Ομιλία παρουσίασης βιβλίου «Στα χρόνια θητείας» του Γιώργου Πετούση

 

Ομιλεί ο Άντης Ροδίτης.

Από την Άνοιξη του 1964, μετά από αποφασιστικές ενέργειες της Ελληνικής Κυβέρνησης, επί πρωθυπουργίας Γεωργίου Παπανδρέου, η Κύπρος κατέστη ντε φάκτο ενωμένη με την Ελλάδα.

Η Ελλάδα, μέσω του ελληνικού στρατού, έλεγχε την Κύπρο από τη μια άκρη ως στην άλλη. Κάποιοι τ/κυπριακοί θύλακες δεν αποτελούσαν κανένα πρόβλημα σε περίπτωση ανάγκης. Υπήρχε μια αυτοπεποίθηση τότε στην Κύπρο, μια βεβαιότητα ότι ήταν αδύνατο να μην έχει αίσιο πέρας ο αγώνας της Κύπρου. Αυτή την αυτοπεποίθηση τότε μάς την είχε χαρίσει η παρουσία της Ελλάδας μαζί με όλα τα άλλα, τα υλικά και τα πνευματικά που μας χάρισε και μας χαρίζει, που μας συνδέουν αδιάρρηκτα μαζί της, αφού είναι η πατρίδα μας. Χωρίς της, είμαστε εφήμεροι, ανύπαρκτοι. Κι όμως -δεν μπορώ να μην το πω σ’ αυτούς τους άσχημους καιρούς που περνούμε- άκουσα από τηλεοράσεως, πριν μερικούς μήνες, από άνθρωπο, δεν λέω «άνδρα» ή «γυναίκα», από άνθρωπο που φέρεται μάλιστα και ως πιθανός/πιθανή υποψήφιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, τα εξής απίστευτα: Μα η Ελλάδα, λέει, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την Κύπρο, η Ελλάδα δεν έκανε ποτέ τίποτε για την Κύπρο!! Αν είναι δυνατόν!

Κι από το ΡΙΚ άκουσα από το πρόγραμμα της κυρίας Ελίτας έναν ιστοριοδίφη να έχει την ελάχιστη κατανόηση για την Ελλάδα και να την κατηγορεί για ένα σωρό «κακά» πράματα. «Κακά», που μόνο φαίνονται ως τέτοια, μέσα σε αυτόν τον παραστρατημένο κόσμο, «κακά» που ερμηνεύονται ως τέτοια από εκείνους που δεν γνωρίζουν και γι’ αυτό δεν πιστεύουν στην ιδιόμορφη αποστολή της πατρίδας μας στον κόσμο, που δεν είναι βέβαια να τον κυβερνήσει, κακή ώρα όπως φιλοδοξεί η Τουρκία με τους τρέχοντες όρους της βίας και της αδικίας. Αποστολή της δικής μας πατρίδας Ελλάδας είναι ο πολιτισμός της, δηλαδή το βαθύτερο «πιστεύω» του λαού της, να γίνει  φωτεινό παράδειγμα αγάπης, ανθρωπιάς και ειρήνης για όλους τους ανθρώπους, σε όλο τον πλανήτη.

Για να έρθουμε στο συγκεκριμένο θέμα μας, που είναι το νέο βιβλίο του Γιώργου Πετούση.

Είναι καλά γνωστό ότι η μοίρα του ανθρώπου πάνω στη γη εξαρτάται από τον ίδιο. Είναι στο χέρι μας, επαφίεται στην ελευθερία μας, στην ελεύθερη βούλησή μας αν θα έχουμε καλό μέλλον σαν είδος ή αν θα το καταστρέψουμε, καταστρέφοντας και τον πλανήτη μαζί μας.

Μέσα σε αυτόν τον γενικό και μέγα κίνδυνο, εμείς εδώ στη δική μας μικρή πατρίδα, διατρέχουμε έναν ιδιαίτερο, δικό μας κίνδυνο αφανισμού, που μόνοι μας καταφέραμε να τον δημιουργήσουμε.

Θα τα καταφέρουμε άραγε να τον αποφύγουμε, είναι ο μεγάλος φόβος και το μέγα ερώτημα.

Όταν, λοιπόν, ξαφνικά και απρόσμενα, κάνουν την εμφάνισή τους τέτοια βιβλία όπως το Στα χρόνια θητείας, του Γιώργου Πετούση, σε μένα τουλάχιστο ενισχύεται η Πίστη ότι υπάρχει η Θεία Πρόνοια.

Το βιβλίο του Γιώργου Πετούση αποτελεί σημείο ότι δεν μας έχει αφήσει εντελώς μόνους ο Θεός, ότι βάζει πού και πού, με τον μυστηριώδη και απρόβλεπτο τρόπο του, το χεράκι Του. Στέλνει πού και πού τέτοιες βοήθειες, επειδή η πνιγμένη στο σκοτάδι αλήθεια της Κύπρου θα πρέπει ν’ ανέβει κάποια στιγμή στην επιφάνεια, στο φως, αφού η αλήθεια δεν μπορεί παρά να είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη σωτηρία μας. Δεν είναι δυνατόν να σωθεί από τον Τούρκο η Κύπρος, και ταυτόχρονα να παραμείνει πνιγμένη μέσα στο ψέμα. Η σωτηρία της είναι αδιαχώρητη από την αλήθεια της, την αυτογνωσία της. Δεν μπορεί να υπάρξει σωτηρία της Κύπρου υπό τις παρούσες συνθήκες άγνοιας, παραγνώρισης, διαστρέβλωσης της Ιστορίας μας. Δεν γίνεται τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να μας λεν αυτά που λεν -όπως τα μερικά παραδείγματα που ανάφερα προηγουμένως- και να περιμένουμε ότι θα βρεθεί σωστή και σωτήρια «λύση» για την Κύπρο.

Πρέπει πρώτα να μάθουμε την αλήθεια για το πώς φτάσαμε ως εδώ, σε αυτή την απελπιστική θέση, για να είμαστε σε θέση να ξέρουμε πώς θα προχωρήσουμε  χωρίς άλλα καταστροφικά σφάλματα.

Για την ώρα συμπεριφερόμαστε σαν τυφλοί σε σκοτεινά αδιέξοδα. Πρέπει πρώτα να βγούμε στο φως και να δούμε καθαρά τί είναι πίσω μας, ποια είναι η πραγματικότητα και ποια είναι η επίμοχθη εργασία που έχουμε μπροστά μας να επιτελέσουμε.

Το βιβλίο του Γιώργου Πετούση είναι ένα ισχυρός φακός, ένας φανός θυέλλης, που φωτίζει τον δρόμο για την έξοδο από τα σκοτεινά τούνελ, προς το φως.

Μίλησα για τη Θεία Πρόνοια. Ο Γιώργος Πετούσης δεν είναι τυχαίος άνθρωπος. Ακόμα και τη μεγάλη κοσμική φιλοδοξία του που ήταν να σπουδάσει και να γίνει φιλόλογος ή θεολόγος ή και τα δυο, φαίνεται να την εμπόδισε ο ίδιος ο Θεός, η θεία Πρόνοια. Αν είχε περάσει από τα πανεπιστήμια ο Γιώργος, δεν θα μπορούσε να είχε γράψει αυτό το τόσο ευθύ, ειλικρινές, αγνό και αληθινό βιβλίο. Σε πολλά σημεία του έχει την επική αμεσότητα του Καζαντζάκη, χωρίς την επιτηδευμένη γλώσσα του, ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του χαρακτηρίζεται από μια φορτωμένη αλήθεια απλοϊκότητα, παράλληλη κατά κάποιο τρόπο, σε άλλο χρόνο και άλλο τόπο, με εκείνη του Μακρυγιάννη.

Ο ίδιος ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε, κάπου στα Ανοιχτά Χαρτιά, για την αγνότητα και την ευθύτητα στο γράψιμο, που κάποτε, λέει, αποδεικνύεται πιο σοφή από τα θέσφατα της επιστήμης. Ας το προσέξουν αυτό οι σπουδαγμένοι ιστορικοί μας επιστήμονες, Κύπριοι και εξ Ελλάδος, που κάποιες φορές, [ακόμα και από αυτό εδώ το βήμα,] αρνούνται να κοιτάξουν ευθέως, με καθαρό βλέμμα και ειλικρίνεια τα ντοκουμέντα που εδραιώνουν την ιστορική αλήθεια.

«Και, μεταξύ μας», συνεχίζει ο Ελύτης, «θα ήθελα να φωνάξω ‘αλίμονό μας από τα Πανεπιστήμια, που τα τρωκτικά τους ροκανίζουν κιόλας τα βάθρα της Ελλάδας’, αν δεν φοβόμουνα ότι θα με κλείνανε μέσα»!

Φαντασθείτε ότι ακόμα κι ο Ελύτης, ένας από τους πιο σπουδαίους νεοέλληνες ποιητές μας, το σκέφτεται δυο φορές πριν πει την αλήθεια

από φόβο μην τον κλείσουν μέσα! Τόσο μακριά νιώθει να είναι, αυτός, η αλήθεια μας, από ό,τι επίσημα έχει καθιερωθεί ανάμεσα στον λαό ως «αλήθεια». Τόσο μακριά είμαστε από αυτήν. (Τόσο μακριά, Πέτρο Παπαπολυβίου, τόσο μακριά Ευάνθη Χατζηβασιλείου).

Αλλά μόνο και μόνο το γεγονός ότι ο Ελύτης παραδέχεται πόσο επικίνδυνο είναι να  πεις την αλήθεια, πόσο εμποδίζεται η αλήθεια σε συγκεκριμένες περιπτώσεις από τα πανεπιστήμια μας και άλλους θεσμούς, αποτελεί μέγιστο βήμα προς την αλήθεια. Σημαίνει ότι δεν έχουμε ακόμα χάσει εντελώς το παιγνίδι. Μόνη η Λογοτεχνία, αποδιωγμένη και περιφρονημένη στο περιθώριο, αλλά πρωτοπόρος, υλοποιεί αυτό το μέγιστο βήμα! Αν δεν ακολουθήσει η επιστήμη της Ιστορίας, το παιγνίδι για τον ελληνισμό κινδυνεύει να χαθεί οριστικά.

 

Και καλά κάνει η Ιστορία, η Ιστοριογραφία, να μη ξεχνά ποτέ ότι δεν είναι άλλο από κλάδος της Λογοτεχνίας. Προηγείται στον εξανθρωπισμό μας η Λογοτεχνία. Προηγείται της Επιστήμης. Και ο πρώτος που το απέδειξε και το αποδεικνύει αυτό είναι ο ίδιος ο Θουκυδίδης· η γραφή του οποίου κατόρθωσε το μακρινό ταξίδι από την εποχή του Πελοποννησιακού πολέμου ως το σήμερα, ως τέχνη του λόγου κι όχι ως επιστήμη της Ιστορίας. Έτσι και σήμερα στην Κύπρο, την πρόσφατη Ιστορία μας δεν την προλαβαίνει και δεν την κατορθώνει η ιστορική επιστήμη. Την προλαβαίνει, όμως, και την κατορθώνει η Λογοτεχνία.

Τέτοια λογοτεχνία είναι το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Γιώργου Πετούση Στα χρόνια θητείας, η 1η ΕΣΟ της Εθνικής Φρουράς, η πενταετία του 1960-1965 στην Κύπρο όπως την έζησα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα Χρονικό. Γι’ αυτό και έχει ιστορική αξία. Όπως τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη είναι επίσης ένα «χρονικό»· που θεωρείται σήμερα η βάση και η αρχή, το πρώτο άξιο κι ίσως αξεπέραστο έργο της νεοελληνικής πεζογραφίας. Ένα χρονικό-αληθινή ιστορία και ταυτόχρονα αληθινή ανθρωπιά. Και για να θυμηθούμε «τα αδιέξοδα και  σκοτεινά τούνελ» που λέγαμε προηγουμένως, που μέσα τους ζούμε τις ζωές μας σήμερα, που μέσα τους ζουν και οι επίσημοι ταγοί του πνεύματος στην Κύπρο σήμερα, ξέρετε ποια είναι η άποψη του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού γενικά για τα βιβλία «χρονικά»; Μένουμε άφωνοι όταν την ακούμε. Το δικό μας, λοιπόν, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, λέει ότι δεν πρέπει να δίνουμε σημασία στα «χρονικά». Ναι, καλά ακούσατε. Και δεν το λένε μόνο, προχώρησαν και στην πράξη κιόλας: Ήδη αφαίρεσαν την κατηγορία «χρονικό/μαρτυρία» από τις κρατικές λογοτεχνικές βραβεύσεις, με τη δικαιολογία -ακούστε- ότι… γράφονται λέει πολλά τέτοια βιβλία και η αρμόδια Επιτροπή… δεν έχει τον χρόνο να τα διαβάσει! Το είπε σε μένα προφορικά η νυν Πρόεδρος της Επιτροπής Γραμμάτων και όταν διαμαρτυρήθηκα γραπτώς στο Υπουργείο, πήρα και γραπτώς την ίδια απάντηση.

Ήδη πριν μια δεκαετία το Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως εξέδωσε απόφαση που καλούσε τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες να διορθώσουν κάποιο «λάθος» («λάθος» σε εισαγωγικά αφού οφειλόταν σε αυτή τους την πολιτική). Οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες αγνόησαν την απόφαση του Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως.

Φαντασθείτε το, λοιπόν: Στην Κύπρο, με τα τόσα μαρτύρια, με τα τόσα από πάντα μέχρι αυτή τη στιγμή μαρτύρια, αλλά ιδιαίτερα της δικής μας εποχής τα μαρτύρια, τουλάχιστον από το 1931 και μετά, αντί να ενθαρρύνεται η καταγραφή τους, εμείς οι  ίδιοι οι Κύπριοι αποθαρρύνουμε τούς Κυπρίους από το να τα καταγράφουν και να καταθέτουν χρονικά με τις προσωπικές τους  μαρτυρίες για τα όσα έζησαν!

Πώς να μην παραστρατεί η Ιστορία; Πώς να μη φοβάται ο Ελύτης; Κι όταν φοβούνται οι ποιητές ενός έθνους, κι ένα μωρό πια το καταλαβαίνει: Δεν γεννιούνται πια Διονύσιοι Σολωμοί, δεν γεννιούνται πια ποιητές, δεν γεννιούνται πια ύμνοι στην ελευθερία, δεν υπάρχουν πατρίδες άξιες να γεννούν ποιητές, που να γράφουν γι’ αυτές ύμνους ελευθερίας. Υπάρχουν πια μόνο μάζες αγομένων και φερομένων, άβουλων, τηλεορασόπληκτων καταναλωτών.

Ζούμε σήμερα σε πνευματικό καθεστώς απείρως χειρότερο από εκείνο της αποικιοκρατίας. Τότε πιστεύαμε, τότε απαγγέλλαμε, τότε διψούσαμε για ελευθερία, τότε δίναμε και παίρναμε αίμα για μια καλύτερη ζωή.

Αλλά μη νομιστεί ότι με αυτά που λέγονται εδώ γίνεται καμιά κομματική  «αντιπολίτευση». Δεν διαφέρουν συμπολίτευση και αντιπολίτευση. Είναι και οι δυο του ιδίου ανύπαρκτου, μηδενικού πολιτισμικού επιπέδου.

Επανέρχομαι  στη Θεία Πρόνοια, που τα ξέρει καλά αυτά και έχει στην έγνοια της την Κύπρο· όσα σφάλματα κι αν διέπραξε η Κύπρος· όσο κι αν μόνη της η Κύπρος αποφάσισε και αυτοδρομολογήθηκε

-«αυτοματαίωση» την ονομάζει ο Γαβριήλ Μηνάς-  στο τούρκεμα και στον χαμό της, η Θεία Πρόνοια δεν θα μπορούσε να την αφήσει αβοήθητη, να την εγκαταλείψει χωρίς έναν φωτισμό της αληθινής ιστορίας και της αυτογνωσίας της, χωρίς ένα μέσο φωτισμού της μνήμης όλων μας.

Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο της Θεία Πρόνοιας που υπάρχει κι ένας Γιώργος Πετούσης, για ν’ αναλάβει μέρος τουλάχιστο του έργου σε αυτή την αποστολή.

Τον Γιώργο Πετούση δεν τον ήξερα από πριν. Τα τελευταία 5-6 χρόνια είναι που τον γνώρισα.

Ο Γιώργος Πετούσης έχει μια ευθύτητα, μια αμεσότητα, μια ειλικρίνεια και πάνω απ’ όλα μια αγνότητα στον τρόπο που αντιμετωπίζει τα πράγματα, που κάμνει όσους τύχει να συνδιαλέγονται μαζί του να κοντοστέκονται, απορημένοι. Μα είναι «εντάξει» αυτός ο άνθρωπος;

Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι όπως τους άλλους. Μα τι συμβαίνει μ’ αυτόν τον άνθρωπο; Πώς μιλά λες και είναι σίγουρος ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν το ίδιο ενδιαφέρον, το ίδιο πάθος για όσα ενδιαφέρουν τον ίδιο; Πώς είναι τόσο αθώος; Μα δεν παίρνει είδηση πόσο αμαρτωλοί, πόσο υστερόβουλοι, πόσο προσεκτικοί είμαστε όλοι μας σε ό,τι λεμε;

Μου φαίνεται ότι αυτό που συμβαίνει με τον Γιώργο Πετούση είναι ότι μόλις χθες διώχθηκε από τον Παράδεισο, δεν είναι από τον καιρό του Αδάμ και της Εύας διωγμένος, όπως όλοι εμείς οι άλλοι αμαρτωλοί. Ο Γιώργος, για κάποιο άγνωστο λόγο… έκοψε πίσω στην εκδίωξη· αργοπόρησε, και για κάποιο λόγο είναι ο τελευταίος που μόλις τώρα έκλεισε πίσω του η θύρα του Παραδείσου. Κοιτάζει μια πίσω του την πόρτα να κλείνει και μια μπροστά του, τους άλλους να έχουν ήδη ξεμακρύνει, και ταχύνοντας το βήμα του, μας φτάνει τελικά, όλους τους άλλους, τους ήδη προχωρημένους στην αμαρτία. Μένει κατάπληκτος, ερωτά αφελώς μα τι κάνουμε, μα πού πάμε, μα ποιος είναι αυτός ο νέος τρόπος που  σκεφτόμαστε, μα πώς ξεχάσαμε τι είναι αλήθεια και τι δεν είναι;

Μέσα σε αυτό το πνεύμα είναι γραμμένο όλο το βιβλίο του. Από την αρχή μάς περιγράφει πώς, ως μαθητής ακόμα, απέκτησε το πρώτο του βιβλίο με δικά του χρήματα, βοηθώντας τον ξυλουργό πατέρα του στις διακοπές. Ήταν ένα βιβλίο ποίησης. Τα Άπαντα του Γ. Βερίτη.  Τα ποιήματα του Βερίτη θα το συνοδεύουν σε όλη του τη ζωή. Αλλά μια   μεγάλη απογοήτευση έρχεται στη ζωή του με την αποφοίτησή του από το Λανίτειο το 1962, όταν ο πατέρας του τού ανακοινώνει στενοχωρημένος ότι δεν έχει τα μέσα να τον σπουδάσει. Ο Γιώργος δεν τα βάζει κάτω. Ενώ φίλοι και συμμαθητές του φεύγουν στην Αθήνα για σπουδές, ο ίδιος μένει πίσω να δουλέψει, με την ελπίδα ότι θα μπορέσει, εξοικονομώντας χρήματα, να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Ενάμιση χρόνο μετά, η τουρκανταρσία των Χριστουγέννων του 1963 και ύστερα η ίδρυση της Εθνικής Φρουράς, θ’ ανατρέψει τα σχέδια, τους προγραμματισμούς, ολόκληρη τη ζωή, όχι μόνο του Γιώργου Πετούση αλλά και χιλιάδων άλλων Κυπρίων.

Εθελοντής στην ανεπίσημη «εθνοφρουρά» από την πρώτη στιγμή, ζει στις ενδοκοινοτικές συγκρούσεις της Λεμεσού, ανεπανάληπτες εμπειρίες πολέμου, θάρρους αλλά και πίστης στην ιδέα της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Τον Ιούνιο του 1964 καλείται πια να υπηρετήσει επίσημα ως στρατιώτης της Εθνικής Φρουράς. Η αφοσίωση στο καθήκον, η αγάπη για την πατρίδα που τον καθοδηγεί στην απόλυτη υπευθυνότητα απέναντι στα στρατιωτικά του καθήκοντα, γρήγορα αναγνωρίζεται ώστε σχεδόν αμέσως προάγεται σε δεκανέα, μετά σε λοχία και αναπόφευκτα έρχεται η επιλογή του για περαιτέρω εκπαίδευση ως αξιωματικού των Διαβιβάσεων στη στρατιωτική σχολή στο Χαϊδάρι. Εκεί, στην Ελλάδα, η ζωή στο στρατόπεδο-σχολή με τους αξιωματικούς εκπαιδευτές και τους συναδέλφους εξ Ελλάδος εκπαιδευομένους είναι μια αφήγηση μοναδική, ένα ξεχωριστό, ειδικό «χρονικό» ιστορικής σημασίας μέσα στο μεγαλύτερο, το συνολικό «χρονικό» του αγώνα. Εκπαιδευτές και  εκπαιδευόμενοι ενεργούν με τον ίδιο ενθουσιασμό, αδελφωμένοι στον κοινό αγώνα για την Ένωση.

Χαρακτηριστική είναι τότε η φιλία και ο δεσμός που δημιουργείταιμε τους εξ Ελλάδος αδελφούς, αξιωματικούς και Δόκιμους πια εφέδρους αξιωματικούς. Δεν χάνουν όλοι καμιά ευκαιρία να διαδηλώνουν την πίστη τους και την ετοιμότητα να πολεμήσουν για την Ένωση. Και όταν φτάνει η στιγμή να φύγουν πια από τη Σχολή ο αποχαιρετισμός απ’ όλους είναι το «Ζήτω η Κύπρος» και «Αδέλφια, στο καλό και καλή λευτεριά για την Κύπρο μας. Αν το φέρει η ώρα, μαζί σα θα πολεμήσουμε».

Μια άλλη αριστοτεχνική λογοτεχνικά αφήγηση μέσα στο βιβλίο, είναι εκείνη της γενικότερης συμπεριφοράς των εκπαιδευομένων, ανάλογα με τον χαρακτήρα του καθενός, την κοινωνική του προέλευση, τα ατομικά του όνειρα, τις εφήμερες επιδιώξεις και τις ευρύτερες φιλοδοξίες. Ο τρόπος που εισπράττει όλα όσα συμβαίνουν γύρω του ο συγγραφέας μας, ο τελευταίος των αμαρτωλών, όπως τον έχω ήδη ορίσει στην απόπειρα να αξιολογήσω το βιβλίο του όπως του αρμόζει, έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Από τη στιγμή που ανοίγει κανείς το βιβλίο για να το διαβάσει δεν μπορεί να το αποχωριστεί μέχρι να το τελειώσει. Αξίζει ν’ αναφερθεί εδώ ότι η ειδική χρήση της κυπριακής διαλέκτου, που αυθόρμητα κάνει ο συγγραφέας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις αναδεικνύει την αυθεντικότητα της αφήγησης.

Μια από τις πολλές ιστορίες, που μπλέκονται γύρω στη μεγάλη αφήγηση του βιβλίου, που είναι η πίστη στην Ελλάδα και την Ένωση, η οποία  κατάληξε στη μεγάλη απογοήτευση που τα σκέπασε όλα στο τέλος, είναι κι εκείνη της έκπληξης του συγγραφέα όταν στη διάρκεια της εκπαίδευσης στο Χαϊδάρι, ακριβώς απέναντι από το στρατόπεδο, το μάτι του πιάνει την επιγραφή «Στεγνοκαθαριστήριο Πετούσης»! Εκεί που πίστευε στη μοναδικότητα του επιθέτου του κι ερευνούσε πάντα ν’ ανακαλύψει την προέλευσή του, βρίσκει ξαφνικά στην Ελλάδα, την αρχή του νήματος. Βρίσκει έναν άλλο Πετούση! Αλλά δεν πρόκειται για έναν μόνο, ήταν και είναι πολλοί, με καταγωγή από την Κρήτη, όπου υπάρχει κι εκεί ένα χωριό με το όνομα… Αγρίδια, το χωριό της Πιτσιλιάς από όπου κατάγεται ο Γιώργος. Δέστε στο βιβλίο τη συνέχεια αυτής της μικρής, παράλληλης ιστορίας με το μέγα ενδιαφέρον.

Η αξία του βιβλίου δεν είναι καθόλου μονοδιάστατη. Δεν βρίσκεται μόνο στην περιγραφή ανθρώπων που γνώρισε ο συγγραφέας σε αυτό το χρονικό διάστημα, άξιων αξιωματικών και στρατιωτών αφοσιωμένων στην πατρίδα. Ανάμεσά τους ήταν και περιπτώσεις ανεύθυνων ανθρώπων που είχαν εντελώς αλλού στραμμένη την προσοχή τους, ακόμα και  φαντάρων ψυχασθενών που δοκίμασαν ν’ αυτοκτονήσουν επειδή ανατράπηκαν οι σχεδιασμοί της ζωής τους. Από την άλλη ξεχωρίζουν οι περιπτώσεις μετέπειτα σπουδαίων και γνωστών επιστημόνων, οι οποίοι, όπως όλοι οι άλλοι επιτέλεσαν τότε απλά και ευσυνείδητα το στρατιωτικό τους καθήκον, όπως ο πρόωρα χαμένος, πατέρας Δρ Βενέδικτος-Παύλος Εγγλεζάκης, αλλά και ο λοχίας Αλέκος Ανθίμου, που έγινε μετά ο μοναχός Ιωαννίκος στο Άγιο Όρος. Εκεί, στον Σταυρό της Ψώκας, όπου υπηρέτησε κατ’ αρχάς ως δόκιμος ο συγγραφέας, ήταν και άνθρωποι όπως τον  μάγειρα του στρατοπέδου, τον Τοουλή, που άμα είχε τα κέφια του άρπαζε το κυνηγετικό κι έφερνε λαγούς να μαγειρέψει με τα κρεμμύδια, να φάει όλο το στρατόπεδο, συμπεριλαμβανομένου του διοικητή.

Το βιβλίο δεν είναι απλά γεμάτο με παράλληλες ιστορίες πολλαπλού, κοινωνικού και ανθρώπινου ενδιαφέροντος. Διανθίζεται από τους κριτικούς στοχασμούς του συγγραφέα τόσο για τη συμπεριφορά των ξένων απέναντι μας όσο και για τη δική μας αποτυχία να αντιληφθούμε  ότι δεν είναι οι κατηγορίες εναντίον των ξένων το ζητούμενο, που απλώς εκτονώνουν την πικρία μας, αλλά εμείς οι ίδιοι να φτάσουμε σε υψηλό επίπεδο υπευθυνότητας ώστε λαοί με λιγότερο άξιες παραδόσεις από τις δικές μας, να μην μπορούν τόσο εύκολα να μας βλάπτουν. Γράφει χαρακτηριστικά: «Άμποτε να το καταλάβουμε αυτό και άλλο δεν χρειαζόμαστε για να γίνουμε ξανά εκείνοι που κάποτε ήμασταν».

Για τον συγγραφέα, ίσως έναν από τους πιο αληθινούς εκπροσώπους εκείνης της γενιάς της 1ης ΕΣΟ, το ήθος, η άμεμπτη συμπεριφορά στις σκέψεις και τις πράξεις δεν αποτελεί αξία επιβεβλημένη από έξω, επί τούτου κατασκευασμένη, φτιαχτή με στόχο απλώς να διευκολύνει τη ζωή μας και την οποία να μπορούμε να παραβλέπουμε, όποτε μας βολεύει δρώντας συχνά αντίθετα, με τη βεβαιότητα ότι δεν είναι κακό αφού δεν βλάπτεται προσωπικά κανένας άλλος. Γι’ αυτόν τον άνθρωπο και ευτυχώς συγγραφέα, το ήθος είναι η αληθινή ανθρώπινη φύση, και η συνεχής προσπάθεια στη ζωή του ήταν πώς να κρατήσει αυτή την φυσική ηθική του χωρίς να υποκύψει σε ευκαιρίες  αποφυγής ή μετάθεσης των ευθυνών και των καθηκόντων του σε ώμους άλλων, πράγμα που οι πλείστοι καλωσορίζουν ως εξυπνάδα και καπατσοσύνη!

Το χριστιανικό φρόνημα είναι το κύριο χαρακτηριστικό του και δεν αποχωρίζεται ποτέ την Καινή Διαθήκη, που έχει πάντα μαζί του.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια του βιβλίου είναι το 17ο από τα 73, το «Έλκος δωδεκαδαχτύλου». Ο συγγραφέας το ανακαλύπτει σε ηλικία 12 χρονών και μαζί με τον πατέρα του παίρνουν τα ποδήλατά τους να πάνε στον διάσημο γιατρό της Λεμεσού Γαστών Σχίζα. Ο γιατρός διατάζει ακτινοσκοπήσεις κι ύστερα δίνει τις οδηγίες για τη θεραπευτική αγωγή. Η καταπληκτική περιγραφή που κάμνει ο Πετούσης αυτής του της ανάμνησης δεν καταγράφει μόνο τον δικό του σιωπηλό, παιδικό τρόμο μπροστά στο γεγονός της σοβαρής του ασθένειας αλλά και το θάρρος με το οποίο την αντιμετώπισε για εκείνη την ηλικία. Καταγράφει επίσης τον καθόλα υψηλού επιπέδου ιατρικό επαγγελματισμό της εποχής,  αλλά και την παραγνώριση των συναισθημάτων ενός δωδεκάχρονου παιδιού, το οποίο οι γιατροί  αντιμετωπίζουν με την ευθύτητα και την απουσία οποιασδήποτε κατανόησης, λες και ο ασθενής δεν είναι άνθρωπος και μάλιστα ένα παιδί στην πρώτη του εφηβεία, αλλά ένα αντικείμενο που χρειάζεται μια επιδιόρθωση, ένα δέντρο που χρειάζεται μια διαδικασία για να μη ξεραθεί.

Αναφέρω αυτό το επεισόδιο για να επιστρέψω στο ήθος του συγγραφέα, έφεδρου υπολοχαγού Γιώργου Πετούση. Με τέτοια πάθηση, που θα τον ταλαιπωρούσε και στη διάρκεια της θητείας του και αργότερα, θα μπορούσε να είχε αποφύγει τη στράτευση και να είναι απόλυτα δικαιολογημένος. Δεν το έπραξε. Αντίθετα, όχι μόνο απέκρυψε την πάθησή του τη μέρα της κατάταξης αλλά πέρασε και μεγάλη αγωνία μην την ανακαλύψουν οι γιατροί και τον απορρίψουν.

Είναι πολλά που μπορούν να λεχθούν εδώ γι’ αυτό το απόλυτα αναγκαίο για όλους βιβλίο-«χρονικό», που το Υπουργείο Παιδείας μας ήδη το έχει περιθωριοποιήσει με την κατάργηση της κατηγορίας «χρονικό/μαρτυρία» από τις λογοτεχνικές βραβεύσεις του. Δεν μπορούν όλα να λεχθούν εδώ.

Δεν θα παραλείψω, όμως, να αναφέρω δύο καίρια χαρακτηριστικά του βιβλίου, που το καθιστούν αναγκαίο ανάγνωσμα για όσους θέλουν να ενισχύσουν την ιστορική τους συνείδηση και να την καλλιεργήσουν και στα παιδιά τους, πράγμα που θα μας πάρει ακόμα λίγο χρόνο.

Από την αρχή του βιβλίου ως το τέλος είναι αισθητή η παρουσία του παππού του Γιώργου Πετούση. Του ανθρώπου που κουβαλά όλη την αρχέγονη κληρονομιά της Πίστης στην Εκκλησία, της αφοσίωσης στην Πατρίδα και την Οικογένεια, για να την κληροδοτήσει στην επόμενη γενιά. Όνειρό του, ποιο άλλο, να δει τον εγγονό του ιεροκήρυκα, άνθρωπο της Εκκλησίας.

Ούτε καν θυμάται κανείς σήμερα πως κάποτε ήταν τιμή και δόξα για μια οικογένεια να έχει ένα μέλος της μοναχό ή απλά ιερωμένο. Σήμερα οι πλείστοι γυρεύουν πώς να ενοχοποιήσουν τους ηγουμένους των μοναστηριών αν ένας νέος επιλέξει τον μοναχισμό.

Ένα από τα ωραιότερα σημεία στο βιβλίο, είναι η περιγραφή της μέρας των Χριστουγέννων όπως την ζούσε στο χωριό ο παππούς. Είναι σαν να έχει μπροστά του κανείς έναν πίνακα του Γεωργίου Πολυβίου Γεωργίου, με συμπυκνωμένη όλη εκείνη την αίσθηση της παλιάς Κύπρου, του Κόσμου της Κύπρου, που οδήγησε και τον Αδαμάντιο Διαμαντή να ζωγραφίσει το μεγαλόπνοο, ομώνυμο έργο του μήκους 17.50 μέτρων και ύψους σχεδόν δύο.

Επίσης, από την αρχή του το βιβλίο ως το τέλος αποτελεί ολόκληρο μια μαρτυρία, αντιπροσωπευτική και χαρακτηριστική της δικής μας γενιάς, της γενιάς της πίστης, από τη μια, στην πολιτική ηγεσία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στον αγώνα για την Ένωση, και από την άλλη της αγωνίας και του μεγάλου ερωτήματός μας μήπως δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες και την εμπιστοσύνη μας αυτή η ηγεσία.

Ειδικά στα πρώτα χρόνια της «Ανεξαρτησίας», η αγανάκτηση του συγγραφέα όταν ακούει σκληρή κριτική σε βάρος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ελέγχεται από αντιδράσεις άλλων, μέχρι και με  προειδοποιήσεις από την παραδοσιακή σοφία: ακόμα και από τον ίδιο τον παππού, για το ασυμβίβαστο της κοσμικής εξουσίας με το λειτούργημα του αρχιερέα.

Καθώς περνά ο καιρός μετά το 1960 χωρίς να πραγματοποιείται η Ένωση, παρά τις υποσχέσεις, ενώ απαράδεκτες πράξεις βίας σε βάρος διαφωνούντων πολιτών αφήνονται ανεξιχνίαστες λόγω σκοπιμοτήτων, ο συγγραφέας μας συγκλονίζεται και μαζί κλονίζεται και η πίστη του, με αποτέλεσμα ν’ αρχίσει μια αναζήτηση στοιχείων και αποδείξεων για το αν ήταν ή όχι σκόπιμος ο εκτροχιασμός του Αγώνα.

Αυτός ο βασανιστικός προβληματισμός γίνεται μέρος της καθημερινής του ζωής, όπως σχεδόν όλων των ανθρώπων της γενιάς του. Η μια μετά την άλλη οι μαρτυρίες που εμφανίζονται, όπως για παράδειγμα εκείνη του αγωνιστή της ΕΟΚΑ Λουκή Καραννίκη, που πλησιάστηκε από γνωστό άνθρωπο της Αρχιεπισκοπής το 1957 για ν’ αναλάβει την τοποθέτηση των βομβών που ακύρωσαν τις προτάσεις Χάρτινγκ, η αποκάλυψη των αμερικανικών εγγράφων του 1964, που δείχνουν πόσο εφικτή ήταν τότε η Ένωση με τους χειρισμούς του πρωθυπουργού της Ελλάδος Γεωργίου Παπανδρέου, που κατάφερε να θωρακίσει την Κύπρο με την ελληνική μεραρχία και σωστά τη χρησιμοποίησε ως αντίπαλο δέος στην τουρκική θρασύτητα, οδηγούν τον Γιώργο και σε συγκεκριμένες δικές του έρευνες, που το αποτέλεσμά τους προστίθεται στο τέλος του βιβλίου ως «παραρτήματα».

Στο πρώτο από αυτά παραθέτει την επιβεβαιωτική μαρτυρία του ακαδημαϊκού, πολιτικού επιστήμονα Νεοκλή Σαρρή, ότι την ευθύνη για τη μη πραγματοποίηση της Ενώσεως τον Αύγουστο του 1964 φέρει αποκλειστικά ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, που συνεργάστηκε προς τούτο στενά με τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Η δεύτερη επιβεβαιωτική μαρτυρία προέρχεται από τον διοργανωτή, τον κατ’ εξοχή αποστολέα της Μεραρχίας, τον τότε Υπουργό Άμυνας της Ελλάδας Πέτρο Γαρουφαλιά, από το βιβλίο του οποίου παραθέτει απόσπασμα.

Η μαρτυρία του στενού συνεργάτη του Διγενή, Ντίνου Δημητριάδη, για το τι ζήτησε από τον Διγενή ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης όταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος αρνήθηκε την κήρυξη της Ενώσεως την 21η Αυγούστου 1964 κι έδιωξε άπρακτο τον Γαρουφαλιά, είναι το τρίτο παράρτημα.

Τέταρτο είναι η απομαγνητοφωνημένη, συγκλονιστική μαρτυρία του μόνου επιζώντος, του Τάκη Μαραθεύτη, Οργανωτικού Γραμματέα Λεμεσού της Παναγροτικής Ένωσης Κύπρου, που μαζί με άλλους επισκέφθηκε τον Γεώργιο Παπανδρέου τον Σεπτέμβρη του 1964 στο σπίτι του, στο Καστρί. Εκεί, ο πρωθυπουργός υπέδειξε ως μόνο υπεύθυνο της μη πραγματοποίησης της Ενώσεως τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, που ήταν επίσης παρών. Στην ομάδα παρόντες ήταν και οι πατέρες των μεγάλων ηρώων μας Γρηγόρη Αυξεντίου και Κυριάκου Μάτση, Πιερής Αυξεντίου και Χριστοφής Μάτσης. Με τον τρομερό λόγο του πρωθυπουργού για την ενοχή του Αρχιεπισκόπου («Ιδού ο ένοχος», είπε, «αυτός θα τουρκέψει την Κύπρο»), ο γερο-Πιερής μόλις που πρόλαβε να ψιθυρίσει «αλίμονο, άδικα εσκοτωθήκαν τα παιδκιά μας» κι έπεσε λιπόθυμος στο πάτωμα.

Δεν υπάρχει τίποτε που να μπορεί να παραχαράξει την Ιστορία όσο καιρός κι αν περάσει, όσοι και όποιοι κι αν το προσπαθούν. Οι μαρτυρίες και τα ντοκουμέντα δεν διαψεύδονται. Το βιβλίο του Γιώργου Πετούση είναι ολόκληρο ένα τέτοιο ντοκουμέντο, που περιλαμβάνει αδιάψευστες μαρτυρίες. Η Κύπρος τον συγχαίρει για το θάρρος, την αποφασιστικότητα και τον μόχθο που κατέβαλε υπέρ της αλήθειας.

ΑΡ

 

(314) αναγνώσεις

13 comments

  1. Αγαπητε κυριε Αντη!

    Ωραιο το κειμενο σας, οπως παντα. Ηταν αναγκη ομως να κομματικοποιησετε και παλι το θεμα;

    “άκουσα από τηλεοράσεως, πριν μερικούς μήνες, από άνθρωπο……… που φέρεται μάλιστα και ως πιθανός/πιθανή υποψήφιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, τα εξής απίστευτα: Μα η Ελλάδα, λέει, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την Κύπρο, η Ελλάδα δεν έκανε ποτέ τίποτε για την Κύπρο!! Αν είναι δυνατόν!”

    Αν αναφερεστε στην Ελενη Θεοχαρους κυριε Αντη, δεν σας τιμα να διαστρεβλωνετε αυτο που ειπε…..

    http://archive.philenews.com/el-gr/eidiseis-politiki/39/346530/eleni-theocharous-i-athina-echei-egkataleipsei-tin-kypro

    Ειπε οτι η Ελλαδα εχει εγκαταλειψει ΣΗΜΕΡΑ την Κυπρο, δεν ειπε οτι αυτο συνεβαινε παντα…..

    Δεν εχει εντελως αδικο φυσικα. Οι ΣΥΡΙΖΑίοι εγκατελειψαν την Κυπρο στο ελεος του Τουρκου, και αδιαφορουν πληρως τι θα συμβει στο νησι. Πλην ενος. Διοτι αυτη η μοσχαροκεφαλη ο Κοτζιας, πηγαινοντας κοντρα στο ιδιο του το κομμα, επαιξε εξυπνα με το θεμα των εγγυησεων: “Η Ελλαδα δεν δινει εγγυησεις στο πλαισιο της συζητουμενης λυσης, διοτι δεν πιστευει οτι ενα συγχρονο ευρωπαϊκο κρατος ειναι δυνατον να εχει εγγυητες, κηδεμονες και στρατευματα τριτων χωρων!”

    Φυσικα μια “λυση” με τουρκικες αλλα οχι ελληνικες εγγυησεις ο Αναστασιαδης δεν μπορουσε με τιποτα να την πουλησει στο λαο. Ετσι το ξαναζεσταμενο σχεδιο Α(υ)ναν που ετοιμαζοταν να (ξανα)σερβιρει κατερρευσε εν μια νυκτί……

    Ο πανουργος Κοτζιας εβγαλε οφσάιντ τον Αναστασιαδη, και εσωσε την Κυπρο απο τον….υπερβαλλοντα ζηλο του Προεδρου στις διαπραγματευσεις, αλλα αυτο δεν το καταλαβε η Ελενη.

    Εμεις οι Ελλαδιτες την υποστηριζουμε, την προτιμουμε 1000 φορες απο τον Ανα(ν)στασιαδη, αλλα αν ειναι να γινει Προεδρος της Δημοκρατιας, τοτε θα πρεπει να γινει πιο πονηρη………

    Και αφου σας αρεσει να ψαχνετε ποιος είπε τι για την Ελλαδα, να θυμησω και εγω κατι………

    «Θα ήθελα να παρακαλέσω τους επισκέπτες εξ Ελλάδος να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι το δικό τους χωριό,η δικη τους κωμόπολη,η δική τους πόλη που είναι υπό κατοχή. Ας μην μας πουλούν λοιπόν πατριωτισμό από καθ’ έδρας».

    http://www.thetoc.gr/politiki/article/anastasiadis-mi-mas-pouloun-patriwtismo-oi-eks-ellados-episkeptes

    Αυτος τωρα υποτιθεται οτι ειναι ο Αρχηγος των Ενωτικων………..
    Τον ενοχλησε που ενας Ελλαδιτης Καθηγητης πηγε στο μνημοσυνο του μισητου Τασσου και ειπε τη γνωμη του……….

  2. Κύριε “NF”,
    Δεν είναι η πρώτη φορά που πέφτετε έξω στις πληροφορίες σας περί Κύπρου και Κυπριακού.
    Καθόλου δεν εννοούσα την κυρία Θεοχάρους, αλλά άλλη κυρία, κι επειδή δεν είπα το όνομά της στην ομιλία, δεν θα το πω ούτε εδώ, παρά μόνο τα αρχικά της: Ε.Κ.Μ.
    Επίσης, από σάς μαθαίνω ότι η κυρία Θεοχάρους είπε ότι σήμερα η Ελλάδα έχει… εγκαταλείψει την Κύπρο!! Αυτά είναι υπερβολές και δεν κάνουν καλό σε κανέναν.
    Άδικα και τα συμπεράσματά σας και άδικη και η κατηγορία σας για μένα ότι “διαστρέβλωσα” και τέτοια. Ποτέ δεν ισχυρίζομαι κάτι που δεν μπορώ να τεκμηριώσω.
    Μιλάτε με φανατισμό και πέφτετε έξω.

  3. @Αντης Ροδιτης

    Α, σας αδικησα τοτε. Απολογουμαι λοιπον! 🙂

    Εχετε δικιο, το ονομα της κυριας ισως δεν εχει τοση σημασια, αλλωστε το ανθενωτικο τερας εχει πολλα κεφαλια στην Κυπρο…………..

  4. Την Κύπρο, πρώτα απ’όλα, την έχει εγκαταλείψει ο Πρόεδρός της και η ίδια η κυβερνητική ηγεσία της των ΔΗΣΥ-ΑΚΕΛ, με το να προσέρχονται σε συνομιλίες με τον κατοχικό ηγέτη στο πλαίσιο της καταστροφικής ΔΔΟ και να συζητάνε χάρτες, εδαφικό, περιουσιακό, διοικητικό κλπ. όταν υπάρχει η ξεκάθαρη άρνηση της Τουρκίας και του Ερντογάν – αυτόν θα έπρεπε να ευγνομωνεί πρώτα ο Ροδίτης και όχι την θεία πρόνοια – να μην αποσύρει τα κατοχικά στρατεύματα και τις εγγυήσεις, ρίχνοντας έτσι στον κάλαθο των αχρήστων τες ένθερμες προσπάθειες για “λύση” των πάντα πρόθυμων Αμερικανών, Άγγλων, και όσων σκίζονται να τους υπηρετούν.

  5. @Ελευθεριος

    Ειναι δυστυχως αναγκαιο να προσερχομεθα σε συνομιλιες με τον Τουρκο. Δεν ειναι ομως καθολου αναγκαιο να μενουμε παγιδευμενοι στη χρεωκοπημενοι στρατηγικη της ΔΔΟ.

    Η προταση μας πρεπει να ειναι απλη και λογικη:
    Προτεινουμε ενα φυσιολογικο ομοσπονδιακο κρατος οπως ειναι η Γερμανια, η Ελβετια ή ο Καναδας, με κατανομη εδαφων και ακτων 80/20, συμφωνα με την αναλογια του νομιμου πληθυσμου. Το δοκιμαζουμε για 5 χρονια. Αν αρεσει και στις δυο πλευρες μονιμοποιειται, αν οχι η καθε πλευρα παιρνει το εδαφος που της αναλογει και φευγει.

    Αν το δεχθουν, ανακτουμε το μεγιστο δυνατο, αν το απορριψουν ουδεις θα μας επιρριψει ευθυνες, αφου τους προσφεραμε οτι δικαιουνται συν την αυτοδιαθεση τους.

  6. @ NF
    Σε συνομιλίες προσέρχεσαι με τον αντίπαλο, όταν διαβλέπεις ότι υπάρχει καλοπροαίρετη και ελικρινής διάθεση για την εξεύρεση μιας δίκαιης λύσης με βάση το διεθνές Δίκαιο.
    Είδατε εσείς να υπάρχει ποτέ από την τουρκική ηγεσία τέτοια πρόθεση σε σχέση με την Κύπρο ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα σε σχέση με την Ελλάδα; Αντιθέτως, αυτό που κάνουν είναι να ανοίγουν μονίμως και στο διηνεκές, θέματα που άπτονται κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, προκειμένου να τα αμφισβητήσουν, δημιουργώντας κλίμα και συνθήκες που θα τους επιτρέψουν κατόπιν, δοθείσης της κατάλληλης ευκαιρίας, να νομιμοποιήσουν καθεστώς κατοχής ή συγκυριαρχίας. Αυτό κάνανε και κάνουν στην Κύπρο, αυτό επιχειρούν στη Θράκη και στο Αιγαίο.
    Τι πάει και συζητάει η κυπριακή ηγεσία με τον κατοχικό ηγέτη όταν ο τούρκος θεωρεί απαράγραπτο δικαίωμά του να συντηρεί 45.000 κατοχικό στρατό και βαρύ οπλισμό και να διατηρεί το καθεστώς των εγγυήσεων;
    Αν δεν κάνουν πίσω σε αυτά, καμιά ελληνική κυβέρνηση και κανένας έλληνας πρόεδρος δεν έχει δικαίωμα να πάει να συνομιλεί μαζί τους, άλλως εξυπηρετεί προσωπικές μωροφιλοδοξίες ή αλλότρια συμφέροντα, τελεία και παύλα.

  7. Το έγραψα εκατό φορές ότι η διακοπή των συνομιλιών ευνοεί την Τουρκία. Και δεν πρόκειται να επαναλαμβάνω τα ίδια και να εξηγώ το γιατί. Ένας που κάνει πως δεν καταλαβαίνει σημαίνει ότι δεν θέλει να το καταλάβει. Ειδικά ο “Ελευθέριος” επιμένει στον εύκολο και αναίμακτο “πατριωτισμό” των λόγων. Να πούμε “όχι” και να μην συνομιλούμε άλλο. Ο Τούρκος κατέκτησε με πόλεμο, ο Αμερικανός και ο Ρώσος τον στηρίζουν, ο Τούρκος εκβιάζει και τους δύο με τη γεωστρατηγική του θέση και το μόνο που απομένει είναι να τον εκθέτουμε συνέχεια συνομιλώντας μαζί του και αποδεικνύοντας την ΑΔΙΑΛΛΑΞΙΑ του. Με κάποια απρόβλεπτη ανατροπή των συμφερόντων δεν αποκλείεται κάποια στιγμή, βάσει και της “απειλής” του Υπ.Εξ. Βρετανίας Τζαίημς Κάλλαχαν το 1974, ο τουρκικός στρατός κατοχής να βρεθεί “αιχμάλωτος της Κύπρου”.

  8. “Ροδίτη”,
    μένεις προσκολημένος στο παρελθόν και στις χαμένες ευκαιρίες που απεμπόλησε ο Μακάριος το ’64, τι λέγαν τότε οι Αμερικάνοι, τι είπε ο Κάλλαχαν το ’74 κ.λ.π. Και πες ότι έχεις δίκιο, και γω να συμφωνήσω μαζί σου. Και λοιπόν; Μ’αυτά θα αντιμετωπίσουμε την πάντα επιθετική και αναθεωρητική Τουρκία σήμερα; Ή το κάνεις για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας;
    Εμένα στη συνείδησή μου και νομίζω και της μεγάλης πλειονότητας των Ελλήνων, Άγγλοι, Αμερικάνοι, ο πόντιος πιλάτος η ΕΕ που κάνει τα στραβά μάτια, ο ΟΗΕ είναι όλοι τους υπόλογοι για την διαιωνιζόμενη κατάσταση κατοχής στην Κύπρο, σε αυτούς να πάμε να αποδεικνύουμε την αδιαλλαξία των Τούρκων; Xέστηκε η Φατμέ στο Γενί τζαμί.
    Eίναι αυτό επιχείρημα και σοβαρή πολιτική; Μια ζωή να σέρνονται οι κυπριακές και ελληνικές κυβερνήσεις στην ποδιά του κάθε τούρκου μπας και μεταστραφεί η πολιτική των μεγάλων; Αυτό σημαίνει να έχεις δουλική ψυχή, ιδιοτελή καρδίαν καὶ παρειάν αναίσθητον εις τους κολάφους, που έλεγε κι ο Καρυωτάκης, και τέτοια είναι η νοοτροπία δυστυχώς του Αναστασιάδη και της ακελικής ηγεσίας που τον στηρίζει.
    Αν συνέβη κάποτε να μεταστραφεί υπέρ μας η πολιτική μιας μεγάλης δύναμης είναι γιατί υπήρχε από πίσω ένοπλος αγώνας και θυσίες, πράγματα που σήμερα τα θεωρούμε απευκταία και πάμε στα μνημεία και στεφανώνουμε τους ήρωες ιερουργώντας πάνω στο πτώμα της πατρίδας.
    Αυτό που θα μπορούσε να κάνει μια πατριωτική κυβέρνηση σήμερα σε Ελλάδα και Κύπρο, είναι να εργάζεται με όλες της τις δυνάμεις, όχι πως να γίνει αρεστή ή να μην ενοχλήσει τον τούρκο, αλλά πως να σφυρηλατήσει ξανά ένα αρραγές πατριωτικό φρόνημα μέσα στον λαό να καθορίσει τη στρατηγική της με βάση το εθνικό συμφέρον, να ισχυροποιήσει περαιτέρω τις ένοπλες δυνάμεις και το ενιαίο αμυντικό δόγμα Ελλάδας και Κύπρου που η συγκυρία ευνοεί για την επαναφορά του, να οικοδομήσει συμμαχίες με άλλες χώρες στην κατεύθυνση του αμοιβαίου συμφέροντος.
    Μια τέτοια πατριωτική κυβέρνηση δεν έχει βέβαια προκύψει, όμως είναι αναγκαία παρά ποτέ και τούτο προϋποθέτει τη βούληση της κοινωνίας και την αλλαγή του πολιτικού συστήματος για να μπορέσει αυτή να εκφρασθεί.
    Αλλιώς πάμε χαμένοι.

  9. Ούτε οι Αμερικανοί τη σημερινή ισχύ τους ούτε οι Έλληνες τη σημερινή αδυναμία τους κέρδισαν στο λαχείο! Τις έφτιαξαν με τα μυαλά τους. Αντίστοιχες είναι και των δυο τους οι απαιτήσεις.

  10. “Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν”

  11. @Αντης Ροδιτης.

    Αν Ρωσοι και Αμερικανοι στηριζοτν τον Τουρκο, τοτε μαλλον δεν εχει νοημα να προσπαθουμε να…… εκθεσουμε την αδιαλκαξια του, ετσι δεν ειναι;

    Ομως κανετε λαθος. Οι Αμερικανοι και οι Ρωσοι ΔΕΝ στηριζουν τον Τουρκο. Ιδιως οι Αμερικανοι οχι μονο δεν τον στηριζουν πια, αλλα θελουν πλεον και να τον “κοντυνουν” διοτι το παραξηλωσε σε πολλα πραγματα.

    Επομενως, ποιος ο λογος να ειμαστε ενδοτικοι στις συνομιλιες; Γιατι να συζηταμε ενα ξαναζεσταμενο σχεδιο Α(υ)ναν;

    Σας ρωταω συνεχως και δεν απαντατε: Τι θα κανουμε αν ο Τουρκος μας ντριμπλαρει οπως το 2004, ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΝΟΣ την κυοφορουμενη παραλλαγη του σχεδιου Α(υ)ναν;

  12. Απάντησα πολλές φορές κι εξηγώ τα ίδια και τα ίδια.
    Το πρόβλημα με εκείνους κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν είναι ότι χρησιμοποιούν τα κενά περιεχόμενου λόγια (“πατριωτισμό”) για να κερδίσουν για το κόμμα τους και τον εαυτό τους την εξουσία. Αυτό είναι εφικτό επειδή ακριβώς ούτε η πληροφόρηση του λαού είναι σφαιρική ούτε, αντιστοίχως, το πνευματικό του επίπεδο/ικανότητα σκέψης θάλλουν.
    Σ’ αυτό οφείλεται και η οικονομική κατάρρευση, που αντανακλά στη στρατιωτική δύναμη, χωρίς την οποία οι διαπραγματεύσεις με τον Τούρκο δεν αποδίδουν. Αυτός, όμως, δεν είναι λόγος για να σταματήσουν, διότι παγιώνει τα κεκτημένα του και επιρρίπτει επιπλέον σε μας την ευθύνη.
    Αυτοί που έχουν δύναμη στον πλανήτη αυτό δεν την έχουν κερδίσει σε κανένα διεθνές λαχείο που λειτουργεί κάθε δέκα χρόνια, ας πούμε. Την έχουν κερδίσει με τα μυαλά και τον πατριωτισμό τους. Όπως είναι φανερό πασχουμε και στα δύο. Τώρα διαβάστε το σχόλιο από την αρχή.

  13. Ε ναι βέβαια, δεν ρωτήσαμε την αλεπού που να κλείσουμε τις κότες, που έχεις κιόλας την αξίωση να αναν-παρα-μορφώσεις το πνευματικό μας επίπεδο, προκειμένου να καταπιούμε την διχοτομική “λύση” της ΔΔΟ και της ένταξης ολόκληρης της Μεγαλοννήσου στις στρατηγικές βλέψεις της Τουρκίας, που προωθεί η προεδράρα σου, ο “δούρειος ίππος” Αναστασιάδης και η ακελική ηγεσία, πίσω απ’ τους οποίους στοιχίζεσαι εσύ ο “ανεξάρτητος” πνευματικός μας καθοδηγητής!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *