Περί της αντισυστημικής ψήφου

του Βασιλείου Μπούτου* 

       Σε διεθνές πολιτικό επίπεδο, κυρίαρχο ίσως χαρακτηριστικό του έτους 2016 αποτέλεσε η λεγομένη αντισυστημική ψήφος, όπως εκφράσθηκε τόσο στην περίπτωση του αποκαλουμένου Brexit όσο και σε εκείνην των προεδρικών εκλογών στις Η.Π.Α.. Ανεξαρτήτως δε της θέσεως, την οποία δύναται κανείς να λάβει έναντι εκάστου των ανωτέρω ζητημάτων όσο και έναντι εκείνων, τα οποία φαίνεται να κυοφορούνται αλλαχού (λ.χ. Γαλλία, Ολλανδία), δύναται σχετικώς να διατυπωθεί σειρά ερωτημάτων – παρατηρήσεων, αναφερομένων είτε γενικώς στο σύνολο των εν λόγω ζητημάτων είτε ειδικώς σε κάποιο μόνον εξ αυτών, αλλά, πάντως, οπωσδήποτε ευλόγων και εν μέρει τελούντων υπό αποκλεισμό από το δημόσιο διάλογο, ο οποίος διεξάγεται υπό την προστατευτική (για ποιόν, είναι σαφές) «ομπρέλα» των κραταιών Μ.Μ.Ε.

       1) Πώς είναι δυνατόν οι σύγχρονοι (νεο)φιλελεύθεροι, πνευματικά τέκνα του Διαφωτισμού, την ιδεολογική καταγωγή εκ του οποίου διαρκώς όσο και εντελώς αυτάρεσκα υπενθυμίζουν, θιασώτες και διάδοχοι της περίφημης Τρίτης Τάξεως (Tiers Etat), να απορρίπτουν καθ’ ολοκληρίαν και να απαξιώνουν επιδεικτικώς -αποκαλώντας τες από «λαϊκίστικες» έως και «φασιστικές»- τόσο έντονα, ομοιόμορφα και πιθανόν εναρμονισμένα τις πλειοψηφικές κοινωνικές αντιδράσεις κόντρα «στο σύστημα, και τις ελίτ», όπως οι ίδιοι ερμηνεύουν τις εκδηλώσεις υποστήριξης του Brexit, του Trump (και ενδεχομένως αύριο της Le Pen, του Wilders κ.ο.κ., ανεξαρτήτως δε -τονίζεται και πάλι- εάν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με αυτές); Γιατί τις αποδίδουν μονοσήμαντα όσο και επί τη βάσει μιας λογικής προσεγγίσεως ενός πράγματι βασανιστικά συνθέτου φαινομένου τόσο υπεραπλουστευτικής ώστε να καταλήγει συνώνυμη της μικρονοϊκής απλοϊκότητας, σε ακροδεξιά, ρατσιστικά, εθνικιστικά αντανακλαστικά των λαών, με αποτέλεσμα αφ’ ενός μεν ουσιαστικά και σε σημαντικό βαθμό απλώς να τις συκοφαντούν αφ’ ετέρου δε να προσφέρουν εαυτοίς έτοιμη μία ευλογοφανή δικαιολογία για την εκ προοιμίου παραίτησή τους από οποιαδήποτε προσπάθεια κατανόησης των εν λόγω εκδηλώσεων καθώς και τον εκ μέρους των πεισματικό αποκλεισμό του παραμικρού ενδεχομένου κατ’ αρχάς μεν να αναγνωρίσουν την ύπαρξη ενός ολοφάνερου προβλήματος κατόπιν δε να ενσκήψουν επ’ αυτού και να κινηθούν προς την βέλτιστη δυνατή διαχείριση ή και επίλυσή του, καθιστώντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μάλλον ή βέβαιη την θυελλώδη περαιτέρω ανάπτυξη της δυναμικής του;

       2) Εάν είναι αληθές εκείνο, το οποίο υπογραμμίζουν σε τόνο απολύτως απαξιωτικό τα κυρίαρχα συστημικά Μ.Μ.Ε., ήτοι ότι κοινό σημείο των οπαδών του Brexit, του Trump κ.ο.κ. αποτελεί ο συνδυασμός χαμηλού επιπέδου τόσο μορφώσεως όσο και εισοδημάτων, και αν, ως φαίνεται, οι εν λόγω οπαδοί συγκροτούν κοινωνικές πλειοψηφίες, ποία άλλη απόδειξη χρειάζεται ως προς το γεγονός, ότι το κρατούν σύστημα και οι κυρίαρχες πολιτικές επιλογές είναι αποτυχημένες και χρήζουν ριζικής αναθεώρησης, αν όχι ανατροπής, δεδομένου ότι, όπως έχουν καταδείξει κορυφαίοι οικονομολόγοι (βλ. λ.χ. Joseph Stiglitz, Το τίμημα της ανισότητας, εκδ. Παπαδόπουλος)  αφ’ ενός μεν αναπαράγουν αλλά και διαρκώς διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες αφ’ ετέρου δε περιορίζουν απελπιστικά την λεγομένη κοινωνική κινητικότητα (social mobility), μέσω της εφαρμοζομένης οικονομικής και εκπαιδευτικής πολιτικής; Αν πάλι οι εν λόγω κυρίαρχες πολιτικές επιλογές χρήζουν ριζικής  αναθεώρησης ή, κατά μείζονα λόγο, ανατροπής, γιατί ηχεί λογικό ή πλέον λογικό αυτή να δύναται ή, πολύ περισσότερο, να οφείλει να προέλθει από το αυτό σύστημα που τις γέννησε και τις προώθησε μεθοδικά και βάσει προγραμματικού σχεδιασμού;

       3) Γιατί, κατά την απολύτως κρατούσα στα συστημικά M.M.E αντίληψη, θεωρείται εξ ορισμού σύμπτωμα παθογένειας η επιλογή του Brexit, ώστε να καθίστανται αντικείμενο -όχι απλώς ερεύνης αλλά- a priori επικρίσεως και δη σφοδρής τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και κίνητρα των οπαδών του, ποινικοποιουμένης της σχετικής επιλογής και λησμονουμένης κατά συνέπειαν, επιλεκτικώς και, ως εκ τούτου, όλως …αιφνιδίως της κατά κόρον διαφημιζομένης φιλελεύθερης ταυτότητάς των (των ως άνω Μ.Μ.Ε.); Πώς εξηγείται, ότι αποφεύγεται προκλητικώς, κατά τρόπον εμφανιζόμενο ως δήθεν απολύτως αυτονόητο και, ως εκ τούτου, γενεσιουργό οξύτατης σχετικής απορίας, ενστάσεως και αμφιβολίας, η εξέταση των αντιστοίχων γνωρισμάτων και κινήτρων εκείνων, οι οποίοι επιθυμούν την διατήρηση του υφιστάμενου status quo παρά την εξόφθαλμη αποτυχία του να υπηρετήσει τις κοινές ανάγκες; Προβληματική -και άρα αντικείμενο ερεύνης, αν όχι a priori επίκρισης- παρίσταται κατ’ αρχήν η απεγνωσμένη αναζήτηση εναλλακτικής – έστω και τυχόν αποδειχθησομένης επίσης αδιεξόδου- οδού ή η εμμονή στην διατήρηση της αυτής, αυταπόδεικτα -ως κοινώς διαπιστουμένης- καταστροφικής πορείας;

       4) Γιατί, κατά την ως άνω συστημική αντίληψη, η πολιτική πρόταση για την ευρωπαϊκή ενοποίηση αντιμετωπίζεται όχι ως ένα εγχείρημα διαθέτον τον χαρακτήρα ενός πολιτικοκοινωνικού πειράματος, το οποίο, όπως κάθε πείραμα, ενδέχεται να επιτύχει αλλά πιθανόν και να αποτύχει, ήτοι να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει μια θεώρηση, μια πρόταση, μία προσέγγιση ή μία προσδοκία, αλλά ως ιστορικό πολιτικό πεπρωμένο της ευρωπαϊκής ηπείρουμια ιστορική νομοτέλεια, περιβεβλημένη μάλιστα την αχλύ ενός μεγαλειώδους μύθου, το εκτόπισμα του οποίου δεν αφήνει σπιθαμή χώρου κριτικής εγρήγορσης και παρουσίας, προς την οποία (νομοτέλεια) και καλούμαστε άπαντες, εκόντες άκοντες, να συμμορφωθούμε, να πειθαρχήσουμε, να υποταχθούμε, καθώς και μία πολιτικοκοινωνική «αλήθεια», την οποία άκριτα, στρατευμένα και, ως εκ τούτου, απολύτως ανελεύθερα οφείλουμε να υπηρετήσουμε και στην οποία οφείλουμε να παραδοθούμε με την τυφλή αφοσίωση και τον λανθάνοντα ναρκισσισμό του πλέον ακραιφνούς, καθαρόαιμου και δογματικού υποστηρικτή της οιασδήποτε ιδεολογίας, ο οποίος ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται από την μετά τρόμου απώθηση της παραμικρής σκέψεως αμφισβητήσεως της αλήθειας ή του κύρους του ιδεολογήματός του, ήτοι αποδοχής του ενδεχομένου το ιδεολόγημα, στο οποίο έχει επενδύσει το είναι του σε επίπεδο σχεδόν υπαρξιακό, να μην δικαιωθεί ιστορικά;

       Ερωτώνται οι καυχώμενοι  περί της ακλόνητης πίστης του στον πολιτικό και κοινωνικό φιλελευθερισμό της «νέας εποχής»: το μέλλον της Ευρώπης άγεται νομοτελειακώς προς ένα συγκεκριμένο ιστορικό τέλος, το οποίο, μάλιστα, συνίσταται στην «ενοποίηση» της Ευρώπης, σε επίπεδο οικονομικό, πολιτικό και, συνεπώς, πολιτισμικό; Πόθεν προκύπτει τούτο και κατά ποίον τρόπο μία τέτοια οπτική της Ιστορίας, που φαίνεται να αποτελεί περίπτωση ιστορικισμού, καθίσταται ανεκτή υπό το πρίσμα των «φιλελεύθερων» ιδεωδών; Δύνανται, άραγε, να αναγνωρίσουν τον σχετικό πολιτικοκοινωνικό δογματισμό, στον οποίο έχουν αυτοεγκλωβισθεί; Πόσο συμβατή με τα «φιλελεύθερα» ιδεώδη κρίνεται η επιβολή της υποχρέωσης στους πολίτες (ή μήπως υπηκόους;) των ευρωπαϊκών κρατών, να αποδεχθούν, εκόντες ή ακόντες, ότι, σε πολιτικό επίπεδο, οι συρμοί, στους οποίους επιβαίνουν και οι οποίοι διατρέχουν την Παγκόσμιο Ιστορία, κινούνται πάνω σε «ετεροκαθορισμένες τροχιές» και, ως εκ τούτου, προς έναν επίσης ετεροκαθορισμένο τελικό προορισμό (πρβλ. Π.Δ. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα Α’, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 130);

       5) Η ανάληψη του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης σκοπούσε στην εξασφάλιση της ειρήνης στην Ευρώπη (τουλάχιστον) εν όψει των προηγηθέντων δύο Παγκοσμίων Πολέμων και της ανείπωτης καταστροφής και οδύνης που αυτοί σκόρπισαν στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Πόσο όμως ρεαλιστική ήταν και παραμένει μία τέτοια προσδοκία; Ήτοι πόσο εφικτή κατ’ αντικειμενική κρίση παρίσταται η υλοποίηση του εν λόγω εγχειρήματος; Μήπως δεν αποτελεί παρά μία -στην καλύτερη περίπτωση- αδικαιολόγητα ρομαντική θεωρητική σύλληψη;

       Και τούτο, διότι, κατά την γνώμη μας, βάσει μίας ρεαλιστικής οπτικής του ζητήματος, θα παρίστατο επιβεβλημένο για τους ιθύνοντες, πριν ακόμη θέσουν σε εφαρμογή οιουσδήποτε μηχανισμούς «ενοποίησης», να έχουν ήδη καταλήξει στην απολύτως κομβικής σημασίας διαπίστωση της συνδρομής του εξής γεγονότοςήτοι της έκλειψης από τους λαούς της Ευρώπης και από τα έθνη που αυτοί συγκροτούν (προφανώς δε και από τις ηγεσίες τους) των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του αθεμίτου ανταγωνισμού, της νοσηρής ιδιοτέλειας, της πλεονεξίας, της απληστίας, της ακόρεστης δίψας για κυριαρχία, επιβολή και καθυπόταξη του αδυνάτου κ.ο.κ., ήτοι εκείνων των γνωρισμάτων, τα οποία, μεταξύ βεβαίως άλλων, συνοδεύουν παγίως και διαχρονικώς τους λαούς και τα έθνη στις εκάστοτε κορυφώσεις της ιστορικής διαδρομής τους από απόψεως ισχύος, πλούτου και δυνάμεως επιβολής, χαρακτηρίζουν και διαμορφώνουν τις διεθνείς σχέσεις και αποτελούν τα συνήθη και σταθερά επαναλαμβανόμενα στην Παγκόσμιο Ιστορία αίτια των πολέμων, ως άμεσα συναπτόμενα προς την ίδια την ανθρώπινη φύση, και, ως εκ τούτου, σφόδρα πιθανολογούμενα να επαναλαμβάνονται εις το διηνεκές (πρβλ. Θουκυδίδου Ιστορίαι, 3.82.2, «ἕ­ως ἂν ἡ αὐ­τὴ φύ­σις ἀν­θρώ­πων ᾖ»). Δηλαδή θα προϋποτίθετο σχετικώς η αναγνώριση και  παραδοχή ως συντρέχοντος και δεδομένου ενός κατ’ εξοχήν και διαχρονικώς ζητουμένου στην πορεία του ανθρώπου στη διαδρομή των αιώνων.

       Ως γνωστόν όμως, δυστυχώς, το εν λόγω αιωνίως ζητούμενο παραμένει ζητούμενο και σήμερα όσο και πάντοτε, με αποτέλεσμα το εν λόγω εγχείρημα να παρίσταται εκ των προτέρων καταδικασμένο να αποτύχει, όπως ήδη φαίνεται να επιβεβαιώνει η απτή πραγματικότητα. Μοιάζει εξαιρετικά αφελές και υπερβολικά αθώο (σε σημείο παρεξηγήσεως) να ελπίζει κανείς σοβαρά ή να ισχυρίζεται ότι ελπίζει σοβαρά αντιστοίχως στην ευόδωση του πολιτικοκοινωνικού project της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» πριν συντελεσθεί η ως άνω «προπαρασκευή» των προσώπων και των εθνών σε ηθικό, κοινωνικό και, κατ’ επέκτασιν, πολιτικό επίπεδο. Η τελευταία («προπαρασκευή») αποτελεί λογική προϋπόθεση της πρώτης (ευοδώσεως του εγχειρήματος), η  δε επίτευξή της θα οδηγήσει στην αληθή απελευθέρωση των ως άνω προσώπων και εθνών, η οποία και θα επιτρέψει την υλοποίηση ενός τυχόν (και) τότε σκοπουμένου όσο και μη θνησιγενούς πια οράματος πολιτικής ενοποίησης, η οποία, σημειωτέον, και θα προκύψει τότε (αν προκύψει) όχι ως απλός πολιτικός στόχος αλλά ως κοινή ανάγκη (όπως, ούτως ή άλλως, και θα ώφειλε να είναι προκειμένου να έχει βάσιμες ελπίδες τόσο υλοποίησης όσο και παγίωσης)  η αντίθετη φορά των πραγμάτων, ήτοι η προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης προκειμένου, μέσω αυτής ως εργαλείου, να επιτευχθεί η πολυπόθητη ευημερία, ειρήνη, αδελφοσύνη και αλληλεγγύη μεταξύ των λαών της ηπείρου, ελάχιστα πρόσφορη να κομίσει το εν λόγω σκοπούμενο παρίσταται, καθιστώντας ούτως τις σχετικές ελπίδες πιθανότατα μάταιες. Τούτο φαίνεται να επιβεβαιώνει η ίδια η πραγματικότητα, ώστε όλο και περισσότεροι να εκφράζουν «φόβους» για την πιθανότητα διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

       Αν, όμως, μόνη συνέπεια μίας τυχόν «άγουρης» ενοποιητικής προσπάθειας ήταν απλώς η διάλυση ενός οικονομικού – πολιτικού Οργανισμού, οι σχετικοί κραδασμοί θα μπορούσαν λίγο – πολύ να απορροφηθούν, έστω μακροπρόθεσμα και βεβαίως επί τη βάσει ενός σοβαρού προγραμματικού σχεδιασμού. Ωστόσο, το πρόβλημα φαντάζει πολύ οξύτερο, καθώς  η διαφαινόμενη αποτυχία του εν λόγω εγχειρήματος εγκυμονεί σοβαρότατους κινδύνους, σε επίπεδο όχι απλώς οικονομικό αλλά εν τέλει διεθνούς ασφαλείας. Και τούτο, διότι οι λόγοι της ως άνω αποτυχίας, όπως αυτή προοιωνίζεται από την κατά τα φαινόμενα πλειοψηφική και διαρκώς διογκούμενη απόρριψη του ευρωπαϊκού οικοδομήματος από τους λαούς της Ευρώπης, συνδέονται άμεσα με την εκρηκτική διεύρυνση των ανισοτήτων μεταξύ των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία με την σειρά της ανάγεται και αποδίδεται στους ίδιους  τους μηχανισμούς της ευρωπαϊκής ενοποίησης αλλά κυρίως σπέρνει τον σπόρο της διχόνοιας ή και του μίσους στην Ευρώπη, με ό,τι μπορεί να υποθέσει κανείς ότι θα θερισθεί κατ’ αποτέλεσμα. Στο πλαίσιο αυτό, η δυναμική  των πραγμάτων άγει πολλούς στο συμπέρασμα, ότι και στην εν λόγω περίπτωση επιβεβαιώνεται η γνωστή ρήση πως «στο όνομα των υψηλότερων ιδανικών έχουν διαπραχθεί τα μεγαλύτερα εγκλήματα». Και τούτο, διότι στο όνομα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης τίθενται στην προκρούστειο κλίνη ολόκληρα έθνη, προκειμένου να αποκτήσουν τις «διαστάσεις» που έχει επιλέξει ο ισχυρότερος και δη με τρόπους, μέσα και μηχανισμούς (βλ. ιδίως την υιοθέτηση ενός κοινού σκληρού και ακριβού νομίσματος αλλά και την προβολή – επιβολή  συγκεκριμένων προτύπων ζωής), οι οποίοι -λαμβανομένου υπ’ όψιν ιδίως του γεγονότος ότι η ενοποίηση προωθήθηκε και προωθείται δίχως προηγούμενη πραγματική σύγκλιση των οικονομιών των (σημειωτέον, διαρκώς αυξανομένων) κρατών μελών, η οποία πιθανότατα και ήταν ούτως ή άλλως εξ αντικειμένου αδύνατον να επιτευχθεί, των δε μηχανισμών μεταφοράς πλεονασμάτων μη αποδειχθέντων και αποδεικνυομένων ιδιαιτέρως αποτελεσματικών προς αυτήν την κατεύθυνση, γεγονός που μαρτυρεί και η διαρκώς διευρυνόμενη απόκλιση των οικονομιών της ευρωζώνης–  αφ’ ενός μεν παρατείνουν στο διηνεκές την καχεξία και, συνεπώς, ομηρία του αδυνάτου αφ’ ετέρου δε δρομολογούν την περαιτέρω συνεχή μεγέθυνση της ισχύος του δυνατού, με αποτέλεσμα να δύναται ευλόγως κανείς να θεωρήσει, ότι το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης αποτελεί το -πράγματι- υψηλό ιδανικό, υπό το πρόσχημα του οποίου, όμως, μεθοδεύεται η διάπραξη του πολιτικοκοινωνικού εγκλήματος της υποδούλωσης λαών υπό του μεγάλου ηγεμόνος…

       Πέραν όμως αυτών, ερωτάται, εκτός από δυσκατόρθωτη, πόσο αντικειμενικά εφικτή παρίσταται η ως άνω «προπαρασκευή» ως απολύτως εύλογη προϋπόθεση ενοποίησης – αδελφοποίησης των ευρωπαϊκών λαών κατά τα ανωτέρω; Πόσο εφικτό είναι σε ένα πολιτισμικό παράδειγμα, το οποίο χαρακτηρίζεται από την πλήρη ιδεολογική κάλυψη, θεσμική θωράκιση και αποθέωση του ατομοκεντρισμού και της χρησιμοθηρίας και στο οποίο μνημονεύεται ως απόλυτη αξία εκείνη της ανταγωνιστικότητας και μέτρο κρίσης της δικαίας -όχι απλώς διάκρισης αλλά- επιβίωσης ενός εκάστου εξ ημών η δυνατότητα ανταπόκρισης στους -ακραίους πολλές φορές- όρους αυτής; Και αν αυτό το μοντέλο είναι καταξιωμένο σε ατομικό επίπεδο, πώς είναι δυνατόν να μην είναι εξ ίσου ισχυρό, κραταιό και ακέραιο και στο επίπεδο των διαφόρων συλλογικοτήτων, στις οποίες το ίδιο αυτό άτομο συμμετέχει είτε εξ αντικειμένου (λ.χ. έθνος – κράτος) είτε εξ υποκειμένου (λ.χ. συνδικαλιστικά σωματεία και επαγγελματικές ομάδες) προς τον αποκλειστικό σκοπό ακριβώς και πάλι της ατομικής κατασφάλισης, κατοχύρωσης και προστασίας καθώς και της άντλησης των μεγίστων δυνατών ωφελημάτων για την ικανοποίηση των ενστίκτων «εγωτικής» κυριαρχίας και επιβολής; Με λίγα λόγια, αν ο άνθρωπος δεν απελευθερωθεί από την ανάγκη της ιδιοτέλειας, δηλ. αν δεν καταστεί ελεύθερος, ζώντας αγαπητικά και κοινωνώντας την ύπαρξη του, οπότε αυτοπροαίρετα θα διψά για αλήθεια και δικαιοσύνη, τόσο σε προσωπικό όσο και σε (οποιοδήποτε) συλλογικό επίπεδο, στο οποίο επιθυμεί να ανήκει, ώστε κατ’ αυτόν τον τρόπο και δι’ αυτής της οδού να κομίζει χαρά, κάλλος και ποιότητα στην ζωή του, πώς δύναται να ελπίζει κανείς βασίμως στην δυνατότητα ευόδωσης μεγαλεπήβολων οραμάτων ενότητας, αλληλεγγύης και -όχι απλώς ατομικών αλλά- συλλογικών αυθυπερβάσεων;

       6) Υπάρχει μείζων πολιτικοκοινωνική μεταβολή διεθνούς εμβέλειας και εκτοπίσματος, με σταθερό χαρακτήρα και δομές που παγιώθηκαν στην Παγκόσμιο Ιστορία, η οποία να γεννήθηκε όχι ως προϊόν κοινωνικών αναγκών ή συγκρούσεων προερχομένων από την -ενίοτε εντελώς βουλιμική και απάνθρωπη- βούληση κατίσχυσης, επιβολής και κυριαρχίας ενός έθνος, ενός λαού κ.ο.κ. επί του εκάστοτε αδυνάτου, αλλά ως «στεγνή» απόφαση της πεφωτισμένης ηγεσίας του και δη, όπως στην προκειμένη περίπτωση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με μηχανισμούς επιβολής και εφαρμογής της τα γρανάζια μίας «ψυχρής» γραφειοκρατίας ξεκομμένης από το κοινωνικό σώμα, το οποίο, επιπλέον, καλείται –συνοδεία καταιγίδας σχετικών ιδεολογικών παραισθησιογόνων εκτοξευομένων εναντίον του– από τους ίδιους αυτούς μηχανισμούς να παραιτηθεί ασμένως και αυτού του στοιχειώδους ενστίκτου αυτοσυντήρησής του, ήτοι διάσωσης στοιχειώδους πολιτισμικής (άρα υπαρξιακής) ετερότητας; Δηλαδή απαντάται τέτοιου είδους μεταβολή που να μην προήλθε από τα κάτω αλλά να επιβλήθηκε από τα πάνω; Η Ιστορία φαίνεται να δίνει αρνητική απάντηση, γεγονός που επιτρέπει να πιθανολογηθεί ισχυρώς, ότι η προώθηση ενός πολιτικού εγχειρήματος και δη τέτοιου βεληνεκούς, όπως η ευρωπαϊκή ενοποίηση, ερήμην των αληθινών κοινωνικών αναγκών και αιτημάτων, πέραν από αντιδημοκρατική θα αποδειχθεί και έωλη, με χρονικό ορίζοντα εξαιρετικά περιορισμένο. Γι’ αυτό ακριβώς και η περίπτωση του Brexit φαίνεται πως είναι μόνον η αρχή η αρχή του τέλους. Ωστόσο, η διαφαινόμενη αυτή μεταβολή, τουλάχιστον, θα φέρει σφραγίδα προέλευσης από το ίδιο το κοινωνικό σώμα, με την σχετική βεβαίως ελευθερία επιλογής να αντιστοιχεί και σε ανάλογη ευθύνη αυτού, στοιχείο που, όμως, αναντίρρητα οφείλει να αποτελεί conditio sine qua non του δημοκρατικού γεγονότος.

       7) Η αναγκαστική, αν όχι βίαιη, συγκρότηση πολυπολιτισμικών κοινωνιών στο εσωτερικό κρατών με χριστιανικούς γηγενείς πληθυσμούς και δη η συγκρότηση κοινωνιών με εγγενώς συγκρουσιακό πολιτισμικό δυναμικό (δοθέντος ότι το Ισλάμ είναι θανάσιμα εχθρικό προς την Χριστιανοσύνη), μήπως δεν αποτελεί, δια της, σε βαθμό ψύχωσης, εμπέδωσης της κουλτούρας της δουλοπρεπούς υποταγής στα -συχνά εξαιρετικώς αναιδή- κελεύσματα και τις άμετρες διεκδικήσεις των μειονοτήτων κάθε μορφής και είδους καθώς και της απόλυτης νομικής κατοχύρωσης ενός ακραίου και μονομερούς φιλελευθερισμού, α) ο οποίος  καταλήγει να αυτοαναιρείται, λειτουργώντας εις βάρος της πλειονότητας, δια της κατ’ ουσίαν αποστερήσεως του τρόπου του βίου, του οποίου επιθυμεί αυτή να μετέχει, ώστε να γεύεται καρπούς χαράς και ποιότητας ζωής, και τον οποίο αναγνωρίζει αυτή ως άξονα αναφοράς της ύπαρξης και της συνύπαρξης και, συνεπώς, ως άξονα συνοχής της «πόλεως» και β) τον οποίον ταυτόχρονα ειδικώς οι μουσουλμανικές μειονότητες, απολύτως συμφώνως βεβαίως προς τους μακραίωνους ιστορικούς εθισμούς τους, αρνούνται κατάφωρα (!), στο μέτρο, τουλάχιστον, που δεν αποτελεί αναγκαία πηγή άντλησης δικαιωμάτων για τις ίδιες, ήτοι δι’ όσον χρόνον παραμένουν απλώς μειονότητες και μέχρις ότου καταστούν κυρίαρχη κοινωνική-πληθυσμιακή δύναμη, παρά έναν καίριας σημασίας, αν και όχι τελικό, μοχλό για τον -με πρόσχημα την προστασία των μειονοτήτων- οντολογικό (και όχι απλώς ιδεολογικό) μετασχηματισμό των κοινωνιών διά της οικοδομήσεως ενός νέου μοντέλου ανθρώπου; Δηλ. για την συγκρότηση κοινωνιών όχι γενικώς και αορίστως άθρησκων και άρριζων αλλά ειδικώς και συγκεκριμένως στερουμένων του χριστιανικού τρόπου του βίου και του χριστιανικού μεταφυσικού άξονα αναφοράς της ύπαρξης, που αποτελεί στον δυτικό ιδίως κόσμο το μοναδικό αντίβαρο στην διαμόρφωση κοινωνιών απελπιστικά μονοδιάστατων και ρηχών, δηλ. απλώς υπερκαταναλωτικών, ήτοι «αξιακώς» ουδετέρων και μηδενιστικών, με μόνη αποδεκτή -δηλ. επιτρεπομένη- «αξία», ήτοι δείκτη ποιότητας – χαράς της ζωής του ανθρώπου, εκείνην της καταναλωτικής ελευθερίας και με αντικείμενο κατανάλωσης ο,τιδήποτε υπηρετεί και τρέφει ένα αμιγώς γαιώδες, χαμερπές, μη θρώσκον άνω και, συνεπώς,  απάνθρωπο «εγώ»: από εμπορικά προϊόντα και υπηρεσίες μέχρι την βιομηχανοποιημένη «τέχνη» και την ανέραστη σεξουαλικότητα αν όμως μόνη αληθινή «αξία», δηλ. πηγή χαράς ζωής, αποτελεί η ανεμπόδιστη δυνατότητα (και συνεπώς, υποτίθεται, ελευθερία) κατανάλωσης, τα πάντα μοιάζουν προορισμένα προς κατανάλωσιν, δηλ. προς χρήσιν επ’ ωφελεία μας και κατά το δοκούν παρεμπιπτόντως, σε τι βαθμό, άραγε, η εν γένει καταναλωτική αυτή νοο-τροπία έχει συμβάλλει στην σημερινή χρεωκοπία των ανθρωπίνων σχέσεων, στο πλαίσιο των οποίων ο «άλλος» κατά κανόνα αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο χρήσης και ανάλωσης;

       Κλείνοντας, και επειδή το όλο ζήτημα στρέφεται γύρω από την ιδεοληψία της πολυπολιτισμικότητας, η οποία «στανικά» προωθείται και επιβάλλεται από ευρύτερα κέντρα εξουσίας, ας σημειωθεί επιγραμματικά το εξής:  η πολυπολιτισμική κοινωνία στην πραγματικότητα υπό τα σημερινά δεδομένα και εν όψει του μέχρι και σήμερα διαμορφωμένου πολιτειακού μοντέλου των εθνών – κρατών, που γέννησε η  –ως ιερή αγελάδα κατά τα λοιπά αντιμετωπιζόμενη από τους …σκληροπυρηνικούς «φιλελευθέρους»– νεωτερικότητα, φαίνεται να οδηγεί αναπόδραστα σε δύο δρόμους: ή σε «εμφυλίους» πολέμους στο εσωτερικό των πολυπολιτισμικών  κοινωνιών μέχρις εσχάτων, με αναγκαία συνέπεια την εξολόθρευση των ηττημένων, ή σε πολιτισμικά άχρωμες ή μάλλον μεθοδικώς αποχρωματισμένες κοινωνίες, με αναγκαία συνέπεια τον πολιτισμικό θάνατο του ανθρώπου το τελευταίο τούτο –που φαντάζει και ως η πλέον πιθανή εξέλιξη, εν όψει και του γεγονότος ότι το project της «πολυπολιτισμικότητας» καταστρώθηκε και διευθύνεται από τις εμφανείς και αφανείς ηγέτιδες δυνάμεις του δυτικού κόσμου, οι οποίες προφανώς και μόνον από … αυτοκτονικό ιδεασμό δεν πάσχουν– διότι η κατ’ ουσίαν απαγόρευση διατήρησης και διάσωσης πολιτισμικής ετερότητας, εν όψει του γεγονότος ότι θα προβάλλεται ευλόγως αυτή (ετερότητα) ως εν δυνάμει αποτελούσα αιτία συγκρούσεων στο συγκεκριμένο πολυπολιτισμικό σύμπαν, θα οδηγήσει αναπόφευκτα όσο και απολύτως μεθοδευμένα στην διαμόρφωση κοινωνιών  -όχι απλώς μη «πολυπολιτισμικών» αλλά εν τέλει- απολίτιστων άξονα δε αναγκαίας συνοχής μίας τέτοιας «κοινωνίας» θα αποτελούν τα εναπομείναντα πλέον κοινά σε όλους στοιχεία: δηλ. τα ένστικτα, που μόνον στόχο έχουν την θρέψη και προστασία του φορέα τους, ο οποίος, περιοριζόμενος μόνον σε αυτά, ομφαλοσκοπεί αυτοεγκλωβιζόμενος, ανίκανος ων να εξέλθει του εαυτού του, δηλ. να αγαπήσει.

       Επιστροφή λοιπόν στον ενστικτώδη άνθρωπο, δηλ. στον πρωτογονισμό, τον οποίο, βεβαίως, και ήδη προγευόμασθε. Γιατί, τί άλλο από πρωτογονισμό αποτελεί η μονοσήμαντη ανάπτυξη του ανθρώπου επί της βάσει μίας δέσμης προτύπων, που ψηλαφεί ως μοναδικό πραγματικό έρεισμα χαράς και επιτυχίας σε αυτήν την ζωή την διαρκή επαύξηση της καταναλωτικής ευχέρειας (με την ως άνω ευρύτερη του όρου έννοια) και, κατά λογική ακολουθία, απενοχοποιεί πλήρως και «νομιμοποιεί» κοινωνικώς τον εγωκεντρισμό, τον ναρκισσισμό, την έπαρση, την κούφια επίδειξη, την ωφελιμιστική χρήση του όποιου «άλλου» και εν τέλει την ιδιοτέλεια, αποκλείοντας, ως εκ τούτου, εκ προοιμίου την δυνατότητα να καταστεί ο άνθρωπος όντως ελεύθερος, ήτοι να απελευθερωθεί από το «εγώ» του, από τα δεσμά της ιδιοτελούς χρησιμοθηρίας και της εμμονής στην επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος.

       Ωστόσο, ως Έλληνες, έχουμε την ιδιαίτερη ευλογία όσο και την ευθύνη να διαθέτουμε την δυνατότητα να μετάσχουμε με τη μέγιστη δυνατή εγγύτητα, οικειότητα και αμεσότητα -λόγω του ανεκτίμητου θησαυρού της ελληνικής γλώσσας, την οποία ακόμη λαλούμε- ενός ιλιγγιώδους πολιτισμού με πανανθρώπινη εμβέλεια και σπουδαιότητα, που δείχνει δρόμους και δίδει απαντήσεις και ως προς το ως άνω κρίσιμο σημείο – καρκίνωμα της εποχής μας: Τόσο η αρχαία ελληνική σκέψη  όσο βεβαίως και κυρίως η Χριστιανική διδασκαλία άγουν προς έναν τρόπο του βίου στους αντίποδες του ανωτέρω πολιτισμικού παραδείγματος, προς έναν αγώνα ψηλάφησης και, εί δυνατόν, κατάκτησης του «κατ’ αλήθειαν βίου» (βλ. Χρήστου Γιανναρά, Η απανθρωπία του δικαιώματος, εκδ. Δόμος). Ο Αριστοτέλης ανήγαγε την αποδέσμευση από την χρησιμοθηρία σε κριτήριο ελευθερίας, δηλώνοντας πως «τό δὲ ζητεῖν ἁπανταχοῦ τό χρήσιμον, ἥκιστα ἁρμοττει τοῖς μεγαλοψύχοις καί τοῖς ἐλευθερίοις» (Πολιτικά 1338b). Και βεβαίως, υπεράνω όλων, ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, κάλεσε όλους τους ανθρώπους να αγωνισθούμε, πορευόμενοι προς μία πορεία ελευθερίας, δηλ. νίκης κατά του «εγώ» μας διά της αγάπης, κηρύσσοντας σχετικώς, μεταξύ αναρίθμητων άλλων, ότι «Ὅς γάρ ἐάν θέλῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι ἀπολέσει αὐτήν· ὅς δ᾽ ἄν ἀπολέσει τήν ψυχήν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ καί τοῦ Εὐαγγελίου, σώσει αὐτήν» (Μάρκ. Η’ 35) όσο και χαρίζοντάς μας εμπράκτως το ύψιστο παράδειγμα Ταπείνωσης, Αγάπης και Θυσίας με το ίδιο το Άγιο Αίμα του, σκορπώντας το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως, δηλαδή της αληθινής υπαρκτικής ελευθερίας του ανθρώπου, για να μας αποκαλύψει πως «ο θάνατος πατείται θανάτω».

* Ο Βασιλείος Χρ. Μπούτος είναι Συμβολαιογράφος Πειραιώς, Μ.Δ. Εμπορικού Δικαίου.

(305) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *