Από την μεταπολίτευση του 1974 στην χρεοκοπία του 2010

γράφει ο Θεόδωρος Ε. Παντούλας
Έχω την εντύπωση –εάν εξαιρέσουμε τον αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α.- ότι η τελευταία φορά για την οποία μπορούμε ως Νεοέλληνες να είμαστε υπερήφανοι είναι το έπος του 1940 και η εθνική αντίσταση. Μετά, στο όνομα μιας καθ’ όλα συζητήσιμης κοινωνικής δικαιοσύνης, άρχισε η αδελφοκτονία. Η πατρίδα γλίτωσε βεβαίως από τον υπαρκτό σοσιαλισμό αλλά τα ερείπια της ρημαγμένης χώρας μας παραδίδονταν στους μαυραγορίτες, στους δωσίλογους και στις παρακρατικές οργανώσεις τους. Όχι ότι δεν υπήρχαν άλλοι Έλληνες αλλά αυτό ήταν το πολιτικό προσωπικό της εξ’ Αιγύπτου ορμώμενης εθνικοφροσύνης μας και της υπερατλαντικής εντέλει επιλογής μας….


   Η, κατά κύριο λόγο, αγροτική χώρα μας μετεμφυλιακά έπαυε να είναι αγροτική. Η μισή αγροτική Ελλάδα στριμωχνόταν στις παρυφές των αστικών κέντρων κι άλλη μισή ετοίμαζε μπαγκάζια για την Γερμανία και την Αμερική. Οι υπόλοιποι απλώς υπέγραφαν πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων ή πούντιαζαν στα ξερονήσια του «εθνικού» φρονηματισμού.
   Οι ξενιτεμένοι, έχω την υποψία ότι μπορεί να και να σώθηκαν, διασώζοντας μιαν άλλη Ελλάδα. Όσοι έμειναν –ξενιτεμένοι στον ίδιο τους τον τόπο και παρά την κυρίαρχη ρητορεία που ακαμάτως τους θύμιζε από ραδιοφώνου ότι είναι 3000 χρόνων γέροι- δεν μπορούσαν να σώσουν την Ελλάδα. Γι’ αυτό και αφέθηκαν στην made in Greece «αντιπαροχή», που –όπως θα έλεγε ο μαΐστορας Φώτης Κόντογλου- σφεντόνισε τον λαό μας από την στρούγκα στην πολυκατοικία. Δίναμε αντιπαροχή τα γονικά μας κι αναπαύαμε την μικρομεσαία λαχτάρα μας για κοινωνική άνοδο σε νεόδμητα λίβινγκ ρουμ. Θέλω να θυμίσω ότι το πέρασμα από την παλιομοδίτικη αρχοντιά του «τι ψυχή θα παραδώσω» -αυτή ήταν η παράδοση του παλιού τόπου μας- στον μεταμοντέρνο νεοπλουτισμό του «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ότι αρπάξει ο κώλος μας» -αυτή είναι η παράδοση του καινού τρόπου μας- ήταν και γρήγορο και εύκολο και μαζικό. Και κοντά στο έγκλημα της αντιπαροχής –έγκλημα πολεοδομικό αλλά και ιστορικό- ερχόταν και το έγκλημα της τουριστικής «ανάπτυξης». Προκειμένου να κόψουμε λίγα εισιτήριο παραπάνω αρνηθήκαμε τον ίδιο μας τον εαυτό, παριστάνοντας κάποιον άλλον. Το αποτέλεσμα; Πλημμυρίσαμε στο τζατζίκι και γεμίσαμε ιμιτασιόν Ζορμπάδες.
   Αυτό ήταν για δεκαετίες το αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας. «Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου». Αντιπαροχή και τσιμέντωμα. Κι αυτό το πρότυπο η επταετία των Συνταγματαρχών το έκανε εθνικό ιδεώδες. Ο πολιτικός κόσμος μας έκανε αυτό που από πάντοτε ήξερε με επιδεξιότητα να κάνει σε ανάλογες περιπτώσεις: την κοπάνησε κι επιδόθηκε στον ανά την υφήλιο επιδοτούμενο τουρισμό.
   Κι εδώ έμεινε ένας λαός προσφύγων, ένας λαός στερημένος και των βωμών και των εστιών του που αμαχητί είχε παραδοθεί στον απορφανισμό του. Ο Παττακός έκοβε βόλτες μ’ ένα μυστρί κι εμείς χορεύαμε τσάμικα το πρωί και σέικ το βράδυ.
   Όσοι βεβαίως δεν αναπαύονται στις επετειακές πομφόλυγες γνωρίζουν ότι η πτώση της Χούντας δεν υπήρξε έργο καμιάς καθολικής λαϊκής αντίστασης. Ο Παναγούλης ήταν η εξαίρεση. Κανόνας ήταν οι «νοικοκυραίοι» που κοίταζαν να κάνουν την δουλειά τους. Να βάλουν φως, να βάλουν νερό, να βάλουν τηλέφωνο, να βάλουν και τον γιο τους στο άσυλο του Δημοσίου. Η πτώση της Χούντας ήταν αποτέλεσμα άλλων συγκυριών και συνοδεύθηκε από μια διαρκή εθνική καταστροφή: την τουρκική κατοχή της Κύπρου μας –που για την κυρίαρχη μεταπολιτευτική αρπαχτή ήταν -και είναι- «μακριά».
   Ο «εθνάρχης» είχε έρθει από το Παρίσι να κυβερνήσει τους ιθαγενείς κουβαλώντας μαζί του όλο τον παλαιοκομματικό συρφετό. Επιπλέον οι ηττημένοι του 1949 έμπαιναν και πάλι στο παιχνίδι –αυτή την φορά όμως όχι ως διεκδικητές της εξουσίας αλλά ως κολαούζοι της.
   Με αυτές λοιπόν τις αποσκευές μας δεξιώθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, δικαιώνοντας όλο τον αρχοντοχωριάτικο και χρόνιο κομπασμό μας. Ήμασταν η κοιτίδα της Ευρώπης αλλά καθόλου Ευρωπαίοι. Αλλά αυτό το τελευταίο είχε ελάχιστη σημασία μέσα στην σχεδόν πάνδημη χαρά. Σημασία είχε ότι η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης ξέπλενε το αμαρτωλό της παρελθόν κι επέστρεφε στην αθωότητα μιας χώρας με ευρωπαϊκά εύσημα.
   Η αυτοαθωωμένη όμως Ελλάδα διψούσε και για σοσιαλισμό. Κι ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε πολλά αποθέματα σοσιαλιστικής ατάκας για να την ξεδιψάσει. Ήξερε δε πολύ καλά να κλείνει το μάτι σε όσους λιγουρεύονταν την εξουσία. «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά». Στις 18 του Οκτώβρη του 1981 ο λαός -επιτέλους- ερχόταν στην εξουσία και το πανελλήνιο σοσιαλιστικό κίνημα στην κυβέρνηση. Θυμίζω στους νεώτερους ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ λειτούργησε περίφημα ως ταξιθέτης στο γιουρούσι που έκανε ο λαός μας στην δημόσια διοίκηση. Ο αγώνας τώρα διορίζεται. Τέρμα οι ρετσίνες. Άρχισαν τα μακροβούτια στα σπέσιαλ «ουίσκια». Η ελληνική εκδοχή του σοσιαλισμού υπήρξε εξόχως γενναιόδωρη. «Ένα δωράκι στον εαυτό του» εδικαιούτο να κάνει ο κάθε κρατικός λειτουργός. Το ύψος της αξίας αυτών των δώρων ήταν που με σπουδή εσυζητείτο αν και ο τότε πρωθυπουργός υποστήριζε ότι ο πήχυς δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 500.000.000 παλιές καλές δραχμούλες. Οι συνεργάτες του όμως έκαναν πρωταθλητισμό. Και χιλιάδες κομματικοί κλακαδόροι, που δεν τους γνώριζε ούτε ο θυρωρός τους, βρέθηκαν μ’ ένα πούρο στο ένα χ
έρι και με τα τιμημένα λάβαρα του εγχώριου σοσιαλισμού στο άλλο. Ήταν η εποχή που μεταπολιτευτική μας δημοκρατία κραταιωνόταν διακινώντας δεξιά κι αριστερά «πάμπερς».
Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη
που φτάνει στον γνωστό αγριορωμιό
στο ντάτσουν μιας φυλής που ζει φευγάτη
απ’ ό,τι ελληνικό στον κόσμο αυτό.
   Τόση αλήθεια όμως δεν την άντεξε ούτε ο Διονύσης Σαββόπουλος που κατά τα λοιπά την στιχούργησε!
   Ήταν ζήτημα χρόνου η πρώτη ηχηρή διάψευση, η οποία και δεν άργησε καθόλου αλλά ήρθε από εκεί που κανείς δεν την περίμενε. Την πτώση του τείχους ακολουθούσε μια γεωπολιτική αμηχανία και η χώρα κατακλύσθηκε από τους απόκληρους του ανύπαρκτου σοσιαλισμού και τους κληρωτούς της υπαρκτής παγκοσμιοποίησης. Από εργαζόμενοι γίναμε εν μια νυχτί εργοδότες. Η χώρα γέμισε με αυθαίρετα εξοχικά που οικοδομούσαν οικονομικοί μετανάστες, επιβεβαιώνοντας την επίπλαστη προκοπή μας. Οι «σύμμαχοι» είχαν άλλες σκοτούρες.
   Η «οικουμενική» και ό,τι την ακολούθησε ήταν ένα διάλειμμα που πιστοποίησε ότι οι εκδρομείς του ’60, της μεταπολίτευσης η βλαμμένη γενιά, η γενιά του νέου εγωισμού είχε ήδη αντικαταστήσει τα οράματα της νεότητάς της μ’ ένα όραμα ευζωίας και κονόμας.
   Ένας πρώην πράκτορας έγινε ο πλουσιότερος άνθρωπος της χώρας. Και μαζί του έγινε κοινό μυστικό ότι κουμάντο έκαναν διάφοροι μεγαλοεπιχειρηματίες που μας προέκυψαν από το πουθενά και ο πολιτικός κόσμος τους έκανε τα θελήματα. Ο χώρος της ενημέρωσης άρχισε να ελέγχεται από τους εργολάβους του δημοσίου. Κι όλοι μαζί –μεγαλοεργολάβοι, μεγαλοδημοσιογράφοι και πολιτικοί- πέταγαν ξεροκόμματα στο πόπολο.
   Η διαφθορά, με όλη την μεταπολιτευτική εκγύμναση, πλέον είχε γίνει κοινωνική κατάκτηση. Κι οι Πανέλληνες βαρυστομάχιαζαν μπουκώνοντας ευρωπαϊκά πακέτα, επιδοτήσεις κι αργομισθίες.
   Η Ελλάδα κοιταζόταν στον καθρέφτη κι έφτυνε τον εαυτό της να μην τον βασκάνει. Τι κι αν το κρατίδιο των Σκοπίων μας έβγαζε την γλώσσα; Τι κι αν ο αέρας έπαιρνε την σημαία μας, τι κι αν καιγόμαστε τα καλοκαίρια και πλημμυρίζουμε τις βροχές, τι;… Εμείς ήμασταν οι ισχυροί των Βαλκανίων. Και μπορεί η ισχυρή χώρα μας να μην παράγει τίποτε, αλλά οι Έλληνες –ως γνωστόν- αεί παίδες. Κι ως παίδες διαπρέπαμε στο παιχνίδι. Ένας ολόκληρος λαός αγόραζε και πουλούσε αέρα στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Ο «εκσυγχρονισμός» μας όμως σκόνταψε σε παχύδερμους επενδυτές που έχασαν αίφνης τα κλοπιμαία τους.
   Την ώρα που βούλιαζε το «Σάμινα» εμείς πατάγαμε την μπανανόφλουδα της Ολυμπιάδας που έγινε η νέα μεγάλη ιδέα μας. Όταν τέλειωσε το πλούσιο πάρτι συγχαρήκαμε από καρδιάς τους εαυτούς μας και διαπιστώσαμε έντρομοι ότι είχαμε πλούσιους εργολάβους αλλά τριτοκοσμικές υποδομές.
   Χρειαζόταν επανίδρυση το κράτος αλλά αυτός που την ευαγγελίστηκε προτίμησε τα νταηλίκια στα σουβλατζίδικα, παρά την πραγμάτωσή της. Στα τρωκτικά του «εκσυγχρονισμού» προστέθηκαν οι κουμπάροι της «επανίδρυσης». Ήταν και τα σόγια μεγάλα και το καράβι άρχισε να μπάζει από παντού.
   Και φθάσαμε σήμερα ένας κοινός πολιτικός απατεώνας ή ένας μειωμένης αντίληψης άνθρωπος να γίνει πρωθυπουργός της χώρας υποσχόμενος ότι «λεφτά υπάρχουν». Το πόσο γρήγορα διέψευσε τον εαυτό του υποθέτω ότι όλοι το γνωρίζουμε. Μετά από μια διεθνή επαιτεία, όπου με κάθε τρόπο διαφημίστηκε η αναξιοπιστία μας στην οικουμένη, φτάσαμε στον καρνάβαλο του Καστελόριζου, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στην εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας.
   Αλλά η κρίση είχε και κάτι θετικό: ανέδειξε όλες τις παθογένειες που κρύβαμε κάτω από το μεταπολιτευτικό μας χαλί και χάλι. Κολοβή «δημοκρατία», πελατειακό παρακράτος, υδροκέφαλο δημόσιο τομέα, κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, έλλειψη κοινωνικής συνοχής, σχεδιασμού, αξιών και οραμάτων για το μέλλον του τόπου.
   Κι αντί –έστω και τώρα, στο και 5’ – να κάνουμε μια ειλικρινή κουβέντα, εμείς στρουθοκαμηλίζουμε. Και κοιτάμε να περισώσουμε ό,τι μπορούμε για τους εαυτούς μας. Γι’ αυτό και δεν μας ενοχλούν οι μεσήλικες συνταξιούχοι της Ολυμπιακής, αρκεί να είναι στην οικογένειά μας.
   Αλλά θα μου πείτε –και δίκιο θα έχετε- ποιοι να την κάνουν αυτοί την κουβέντα; Αυτοί που δημιούργησαν την κρίση κι αφού αμνήστευσαν τους εαυτούς τους βγάζουν δεκάρικους για την σωτηρία της πατρίδας; Και ποιοι να τους ακροαστούν; Μια κοινωνία που διαδηλώνει «να καεί το μπουρδέλο η βουλή» όταν αυτή η ίδια σταβλιζόταν για όλη την μεταπολίτευση στα κομματικά παραμάγαζα;
   Το πρόβλημα της χώρας πριν από οικονομικό είναι πολιτικό.
Και δεν έχουμε μόνο έλλειμμα πολιτικής αλλά και έλλειμμα πολιτών.
   Κι αν αυτή η κοινωνία –η συστηματικά εκπαιδευμένη στην ιδιώτευση- δεν διεκδικήσει και πάλι την αξιοπρέπειά της τίποτε δεν θα αλλάξει. Θα είμαστε και του χρόνου εδώ κουβεντιάζοντας και σιχτιρίζοντας τους ίδιους και τα ίδια.   Θα μου πείτε ότι είναι τουλάχιστον παρήγορο ότι απαξιώνεται το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Και θα συμφωνήσω μαζί σας μόνο που υπάρχει ο κίνδυνος μαζί με τ’ απόνερα να πετάξουμε και το μωρό. Κι εν προκειμένω το μωρό είναι η ίδια η πολιτική. Η δυνατότητα, δηλαδή, να ορίσουμε και να σχεδιάσουμε τις ζωές μας. Επιτρέψτε μου να σας θυμίσω «ότι οι κακοί πολιτικοί εκλέγονται από τους καλούς ανθρώπους που δεν πάνε να ψηφίσουν» (George Jean Nathan).


http://www.manifestomag.gr/2010/07/1974-2010_24.html#more 

.

(289) αναγνώσεις

7 comments

  1. Η μεταπολίτευση ξεκίνησε με πολύ καλές προθέσεις:Να δώσει πνευματική και υλική ευημερία στον κόσμο που μέχρι τότε
    βρισκόταν στο στάδιο της εξαθλίωσης.Το πρόβλημα είναι οτι
    εφάρμοσε λάθος τακτική.Πήρε τεράστιες ποσότητες δανεικών από
    την Ευρώπη και την Αμερική.
    `Ετσι τα χρόνια πέρασαν.Η πατρίδα μας δεν δημιούργησε δημόσιες
    υποδομές και ανθηρές παραγωγικές μονάδες και βρέθηκε στην δύσκολη θέση να πρέπει να ξεπληρώσει στο τριπλάσιο τα λεφτά που
    πήρε.Πλέον οι χώρες της Δύσης είχαν ανάγκη τα χρήματα γιατί
    αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα.
    Νεκτάριος Κατσιλιώτης
    Ιστορικός-Εκδότης

  2. >Να δώσει πνευματική και υλική ευημερία στον κόσμο που μέχρι τότε βρισκόταν στο στάδιο της εξαθλίωσης.< Αν κατάλαβα καλά, επί δικτατορίας ο κόσμος βρισκόταν στο στάδιο της εξαθλίωσης;

  3. Το άρθρο το θεωρώ επιτυχημένο, αν και έχω μικρές ενστάσεις που δεν αξίζει να αναφερθώ. Εκείνο όμως που θα ήθελα να σχολιάσω ευελπιστώντας σε απάντηση απο τον γράφοντα είναι το εξής: Λίγο πολύ όλη αυτή η αναδρομή είναι γνωστή και αποδεκτή από τη μεγαλύτερη μερίδα των Ελλήνων, εντός κι εκτός συνόρων. Με το δια ταύτα τι προτείνετε; Το να αναμασούμε τα ίδια και τα ίδια (ευθύνες στους πρώην, ύβρεις στους παρόντες κλπ), δε βλέπω σε τι μας εξυπηρετεί η ανεύρεση λύσης για το εγγύς μέλλον; Διότι δεν μπορώ να δεχθώ πως κάνουμε συζητήσεις επί συζητήσεων, απλά και μόνο για να εφιστήσουμε την προσοχή στις επόμενες εκλογές! Θα μου επιτρέψετε να πω πως μου φαίνεται λίγο!!! Το να καταργήσουμε την ύπαρξη της πολιτικής πετροβολώντας άπαντες, πάλι είναι εύκολη λύση, μα δεν πιστεύω πως θα έλυνε και κάτι ουσιώδες, αφού οι “Σωτήρες” περιμένουν στη γωνία έτοιμοι να σώσουν το ακέφαλο διαλυμένο και οργισμένο κράτος! Καιπολύ φοβάμαι πως θα είναι χειρότεροι από τους υπάρχοντες, Άρα τί; Καλή η καταγραφή αλλά χρησιμότερες οι προτάσεις!

  4. “Η πατρίδα γλίτωσε βεβαίως από τον υπαρκτό σοσιαλισμό αλλά τα ερείπια της ρημαγμένης χώρας μας παραδίδονταν στους μαυραγορίτες, στους δωσίλογους και στις παρακρατικές οργανώσεις τους. Όχι ότι δεν υπήρχαν άλλοι Έλληνες αλλά αυτό ήταν το πολιτικό προσωπικό της εξ’ Αιγύπτου ορμώμενης εθνικοφροσύνης μας και της υπερατλαντικής εντέλει επιλογής μας….”

    Αυτή είναι η προπαγάνδα της αριστεράς της μεταπολίτευσης, σου λένε μπορεί να χάσαμε τον πόλεμο αλλά κι οι άλλοι που κέρδισαν δεν ήταν καλύτεροι. Οι μαυραγορίτες, οι δοσίλογοι, οι “εξ Αιγύπτου” ορμώμενοι, όλα αυτά συνώνυμα φυσικά του “δεξιοί”, ενώ οι σταλινικοί ήταν οι καλοί, οι “πατριώτες” κλπ.
    Εννοείται ότι δεν παραδέχονται ποτέ τι θα γινόταν έτσι και κέρδιζαν, πλην σπανίων εξαιρέσεων όπως ο Τάκης Λαζαρίδης. Είναι σαν να λέει κάποιος μπορεί να γλίτωσα τον καρκίνο, αλλά έπαθα μετά μια γαστρενετερίτιδα άλλο πράγμα.
    Ώρες-ώρες σκέφτομαι βέβαια ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να κέρδιζαν οι κομμουνιστές τότε. Εντάξει μπορεί η Β.Ελλάδα να είχε γίνει βαλκανικό πολυφυλετικό μόρφωμα, μπορεί τα πρώτα 10 χρόνια μετά την πτώση να ήμασταν Αλβανία του ’90, αλλά κατόπιν θα έμπαινε η κοινωνία σε πιο υγιείς βάσεις και χωρίς όλα αυτά τα συμπλέγματα που είναι κυρίαρχα σημέρα και που μας έφτασαν σε αυτό το χάλι.

    Γενικά το κείμενο διατρέχει μια αριστερίζουσα μιζέρια. Του φταίει η “αντιπαροχή” και η αστικοποίηση, λες και οι Έλληνες έπρεπε να παραμείνουν αιώνιες αγρότες και τσοπάνηδες για …να σώσουν την ψυχή τους. Του φταίει η τουριστική “ανάπτυξη”, τα τζατζίκια κι οι Ζορμπάδες, λες και δεν είμαστε κατεξοχήν τουριστική χώρα ή λες και είναι βλασφημία να βγάζεις χρήματα από τον τουρισμό. Θυμίζει το μέγα λαοπλάνο Ανδρέα Παπανδρέου που περήφανα διακήρυσσε ότι “δε θα γίνουμε τα γκαρσόνια της Ευρώπης” (γίναμε τελικά ο περίγελως της Ευρώπης με τα κατορθώματά του). Του φταίνε οι “νοικοκυραίοι”, οι “μικροαστοί” όπως λένε σήμερα οι ακροαριστεροί τρομοκράτες στις προκηρύξεις τους. [Κι αυτό πρακτικά συνώνυμο του δεξιοί.]
    Λέει “αυτό ήταν για δεκαετίες το αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας”, ουδεμία νύξη για το γεγονός ότι τη δεκατία του ’60 η Έλλαδα είχε σοβαρή βιομηχανική και βιοτεχνική παραγωγή, οι οποίες φυσικά χαντακώθηκαν επί μεταπολίτευσης. Ουσιαστικά προσπαθεί να αθωώσει τη μεταπολίτευση για τα εγκλήματά της αναγοντας τα σε δήθεν προϋπάρχουσες παθογένειες.
    Του φταίνε όλα γενικά και τίποτε συγκεκριμένα γι’αυτό και καμία πρόταση ούτε προοπτική υπάρχει για κάτι καλύτερο.

  5. Έχει δίκιο ο Οδυσσέας. Γεγονός είναι ότι η Ελλάδα μεταπολεμικά αναπτύχθηκε. Και κοινωνικά, και οικονομικά, και δημογραφικά, και πολιτισμό παρήγε. Δεύτερη φτωχότερη χώρα της Ευρώπης μετά την Αλβανία το 1939, πλουσιότερη των Βαλκανίων μέχρι το 60-65, πλουσιότερη από Ιρλανδία, Πορτογαλία, κ.α. το 80. Και φυσικά, η ιθύνουσα πολιτκή και κοινωνική τάξη της σε καμμία περίπτωση δεν συνίστατο από “δοσίλογους – μαυραγορίτες” όπως προβάλλεται από επίμονα αριστερίστικα και χοντροκομμένα ανιστόρητα μυθεύματα. Υπήρχαν φυσικά και σκοτεινές όψεις, και στρεβλώσεις, και δομικές αδυναμίες που η επίδρασή τους φάνηκε αργότερα (ας θυμηθούμε π.χ. τον μεγάλο Παναγιώτη Κονδύλη και την ανάλυσή του για την ανολοκλήρωτη αστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας). Γεγονός είναι από την άλλη ότι τις τελευταίες δεκαετίες η Ελλάδα έχει πάρει στραβό δρόμο. Χρεοκοπία, αποανάπτυξη, απαιδευσία, υπογεννητικότητα, περιβαλλοντική υποβάθμιση, χαμηλό φρόνημα και απουσία αυτοπεποίθησης απέναντι στις κρίσιμες εθνικές προκλήσεις, αδιαφορία απέναντι στα κοινά, χαμηλό πολιτικό αισθητήριο, ανάδειξη στην εξουσία ανίκανων, μειοδοτών και γελοίων, χυδαίος ατομικισμός, κυριαρχία της κιτς υποκουλτούρας. Τι ακριβώς ή ποιοι κυρίως φταίνε, πότε άρχισε αυτή η παρακμή, και σε ποιο πλαίσιο ερμηνείας, είναι δύσκολα και πολυσύνθετα ερωτήματα. Θα έλεγα πάντως ότι η όλη ιστορική φάση της “μεταπολίτευσης” διακρίνεται από τη σταδιακή και προϊούσα εμφάνιση-διόγκωση των παρακμιακών καταστάσεων που περιγράφηκαν παραπάνω. Σίγουρα η χούντα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανατροπή και καταρράκωση αξιών. Η μεταπολίτευση δεν μπόρεσε να πετύχει την ισορροπία ανάμεσα στο αίτημα για ελευθερία και στην εμπέδωση βασικών πλαισίων και νοοτροπιών κοινωνικης ευταξίας. Το λογικό και δίκαιο αίτημα της ελευθερίας και του εκδημοκρατισμού εξετράπη σε ασυδοσία με καθοριστική ίσως καμπή τη διακυβέρνηση του “μεγάλου ηγέτη” της δεκαετίας του ’80.

  6. Καλοί μου ανθρωποι,

    Ενας κλέφτης ή ένας φονιάς εάν δέν τιμωρηθεί παραδειγματικά,αμέσως θά δημιουργήσει
    απειρους μιμητές.

    Ενας κυβερνήτης,βουλευτής,κρατικός υπάλληλος ή δικαστικός,δημοσιογράφος ή επώνυμος
    μέ τίς εγκληματικές πράξεις ή τίς παραλείψεις του πού βλάπτει τό δημόσιο συμφέρον δέν
    πρέπει νά τιμωρείται παραδειγματικά?

    Γιά παράδειγμα οι μετασχόντες στή κυβέρνηση τών συνταγματαρχών,δικάστηκαν καί φυλα-
    κίστηκαν.

    Οι κυβερνήσεις,μετά τούς συνταγματάρχες,πού αύξησαν τή φορολογία,εκποίησαν σχεδόν
    ολόκληρη τή δημόσια περιουσία,εισέπραξαν πλούσιες εισροές από τά κοινοτικά ταμεία,
    διέλυσαν τά ασφαλιστικά ταμεία,μέ αποτέλεσμα τό δημόσιο χρέος νά πνίγει τήν οικονομία
    καί νά διασύρεται διεθνώς ή Ελλάδα,μήπως πρέπει νά παραπεμφθούν γιά εθνική προδοσία?

    Δηλαδή,επειδή παραπάνω ζητούνται προτάσεις,μήπως πρέπει νά εγκαταλείψουμε τούς κανα-
    πέδες μέ τή τηλεόραση πού μας έκανε τό κεφάλι λάχανο,νά βγούμε στούς δρόμους,μακριά
    από κομματικά καπελώματα καί νά απαιτήσουμε καί νά πετύχουμε τό κολασμό όσων μας πλή-
    γωσαν βάναυσα τό φιλότιμο καί τήν υπερηφάνειά μας?

    Βέβαια μπορούμε καί νά παραμείνουμε στούς ,μέ δανεικά αγορασμένους,καναπέδες μας μέχρι
    νά γίνουμε εμείς καί τά παιδιά μας γιουσουφάκια στά νέα αφεντικά μας.

  7. Μετανάστες και πάλι!
    http://www.capital.gr/Articles.asp?id=1034179
    Τους τελευταίους μήνες οι μεταφορικές εταιρείες δέχονται αιτήματα για τη μεταφορά οικοσκευών στο εξωτερικό και κυρίως σε Αυστραλία και Αμερική. Δεν μιλάμε για ένα μαζικό φαινόμενο, όπως ήταν τις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60, αλλά ο εφιάλτης της μετανάστευσης έχει επιστρέψει. Δείγμα κι αυτό της κακής ψυχολογίας που επικρατεί στην αγορά…

    Μόλις χτες μία καλή συνάδελφος με πληροφόρησε ότι αποχαιρέτησε στενούς συγγενείς της που αποφάσισαν να αναζητήσουν την τύχη τους στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού! Δεν μιλάμε για επιστήμονες που βρίσκονται στην αρχή της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας και θέλουν μία καλύτερη καριέρα στο εξωτερικό, αλλά για ανθρώπους που αναζητούν μία δουλειά. Μία οποιαδήποτε δουλειά!

    Είναι λυπηρό που συμβαίνει κι ας ελπίσουμε ότι δεν θα ξαναζήσουμε στιγμές που πλήγωσαν στο παρελθόν αυτή τη χώρα, όταν ολόκληρα χωριά ερημώθηκαν. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι ο φόβος για το αβέβαιο αύριο κυριαρχεί σε αυτή τη χώρα και δεν μπορούμε να αδικήσουμε όσους παίρνουν μία τόσο σκληρή απόφαση.

    Πρόσφατα ένας φίλος με κάλεσε σε ένα πάρτι που διοργάνωσε για λογαριασμό ενός φίλου του που ζούσε 60 χρόνια στην Αυστραλία. Ο 80χρονος κύριος Γιώργος, λοιπόν, πετυχημένος επιχειρηματίας στο εμπόριο φρούτων, θα γιόρταζε τα γενέθλιά του στην πατρίδα του. Η συγκίνηση ήταν έκδηλη στα μάτια όλων των ανθρώπων που είχαν κοινά βιώματα με τον κ. Γιώργο. Γιατί; Το είπε ο ίδιος στην ευχαριστήρια ομιλία του προς τους προσκεκλημένους του: «Δεν ξέρω σε ποια γλώσσα να σας μιλήσω. Τα αγγλικά δεν τα έμαθα σωστά και τα ελληνικά τα έχω ξεχάσει».

    Τι άλλο θα έπρεπε να πει ο άνθρωπος για να εκφράσει τον πόνο του; Μπορεί κάποιοι από εμάς να λέμε με ελαφρότητα ότι η μετανάστευση μπορεί να είναι μία λύση, αλλά στην πραγματικότητα δεν μπορεί να αποτελεί επιλογή. Ας ρωτήσουμε κι αυτούς που έφυγαν στα πέτρινα χρόνια τι έχουν στερηθεί και ύστερα ας το σκεφτούμε καλύτερα. Για να κάνουμε ό,τι χρειάζεται για να μην ζήσουμε εμείς και κυρίως τα παιδιά μας «πέτρινα χρόνια», όπως τα έζησαν οι παλιότεροι…

    Θανάσης Μαυρίδης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *