Η Βρεταννία αναπροσανατολίζεται

Γράφει ο Ανδρέας Σταλίδης.
Δημοσιεύθηκε στην Εστία, στις 14 Φεβρουαρίου 2017.

Η νέα πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Τερέζα Μέυ μέσα σε επτά μήνες πραγματοποίησε δύο επισκέψεις στις ΗΠΑ, και από μία σε Κίνα, Ινδία Μπαχρέιν, Ελβετία και Τουρκία. Δεν παρέλειψε και τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για ευνόητους λόγους. Επισκέφθηκε δύο φορές τη Γερμανία και το Βέλγιο, και από μία τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Σλοβακία, την Πολωνία, τη Δανία, την Ολλανδία, την Ιρλανδία και τη Μάλτα. Όμως αν κάτι είναι ενδεικτικό του αναπροσανατολισμού της στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, είναι οι επισκέψεις της σε χώρες εκτός ΕΕ.

Eπισκέφθηκε τον νέο Αμερικανό Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ μόλις την έβδομη ημέρα μετά την ορκομωσία του. Και αμέσως ανταπόδοσε καλώντας τον στον ανώτατο βαθμό επίσημης επίσκεψης στο Η.Β., κατά την οποία συμπεριλαμβάνεται και συνάντηση με την Βασίλισσα.

Πρώην διπλωμάτες αντιδρούν με το σκεπτικό ότι η βεβιασμένη πρόσκληση πριν ακόμα ξεκαθαριστεί ο άξονας διεθνούς πολιτικής κατεύθυνσης του Αμερικανού Προέδρου, αλλά και πριν κοπάσουν οι παρενέργειες της προεκλογικής ρητορικής του, εκθέτει το Βρεταννικό Στέμμα, διότι το τοποθετεί στο ίδιο στρατόπεδο με έναν αμφιλεγόμενο παράγοντα. Ο Ομπάμα έκανε αντίστοιχη επίσκεψη τρία χρόνια μετά την ορκομωσία του,

Οι αντιδράσεις συνεχίστηκαν από τον Πρόεδρο της Βουλής του Westminster Τζον Μπέρκοου, ο οποίος ξεκάθαρα είπε ότι δεν πρέπει να επιτπραπεί να μιλήσει εκεί ο Ντόναλντ Τραμπ. Έτσι, κατετέθη πρόταση μομφής εναντίον του και κινδυνεύει να χάσει τον πολιτειακό του ρόλο! Ταυτόχρονα, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Βρεταννοί πολίτες συνυπέγραψαν ηλεκτρονική επιστολή κατά της επίσκεψης, κάτι με το οποίο φαίνεται να συμφωνεί και το 36% των πολιτών μέσω δημοσκοπήσεων.

Ο ηγέτης των Εργατικών Τζέρεμυ Κόρμπιν τάχθηκε κι αυτός δημοσίως κατά της επίσκεψης, ενώ ο αρχηγός της αστυνομίας από την πλευρά του εκτίμησε ότι η φύλαξη του Αμερικανού προέδρου θα κοστίσει πάρα πολλά εκατομμύρια στερλίνες. Παρά το βαρύ κλίμα, η Βρεταννίδα πρωθυπουργός δεν κάμπτεται. Έχει δημοσίως δηλώσει ότι δεν επιδιώκει να παραμείνει η χώρα της στην κοινή ευρωπαϊκή αγορά και ξεκίνησε αγώνα δρόμου εκτός Ευρώπης.

Ο κίνδυνος αποτυχίας των διετών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ από τη στιγμή που θα ενεργοποιηθεί το άρθρο 50 της ιδρυτικής της συνθήκης (βάσει το οποίου αποχωρεί μία χώρα) είναι να βρεθεί στη θέση μίας απλής τρίτης χώρας για την οποία θα ισχύουν οι πρόνοιες του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου, για όσο διάστημα δεν υπάρχει συγκεκριμένη εμπορική συμφωνία. Έτσι, προσπαθεί να καλύψει τα νώτα της με τις ΗΠΑ, Κίνα και Ινδία, και όπως φαίνεται θα στραφεί και προς Καναδά και Αυστραλία.

Η Βρετανική οικονομία δεν έχει ακόμα συνέλθει από την κρίση του 2008. Το Μπρέξιτ θα σύρει ακόμα πιο πίσω την επαναφορά της στην κανονικότητα. Είναι όμως προδιαγεγραμμένο ότι θα συμβεί. Χώρες οι οποίες κοιτάζουν μπροστά, αντιλαμβάνονται τον διαρκώς εβρισκόμενο σε αλλαγή κόσμο, και μάλιστα με ολοένα και γρηγορότερο ρυθμό αλλαγών. Έτσι αναπροσαρμόζονται σε κάθε στιγμή στις νέες συνθήκες.

Αυτό κάνει και η Βρεταννία σήμερα. Επενδύει σε έναν καινοφανή αγγλοαμερικανικό άξονα και μία νέα «ειδική σχέση» της οποίας τα θεμέλια δεν είναι πλέον οι απελευθερωμένες εμπορικές σχέσεις, αλλά η έμφαση στην οικονομική ιδιοπροσωπεία και, ίσως, στον προστατευτισμό. Ο κόσμος σίγουρα αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα. Όποιος δεν τον ακολουθεί, τουλάχιστον ας τον παρακολουθεί.

(245) αναγνώσεις

One comment

  1. Η Βρετανίδα πρωθυπουργός φαίνεται να “πιάνει” αυτή την παγκόσμια εξέλιξη/αλλαγή. Όποιος δεν την αντιλαμβάνεται και δεν προσαρμόζεται καταλλήλως, σίγουρα κάποτε θα βρεθεί ξεπερασμένος.
    Η επιμονή τού “καθώς πρέπει” (politically correct) κατεστημένου, να μην θέλει να αποδεχτεί τον Trump, επειδή ούτε προέρχεται από, ούτε ανήκει στην τάξη του, χαρακτηρίζοντάς τον απλώς λαϊκιστή, δείχνει δυσκαμψία και δυσκολία κατανοήσεως τού πολιτικού γίγνεσθαι διεθνώς.

    Σχετικώς με τις χώρες τής Κοινοπολιτείας, με τις οποίες προσπαθεί να επανασυνδεθεί το ΗΒ, διερωτώμαι, αν αυτό είναι συμβατό με την προσπάθειά του να ενταχθεί σε κάποιο προτιμισιακό καθεστώς τής ΕΕ. Ο Καναδάς και η Αυστραλία δεν έχουν κανενός είδους οικονομικό σύνδεσμο με την ΕΕ και τα εισαγόμενα από τις χώρες αυτές πληρώνουν δασμό 18% σε όποιο τελωνείο τής ΕΕ κι αν εκτελωνισθούν. Πριν μπει το ΗΒ στην ΕΕ, είχε αφορολόγητα προϊόντα από την Κοινοπολιτεία, τα οποία ήσαν πάμφθηνα. Θυμούμαι που αγόραζε κανείς στο Λονδίνο ήδη ιματισμού και όχι μόνο, σε απίστευτα χαμηλές τιμές. Μετά την έξοδο τού ΗΒ από την ΕΕ, νομίζω ότι το καθεστώς των αφορολογήτων από χώρες τής Κοινοπολιτείας, τουλάχιστον απ’ αυτές που δεν έχουν κάποια δέσμευση με την ΕΕ, θα μπορεί να συνεχισθεί, υπό την προϋπόθεση ότι και το ίδιο το ΗΒ δεν θα αναλάβει δεσμεύσεις, που να το απαγορεύουν, με την ΕΕ.
    Οψόμεθα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *