Μια ρωμέικη πολιτική πρόταση για την οικονομική κρίση

(και όμως υπάρχει…)


Μετά το οικονομικό ολοκαύτωμα και την λεηλασία των ελληνικών οικονομικών συμφερόντων από εγχώριους και αλλοδαπούς ξενιστές του προϋπολογισμού, οι Έλληνες στέκονται άφωνοι μπροστά σε κολοσσιαίου μεγέθους χρέη, τα οποία πλέον παύουν να έχουν οικονομική διάσταση. «Όταν χρωστάς δεν είσαι ελεύθερος» μας ανακοίνωσε πρόσφατα ο κ. Παπακωνσταντίνου. Παραδοχή μιας ήττας, ιστορικής πια σημασίας. Έλληνα, δεν είσαι ελεύθερος να καθορίζεις την πορεία σου. Άλλοι θα καθορίζουν την μοίρα σου. Έχεις γρόσια; Έχεις γλώσσα. Αλλιώς στα δόντια του ΔΝΤ.


Ήσουν όμως πιο πριν ελεύθερος Έλληνα; Δεν νομίζω. Η κηδεμονία της φαύλης πολιτικής σπείρας που λεηλάτησε επί δεκαετίες με λογιστικά και νομικά τεχνάσματα τον δημόσιο πλούτο των ταμείων και όχι μόνο, σήμερα φαίνεται να αντικαθίσταται από την κηδεμονία των τεχνοκρατών του ΔΝΤ. Και οι δυο περιπτώσεις κηδεμονίας, η απερχόμενη και η επερχόμενη έχουν ένα κοινό: Την απουσία λογοδοσίας στο λαό. Την απουσία ακριβής ενημέρωσής του για τα οικονομικά μεγέθη (δεν ξέρει αυτός…). Την φιλοσοφία της ανάθεσης στους «ειδικούς». Την πολιτική αποχαύνωσή του. Αυτή ακριβώς είναι η βαρβαρότητα που μας αντιδιαστέλλει από τους Έλληνες και Ρωμηούς πρόγονούς μας. Και αυτό γιατί η δική τους πολιτική στάση, αντιδιαστελλόμενη από την μίζερη δική μας, θα ξεκινούσε με ένα αίτημα, που είναι ίσως κρυμμένο ακόμα στο πολιτισμικό μας γονιδίωμα και μας γαργαλάει την γλώσσα καμιά φορά όταν ψελίζουμε που «πήγαν τα λεφτά», αλλά ποτέ δεν τολμά να βγει και να αποτελέσει μια άρτια πολιτική πρόταση: Πρόκειται για το αίτημα για  διαρκή και διάχυτο έλεγχο της εξουσίας από τον πολίτη. Ναι, αυτό θα ζητούσαν αυτοί αν ήταν σήμερα εδώ. Εκεί λοιπόν πάσχουμε και είμαστε λειψοί, δεν έχουμε το ηθικό σθένος να ελέγξουμε τους άρχοντές μας. Δεν έχουμε τα κουράγια να δημιουργήσουμε διαδικασίες και θεσμούς για να υπερασπιστούμε το δημόσιο συμφέρον, αλλά και το μέλλον των επόμενων γενεών ελλήνων. Και είμαστε υπόλογοι για αυτό.


Ποια είναι λοιπόν η πολιτική πρόταση που πηγάζει από τις αρχές της παράδοσης και του εθνικού μας μύθου; Η διαρκής και διάχυτη λογοδοσία των αρχόντων από κάθε πολίτη, νομικώς κατοχυρωμένη, με ειδικότερη έκφραση αυτής την δημοσιονομική λαϊκή αγωγή, η οποία θεωρώ ότι συνιστά και τον ακρογωνιαίο λίθο για την ανάσταση της Ελληνικής (ρωμέικης) πολιτικής σκέψης.  Για κάθε δημόσιο ευρώ που ξοδεύεται, πρέπει να υπάρχει πραγματική και όχι πλασματική έγκριση από τον πολίτη, καθώς και δυνατότητα αμφισβήτησης και καταλογισμού σε περίπτωση κακής διαχείρισης στους άρχοντες. Τότε μόνο θα υπάρχει ισονομία και ισοπολιτεία.


Τόσο ο Ηράκλειτος που ισχυρίστηκε ότι οι πολίτες πρέπει να αγωνίζονται για τους νόμους της πόλης όπως για τα τείχη της, (μάχεσθαι χρὴ τὸν δῆμον ὑπὲρ τοῦ νόμου ὅκωσπερ τείχεος), όσο και η φιλοσοφία του πολίτη οπλίτη πάνω στην οποία στηρίχθηκε το μεγαλείο της κλασσικής Αθήνας, το κοινοτικό πνεύμα που ανέθρεψε τους βυζαντινούς Ακρίτες και συντήρησε την Ρωμηοσύνη στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας, και τέλος η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, συνδέονται σταθερά με ένα διαχρονικό πολιτισμικό νήμα. Τον ασίγαστο πόθο των Ελληνων ρωμηών «να κυβερνιέται η Πατρίδα μας με αρχές και νόμους κι όχι με το έτσι θέλω!» όπως είχε πει ο αγράμματος Ρωμηός στρατηγός Μακρυγιάννης. Αυτού ακριβώς του νήματος οφείλουμε να συνεχίσουμε να ξεδιπλωνουμε το μίτο.


Δεν χρειάζεται λοιπόν να εισάγουμε πολιτική σκέψη και ιδέες για να καλυφθεί το έλλειμμα πολιτικών προτάσεων και λύσεων ενόψει της οικονομικής μας κρίσης. Η παράδοση και ο πολιτισμός μας μπορούν να μας εμπνεύσουν με πολιτικές άμεσα εφαρμόσιμες αρκεί να αφουγκραστούμε λίγο την δική μας ψυχή, αρκεί να κάνουμε το γνώθι σαυτον πυξίδα μας. Η συνειδητοποίηση όχι μόνο της ευθύνης μας αλλά και της αρμοδιότητάς μας να εμπλακούμε στα κοινά και να διεκδικήσουμε όχι ως πολιτικοί αλλά ως πολίτες είναι μια ώριμη πολιτική πρόταση ικανή να εμπνεύσει θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Ήρθε η ώρα να αναβαπτιστεί η πολιτική μας φιλοσοφία στη πηγή των αρχών που καθόρισαν το «ομοηθές» του ελληνικού έθνους. Οφείλουμε να αντικαταστήσουμε μέσα μας τον γραικό επαίτη με τον έλληνα πολίτη. Να αναδείξουμε το αξίωμα του πολίτη που θα νοιαστεί για όλα όσα συμβαίνουν στην γειτονιά, την πόλη και την χώρα του, αλλά και σε όλο τον κόσμο. Αυτού που θα κάθε μέρα επαναλαμβάνει στον εαυτό του: «Να αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Άμα δε σωθεί, εγώ θα φταίω».


Και για να μην θεωρητικολογώ μόνο, θα καταστήσω σαφές ποια είναι η πολιτική πρόταση: Να απαιτήσουμε να μας αιτιολογήσουν οι πολιτικοί μας πως δημιουργήθηκε κάθε ευρώ χρέους που μας καλούν να πληρώσουμε, διαφορετικά να προβούμε σε καθολική άρνηση πληρωμής των φόρων, πράγμα όχι τόσο δύσκολο για αρκετούς από εμάς (ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος), και δεν εννοώ φυσικά τους έλληνες καταθέτες στην Ελβετία…


Δεν έχουμε πια την πολυτέλεια να δεχόμαστε ως χρέος ότι μας αναγγέλουν οι πολιτικοί μας χωρίς διαμαρτυρία. Πρέπει να δούμε τον λογαριασμό πριν τον πληρώσουμε, αν όντως πρέπει να τον πληρώσουμε εμείς …

.

(599) αναγνώσεις

2 comments

  1. Συμφωνώ με την πρόταση συμμετοχικότητας, διαφωνώ ή έχω τουλάχιστο σοβαρές επιφυλάξεις εάν υπήρχε μια συνέχεια επί Βυζαντίου, όπως επίσης δεν αντιλαμβάνομαι το αποτέλεσμα το οποίο θα είχε η στάση πληρωμών η οποία φαίνεται να κερδίζει έδαφος ως πρόταση μετά τις αντίστοιχες εισηγήσεις του Μπογιώπουλου, αν δεν κάμω λάθος.
    Η στάση πληρωμών θα έχει ως αποτέλεσμα να μην πληρώνονται ούτε οι μισθοί στο δημόσιο, ούτε οι συντάξεις. Πώς είναι δυνατόν να επιλέγουμε μια τέτοια προοπτική, όταν οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι έτοιμοι να φράξουνε δρόμους και λιμάνια αρνούμενοι να δεχθούνε ακόμη και μείωση κατά 10%, υποστηρίζοντας το “δικαίωμα” που δήθεν έχουνε να τρώνε λεφτά τα οποία δεν υπάρχουνε (δηλαδή δανεικά);
    Για να γίνουνε οι αλλαγές στον δημόσιο βίο, τις οποίες κατονομάζει ο συγγραφέας, χρειαζόμαστε κατά πρώτον χρόνο και κατά δεύτερον πολιτική και όχι μόνο λογιστική αντιμετώπιση των ιδιαιτεροτήτων της ελληνικής περίπτωσης. Το πρώτο θα μπορούσαμε πανεύκολα να το έχουμε, εάν είχαμε στραφεί εξαρχής στο ΔΝΤ, το οποίο έχει ξεκάθαρους όρους (και προπαντώς χαμηλότερα επιτόκια από ότι αυτά με τα οποία θα προμηθευτούμε χρήμα από την Ε.Ε.) και ως εξ’ αυτού δεν χρειάζονται χρονοβόρες διαπραγματεύσεις. Ωστόσο οι καθαροί όροι, είναι καθαροί, ακριβώς επειδή πρόκειται για λογιστική και άρα αναπαραγωγίσιμη αντιμετώπιση, η οποία εξορισμού δεν είναι δυνατόν να λαμβάνει ιδιαιτερότητες τις κάθε κοινωνίας. Αυτές οι ιδιαιτερότητες μόνο στα λαίσια μιας πολιτικής αντιμετώπισης είναι δυνατόν να ληφθούνε υπόψην. Για τον λόγο αυτό η ελληνική πλευρά επιδίωξε την συμμετοχή της Ε.Ε. ως πολιτικό φορέα της στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Το πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση είναι, ότι δεν οφείλει μόνο η Ε.Ε. να δεί το πρόβλημα μέσα από τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και η ελληνική κοινωνία να κατανοήσει τις αντίστοιχες πολιτικοπολιτισμικές ιδιαιτερότητες των χωρών με την εγγύηση των οποίων επιδιώκει να εξασφαλίσει την δανειοληπτική της ικανότητα. Σε αυτό το σημείο υπάρχει ένα εμφανές πρόβλημα και για αυτό βλέπουμε επί του παρόντος ανάμεσα σε δύο εμπλεκόμενες κοινωνίες (την γερμανική και την ελληνική) να εκτοξέυονται εκατέρωθεν δηλώσεις απαξίωσης.
    Το ΔΝΤ θα προσπαθήσει παράλληλα με την μείωση των εξόδων να αυξήσει και τα έσοδα του κράτους. Ο μόνος τρόπος να γίνει αυτό είναι η αύξηση της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα και μάλιστα είτε με την απευθείας παραγωγή πρώτον υλών (εθνικός πλούτος), είτε με την εισροή ξένων επενδυτικών κεφαλαίων και μεταφορά μονάδων παραγωγής από το εξωτερικό στην Ελλάδα. Ο δρόμος παραγωγής εθνικού πλούτου φαντάζει, τουλάχιστο επί του παρόντος, αστείος. Το μόνο το οποίο απομένει είναι η μεταφορά μονάδων παραγωγής από το εξωτερικό στην Ελλάδα. Αυτό όμως γίνεται μόνο εάν στην Ελλάδα υπάρχουνε φθηνά εργατικά χέρια, φθηνότερα για παράδειγμα από την Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία και Αγγλία, κατά κύριο λόγο, αλλά και από χώρες – ανταγωνίστριες όπως η Τσεχία και η Πολωνία κατά δεύτερο. Για να αποφευχθεί ο ανταγωνισμός με χώρες όπως η Πολωνία και η Τσεχία στην βάση μισθών ανειδίκευτων εργατών, πρέπει να αυξηθεί η ελκυστικότητα της ελληνικής αγοράς εργασίας σε τομείς όπως παροχή υπηρεσιών και τεχνογνωσίας μέσου επιπέδου.
    Δύο είναι λοιπόν τα κύρια ζητούμενα για την ελληνική πολιτική και οικονομία, για το επόμενο διάστημα:

    1ον η απεξάρτηση της ελληνικής κοινωνίας από τον δυτικό τρόπο καταναλωτικής διαβίωσης, ώστε η μείωση μισθών να μεταφραστεί εξολοκλήρου σε πτώση του κόστους διαβίωσης. Αυτό προϋποθέτει επιπλέον την εξίσωση μισθών στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.

    2ον ο προσανατολισμός της ελληνικής δευτεροβάθμιας, ειδικά τεχνολογικής, εκπαίδευσης σε τομείς, οι οποίοι θα μεταφέρουνε το βάρος ανταγωνισμού με χώρες όπως η Πολωνία και η Τσεχία, από τους μισθούς στον τομέα παροχής υπηρεσιών και διεκπαιρέσωης της παραγωγής από υλικοτεχνικής άποψης. Δηλαδή να ανοίγουνε οι επενδυτικές εταιρείες, μονάδες παραγωγής στην Ελλάδα, αλλά εκτός από φθηνούς ανειδίκευτους εργάτες, να βρίσκουνε και φθηνούς, αλλά καλούς, τεχνικούς, λογιστές, μηχανικούς, υπομηχανικούς κ.ο.κ.

  2. Πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση, αλλά εάν δεν διοχετευθεί μέσα σε κάποια συλλογικότητα, φοβάμαι ότι δεν πρόκειται ποτέ να πραγματωθεί. Γιαυτό προτείνω τη σύσταση ομάδας που θα διεκδικήσει “τον αναλυτικό λογαριασμό” του χρέους και θα συμφωνήσει και θα καλέσει τους απανταχού συμπολίτες μας σε άρνηση πληρωμής φόρων.

    Ωστόσο, αν υποθέσουμε ότι η άρνηση καταβολής των φόρων γίνει, τι θα συμβεί μετά;
    ……………………….
    Το πρώτο που μου ‘ρχεται στη σκέψη είναι πόλεμος απ’ έξω (στρατός δε θα υπάρχει, ούτε κράτος)… Δεν ξέρω τις πιθανότητες αυτού του τρομοσεναρίου, αλλά αν υπάρχει έστω και μία στις χίλιες, πόσο έτοιμοι είμαστε να το αντιμετωπίσουμε; Και εάν πολεμούσαμε τελικά υπέρ της οικονομικής μας ελευθερίας και ευημερίας, γιατί να μην διεκδικήσουμε με όλα τα μέσα, ανοιχτά και καθαρά, την πτώση της κυβέρνησης ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ; αλλά και εάν έπεφτε η κυβέρνηση, ποιός μας εγγυάται ότι η επόμενη θα υπηρετήσει τον ελληνικό λαό και θα υπερασπιστεί τα εθνικά συμφέροντα;

    Έτσι, θυμώνω διαπιστώνοντας την αδυναμία μου να δράσω με κάποιον αποτελεσματικό τρόπο, υπερ της κοινωνίας και της πατρίδας μου.. Είμαι κατά της βίας και δε φοβάμαι τη φτώχεια, αλλά αντιδρώ στη σκλαβιά του χρήματος, στη δουλεία της δουλειάς, στην εκπαιδευτική αμορφωσιά και στο ξεπούλημα των πανανθρώπινων ιδανικών.

    Είμαστε πολλοί αλλά μόνοι, σκορπισμένο κοπάδι, εύκολη λεία για τους λύκους που ήρθαν. Γιαυτό ας γίνουμε τουλάχιστον συλλογικότητες, να μαζευτούμε, να σκεφτούμε, να βάλουμε κάτω τις γνώσεις, τις σκέψεις μας και ότι έχει ο καθένας, μπας και κάνουμε κάτι χρήσιμο και καλό…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *