Η πόλη της Ξάνθης και η γενικότερη σημασία της

Έχει πλέον αναγνωριστεί ότι η τοπικότητα – η ενασχόληση με κάποιο συγκεκριμένο τόπο – είναι ένας βασικός συντελεστής της ταυτότητας και της αυτογνωσίας. Σήμερα κυριαρχεί ένας συρμός και μία τάση για εξαφάνιση των τοπικών χαρακτηριστικών. Απαιτείται εξομοίωση λαών και περιβαλλόντων με πίεση στους πολιτισμούς, οι οποίοι δεν συμβιβάζονται με αυτό που επιβάλλεται από την παγκόσμια τάξη και τον λεγόμενο παγκόσμιο πολιτισμό. Οι ιδιαιτερότητες, το χαρακτηριστικό και οι πολιτισμικές ιδιομορφίες είναι, λοιπόν, αυτά τα πολύτιμα και αναντικατάστατα για πολλούς στοιχεία, τα οποία, πριν από μερικά χρόνια ο μοντερνισμός και σήμερα η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, θέτουν υπό αμφισβήτηση και ίσως υπό εξαφάνιση.

Η πόλη της Ξάνθης διαθέτει ορισμένα στοιχεία τα οποία έχουν, κατά τη γνώμη μας, μεγάλη σημασία στη σημερινή προβληματική, όπως σαν Έλληνες τη διαισθανόμαστε και όπως εμφανίζεται γενικότερα. Θέλουμε να πούμε ότι στην Ξάνθη, διατηρείται ένας εκτεταμένος οικισμός, αυτό που λέμε παραδοσιακό οικισμό, ο οποίος ίσως είναι ο μεγαλύτερος και καλύτερα διατηρούμενος παρόμοιος οικισμός στο χώρο της Βόρειας Ελλάδας. Αυτό όμως δεν είναι το μόνο. Ο οικισμός της Παλιάς Ξάνθης ίσως είναι το καλύτερα και πληρέστερα διατηρούμενο δομημένο δείγμα της κοινοτικής οργάνωσης των Ελλήνων κατά την ύστερη Τουρκοκρατία, που διατηρείται στον ελλαδικό χώρο. Αφού βέβαια, έξω από τα ελληνικά σύνορα υπάρχει η Κωνσταντινούπολη.

Με την αντίληψη αυτή η πόλη της Ξάνθης είναι μία ιστορική μαρτυρία της ανόδου και του εκσυγχρονισμού των Ρωμηών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο  αιώνα, μια εποχή ακμής και ανόδου του Ελληνισμού γενικότερα, κατά την οποία εμφανίζεται πάλι η χαρακτηριστική στους Έλληνες οικουμενικότητα.  Η Ξάνθη οικοδομείται μετά τούς καταστρεπτικούς σεισμούς του 1829 πάνω στα ερείπια και με πυρήνα τις εκκλησίες, που υπήρχαν μάλλον από την εποχή της βυζαντινής Ξάνθειας.

Οι ρωμαίικοι πληθυσμοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συγκροτούνται με βάση το θεσμό των κοινοτήτων γύρω από την Εκκλησία. Ταυτόχρονα υιοθετούν μία αντίληψη για τον εκσυγχρονισμό, κατά την οποία οι ιδιαιτερότητές τους παραμένουν σε συμφωνία με την παράδοση. Αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον και εξόχως επίκαιρο.

Οι Ρωμηοί γίνονται φορείς του εκσυγχρονισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ανέρχονται για να αποτελέσουν, σε λίγες δεκαετίες, ένα μεγάλο τμήμα της αστικής τάξης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Ρωμηοί φτάνουν να ελέγχουν, κατά το τέλος του 19ου  αιώνα, σημαντικά οικονομικά μεγέθη, όπως το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, τη μεταποίηση και το τραπεζικό σύστημα, ενώ το 1912 αποτελούν το 13% του πληθυσμού της αυτοκρατορίας, έχοντας δυσανάλογα μεγάλη οικονομική ισχύ σε σχέση με τούς αριθμούς τους. Στην πόλη της Ξάνθης κυριαρχούν απόλυτα και ελέγχουν την κατεργασία και το εμπόριο του καπνού. Παρά τούτο, εντυπωσιακή είναι η αρμονική συμβίωση στην πόλη, όπως και η συνύπαρξη διαφόρων εθνοτικών ομάδων. Οι Ρωμηοί δημιουργούν ένα εμπορικό, βιομηχανικό, οικονομικό και αστικό κέντρο και ανοικοδομούν την πόλη ως ένα χαρακτηριστικό οικισμό επηρεασμένο από τις δυτικές αισθητικές αντιλήψεις κατά την περίοδο της μπελ επόκ.

Η συνύπαρξη αρχιτεκτονικών ρυθμών από τη Δύση και την Ανατολή, ο εκλεκτικισμός και η μίμηση των αστικών προτύπων της Κωνσταντινούπολης και της Κεντρικής Ευρώπης είναι και σήμερα εμφανή στον προστατευόμενο διατηρητέο οικισμό της Παλιάς Ξάνθης. Πρόκειται για ένα οικισμό κτισμένο κυρίως μετά το 1870 από Ηπειρώτες και Μακεδόνες μαστόρους, οι οποίοι μεταφέρουν τις κατά παράδοση μορφές της Ηπείρου και της Μακεδονίας, αλλά και πραγματοποιούν εντυπωσιακές κατασκευές σε σχέδια ξένων αρχιτεκτόνων. Η αίγλη των μορφών της Δυτικής Ευρώπης προς την οποία προσβλέπουν οι κοσμοπολίτες έμποροι του καπνού, όπως και η γοητεία του νεοκλασικισμού του ελεύθερου Ελληνικού Βασιλείου μεταφέρεται στις αρχιτεκτονικές μορφές των νέων κτισμάτων. Αυτό που σήμερα σώζεται μένει, σε μεγάλο βαθμό, άθικτο χάρη στις προσπάθειες ορισμένων ανθρώπων, αλλά και χάρη στη συναίνεση των κατοίκων της πόλης.

Είναι, λοιπόν, η Παλιά Ξάνθη ένα δομημένο παράδειγμα ελληνικής ζωής, το οποίο δεν εξαφανίστηκε, όπως έγινε σε άλλες πόλεις του βορειοελλαδικού χώρου η γενικότερα της Ελλάδας. Μετά την οικονομική απογείωση της χώρας, κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, το ήδη δομημένο περιβάλλον στις ελληνικές πόλεις ανοικοδομήθηκε εκ νέου και έχασε τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά του με τη δημιουργία ενός χώρου, ο οποίος συχνά έχει το χαρακτήρα του μη‑τόπου. Δηλαδή, δεν διαθέτει ιδιαίτερα πολιτιστικά και αισθητικά χαρακτηριστικά και δεν μπορεί να εσωτερικευθεί. Ήδη, όμως, βρισκόμαστε σε μία κατάσταση, στην οποία οι ιδιαιτερότητες και τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά γίνονται πάλι αξίες και αιτήματα αναγέννησης. 

Για την πόλη της Ξάνθης η ύπαρξη ενός τόσο εκτεταμένου και σημαντικού οικισμού είναι ένα πλεονέκτημα και ένας πλούτος, ο οποίος ίσως δεν είναι γνωστός στον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Ευτυχώς υπάρχουν ευαίσθητοι άνθρωποι, οι οποίοι αισθάνονται την ανάγκη να αποτυπώσουν τον χαρακτήρα της πραγματικότητας αυτής και να την περιγράψουν. Αναφερόμαστε στις εκδόσεις που αφορούν την ιστορία, την περιγραφή και την έκφραση της πόλης, οι οποίες πιστοποιούν και ένα χαρακτηριστικό δυναμισμό της πόλης αυτής.

.

(381) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *