Κομμουνισμός και νεοφιλελευθερισμός: επίκαιρα σημεία σύμπτωσης σε καταγωγικώς άγονο έδαφος

*του Βασιλείου Χρ. Μπούτου

       Στην Ελλάδα μας, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι έμποροι της μικροαστικής και μεσοαστικής τουλάχιστον κλίμακας -προφανώς δε όσοι εξ αυτών αδυνατούν κατά το μάλλον ή ήττον να αποκρύψουν φορολογητέα ύλη- μοιάζουν μη υπερασπίσιμοι, υφιστάμενοι μίαν ολοκληρωτική επίθεση, στοχεύουσα, αναμφίβολα, στην πλήρη εξόντωσή τους. Η εν λόγω στόχευση ατυχώς αποτελεί σημείο σύμπτωσης τόσο των κομμουνιστικών όσο και των νεοφιλελεύθερων οικονομικών προσεγγίσεων, γεγονός που εξηγεί και την αδιατάρακτη σύμπλευση, και ως προς το σημείο αυτό, μεταξύ άλλων, της ελληνικής κυβερνήσεως και του ευρωπαϊκού κατεστημένου (βλ. και Κ. Ιορδανιδη, «Πορεία προς τη ΔΕΘ», Η Καθημερινή, 3-9-2017)οι μεν πρώτες επιδιώκουν την αναγκαστική επαγγελματική και εν γένει κοινωνική δρομολόγηση, σταδιοδρόμηση και ένταξη της συντριπτικής πλειονότητας του «λαού» (ήτοι πλην της ημετέρας νομενκλατούρας) σε μία μίζερη κρατική υπαλληλία υπό το καθεστώς ενός κρατικού μονοπωλίου, οι δε δεύτερες την αντίστοιχη της συντριπτικής πλειονότητας των -θεωρουμένων ουχί ως πολιτών αλλά- καταναλωτών (ήτοι πλην των της ημετέρας ελίτ) σε μία -στην καλύτερη περίπτωση, περιορισμένων δυνατοτήτων κοινωνικής  και οικονομικής κινητικότητας- ιδιωτική υπαλληλία υπό το καθεστώς ολιγοπωλίων.

       Η εν λόγω κατ’ αρχήν παράδοξη σύμπτωση των ως άνω οικονομικών προσεγγίσεων δεν είναι, ωστόσο, τυχαία, δεδομένου ότι αμφότερες εκκινούν από κοινή ιδεολογική αφετηρία: αυτήν του ιστορικού υλισμού, η οποία με την σειρά της συνδέεται κατ’ ουσίαν αλλά και καταλήγει στην λατρεία της ύλης μέσω την ανυψώσεως της τελευταίας σε κεντρικό -αν όχι μοναδικό- άξονα προσέγγισης, ανάλυσης και εξήγησης των σχέσεων παραγωγής, της κοινωνικής -άρα δε και της ατομικής- συγκρότησης, της ιστορικής εξέλιξης, της πορείας του ανθρώπου στον χρόνο. Όπως βεβαιώνει η κοινή  πείρα,  όποιος έχει θεό του το χρήμα, κατά την μεν περίοδο της ζωής του (κατά κανόνα στα πρώτα νιάτα του), κατά την οποία τυγχάνει σχετικώς πτωχός, ρέπει προς κομμουνιστικές προσεγγίσεις, κατά δε την περίοδο της ζωής  του, κατά την οποία καθίσταται σχετικώς πλούσιος, ρέπει πλέον -όσο και περίπου αυτονόητα- προς νεοφιλελεύθερες προσεγγίσεις. Το άλμα από την μια κατάσταση στην άλλη γίνεται σχεδόν ανεπίγνωστα.

       Στην μεν πρώτη περίπτωση επιδιώκει την ολοκληρωτική παρουσία του κράτους, την ενεργοποίηση μηχανισμών αναγκαστικής «κοινωνικής» αλληλεγγύης, την -κατά την γνωστή ρήση του Ουίνστον Τσόρτσιλίση κατανομή της μιζέριας, την προς όφελός του πολυπόθητη εξίσωση προς τα κάτω (σε υλικό πάντα -ως το μόνο ενδιαφέρον γι’ αυτόν- επίπεδο), την κατακρήμνιση της οικονομικώς ισχυρής -άρα δε και αυτοδικαίως εχθρικής-  τάξεως.

       Στην δε δεύτερη επιδιώκει την σχεδόν ολοκληρωτική απουσία του κράτους (πλην κατά βάσιν των δομών του εκείνων, οι οποίες συνδέονται με την φρούρηση της περιουσίας του -ως άλλωστε αρμόζει σε φεουδάρχες και βαρόνους), την απενεργοποίηση των μηχανισμών κοινωνικής αλληλεγγύης και αναδιανομής του εισοδήματος επί της βάσει της αίφνης προτιμητέας -ου μην αλλά και ιεράς- έννοιας της ατομικής επιλογής και ευθύνης [έως ότου τουλάχιστον προβληθεί ως αναγκαία κάποια «κοινωνικοποίηση ζημιών», όπως λ.χ. στην περίπτωση της χρηματοικοικονομικής κρίσεως του 2008 στις Η.Π.Α. αλλά και των ανακεφαλαιοποιήσεων Τραπεζών στην Ελλάδα, πρακτική αναδύουσα οπωσδήποτε ολιγαρχική οσμή («ὀλιγαρχία δὲ τῶν μὲν κινδύνων τοῖς πολλοῖς μεταδίδωσι, τῶν δ’ ὠφελίμων οὐ πλεονεκτεῖ μόνον, ἀλλὰ καὶ ξύμπαντ’ ἀφελομένη ἔχει·», Θουκυδίδης, Ιστορίαι, Στ’.39.2), την προς όφελός του αδιάλειπτη διεύρυνση της άνισης κατανομής του πλούτου, την απομείωση της κοινωνικής κινητικότητας και την παγίωση της υφισταμένης ταξικής συγκρότησης, η οποία, κατ’ αυτόν τον τρόπο, προσλαμβάνει βαθμηδόν νεο-φεουδαρχικά χαρακτηριστικά, περικαλλυμένα, ωστόσο, παντελώς ανάρμοστα, τον γυαλιστερό -ίσως όμως όχι και τόσο λαμπρό- μανδύα των αξιών της νεωτερικότητας, πρωτίστως δε αυτής του φιλελευθερισμού και του ανοίγματος πεδίου ευκαιριών σε αγωνιζόμενες να ανέλθουν και να διακριθούν υγιείς κοινωνικές δυνάμεις (επονομαζόμενες αστική τάξη), την αδιαφορία και περιφρόνηση κάθε έννοιας δημοσίου συμφέροντος και τον εγκλωβισμό σε μικρόψυχες, ως απολύτως εγωκεντρικές, λογικές ιδιωτικοποίησης των πάντων, απηχούσες και επαναφέρουσες τις σχετικές προσεγγίσεις του απάνθρωπου Δυτικού Μεσσαίωνα (phenomene privatisation generale, κατά τον Γάλλο μεσαιωνολόγο Michel Rouche, βλ. σχετικώς Χρήστου Γιανναρά, «Ο χαμένος πολιτισμός του δημοσίου συμφέροντος» Επιφυλλίδα, Η Καθημερινή, 16-12-2012).

       Εις αμφότερες τις άνω περιπτώσεις, η σχετική ροπή κατά κανόνα δεν συνοδεύεται από την αντίστοιχη δογματική – θεωρητική θεμελίωση της, ήτοι η τελευταία κατά κανόνα δεν περιλαμβάνεται στο γνωστικό υπόβαθρο του αντιστοίχως ρέποντος και, ως εκ τούτου, δεν κατευθύνει, τροφοδοτεί και υποδαυλίζει την αντίστοιχη ιδεολογική τοποθέτηση και δράση του. Τούτο δε, διότι οπωσδήποτε δεν φαίνεται αυτός να την χρειάζεται: εις αμφότερες τις άνω περιπτώσεις η σχετική ροπή, όπως διαμορφώνεται από την κατά τα ανωτέρω λατρεία του χρήματος, εκκινεί από ορμέμφυτες παρορμήσεις – ένστικτα: στην μεν πρώτη  περίπτωση εκείνο της αυτοσυντήρησης και επιβίωσης, στην δε δεύτερη εκείνο της εγωτικής – αντικοινωνικής κυριαρχίας επί του αδύνατου.

       Δεν είναι τυχαίο, ότι στην Ελλάδα ουδέποτε υπήρξε ισχυρό -πόσω μάλλον πλειοψηφικό- ιδεολογικό ρεύμα, αμιγώς κομμουνιστικής ή σκληρής καπιταλιστικής κατεύθυνσης. Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς, πώς συνδέεται το γεγονός, ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, στην ιστορική διαχρονία και μέχρι -τουλάχιστον- σήμερα, ουδέποτε θεοποίησε το χρήμα ή προέταξε την αξία της ύλης, αλλά προτεραιότητά της αποτελούσε πάντοτε η αναζήτηση της χαράς στις σχέσεις κοινωνίας και η στήριξη της ελπίδας της στην πίστη στον Ιησού Χριστό, με το γεγονός, ότι ουδέποτε αναπτύχθηκε στην Ελλάδα ιδιαιτέρως ισχυρή κοινωνική δυναμική είτε κομμουνιστικής χροιάς μεταξύ των κατωτέρων οικονομικών στρωμάτων, όπως επιβεβαιώνει το γεγονός, ότι μεγάλο τμήμα των τελευταίων τασσόταν σταθερά  υπέρ  του «Λαϊκού  Κόμματος» και των -κατά τα φαινόμενα ή μη- διαδόχων του είτε σκληρής καπιταλιστικής μεταξύ των ανωτέρων οικονομικών τάξεων, όπως αποδεικνύουν τα ισχνά επίπεδα ταξικής πάλης και μίσους στην πατρίδα μας. Μήπως, διότι ο ελληνικός τρόπος του βίου, μπολιασμένος πρωτίστως με τα προσβλέποντα στην πραγμάτωση της όντως ελευθερίας αγαπητικά, αγωνιστικά και θυσιαστικά πρότυπα της Χριστιανικής Πίστεως και Διδασκαλίας αλλά και την εν πολλοίς ζυμωμένη με την τελευταία και πάντως σε απόλυτη με αυτήν αρμονία τελούσα κυρίαρχη φιλοσοφική εν γένει πρόταξη του αληθούς έναντι του απλώς χρησίμου («τό δὲ ζητεῖν ἁπανταχοῦ τό χρήσιμον, ἥκιστα ἁρμοττει τοῖς μεγαλοψύχοις καί τοῖς ἐλευθερίοις», Αριστοτέλης, Πολιτικά 1338b), του δημοσίου συμφέροντος έναντι του ιδιωτικού [ώστε «…τόν τε μηδὲν τῶνδε (των πολιτικών) μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ’ ἀχρεῖον νομίζομεν…», Θουκυδίδης, Ιστορίαι Β.40.2], του ψυχικού μεγαλείου έναντι της κοσμικής ισχύος («Η μεγαλοσύνη στα Έθνη δεν μετριέται με το στρέμμα, / με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.», Κ.Παλαμάς, Στ’ άρματα), της καρποφόρου φιλοτιμίας έναντι της προσοδοφόρου βαρβαρικής φιλαρχίας Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει· τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·», Κ.Π.Καβάφης, Η Σατραπεία), της ταπεινής αρχοντιάς και της ομορφιάς της απλότητας έναντι του φωνασκούντος και κομπορρημονούντος πλούτου («Κοντολογίς, να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουνε για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά απ’ το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι, το χράμι, όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων», Οδ. Ελύτης, Τα δημόσια και τα ιδιωτικά»), της ελευθερίας ως νίκης κατά του «εγώ» έναντι της εκδοχής της ως ανεμπόδιστης απλώς δυνατότητας επιλογών Ελεύθερον αδύνατον είναι τον πάθεσι δουλεύοντα και υπό παθών κρατούμενον», Πυθαγόρας, «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθήτω μοι», Μάρκ. η’ 34).) ευρίσκεται στους αντίποδες κατά περίπτωσιν τόσο του κομμουνισμού όσο και του νεοφιλευθερισμού; Και δη χαρακτηριστικών στοιχείων του πρώτου, όπως της καταναγκαστικής «αλληλεγγύης», του φθόνου για τους «έχοντας πλείονα τάλαντα» ταξικούς εχθρούς και της θεώρησης της ταξικής τοποθέτησης του ατόμου ως της πρώτιστης συνθήκης διαμορφώσεως της υπαρξιακής ταυτότητας και προσδιορισμού της συνειδήσεώς αυτού, όσο και χαρακτηριστικών στοιχείων του δευτέρου, όπως της πλήρους αδιαφορίας για το «κοινό καλό» (καθ’ ό μέτρο, τουλάχιστον, δεν προβάλλει -και αυτό- ικανό όχημα είσπραξης προσωπικού οφέλους, βλ. εταιρική κοινωνική ευθύνη), της εμμονικής επιδίωξης και κατοχύρωσης της ιδιοτέλειας και του κενόδοξου πλουτισμού καθώς και της συνακόλουθης πλήρους απώλειας αίσθησης της έννοιας του δημοσίου ή ακόμη και αυτής της κοινωνίας («Δεν υπάρχει αυτό που λέγεται κοινωνία. Υπάρχουν μόνον τα άτομα και οι οικογένειές τους», κατά την γνωστή ρήση της Μάργκαρετ Θάτσερ);

       Αλλά και στο πλαίσιο μίας ευρύτερης προσέγγισης, η -μεταφερόμενη από γενιά σε γενιά «με το γάλα της μάνας»- συναίσθηση, ότι η αλήθεια δεν δύναται να εξαντληθεί στην διατύπωσή της (αποφατισμός) ως προϋποθέτουσα εμπειρική μετοχή στο γεγονός της σχέσης, η οποία (συναίσθηση) χαρακτηρίζει την ελληνική πολιτισμική πρόταση διαχρονικώς, συνδέουσα με το νήμα της ελληνικής εμπειρίας, μεταξύ πολλών άλλων, τον Ηράκλειτο διό καθ᾿ ὅ,τι ἂν … κοινωνήσωμεν, ἀληθεύομεν, ἃ δ᾿ ἂν ἰδιάσωμεν, ψευδόμεθα»), τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό ἕτερον δέ ἐστι τὸ γνωστὸν καὶ ἕτερον τὸ ῥητόν, ὥσπερ ἄλλο τὸ λαλεῖν καὶ ἄλλο τὸ γινώσκειν», Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, Κεφ. 2), τον Οδυσσέα Ελύτη Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει», Τα ελεγεία της Οξώπετρας) (βλ. τις σχετικές αναλύσεις του Χρήστου Γιανναρά, Χάϊντεγγερ και Αρεοπαγίτης, εκδ. Δόμος, 2006, σελ. 70 επ., καθώς και το συνοπτικό αλλά διαφωτιστικό άρθρο του Β. Ξυδιά, Σχολαστικός και Ορθόδοξος Αποφατισμός, αναρτηθέν στο διαδικτυακό τόπο antifono.gr), πώς μπορεί -όχι απλώς να συμβαδίσει αλλά- να ανεχθεί την αναιδή πεποίθηση, ότι η αλήθεια -έστω η κοινωνικοοικονομική- δύναται να δαμασθεί πλήρως νοητικώς, να καταστεί απόλυτο και βέβαιο κτήμα του ανθρωπίνου νού και να καταλήξει ένα απολύτως ελεγχόμενο και τιθασευμένο αντικείμενο ενός νοησιαρχικού σχήματος-συστήματος, δηλαδή μίας -όποιας, οποιασδήποτε- ιδεολογίας; Πόσω δε μάλλον μίας ιδεολογίας, της οποίας η εφαρμογή προϋποθέτει, απαιτεί και επιβάλλει απόλυτες και μονολιθικές -ως στερούμενες μέτρου και επιεικείας- προσαρμογές, προκειμένου να επιτευχθεί το αντιστοίχως ιερόν σκοπούμενον, ήτοι είτε η απόλυτη κεντρική ρύθμιση είτε η απόλυτη αυτορρύθμιση της οικονομίας και, κατά συνέπειαν, της κοινωνίας. Μήπως έτσι ακριβώς -και αφού αντιπαρέλθουμε φαινόμενα συμφεροντολογικής «ευελιξίας»- δύναται, έστω εν μέρει, να εξηγηθεί, η ευτυχής όσο και μάλλον εγγενής αδυναμία τόσο των Ελλήνων πολιτών όσο και αυτών των κομματικών σχηματισμών να διαμορφώνουν ένα ιδεολογικό στίγμα απολύτως αμιγές και ταυτόσημο προς την αντίστοιχη δογματική τοποθέτηση, το οποίο να υπηρετούν και προς το οποίο να συμμορφώνονται αυστηρά, τυφλά και πειθαρχημένα εν όψει του κύρους της αυθεντίας, που έχει περιβληθεί αυτό, οδηγούμενοι συχνότατα όσο και μάλλον αναπόφευκτα σε συγκερασμούς, οι οποίοι παρίστανται σκανδαλωδώς αντιφατικοί και αλληλοαναιρούμενοι κατά την οικεία δογματική προσέγγιση (λ.χ. θρησκευόμενοι κομμουνιστές, «σοσιαλ-μανία ριζοσπαστών φιλελευθέρων»); Μήπως αυτού του τύπου η «αναπηρία», δηλαδή η αδυναμία υιοθέτησης, αφομοίωσης και εγκόλπωσης οποιουδήποτε ιδεολογικού ρεύματος με αυστηρή, κρυστάλλινη καθαρότητα, πέραν του ότι συνδέεται με το γεγονός, ότι κατά βάσιν αυτό αποτελεί «εισαγόμενο προϊόν» και απηχεί ανάγκες και ιεράρχηση προτεραιοτήτων άλλων κοινωνιών (θεματική μελετηθείσα σε ένα ευρύτατο πλαίσιο κατ’ εξοχήν από την επονομαζομένη γενιά του ’30), υποδηλώνει άρνηση -πιθανόν ανεπίγνωστη- υποταγής σε «στεγνές» θεωρίες και ιδεολογήματα, δεδομένου ότι οι Έλληνες εμφορούνται από την ζωτική ανάγκη να εμπιστευθούν την ζωή τους και να γευθούν τον πλούτο της χαράς της ανοιγόμενοι στην πραγματικότητα της σχέσης: δηλαδή σε ένα πεδίο, στο οποίο αναμφίβολα απαιτείται να δοθεί χώρος στον άλλον (ώστε να υπάρξει συν-χώρεση), ο οποίος και καλείται να ακούσει και να ακουσθεί, ώστε να ληφθούν υπ’ όψιν τα κατ’ ιδίαν δεδομένα χωρίς αυτοεγκλωβισμούς εν ονόματι της ιδεολογικής ορθότητος, ψευδαισθήσεις αυθεντίας εν όψει της συνεπούς διαφυλάξεως της τελευταίας και πεπλανημένες αναγορεύσεις εαυτών ως υπηρετών του πεπρωμένου της ανθρωπότητας τούτο δε, προκειμένου να διαμορφωθούν λύσεις συναινετικές και κατά το μάλλον ή ήττον ad hoc, προσωποκεντρικές, με πρώτιστο στόχο και προτεραιότητα την επίτευξη της, κατά το δυνατόν, πλέον αρμονικής -κατά μίμησιν του αληθούς- κοινωνικής συμβίωσης, την καρποφορία και χαρά των σχέσεων κοινωνίας, την έγνοια «να έχουν όλοι οι άνθρωποι τα δώρα του Θεού».

       Ως είναι πρόδηλο, μία τέτοια προσέγγιση παρουσιάζει κεφαλαιώδη απόκλιση από εκείνην της υιοθέτησης παλαιόθεν προετοιμασμένων και σε βιβλιοθήκες κυοφορηθείσων απροσώπων γενικών λύσεων, οι οποίες εμφανίζονται -αλαζονικώς όσο ασφαλώς και κωμικώς- πανέτοιμες να εφαρμοσθούν κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο οπουδήποτε στον πλανήτη και σε οποιαδήποτε κοινωνία, ανεξαρτήτως των αναγκών και των ιστορικών εθισμών αυτής, είτε επί μίας προκρουστρείου κλίνης είτε επί τροχιάς «αυτορρυθμιζομένης», ήτοι καθοριζομένης από την υπερτέρα δύναμη της «αρένας» είτε άλλως πως και με την δεδηλωμένη προσδοκία όχι ασφαλώς να αληθεύει ο κοινός βίος αλλά να κατορθωθεί η τελική νίκη και επικράτηση της μίας ή της άλλης τάξεως. Εκ των βασικών πηγών του κακού, σε κάθε περίπτωση, φαίνεται να αποτελεί η διαστροφή της έννοιας, της σημασίας και του ρόλου του υπερτέρου «ταλάντου» στην κοινωνική ζωή, το οποίο «πρέπει», κατά την αντίστοιχη αντίληψη, είτε λόγω φθόνου να ισοπεδωθεί είτε λόγω έπαρσης να αποτελέσει λόγο υποταγής και ουχί διακονίας των άλλων («Εἴ τις θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καὶ πάντων διάκονος.», Μάρκ., θ’ 35, «‘O δὲ μείζων ὑμῶν ἔσται ὑμῶν διάκονος.», Ματθ. κγ’ 11).

       Ωστόσο, βεβαίως, υπογραμμίζεται, ότι μία τέτοια προσέγγιση κάθε άλλο παρά συνεπάγεται απαξίωση της θεωρητικής συγκρότησης ή των προσπαθειών θεωρητικής αναλύσεως και επεξεργασίας των κοινωνικοοικονομικών ζητημάτων μέσω της ανάπτυξης θεωρητικών κατασκευών. Απλώς επισημαίνει αφ’ ενός την ανάγκη ελέγχου των κινήτρων και στοχεύσεων των εν λόγω θεωριών με κριτήρια ουχί συμφέροντος αλλά αληθείας και αφ’ ετέρου τον επιβαλλόμενο τρόπο αντιμετωπίσεως αυτών των θεωρητικών συλλήψεων: ήτοι ως ανθρωπίνων -άρα και σχετικών ως προς την αξία τους και, συνεπώς, υποκειμένων κατά την εφαρμογή τους σε διόρθωση, υποχώρηση, διάψευση ή και κατακρήμνιση, εν τέλει δε συζητήσιμων- δημιουργημάτων και ουχί ως απολύτων αληθειών περιβεβλημένων την αχλύ της αυθεντίας και του αλανθάστου δόγματος, λαμβανομένου ιδίως υπ’ όψιν του γεγονότος, ότι αναπτύσσονται στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών και, κατά συνέπειαν, στερούνται των αποδεικτικών εργαλείων των θετικών επιστημών, τα οποία -έστω και αν επίσης ενδέχεται να παραγάγουν συμπεράσματα μέλλοντα να «αποδειχθούν» (εκ νέου…) εσφαλμένα- οπωσδήποτε, πάντως, παρέχουν μείζονα εχέγγυα ασφάλειας και αντικειμενικής «ορθότητος». Εν τέλει μία τέτοια προσέγγιση μάλλον απηχεί την ανάγκη τηρήσεως των απαραίτητων αποστάσεων, ώστε να διατηρούμε την ικανότητα διάκρισης της σοφίας από την γνώση («Πού είναι όλη η σοφία που χάσαμε μέσα στη γνώση; Πού είναι όλη η γνώση που χάσαμε μέσα  στην πληροφόρηση;» Τ.Σ. Έλιοτ).

       Το παράδοξο, εν προκειμένω, είναι, ότι οι εν λόγω κοινωνικοοικονομικές ιδεολογίες αρύονται την καταγωγή τους από τον περιλάλητο Διαφωτισμό, ο οποίος, ενώ ήρθε για να απαλλάξει τον άνθρωπο από την υποταγή του σε κάθε μορφής αυθεντία, αποστερώντας τον, ωστόσο, παράλληλα, και από κάθε μεταφυσική αναζήτηση, εν τέλει και κατά τραγική ειρωνεία τον σκλάβωσε στην αυθεντία του νοησιαρχικού εαυτού του: τις ιδεολογίες και τις βέβαιες αλήθειες τους. Ανεπίγνωστο -πιθανόν- κίνητρο: η κατοχύρωση του «εγώ» μέσω της εμπέδωσης της (ψευδ)αίσθησης επαρκούς, στερεάς και αναμφίβολης κατοχής των νόμων που διέπουν την πραγματικότητα εν τέλει δε η αγωνιώδης επιδίωξη αποκλεισμού του ενδεχομένου υποταγής του πεπερασμένου στο άπειρο: δηλαδή της ταπείνωσης.

* Ο Βασίλειος Χρ. Μπούτος είναι Συμβολαιογράφος Πειραιώς, Μ.Δ. Εμπορικού Δικαίου. 

(500) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *