαρθολομαίου και Μακαριστού Χριστόδουλου (σύμφωνα με πληροφορίες, ο τότε Αρχιεπίσκοπος αναζήτησε τη συγκεκριμένη επιστολή στο αρχείο της Ιεράς Συνόδου). Η επιστολή όμως γίνεται εντελώς επίκαιρη, καθώς τα ίδια θέματα απασχολούν και σήμερα.


Η επιστολή, που υπογράφεται από τον Σεραφείμ αλλά συντάσσεται κατ’ εντολήν της ελλαδικής Συνόδου, έχει επιθετικό στυλ γραφής, αποτυπώνοντας και τις σχέσεις των δύο Προκαθημένων. Δεν ήταν όμως το ίδιο κακές οι σχέσεις των δύο Εκκλησιών πάντοτε, αφού ο Σεραφείμ κατηγορεί ευθέως τον Βαρθολομαίο ότι εκείνος είναι ο υπεύθυνος της επιδείνωσης, καθώς από την πρώτη στιγμή που ανέβηκε στον Πατριαρχικό Θρόνο άρχισε να ανακινεί θέματα που αφορούν την Εκκλησία της Ελλάδος και να μεθοδεύει επεμβάσεις και μονομερείς ενέργειες, κατ’ αντιδιαστολήν προς τους προκατόχους του, Αθηναγόρα και Δημήτριο.


Του υπενθυμίζει επίσης τα όρια, τα δικαιώματα του Πατριαρχείου στις Μητροπόλεις της βόρειας Ελλάδας, διευκρινίζοντας όμως ότι «η ονομασία “Νέαι Χώραι” ουδεμίαν σύγχρονον πραγματικότητα εκφράζει». Και μεταξύ άλλων επιχειρημάτων, ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ επικαλείται και εθνικούς λόγους, που κάθε άλλο έπαψαν να υπάρχουν.


Με τον παροιμιώδη ευθύ τρόπο του, ο «αντάρτης» από την Καρδίτσα είχε καταφέρει να απαγορεύσει την ίδρυση πατριαρχικού γραφείου στην Αθήνα -το παραχώρησε ο Χριστόδουλος στα πρώτα χρόνια της αρχιεπισκοπίας του- αλλά και τα «πηγαινέλα» του Βαρθολομαίου στην ελληνική πρωτεύουσα: Επί οκτώ χρόνια και όσο ζούσε ο Σεραφείμ, ο Πατριάρχης δεν είχε επισκεφτεί την πρωτεύουσα. «Θα σε δεχτούμε, αλλά χωρίς τα προνόμια που θες», ήταν το μήνυμα που έστελνε, και μέσω της επιστολής, ο τότε Αρχιεπίσκοπος.


Ο Σεραφείμ είχε αποδείξει ότι είχε τον τρόπο να περνάει το δικό του και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Για σήμερα ας μη μιλήσουμε καλύτερα…


Ενιαία και αδιαίρετος


Η επιστολή ντοκουμέντο έχει ως εξής:


«Εις τας διεκκλησιαστικάς και ειδικώτερον εις τας αφορώσας το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και την Εκκλησιάν της Ελλάδος υποθέσεις, ίσχυον τα καθιερωμένα και συμπεφωνημένα, ίνα μη η υπέρβασις ετέρωθεν των τεθεσπισμένων όρων ψυχράνη την αγάπην και διαταράξη τας αρμονικάς των Εκκλησιών ημίν σχέσεις. Προκειμένου δε περί των Ιερών Μητροπόλεων και των Σεβ. Μητροπολιτών των βορείων και ακριτικών επαρχιών της Ελλάδος, ενσωματωμένων εις τον κορμόν της χώρας ημών και της καθ’ ημάς φερωνύμου Αυτοκέφαλου Εκκλησίας, η πρότερον υφισταμένη σχέσις αυτών προς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον συνεπήγετο κυρίως τρία τινά. α) το μνημόσυνον του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου. β) την ανακοίνωσιν Αυτώ ενδεχομένης χηρείας και πληρώσεως ακολούθως Μητροπόλεως τινός. και γ) την υποβολήν εκθέσεων των οικείων Μητροπολιτών εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Πέραν των βασικών τούτων, ουδεμία άλλη σχέσις ή αναφορά ίσχυσεν εν τη πράξει.


Πλην, εν ταις εσχάταις ταύταις ημέραις, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος πληροφορείται ότι η Υμετέρα Παναγιότης, από της αναρρήσεως αυτής εις τον Οικουμενικόν θρόνον, ήρχισεν ανακινούσα, ως μη ώφειλε, και θίγουσα ζητήματα απτόμενα του ελλαδικού χώρου, και κατ’ εξοχήν αφορώντα εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος, καλώς δε και παγίως κείμενα, επί των όποιων όμως Αύτη μεθοδεύει επεμβάσεις και μονομερείς ενεργείας και νέας ρυθμίσεις.


Περί τινών εξ αυτών εξήγγειλε τοιαύτας προγραμματιζόμενας επεμβάσεις η Υμετέρα Παναγιότης, κατά την πρόσφατον σύναξιν της Ιεραρχίας του Οικουμενικού θρόνου. Η δε κληθείσα και παραστάσα εις την σύναξιν ταύτην αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος επεσήμανε, διά του Σεβ. Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως κ. Ανθίμου, την ανάγκην συνεννοήσεως μετά της ιεράς ημών Συνόδου, χωρίς εν τούτοις να εύρη ανταπόκρισιν ουδέ συναίνεσιν.


Κατόπιν τούτου η Ιερά Σύνοδος ημών έθεσεν επί τάπητος τα ανακύψαντα ζητήματα. Προάγεται δε, διά του παρόντος Συνοδικού Γράμματος, να έκθεση προς Υμάς τας ακολούθους ρητάς απόψεις αυτής, των οποίων παρακαλεί να λάβητε γνώσιν, προσωπικώς και συνοδικώς, και να προβληματισθήτε δεόντως.


Και συγκεκριμένως:


Α) Εξένισεν ημάς η ακουσθείσα απίθανος είδησις περί μελετωμένης ανακλήσεως της από 4ης Σεπτεμβρίου 1928 Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως, περί διοικητικής αφομοιώσεως των εν Ελλάδι Ι. Μητροπόλεων (των λεγομένων Νέων Χωρών), διοικούμενων έκτοτε «επιτροπικώς», και κατά πάντα υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος επί εξηκονταπενταετίαν.


Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι ενιαία και αδιαίρετος. Η ονομασία «Νέαι Χώραι» ουδεμίαν σύγχρονον πραγματικότητα εκφράζει. Και ο όρος «επιτροπικώς» -ίνα μη είπωμεν σχήμα λόγου- θα εχαρακτηρίζετο παρ’ ημών μόνον ως σχήμα και τρόπος εκχωρήσεως, χωρίς καμμίαν άλλην ουσιαστικήν προοπτικήν. Απ’ αρχής άλλως τε κατεφάνη η εθνική αναγκαιότης, όπως ακολουθηθή η ισχύουσα κανονική επιταγή «τα εκκλησιαστικά τοις πολιτικοίς είωθε συμμεταβάλλεσθαι». Και αι περί ων ο λόγος επαρχίαι ηξίουν και ανέμενον την οικείαν θέσιν εις την ελευθέραν ήδη Ελλάδα και εις το Συνταγμάτιον της προ πολλού Αυτοκέφαλου Εκκλησίας της Ελλάδος,

Απορούμεν πώς σκέπτεται το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εν προκειμένω. Είναι δυνατόν ποτέ να διασπαστεί εκκλησιαστικώς το ήμισυ της Ελλάδος; Όταν εθνικοί κίνδυνοι απειλούν τας βορείους και ανατολικάς ακριτικάς επαρχίας της χώρας, είναι αδιανόητον να χαραχθούν κάτωθεν της επιμάχου Μακεδονίας τα όρια της Εκκλησίας της Ελλάδος, θα δικαιώσωμεν ημείς αυτοί τας διεκδικήσεις των Σκοπίων, αίτινες σημειωτέον ήρχισαν από της εκκλησιαστικής χειραφετήσεως, διά να εξελιχθώσιν εις γεωγραφικάς απαιτήσεις και αλλοίωσιν της Ιστορίας;


Περαιτέρω δε συν τοις άλλοις, δέον να μη λησμονήται ότι η υπαγωγή των ειρημένων Μητροπόλεων εις την Εκκλησιάν της Ελλάδος δεν υπήρξεν μονομερής ενέργεια και Πράξις του Πατριαρχείου, αλλά παρακληθείσα «η πεφιλημένη αγιωτάτη Αδελφή Εκκλησία της Ελλάδος, προφρόνως απεδέξατο (ταύτην) συναινούσης και κυρούσης και της έντιμου ελληνικής Πολιτείας, όπως κατά την παράκλησιν της Μητρός Εκκλησίας αναλάβη την εντολήν ταύτην, ενεργουμένην επί τοις εξής κυρωθείσιν εκκλησιαστικώς και πολιτικώς γενικοίς όροις». Ουδείς των όρων τούτων των συμπεφωνημένων διέλαβε το παραμικρόν περί ενδεχομένης επιστροφής των Μητροπόλεων, οψέποτε η ετέρα πλευρά ήθελε τυχόν προβάλη μονομερώς τοιούτο ζήτημα. Όθεν το «επιτροπικώς» παραμένει μετέωρον και άνευ περιεχομένου, τοσούτω μάλλον καθόσον συνέπραξε και η Ελληνική Πολιτεία εις την σύμβασιν ταύτην των δύο αδελφών Εκκλησιών (ουδεμία δε σύμβασις αίρεται μονομερώς), αλλά και προηγήθη ταύτης διά νόμου (αριθμ. 3615/1928 Φ.Ε.Κ. 120 Α΄/11 Ιουλίου 1928), η δε πρωθύστερος δημοσιεύσις του Νόμου εν σχέσει προς την Πατριαρχικήν Πράξιν καθιστά πρόδηλον την ύπαρξιν της υφισταμένης εθνικής αναγκαιότητος, ήτις προυκάλεσεν ακολούθως και την Πράξιν. Έχομεν περίπου επανάληψιν της πρωθυστέρου ανακηρύξεως του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της (Παλαιάς) Ελλάδος τω 1833, ενώ ο Συνοδικός Τόμος ανεγνώρισε ταύτην μετά εικοσαετίαν (1850). Αι διαβουλεύσεις των δυο μέρων δεν έλλειψαν και εις την μίαν και την άλλην περίπτωσιν. Εδέησε πάντως και αι Νέαι λεγόμεναι Χώραι να ακολουθήσουν τας παλαιάς κατά το αυτό μέτρον της αναγκαιότητος. Οπωσδήποτε δε και η επανειλημμένη μνεία και κατοχύρωσις της νέας εν Ελλάδι εκκλησιαστικής ταύτης καταστάσεως, τόσον διά του Συντάγματος (άρθρον 3), όσον και διά των αλληλοδιαδόχως εκδοθέντων Νόμων «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (βλ. Ν. 590/1977, άρθρον 1 παράγρ. 3) εμφαίνει σαφώς την σταθεράν βούλησιν της Ελληνικής Πολιτείας επί του προκειμένου, ήτις είναι βέβαιον ότι δεν δύναται ποτέ να στέρξη εις μεταβολήν του ισχύοντος καθεστώτος εις τας εν λόγω Μητροπόλεις.


Β) Συναφές είναι το θέμα της μελετωμένης επισκέψεως της Υμετέρας Παναγιότητος, κατά το προσεχές έτος 1993, εις τας ειρημένας ενορίας.


Η Εκκλησία της Ελλάδος αναμένει την ειθισμένην Πατριαρχικήν επίσκεψιν εις την Καθέδραν αυτής εν Αθήναις, όταν επιστή η κατά την ακολουθουμένην σειράν των πρεσβειών των Ορθοδόξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών ώρα. Και θα υποδεχθή την Υμετέραν Παναγιότητα μετά των προσηκουσών τιμών. Εις το σχετικόν δε πρόγραμμα δύναται να περιλάβη και επίσκεψιν ή επισκέψεις τινάς εις την Βόρειον Ελλάδα.


Θα έλθετε τότε ως υψηλός και σεπτός προσκεκλημένος της Αυτοκεφάλου ημετέρας Εκκλησίας. Αλλ’ ως κυριαρχικώ δικαιώματι ερχόμενον -όπου και ως προαναγγέλλεται- δεν θα δυνηθώμεν να σας υποδεχθώμεν. Και θα λυπηθώμεν εξαιρέτως διά τον αμοιβαίον παραπικρασμόν, ενώ διακείμεθα προς Υμάς και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον μετ’ αμειώτου τιμής και αγάπης και σεβασμού.


Γ) Δεν κατανοούμεν την ανάγκην, ουδέ την σκοπιμότητα της υπάρξεως εν Αθήναις «Γραφείου» του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Όπως δε διαφαίνεται εκ των προειρημένων προγραμματισμών και σχεδίων της Υμετέρας Παναγιότητος, μια τοιαύτη ενταύθα παρουσία, διά της συστάσεως του εν λόγω «Γραφείου» (με ποίαν άραγε στελέχωσιν και εις ποίον επίπεδον αντιπροσώπων;) δεν θεωρούμε ότι θα είναι εποικοδομητική εάν μάλιστα επιχειρηθεί άνευ συναινέσεως της Ιεράς ημών Συνόδου (ως συναφής νόμος ορίζει και η εκκλησιαστική δεοντολογία και πράξις επιβάλλει).


Διά τούτο παρακαλούμεν ίνα το γε νυν επέχητε. Οψέποτε δε παρακαμφθώσι και εκλείψωσιν αι επιπροσθούσαι επιφυλάξεις, παρουσιασθώσι δ’ ημίν εμφανώς αι προς τούτο ειδικαί και ητιολογημέναι ανάγκαι του Πατριαρχείου, εστέ βέβαιοι ότι θα συναντήσωσι την κατανόησιν και την συναντίληψην ημών.


Δ) Θα παρακαλέσωμεν εξ άλλου, όπως το Οικουμενικόν Πατριαρχείον αλληλογραφή μετά των Σεβ. Μητροπολιτών των εν Μακεδονία, Θράκη, Ηπείρω και Νήσοις Επαρχιών διά της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως άλλωστε συμβαίνει (κατά νόμον) και κατά την αντίστροφον περίπτωσιν της επικοινωνίας εκείνων προς Υμάς. Η παράλειψις της τοιαύτης διαδικασίας δημιουργεί παρεξηγήσεις. Δεν συνάδει προς την κανονικήν τάξιν και υπεμφαίνει παράκαμψιν της Ιεράς Συνόδου ουχί άμοιρον σκοπιμότητος.


Ε) Το αυτό θα είπομεν και περί των αιτουμένων υπό του Πατριαρχείου στοιχείων των Μητροπόλεων και των Μητροπολιτών των ως είρηται Επαρχιών, προς καταχώρισιν εις το Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον.


Δεν είναι δυνατόν να εμφανίζονται δισυπόστατοι αι Μητροπόλεις και οι Μητροπολίται. Αι στήλαι των «Διπτύχων» (Εκκλησ. Ημερολόγιον) της Εκκλησίας της Ελλάδος διαλαμβάνουσι πλήρως περί των στοιχείων τούτων. Το δε Οικουμενικόν Πατριαρχείον, ως και τα λοιπά Ομόδοξα Πατριαρχεία και αι Αυτοκέφαλοι Εκκλησίαι, εις συναφείς εκδόσεις αυτών, εάν και όπου περιλαμβάνωσι πληροφοριακά στοιχεία εις διορθόδοξσν έκτασιν, ενδείκνυται να καταχωρίζωσι ταύτα μετά της Ιεραρχίας των Ορθοδόξων Εκκλησιών εκάστων κεχωρισμένως. Είπομεν δ’ ανωτέρω ότι η Εκκλησία της Ελλάδος είναι ήδη ενιαία και αδιαίρετος. Και αποτελεί απλήν ψευδαίσθησιν εικών της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου επηυξημένη μετά μελών αλλοτριωθέντων εξ αυτού διά Πράξεων επισημοτάτων, εκκλησιαστικών και πολιτειακών, ισχυουσών και παγίων.

Θεωρούμεν, Παναγιώτατε, ότι ουδέν ήλλαξεν εν ταις ημέραις ημών ταύταις, ώστε η Υμετέρα Πατριαρχία να έχη ανάγκην να επιβάλη νέας ρυθμίσεις εις τα άχρι τούδε καλώς ισχύοντα.


Πλην, εν ταις εσχάταις ταύταις ημέραις, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος πληροφορείται ότι η Υμετέρα Παναγιότης, από της αναρρήσεως αυτής εις τον Οικουμενικόν θρόνον, ήρχισεν ανακινούσα, ως μη ώφειλε, και θίγουσα ζητήματα απτόμενα του ελλαδικού χώρου, και κατ’ εξοχήν αφορώντα εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος, καλώς δε και παγίως κείμενα, επί των όποιων όμως Αύτη μεθοδεύει επεμβάσεις και μονομερείς ενεργείας και νέας ρυθμίσεις.


Περί τινών εξ αυτών εξήγγειλε τοιαύτας προγραμματιζόμενας επεμβάσεις η Υμετέρα Παναγιότης, κατά την πρόσφατον σύναξιν της Ιεραρχίας του Οικουμενικού θρόνου. Η δε κληθείσα και παραστάσα εις την σύναξιν ταύτην αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος επεσήμανε, διά του Σεβ. Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως κ. Ανθίμου, την ανάγκην συνεννοήσεως μετά της ιεράς ημών Συνόδου, χωρίς εν τούτοις να εύρη ανταπόκρισιν ουδέ συναίνεσιν.


Κατόπιν τούτου η Ιερά Σύνοδος ημών έθεσεν επί τάπητος τα ανακύψαντα ζητήματα. Προάγεται δε, διά του παρόντος Συνοδικού Γράμματος, να έκθεση προς Υμάς τας ακολούθους ρητάς απόψεις αυτής, των οποίων παρακαλεί να λάβητε γνώσιν, προσωπικώς και συνοδικώς, και να προβληματισθήτε δεόντως.


Και συγκεκριμένως:


Α) Εξένισεν ημάς η ακουσθείσα απίθανος είδησις περί μελετωμένης ανακλήσεως της από 4ης Σεπτεμβρίου 1928 Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως, περί διοικητικής αφομοιώσεως των εν Ελλάδι Ι. Μητροπόλεων (των λεγομένων Νέων Χωρών), διοικούμενων έκτοτε «επιτροπικώς», και κατά πάντα υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος επί εξηκονταπενταετίαν.


Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι ενιαία και αδιαίρετος. Η ονομασία «Νέαι Χώραι» ουδεμίαν σύγχρονον πραγματικότητα εκφράζει. Και ο όρος «επιτροπικώς» -ίνα μη είπωμεν σχήμα λόγου- θα εχαρακτηρίζετο παρ’ ημών μόνον ως σχήμα και τρόπος εκχωρήσεως, χωρίς καμμίαν άλλην ουσιαστικήν προοπτικήν. Απ’ αρχής άλλως τε κατεφάνη η εθνική αναγκαιότης, όπως ακολουθηθή η ισχύουσα κανονική επιταγή «τα εκκλησιαστικά τοις πολιτικοίς είωθε συμμεταβάλλεσθαι». Και αι περί ων ο λόγος επαρχίαι ηξίουν και ανέμενον την οικείαν θέσιν εις την ελευθέραν ήδη Ελλάδα και εις το Συνταγμάτιον της προ πολλού Αυτοκέφαλου Εκκλησίας της Ελλάδος,

Απορούμεν πώς σκέπτεται το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εν προκειμένω. Είναι δυνατόν ποτέ να διασπαστεί εκκλησιαστικώς το ήμισυ της Ελλάδος; Όταν εθνικοί κίνδυνοι απειλούν τας βορείους και ανατολικάς ακριτικάς επαρχίας της χώρας, είναι αδιανόητον να χαραχθούν κάτωθεν της επιμάχου Μακεδονίας τα όρια της Εκκλησίας της Ελλάδος, θα δικαιώσωμεν ημείς αυτοί τας διεκδικήσεις των Σκοπίων, αίτινες σημειωτέον ήρχισαν από της εκκλησιαστικής χειραφετήσεως, διά να εξελιχθώσιν εις γεωγραφικάς απαιτήσεις και αλλοίωσιν της Ιστορίας;


Περαιτέρω δε συν τοις άλλοις, δέον να μη λησμονήται ότι η υπαγωγή των ειρημένων Μητροπόλεων εις την Εκκλησιάν της Ελλάδος δεν υπήρξεν μονομερής ενέργεια και Πράξις του Πατριαρχείου, αλλά παρακληθείσα «η πεφιλημένη αγιωτάτη Αδελφή Εκκλησία της Ελλάδος, προφρόνως απεδέξατο (ταύτην) συναινούσης και κυρούσης και της έντιμου ελληνικής Πολιτείας, όπως κατά την παράκλησιν της Μητρός Εκκλησίας αναλάβη την εντολήν ταύτην, ενεργουμένην επί τοις εξής κυρωθείσιν εκκλησιαστικώς και πολιτικώς γενικοίς όροις». Ουδείς των όρων τούτων των συμπεφωνημένων διέλαβε το παραμικρόν περί ενδεχομένης επιστροφής των Μητροπόλεων, οψέποτε η ετέρα πλευρά ήθελε τυχόν προβάλη μονομερώς τοιούτο ζήτημα. Όθεν το «επιτροπικώς» παραμένει μετέωρον και άνευ περιεχομένου, τοσούτω μάλλον καθόσον συνέπραξε και η Ελληνική Πολιτεία εις την σύμβασιν ταύτην των δύο αδελφών Εκκλησιών (ουδεμία δε σύμβασις αίρεται μονομερώς), αλλά και προηγήθη ταύτης διά νόμου (αριθμ. 3615/1928 Φ.Ε.Κ. 120 Α΄/11 Ιουλίου 1928), η δε πρωθύστερος δημοσιεύσις του Νόμου εν σχέσει προς την Πατριαρχικήν Πράξιν καθιστά πρόδηλον την ύπαρξιν της υφισταμένης εθνικής αναγκαιότητος, ήτις προυκάλεσεν ακολούθως και την Πράξιν. Έχομεν περίπου επανάληψιν της πρωθυστέρου ανακηρύξεως του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της (Παλαιάς) Ελλάδος τω 1833, ενώ ο Συνοδικός Τόμος ανεγνώρισε ταύτην μετά εικοσαετίαν (1850). Αι διαβουλεύσεις των δυο μέρων δεν έλλειψαν και εις την μίαν και την άλλην περίπτωσιν. Εδέησε πάντως και αι Νέαι λεγόμεναι Χώραι να ακολουθήσουν τας παλαιάς κατά το αυτό μέτρον της αναγκαιότητος. Οπωσδήποτε δε και η επανειλημμένη μνεία και κατοχύρωσις της νέας εν Ελλάδι εκκλησιαστικής ταύτης καταστάσεως, τόσον διά του Συντάγματος (άρθρον 3), όσον και διά των αλληλοδιαδόχως εκδοθέντων Νόμων «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (βλ. Ν. 590/1977, άρθρον 1 παράγρ. 3) εμφαίνει σαφώς την σταθεράν βούλησιν της Ελληνικής Πολιτείας επί του προκειμένου, ήτις είναι βέβαιον ότι δεν δύναται ποτέ να στέρξη εις μεταβολήν του ισχύοντος καθεστώτος εις τας εν λόγω Μητροπόλεις.


Β) Συναφές είναι το θέμα της μελετωμένης επισκέψεως της Υμετέρας Παναγιότητος, κατά το προσεχές έτος 1993, εις τας ειρημένας ενορίας.


Η Εκκλησία της Ελλάδος αναμένει την ειθισμένην Πατριαρχικήν επίσκεψιν εις την Καθέδραν αυτής εν Αθήναις, όταν επιστή η κατά την ακολουθουμένην σειράν των πρεσβειών των Ορθοδόξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών ώρα. Και θα υποδεχθή την Υμετέραν Παναγιότητα μετά των προσηκουσών τιμών. Εις το σχετικόν δε πρόγραμμα δύναται να περιλάβη και επίσκεψιν ή επισκέψεις τινάς εις την Βόρειον Ελλάδα.


Θα έλθετε τότε ως υψηλός και σεπτός προσκεκλημένος της Αυτοκεφάλου ημετέρας Εκκλησίας. Αλλ’ ως κυριαρχικώ δικαιώματι ερχόμενον -όπου και ως προαναγγέλλεται- δεν θα δυνηθώμεν να σας υποδεχθώμεν. Και θα λυπηθώμεν εξαιρέτως διά τον αμοιβαίον παραπικρασμόν, ενώ διακείμεθα προς Υμάς και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον μετ’ αμειώτου τιμής και αγάπης και σεβασμού.


Γ) Δεν κατανοούμεν την ανάγκην, ουδέ την σκοπιμότητα της υπάρξεως εν Αθήναις «Γραφείου» του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Όπως δε διαφαίνεται εκ των προειρημένων προγραμματισμών και σχεδίων της Υμετέρας Παναγιότητος, μια τοιαύτη ενταύθα παρουσία, διά της συστάσεως του εν λόγω «Γραφείου» (με ποίαν άραγε στελέχωσιν και εις ποίον επίπεδον αντιπροσώπων;) δεν θεωρούμε ότι θα είναι εποικοδομητική εάν μάλιστα επιχειρηθεί άνευ συναινέσεως της Ιεράς ημών Συνόδου (ως συναφής νόμος ορίζει και η εκκλησιαστική δεοντολογία και πράξις επιβάλλει).


Διά τούτο παρακαλούμεν ίνα το γε νυν επέχητε. Οψέποτε δε παρακαμφθώσι και εκλείψωσιν αι επιπροσθούσαι επιφυλάξεις, παρουσιασθώσι δ’ ημίν εμφανώς αι προς τούτο ειδικαί και ητιολογημέναι ανάγκαι του Πατριαρχείου, εστέ βέβαιοι ότι θα συναντήσωσι την κατανόησιν και την συναντίληψην ημών.


Δ) Θα παρακαλέσωμεν εξ άλλου, όπως το Οικουμενικόν Πατριαρχείον αλληλογραφή μετά των Σεβ. Μητροπολιτών των εν Μακεδονία, Θράκη, Ηπείρω και Νήσοις Επαρχιών διά της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως άλλωστε συμβαίνει (κατά νόμον) και κατά την αντίστροφον περίπτωσιν της επικοινωνίας εκείνων προς Υμάς. Η παράλειψις της τοιαύτης διαδικασίας δημιουργεί παρεξηγήσεις. Δεν συνάδει προς την κανονικήν τάξιν και υπεμφαίνει παράκαμψιν της Ιεράς Συνόδου ουχί άμοιρον σκοπιμότητος.


Ε) Το αυτό θα είπομεν και περί των αιτουμένων υπό του Πατριαρχείου στοιχείων των Μητροπόλεων και των Μητροπολιτών των ως είρηται Επαρχιών, προς καταχώρισιν εις το Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον.


Δεν είναι δυνατόν να εμφανίζονται δισυπόστατοι αι Μητροπόλεις και οι Μητροπολίται. Αι στήλαι των «Διπτύχων» (Εκκλησ. Ημερολόγιον) της Εκκλησίας της Ελλάδος διαλαμβάνουσι πλήρως περί των στοιχείων τούτων. Το δε Οικουμενικόν Πατριαρχείον, ως και τα λοιπά Ομόδοξα Πατριαρχεία και αι Αυτοκέφαλοι Εκκλησίαι, εις συναφείς εκδόσεις αυτών, εάν και όπου περιλαμβάνωσι πληροφοριακά στοιχεία εις διορθόδοξσν έκτασιν, ενδείκνυται να καταχωρίζωσι ταύτα μετά της Ιεραρχίας των Ορθοδόξων Εκκλησιών εκάστων κεχωρισμένως. Είπομεν δ’ ανωτέρω ότι η Εκκλησία της Ελλάδος είναι ήδη ενιαία και αδιαίρετος. Και αποτελεί απλήν ψευδαίσθησιν εικών της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου επηυξημένη μετά μελών αλλοτριωθέντων εξ αυτού διά Πράξεων επισημοτάτων, εκκλησιαστικών και πολιτειακών, ισχυουσών και παγίων.

Θεωρούμεν, Παναγιώτατε, ότι ουδέν ήλλαξεν εν ταις ημέραις ημών ταύταις, ώστε η Υμετέρα Πατριαρχία να έχη ανάγκην να επιβάλη νέας ρυθμίσεις εις τα άχρι τούδε καλώς ισχύοντα.

http://www.paron.gr/v3/new.php?id=50980&colid=37&catid=26&dt=2010-02-21%200:0:0
.

(315) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *