Διονύσης Σαββόπουλος: Η άνοδος και η πτώση μιας γενιάς

Ο Διονύσης Σαββόπουλος με την πορεία του –σχεδόν επί σαράντα πέντε χρόνια– αποτελεί τον κατ’ εξοχήν εκπρόσωπο μιας γενιάς που σφράγισε τη νεότερη Ελλάδα, της γενιάς του 1960 – του «68», με όλες τις ιδιαιτερότητες και τις περιπέτειες μιας διαδρομής, από την αμφισβήτηση και την δημιουργική και καλλιτεχνική ολοκλήρωση –μέχρι και την δεκαετία του ’80–, έως την παρακμή και την ενσωμάτωση – κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέχρι σήμερα. Και επειδή η γενιά του «΄60» και εν μέρει του «’70», του Πολυτεχνείου, αποτελεί την τελευταία «γενιά» της σύγχρονης Ελλάδας, η άνοδος και η πτώση της, αποτυπώνει την πορεία του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, μέχρι την παρακμή που βιώνουμε σήμερα. Δυστυχώς η πορεία του Διονύση Σαββόπουλου είναι μια υπενθύμιση –οδυνηρή για τη γενιά μας– πως πλέον έχει πάψει να προσφέρει όραμα, «επαναπαύεται στα τρόπαια των αστικών μαχών», όπως θα έλεγε και ο Κλείτος Κύρου, χωρίς δυστυχώς να έχει βρεθεί ακόμα κάποια νέα «γενιά» που θα την αντικαταστήσει.

Αλλά ας αρχίσουμε από την αρχή: Η ιδιαιτερότητα του πολιτικο-πολιτιστικού φαινόμενου Διονύσης Σαββόπουλος δεν έγκειται μόνο στο ότι υπήρξε ένας καλλιτέχνης με καταπληκτική ευαισθησία και διαίσθηση, όπως πράγματι συμβαίνει, αλλά θα πρέπει να αναζητηθεί στην ίδια την ελληνική πραγματικότητα. Το γεγονός ότι οι μουσικοί και ειδικότερα οι τραγουδοποιοί είναι οι καλλιτέχνες με την μεγαλύτερη επιρροή στο λαό δεν είναι κάτι ιδιαίτερο για την Ελλάδα, την εποχή των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Σε όλο τον κόσμο συμβαίνει κάτι ανάλογο. Όμως εκεί πού το τραγούδι αποκτάει άλλες, ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές διαστά­σεις, εκεί θα πρέπει να επιμείνουμε περισσότερο. Έτσι ο Βολφ Μπίρμαν στην Ανατολική Γερμανία, μια χώρα οπού ή αντιπολίτευση «απαγορεύοταν», όσο υπήρχε ο υπαρκτός σοσιαλισμός, έκανε τη μόνη αντιπολί­τευση και κριτική πού ήταν δυνατή –μέχρι να τον απελάσουν– μέσα από την ποίηση και τραγούδι, και ο ρόλος του υπήρξε αποφασιστικός για την διαμόρφωση μιας πολιτι­κής αντιπολίτευσης στην Ανατολική Γερμανία και την κριτική της γραφειοκρατίας σε όλη την Γερμανία. Ας δούμε το φαινόμενο της ροκ στην Αγγλία, σ’ εκείνη τη χώρα όπου η κοινωνική αντίθεση της νεολαίας με το καθεστώς δεν κατορθώνει να πάρει πολιτική μορφή και εκφράζεται σε μεγάλο βαθμό μέσα από το τραγούδι, από την εποχή των Μπητλς μέχρι τους πανκ. Αν προχωρήσουμε ακόμα πιο πέρα στην έκφραση φυλετικών ή εθνικών μειονοτήτων, η ταύτιση και έκφραση τους με την μουσική και το τραγού­δι γίνεται ακόμα πιο έντονη. Οι μαύροι της Αμερικής, οι Πορτορικάνοι κλπ. κλπ. Τέλος στην Ελλάδα, μια κοινωνική κατηγορία, το «περιθώριο» του μεσοπολέμου και της πολεμικής περιόδου, εκφράζεται προνομιακά μέσα από το ρεμπέτικο.

Έτσι λοιπόν ο μουσικός, ο τραγουδοποιός είναι «μεγάλος», «σημαντικός», αποκτάει μια ευρύτερη λειτουργία σε στιγμές πού ή ίδια ή κοινωνία, ή ορισμένες κοινωνικές κατηγορίες, τον προβάλλουν στο προσκήνιο! Ο Μπίρμαν, οι Ρολλινγκ Στοουνς ή ο Σαββόπουλος μπόρεσαν να υπάρξουν σε αντίστοιχες εποχές και χώρες οπού το τραγούδι υπερβαίνει οποιαδήποτε «απλή» λο­γική διασκέδασης και αποκτάει μια ευρύτερη κοινωνι­κοπολιτική φόρτιση.

Η «γενιά του 114», το ελληνικού «68»

Ο Σαββόπουλος γεννήθηκε και αναπτύχθηκε καλλιτεχνικά μαζί με αυτή την περιβόητη «γενιά του 114», την πρώτη μεταπολεμική γενιά, μερικά χρονιά πριν και κύρια μετά το 1960, πού εξέφραζε μια νέα αντιπαλότητα προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες, σπάζοντας την μετεμφυλιακή δομή, τόσο απέναντι στο καθεστώς του αντικομουνισμού και της αμερικανοκρατίας, όσο και εκείνο της παλιάς αριστεράς. Ήταν δηλαδή, για να χρησιμοποιήσουμε ένα σύγχρονο όρο, ή πρώτη γενιά της «αμφισβήτησης» πού ξεπρόβαλε στην ελληνική κοινωνία. Προφανώς δεν επρόκειτο για αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, το ίδιο συνέβαινε σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, και ιδιαίτερα στην Ευρώπη και την Αμερική. Μετά την τεράστια προσπάθεια της ανοικοδόμησης, τον «ψυχρό πόλεμο», οι «πάγοι» αρχίζουν να λιώνουν και οι νέες γενιές διεκδικούν πια όχι περισσότερη εργασία και αμοιβές, αλλά μια άλλη ποιότητα και φιλοσοφία ζωής.

Το status quo του ιμπεριαλισμού αμφισβητούνταν από τον Τρίτο Κόσμο, Κούβα, Αλγερία, Βιετνάμ, Κίνα κλπ.: Ο πραγματικός κόσμος εισέβαλε και πάλι στο παγωμένο, από τη Γιάλτα και τον ψυχρό πόλεμο, σκηνικό. Ιδού το παγκόσμιο πλαίσιο, και παράλληλα οι ιδεολογικές αναζητήσεις πού το συνοδεύουν. Η δεκαετία του ’60 η δεκαετία της παγκοσμίας αναταραχής, της παγκοσμίας αφύπνισης ατόμων, τάξεων και εθνών. Ο Σαρτρ, κύρια με το λογοτεχνικό του έργο και τις πολιτικές του τοποθετήσεις, είναι το πνευματικό σύμβολο αυτής της εποχής.

Η αντίστοιχη ελληνική γενιά, με το ένα πόδι πάταγε στην Ελλάδα της ψωροκώσταινας, της ανεργίας, του ραγιαδισμού, της «ήττας», και από την άλλη ψαχούλευε, οσμίζονταν, έψαχνε έναν καινούργιο κόσμο, τον κόσμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της κοινωνίας της κατανάλωσης, πού για την ώρα δεν ήταν παρά ένα όραμα. Μια γενιά πού από την μια αναφερόταν στο αίτημα της δημοκρατίας, του «εκδημοκρατισμού», της «εθνικής ολοκλήρωσης» με το Κυπριακό, του τέλους του μετεμφυλιακού κράτους εκτάκτου ανάγκης και οραματιζόταν την ανάπτυξη πέρα από την καθυστέρηση και την ανερ­γία. Από την άλλη όμως, μέσα από τους αγώνες των οικοδόμων για το 7ωρο, μέσα από την φοιτητική «αμφισβήτηση», πού πρωτοεμφανιζόταν σε συνέργια με την Κίνα, το Βιετνάμ, τους «πρόβος» στην Ολλανδία, το Μπέρκλεϋ στην Καλλιφόρνια, τις πρώτες θεωρίες του Καστοριάδη πού πέρναγαν στην Ελλάδα μέσα από το περιοδικό «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», άνοιγε ο δρόμος σε μια άλλη πορεία, μια πορεία πού θα αναφερόταν στο «σύγχρονο», το καινούργιο, πού εμφανιζόταν στην ελληνική κοινωνία, στο αστραφτερό διυλιστήριο της Ελευσίνας πού φάνταζε στα μάτια μας τότε σαν μια εικόνα από έναν άλλο κόσμο, τον κόσμο της «Κόκκινης ερήμου» και των έργων του Αντονιόνι.

Μέσα λοιπόν σ’ εκείνο το πολιτικοκοινωνικό καζάνι, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960, όταν τρίζει και ανατρέπεται η παλιά κυριαρχία της Δεξιάς, και η Ελλάδα περνάει πρώτη χώρα στον καπιταλιστικό κόσμο το 1964 σε μέρες απεργίας, οπού για πρώτη φορά με το ’65 αρχίζει ο αγώνας ενάντια στη βασιλεία, διαμορφώνεται μια ολόκληρη γενιά με στίγμα της τα Ιουλιανά, 70 μέρες διαδηλώσεων καθημερινά, αδιάκοπα. Η διαδήλωση είχε γίνει ο κόσμος μας. Το απόγευμα διαδήλωση-σύγκρουση, και το βράδυ καλοκαιρινό σινεμά ή «Κραυγή» του Αντονιόνι, οι «Στάχτες καί διαμάντια» του Βάιντα, ο Γκοντάρ καί τα έργα της ελλη­νικής «αμφισβήτησης», πού πρωτοεμφανίζονται με το Μανθούλη, τον Δαμιανό, κ,ά.

Και βέβαια οι πρώτοι «αριστεριστές», ή «Κίνηση Σωτήρης Πέτρουλας», ή «Αναγέννηση», στη συνέχεια ο Ψυρούκης καί οι «Φίλοι Νέων Χωρών», ή επανεμφά­νιση Τροτσκιστών, οι πρώτες κουβέντες για κρατικό καπιταλισμό στη Ρωσία.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, εμφανίζεται και ο Διονύσης Σαββόπουλος. Δίπλα στους «ογκολίθους», τον Χατζιδάκι καί τον Θεοδωράκη, φαντάζει πολύ μικρός, πολύ νέος, πολύ περιθωριακός. Για την ώρα μπορεί μόλις να γεμίζει τα θέατρα στις πρώτες εμφανίσεις του στην Αθήνα με τη «Συννεφούλα», το «Βιετνάμ», την «Διαδήλωση», την «Παράγκα». Όμως ήταν κι άλας μια εκπληκτική νέα φωνή, πού εξέφραζε το τότε «περιθω­ριακό» στοιχείο της εποχής, εκείνο πού ήταν δευτερεύ­ον σε σχέση με τους κύριους στόχους του εκσυγχρονισμού και εκδημοκρατισμού, αλλά ήδη δονούσε το πιο προχωρημένο κομμάτι της νεολαίας των «Λαμπράκηδων», το φοιτητικό.

Αρχίζει, λοιπόν μια πορεία πού διαρκεί ήδη 45 χρόνια.

Η γενιά του «114» φαινόταν πώς μέσα από την εξέλιξη της σε μια Έλλάδα πού άλλαζε ραγδαία, θα συγχρονίζονταν με την παγκοσμία φοιτητική και νεολαιίστικη έκρηξη του 1968, θα μετεξελίσσονταν ομαλά στη γενιά του 1968, πράγμα πού όμως δεν μπόρεσε να γίνει. Η ελληνική πραγματικότητα ήρθε να προβάλει ένα απαίσιο φάσμα θρεμμένο από το παρελθόν –με όλες τις επιβιώσεις του εμφύλιου πολέμου– την στρατιωτική δικτατορία, πού αποτέλεσε την ύστατη απόπειρα να σταματήσει ο «εκσυγχρονισμός». Η έλευση της δικτατορίας, από την μια επιτάχυνε τον εκσυγχρονισμό των οικονομικών δομών και από την άλλη οδηγούσε στην μεγαλύτερη πολιτική και πολιτιστική καθυστέρηση με τον πιο βίαιο τρόπο, και έτσι συνέτριψε στην ουσία την γενιά του 114 ως φορέα μιας νέας πολιτικής. Παρ’ όλο πού αυτή ή γενιά σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος της αντίστασης στη χούντα μέχρι τα 1971 -72, η μάχη της σε μια εποχή πού ή δικτατορία είχε όλα τα ατού μαζί της, την εξάντλησε: «Σαν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δεν θα με περιμένει, οι δρόμοι θα’ ναι αδειανοί και η πολιτεία μου πιο ξένη».

Και η μεταπολίτευση ήρθε να ολοκληρώσει τη διαδικασία: Το πολιτικό πρόσωπο της μεταπολίτευ­σης θα διαμορφωθεί από τις αμέσως μεγαλύτερες ή νεώτερες ηλικίες από εκείνες της γενιάς του ‘60.

«Όποιος αγαπάει τρώει βρώμικο ψωμί
και οι πόθοι του ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή!»

Η ανάδυση του ιδιωτικού –κοινωνικού

Μέσα απ’ αυτή την ασφυκτική κυριαρχία ενός κραυγαλέου πολιτικού λόγου έρχεται με το «πλήρωμα» του χρόνου, την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία η «εκπλήρωση των ονείρων μιας γενιάς», και τι παράδοξο –σχεδόν ταυτόχρονα– έχει αρχίσει η απομάκρυνση από το πολιτικό, το βύθισμα στο ιδιωτικό και το κοινωνικό!

Μοιάζει ως εάν η άνοδος του ΠΑΣΟΚ, ο θρίαμβος της πολιτικής, ο θρίαμβος της μεταπολίτευσης, να άνοιξαν το δρόμο για την αντίστροφη μέτρηση. Και αυτό δεν ήταν μόνο συνέπεια της απογοήτευσης από την διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ· οι μάζες σε μια πολιτική πού παίζεται έξω και πέρα απ’ αυτές, μη έχοντας πια και καμιά πολιτική διέξοδο ή εναλλακτική λύση, στρέφονται προς την ιδιώτευση, στη σφαίρα των κοινωνικών σχέσεων με την πιο στενή έννοια, την έννοια της «παρέας». Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980 στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, την Ελλάδα των κομμάτων, μοιάζει να απαντάει μια νέα Ελλάδα, η Ελλάδα της «παρέας», της κοινωνικότητας έξω από τον ανταγωνισμό. Οι κομματικές κινητοποιήσεις γίνονται όλο και πιο αποδυναμωμένες και άμαζες. Τα κόμματα δεν έχουν τίποτε να πουν. Η νεολαία στην μεγαλύτερη πλειοψηφία της παύει να είναι «πολιτικοποιημένη», και η ΚΝΕ «αδειάζει». Οι διαρροές από τα κόμματα γίνονται όλο και πιο μεγάλες και μαζικές. ΄Και το ίδιο συμβαίνει σε ακόμα μεγαλύτερη κλίμακα με τις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Αυτοί οι «ανένταχτοι» των κομμάτων θα τροφοδοτήσουν για δέκα τουλάχιστον χρόνια όλες τις πολιτικο-πολιτιστικές απόπειρες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, από την… 17 Νοέμβρη έως του Οικολόγους Εναλλακτικούς. Και κατ’ εξοχήν τις παρέες. Είναι η περίοδος που η Ελλάδα γεμίζει μπαράκια και ουζάδικα, είναι ή εποχή της «παρέας». Και κέντρο, εκφραστής αυτής της γενιάς το Σαββόπουλος

Έτσι η χρονιά του ’83 υπήρξε ή χρονιά του «θριάμβου» για τον Σαββόπουλο της παρέας. Ξεκινώντας από το Σπόρτινγκ στη Θεσσαλονίκη, βγάζοντας έναν καινούργιο δίσκο – πού τα λόγια του σιγοτραγουδιόντουσαν σ’ όλα τα στόματα καταλήγοντας με την αποθέωση του, 100 μέτρα πάνω από το έδαφος, στην Καλογρέζα, μέσα σε ένα αερόστατο, ο Σαββόπουλος έφτασε στο απόγειο της σταδιοδρομίας του, μεταβλήθηκε «ξαφνικά» στο κέντρο της καλλιτεχνικής ζωής της Ελλάδας. Είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου! Η «υπόγεια διαδρομή» είχε τελειώσει, ο «Διονύσης» βγάζει πια τα τραπεζάκια του έξω. Η έξοδος είναι γενική. Δίνει δεκάδες συνεντεύξεις σε εφημερίδες και περιοδικά, και υποδέχεται, με το ύφος χωροδεσπότη, τους «καλεσμένους» του στο στάδιο. Αν 20 χρόνια πριν κατέβηκε με ένα φορτηγό στην Αθήνα, πλέον αναδύθηκε στους ουρανούς πάνω σε αερόστατο. Ο Διονύσης Σαββόπουλος – ταυτισμένος πια με τη γενιά του– έφτασε στην «κορυφή». Ο ίδιος ο «Ταχυδρόμος» τον κάνει εξώφυλλο.

Από τις παρέες στην κριτική της μεταπολίτευσης

Κάθε στιγμή του Σαββόπουλου, κάθε στιγμή της γενιάς μας σφραγίζεται από ένα δίσκο ή ένα τραγούδι του. Στα ’60 «το φορτηγό», «τα πουλιά της δυστυχίας”, το «Βιετνάμ», στα ‘70 το «Βρώμικο ψωμί», η «ωδή στην Γεώργιο Καραϊσκάκη» και ο «πολιτευτάκιας», το 1983 τα «Τραπεζάκια έξω». Στην «Μαύρη θάλασσα» ιδεολογικό μανιφέστο μιας «οργισμένης γενιάς», την «Δημοσθένους λέξη», το «Μωρό», τον «Άγγελο εξάγγελο», ο τόνος είναι ριζικά διαφορετικός από αυτά που θα ακολουθήσουν

«Ο ουρανός είναι ένας νόμος αδειανός κι η χωματένια σου μορφή είναι βρώμικο
ψωμί…» «Φάε, φάε το βρώμικο ψωμί
», κ.λπ.

Στα «Τραπεζάκια έξω», ο «ουρανός» παύει να είναι «βρώμικο ψωμί» και «νόμος αδειανός», αλλά γίνεται η «αναζήτηση» του ανθρώπινου στο Άγιο Όρος, στην αναβίωση της παλιάς κοινότητας εκεί πού ο άνθρωπος παύει να διαχωρίζει μέσο και σκοπό. Είναι η πορεία μιας γενιάς που έρχεται να συναντήσει την εσωτερικότητα και την πνευματικότητα, αηδιασμένη από μια κραυγαλέα πολιτική, στρεφόμενη σε αυτή τη φάση προς τις «παρέες», κάθε λογής.

Το 1972, «σ’ αυτό τον κόσμο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί κι οι πόθοι τους ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή», ενώ αντίθετα στα 1983 ή υπόγεια διαδρομή έχει λήξει, έχει γίνει κιόλας υπέργεια, έχει γίνει τραπεζάκια έξω, έχει γίνει οι «παρέες» πού φτιάχνουν ιστορία.

«Λόγια άγρια παράξενα κι ατόφια σάβανα και χώματα στην μούρη της την ψόφια». «Φταίνε τα τραγούδια της φταίει κι ο λυράρης, φταίει κι ο ίδιος ο λαός γιατί είναι μαραζιάρης».

Τώρα πια η «μούρη της η ψόφια», η κριτική στον λυράρη, στα τραγούδια της και στον ίδιο τον λαό πού είναι μαραζιάρης χάνεται και μένει μόνο η αναφορά στη μοναδικότητα του ελληνισμού. Η κριτική στην εργασία, «σε ευχαριστώ ω εταιρεία», γίνεται πια εκθειασμός της. Πρέπει να «δουλεύουμε», άσχετα με το τι κάνουμε. Βέβαια ο Διονύσης στο Πήλιο, προσπαθώντας να φτιάξει τα τραγούδια του, εκθειάζει την εργασία, χωρίς όμως να αναμετριέται με την εργασία του εργοστασίου, με την δαχτυλογράφο, τον νέο υπάλληλο. Για ποια εργασία πρόκει­ται αγαπητέ; Της γενιάς σου, εκείνων πού έχουν ήδη μια διευθυντική θέση στην κοινωνία μας ή την εργασία των άλλων, των «κολασμένων»;

Όμως ο Διονύσης, η γενιά του, είχε ακόμα πολλά να δώσει. Είχε να ολοκληρώσει τη στροφή προς την ταυτότητα και την παράδοση του ελληνισμού, που ολοκληρώνει στη διάρκεια της δεκαετίας του ‘90. Διαπράττει σίγουρα αλλεπάλληλα φάουλ, όπως, «με τον Πάριο (και) με τον Τόλη» («Όλα τα κέντρα ανοίγουν πάλι» στο Ζήτω το ελληνικό τραγούδι, 1987) ή τα τραγούδια με τη Βουγιουκλάκη την Πρωτοχρονιά του 88 («Νάτος με τη Βουγιουκλάκη/μας άργησε λιγάκι/μα μπήκε στο χορό»). Ωστόσο την ώρα που είμαστε έτοιμοι να τον σιχτιρίσουμε –και αυτό έχει επαναληφθεί πολλές φορές– «νάτος» με τους «κωλοέλληνες» το 1989 να συλλαμβάνει όλο το δράμα που παίχτηκε στη μεταπολίτευση

Πίσω απ’ τ’ αυτάρεσκα τραγούδια μας η σήψη προχωρούσε
Τις μπερδεμένες μας ζωές φαουστικά σκηνοθετούσε
Ήμασταν πάντοτε μιας ήττας που νικάει την εξουσία
και ξαφνικά μας παρεδόθη αληθινά, τι τραγωδία

Και τέλος πάλι το 1994 στον δίσκο Μη πετάξεις τίποτε, στο τραγούδι «Στις ακτίνες του Βορρά»: «Ο Βορράς είναι εκεί στη Λευκωσία, στον Χρυσόστομο πλάι στην πράσινη γραμμή και δεν δέχεται άλλη ομοσπονδία μόνο των Βαλκανίων την Βυζαντινή» ενώ στον ίδιο δίσκο, στο «Μέρες καλύτερες θαρθούν»

«Ώσπου η δόλια η φωνή να βρει την ρίζα εκείνη
που χάσαμε κι εγώ κι εσύ σαν Φραγκολεβαντίνοι
Φιλότεχνοι κι αλλήθωροι προς κάποια δύση πάντα
που παραμόρφωσε γενιές, παλιά κι απ’ το τριάντα
την ώρα που το μέσα μας κοβόταν σαν διαμάντι
στου Καζαντζίδη το λυγμό και του Παπαδιαμάντη
Κι εμείς που αριστερίσαμε, ποιο τάχα ήταν το λάθος;
εφιάλτης ήταν το είδωλο, αλήθεια όμως το πάθος
και βούλιαξε στον χείμαρρο, στο δίκιο του πνιγμένο
και ξάφνου βγήκε απ’ τα κλαδιά της Πίστης φωτισμένο.»

Η γενιά του ’60 αναζητά την «κάθαρση». Έχει πλέον απομακρυνθεί από τα παλιά ναρκωτικά, του κρατικού σοσιαλισμού που κατέρρευσε, και ψυχανεμίζεται πως βρίσκεται μπροστά σε έναν καινούργιο ανεξερεύνητο κόσμο. Έχει κατανοήσει πως την εποχή της παγκοσμιοποίησης οι παλιές αναφορές αποκλειστικά στην ταξική αντιπαράθεση δεν αρκούν πλέον και μπορείς ν’ αντέξεις βυθιζόμενος στις πηγές της ταυτότητας και της ιδιοπροσωπίας, στα αρχέτυπα της κοινοτικότητας. Και αυτό κατορθώνει να εκφράσει για μια ακόμα φορά ο Σαββόπουλος. Δυστυχώς όμως για τελευταία.

Η εξάντληση της γενιάς

Γιατί το σκουλήκι βρισκόταν ήδη μέσα στο μήλο. Η γενιά του Διονύση Σαββόπουλου δεν είναι πλέον μια οποιαδήποτε γενιά, είναι ήδη από τη δεκαετία του 1980 διευθυντές επιχειρήσεων, δικηγόροι, εκδότες, παράγοντες του ιδιωτικού, κοινωνικού και οικονομικού «βίου» ενώ στα 1990 φθάνει στο απόγειο της ισχύος της. Είναι μια γενιά φιλελευθέρων αστών πού κουβαλάει την «μπάλα» του ζευγαριού, έχει αναθρέψει σχετικά «αντιεξουσιαστικά» τα παιδιά της και αν ονειρευόταν κάποιους θεσμούς αυτοδιαχείρισης στα 1980, τώρα στα 1990 αρκείται σε μια «εκσυγχρονιστική» πολιτική, σε ένα «μητσοτάκ» (όπως αποκαλείται το ομώνυμο τραγούδι του Διονύση) που θα καθαρίσει την κόπρο του Αυγείου της Ανδρεϊκής διαφθοράς, και ακόμα αυθεντικότερα στον «λογιστή» Σημίτη

Και ο κύκλος θα κλείσει πλέον στη δεκαετία του 2000, όταν οι ξεριζωμένοι των αρχών της δεκαετίας του ‘ 70, θα οδηγηθούν στον απόλυτο μηδενισμό, μηδενισμό εθνικό, (τον εθνομηδενισμό), μηδενισμό οραματικό (ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο) και μόνος οριζοντας δεν είναι πλέον η «Μαύρη Θάλασσα» αλλά η «όχθη» της πισίνας. Και έτσι θα πέσει και το τελευταίο οχυρό, οι παρέες της δεκαετίας του 80 δεν αποτελούσαν πλέον διέξοδο για τους πενηντάρηδες του 1995· η συντριπτική πλιοψηφία της γενιάς θα επιλέξει την οριστική, αμετάκλητη ενσωμάτωση – και ταυτόχρονα το τέλος της ως γενιάς.

Μαζί με τα τελευταία οχυρά που καταρρέουν θα πέσει και ο Διονύσης. Ακόμα και η «17 Νοέμβρη» ένα άλλο απωθημένο σύμβολο της γενιάς, ο «τιμωρός», γκρεμίζεται με πάταγο στην ανυποληψία όταν συλλαμβάνονται τα μέλη της. Και από τα τέλη της δεκαετίας του 90 αρχίζει σταδιακά η… κάθοδος στον Άδη και για τον Διονύση. Η μεγάλη και οριστική, από ότι δυστυχώς φαίνεται μεταστροφή, μια και διαρκεί ήδη δέκα χρόνια και ο Διονύσης δεν μπορεί να γράψει ούτε καν ένα τραγούδι της προκοπής. Γιατί αυτό είναι το τίμημα της επιτυχίας στα «πεδία των αστικών μαχών». Ο Σαββόπουλος ξαφνικά ΓΕΡΑΣΕ. Έγινε ένας εξηντάρης πού χτυπάει όλες τις δεξιώσεις πού μπορεί κανείς να φανταστεί, ένας εξηντάρης που έχει γίνει αναρίθμητα εξώφυλλα στα περιοδικά, έχει δώσει δεκάδες συνεντεύξεις, και τέλος με υπέρτατη αλαζονεία –πού ο ίδιος την βαφτίζει παιχνίδι– αρχίζει από το 1983 να «ανεβαίνει στους ουρανούς» και το 2000 εκθειάζει μια Ολυμπιάδα που ολοκλήρωσε την καταστροφή της Ελλάδας και την υπερσυγκέντρωση στην Αθήνα.

Ο Διονύσης είναι η πιο ολοκληρωμένη έκφραση της γενιάς του, μιας γενιάς πού από το πολιτικό αρχικά, την «βασανισμένη ιδιώτευση του 80, το πολιτιστικό, την «υπόγεια διαδρομή» στη συνέχεια– έχει ήδη καταλάβει το «κέντρο». Η «γενιά του 114», του Σαββοπούλου, ανεδύθη με τον… Σημίτη και τον Ράμφο, και ο Διονύσης δεν υπήρξε εν τέλει παρά το σύμβολο της ή το προπέτασμα καπνού της.

Ο Σαββόπουλος, κάποτε, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 είχε ακόμα συνείδηση –σε ένα βαθμό– της νέας πραγματικότητας, της απόστασης πού τον χωρίζει από βιώματα – τον «εκνευρίζει αυτή η φωνή πού όσο πάει και εξασθενεί». Και έχει ήδη συνείδηση πως «θάταν τρελό να προσπαθώ αυτό τον άνεμο να εκφράσω. Με τα φαναράκια του αρκεί να γειτονέψω, Βγάζω τα τραπεζάκια μου έξω».

Εδώ δίνεται το στίγμα. Ο Σαββόπουλος ήδη από το 1983 αρκείται πλέον να «γειτονέψει» με τα φαναράκια του ανέμου. Το 2008, δυστυχώς, μένει πλέον εντελώς τυφλός σε αυτή τη «νέα γεωγραφία». Η κυριολεκτική «κατακρήμνιση» θα συντελεστεί από το 2001 έως το 2004. Ο «Διονύσης» δεν αρκείται να ταχθεί «εθελοντής» –με το αζημίωτο των συναυλιών– για το μεγάλο όραμα του Αθηνοκεντρισμού, την Ολυμπιάδα, αλλά φτιάνει ακόμα και τραγουδάκια για τη Γιάννα Αγγελοπούλου

Τριάντα του μηνός λοιπόν /και των Τριών Ιεραρχών
ήρθε κομψή ή κυρα-Γιάννα/για να βαρέσει την καμπάνα
για να πυκνώσουν τις γραμμές μας/οι Αθηναίοι εθελοντές μας.

( « Των Τριών Ιεραρχών» 30/1/02)

Και οι πολιτικές του αντιλήψεις εξελίσσονται αναλόγως. Τώρα πια δεν διστάζει να διακηρύξει πως όπως «τότε –το 1964– όλος ο κόσμος ήταν, και δικαίως, κατά της Αμερικής όλος ο κόσμος είναι τώρα, δικαίως, με το μέρος της. Από Κίνα κι Αραβία ως τη Ρωσία.» Και βέβαια για την καθυστέρηση του Τρίτου Κόσμου δεν ευθύνεται η Δύση αλλά ο… ίδιος ο Τρίτος Κόσμος: «Δεν μπορώ να καταλάβω με ποιον τρόπο ευθύνεται η Δύση για την καθυστέρηση της Ανατολής. Εγώ πιστεύω ότι η Ανατολή είναι καθυστερημένη γιατί δεν μπόρεσε να εμβαθύνει στην Παράδοσή της και τη βλέπει επιφανειακά και μένει πίσω και μετά της φταίνε οι άλλοι.» (Συνέντευξη στην Όλγα Μπακομάρου «Ανοιχτό μυαλό-το καλύτερο λίφτινγκ», Ελευθεροτυπία – 22/12/2001).

Πλέον ο Σαββόπουλος και η γενιά του –η γενιά μας– μας τελείωσε. Μας τελείωσε μαζί του και η νεο-ορθοδοξία ως ριζοσπαστικό ρεύμα που ήρθε στη δεκαετία του 70 και ’80 να απαντήσει στην εκθεμελίωση του ελληνικού προσώπου που έφερνε η μεταπολίτευση. Την καταβρόχθισε η νέα ευημερία μιας δουλοκτητικής και παρασιτικής κοινωνίας, και κρατιέται ακόμα, όσο κρατιέται, μόνο γιατί υπάρχουν οι εξωτερικές απειλές.

Πρόκειται για μια κυριολεκτικά τραυματική εμπειρία. Για «ολίγον θάνατο» για όλους μας· ο Σαββόπουλος δεν ήταν απλά ένας τραγουδοποιός, ήταν η γενιά μας η ίδια. Και ο καλλιτεχνικός του θάνατος, αυτή η τόσο απόλυτη ένταξή του στις πιο χυδαίες εκφράσεις του συστήματος, μοιάζει ως εάν να ήθελε να πραγματοποιήσει μια ακόμα πρόκληση, την έσχατη πρόκληση του Διονύση:

Είναι σα να απευθύνεται στις νεώτερες γενιές και να τους τονίζει: Μην περιμένετε πια τίποτε ή σχεδόν τίποτε από τη γενιά μου. Είναι καιρός η ελληνική κοινωνία, αν έχει ακόμα το κουράγιο να γεννήσει μια νέα, μιαν άλλη γενιά. Διαφορετικά θα μείνει μόνον η απουσία, η απουσία μιας μεγάλης γενιάς, μιας μεγάλης και ανεπανάληπτης φωνής.

«Μέσα από τη ζέστα του σφαγείου και με στεφάνια δροσερά θ’ ανταμωθούμε μια τρελή Πρωτομαγιά και το πλυμένο σώμα πίσω από τα λουλούδια θα ενωθεί Δός μου τα λόγια επιτέλους, να μην είμαι μοναχός».

Κείμενο του Γ. Καραμπελιά(*) για το Σαββόπουλο, δημοσιευμένο στο περ. Μανιφέστο

* Εκδότη της εφημερίδας Ρήξη και του περιοδικού Άρδην.

(1908) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *