Περὶ τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου καὶ τῶν ἀγώνων τοῦ Ἡρακλείου

Διάλεξις δημοσιευθεῖσα ἐν τῷ περιοδικῷ «Ἑλληνισμός», Μάρτ. 1901 (ἐπανέκδ. Ἀθήνα, ἐκδ. Ρῆσος 1992).

Μεταφορὰ στὴ δημοτικὴ καὶ σχόλιο: Χριστόφορος Τσαγγαρίδης (φιλόλογος)

[Σημείωση: τὸ κείμενο τοῦ Γ. Κορωναίου παραμένει ἐξόχως ἐπίκαιρο καὶ προφητικὸ, ἐν σχέσει μὲ τὴ σημερινὴ πραγματικότητα καὶ τὶς διάφορες θρησκευτικο-πολιτικὲς ἀντιπαραθέσεις ποὺ συμβαίνουν αὐτὲς τὶς μέρες στὸ νησί μας, τὴν Κύπρο. Γι᾽ αὐτὸ τὸ λόγο θεώρησα ἀναγκαῖο νὰ τὸ μεταφέρω στὴ δημοτικὴ, ὥστε να τὸ κάνω προσβάσιμο στὸν κάθε Ἕλληνα, ἰδίως στοὺς πολιτικούς μας, γιὰ νὰ ἀντλήσουν ἀπ᾽ αὐτὸ (ἂν τοὺς ἔχει ἀπομείνει πλέον ψυχικὴ δύναμη, ἠθικὴ ἀκεραιότητα καὶ πολιτικὴ ἀνεξαρτησία) διδάγματα καὶ πολεμοφόδια γιὰ τὶς «μάχες» ποὺ ἀκολουθοῦν καὶ, ἂν χρειαστεῖ, νὰ «πέσουν» ἡρωϊκὰ στὸ πεδίο τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀξιοπρέπειας καὶ ὄχι νὰ θυσιάσουν (ὅπως ἐπιχειρήθηκε ἀρκετὲς φορὲς στὴ νεότερη ἱστορία τῆς Κύπρου) μιὰ χώρα μὲ τουλάχιστον 8.000 χρόνια «γραπτὴ» παράδοση ἑλληνικῆς ἱστορίας καὶ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, στὸ βωμὸ τῆς πρόσκαιρης μικροπολιτικῆς καὶ τῶν προσωπικῶν παθῶν! 


Τὸ κείμενο τοῦ Κορωναίου εἶναι διαχρονικό καὶ διδακτικὸ, ἀφοῦ μᾶς ὑπομιμνήσκει τὸν πραγματικὸ ρόλο τῆς πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι οἱ δύο αὐτὲς ἐξουσίες ὑπῆρξαν διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἀλληλένδετες καὶ ἀδιάσπαστες καὶ ὅτι ἡ μιὰ χωρὶς τὴν ἄλλη εἶναι ἀκρωτηριασμένη καὶ ἀνίσχυρη! Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ καταλάβουν σήμερα ὁ πρόεδρός μας, ὅσο κι᾽ ὁ λαὸς κι᾽ ἡ Ἐκκλησία. Ἔτσι ἦταν ἀνέκαθεν ἡ δική μας ἱστορικὴ πορεία καὶ ὡς Ἑληνορθόδοξοι Χριστιανοὶ δὲν μποροῦμε νὰ ξεφύγουμε ἀπ᾽ αὐτὴ. Κι᾽ ἂν ἀπὸ ἁλαζονεία θελήσουμε νὰ ξεφύγουμε, αὐτὸ θἆναι μὲ μαθηματικὴ ἀκρίβεια ἡ καταστροφή μας. Αὐτὸ ἄλλωστε διδάσκονται τὰ παιδιά μας στὴ ρωμαϊκὴ καὶ βυζαντινὴ ἱστορία, κι᾽ αὐτὸ ἂς τὸ ξανασκεφτοῦν πολλὲς φορὲς ὅσοι προσπαθήσουν νὰ ἀλλοιώσουν τὴν ἱστορία μας μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, χάριν τῆς δῆθεν συναδέλφωσης τῶν Ἑλλήνων μὲ τοὺς «Τούρκους» (τοὺς τουρκοποιηθέντες Ἕλληνες θὰ ἦταν καλύτερα νὰ ποῦμε, γιατὶ στὴν Κύπρο δὲν ὑπάρχουν Τοῦρκοι) καὶ χάριν τῆς ἐποικοδομητικῆς ἀσάφειας. Ὁ Κορωναῖος στὸ κείμενο αὐτὸ μᾶς μιλᾶ ἀκόμα γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ἐμβριθοῦς γνώσης τῆς ἱστορίας μας καὶ μάλιστα τῆς βυζαντινής ἱστορίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ συνδετικὸ κρίκο ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τὴν ἱστορία τῶν ἀρχαίων προγόνων! Κι᾽ εἶναι ἀλήθεια πὼς ἡ βυζαντινή μας ἱστορία ἔχει περιέργως παραμεληθεῖ ἀπ᾽ τὴν πολιτεία, ἐνῶ στὰ παλαιότερα χρόνια, κάποιοι εἶχαν φτάσει στὸ σημεῖο νὰ χαρακτηρίσουν τὸ Βυζάντιο ὣς σκοταδιστικὸ καὶ ἀντιπαραγωγικό! Ὅμως αὐτὸ, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπ᾽ τὴ νεότερη βυζαντινολογία, εἶναι λάθος, αφοῦ τὸ Βυζάντιο ἔχει νὰ μᾶς δείξει λαμπρὲς σελίδες μεγαλείου καὶ δόξας, ἀλλὰ καὶ πνευματικῆς καὶ πολιτιστικῆς ἀνατάσεως, ὅταν ἡ ὑπόλοιπη Εὐρώπη βρισκόταν σὲ πλῆρες σκοτάδι καὶ ἄγνοια. Κι᾽ ἐπαναλαμβάνω πὼς ἡ ἐπιφανειακὴ γνώση τῆς βυζαντινῆς μας ἱστορίας εἶναι ὕποπτη καὶ ἐξυπηρετεῖ ἀλλότριους σκοπούς. Ἡ ὑπέρμετρη σημασία ποὺ δίδεται στὴν κλασικὴ καὶ σύγχρονη ἱστορία μας εἶναι ἐπίσης ὕποπτη, ἀφοῦ χωρὶς τη βυζαντινό της μέρος ἡ γνώση μας εἶναι κουτσουρεμένη κι᾽ ἑπομένως ἀναποτελεσματική, γιατὶ ἔτσι οἱ ρίζες τοῦ δέντρου τῆς ἱστορίας γίνονται ἀτροφικὲς καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὸ θρέψουν σωστά. Ἂς προσέξουν, λοιπὸν οἱ ρυθμιστὲς τῆς παιδείας μας, ὅταν ἀποφασίζουν νὰ ἀγγίξουν τὴν πεμπτουσία τῆς ὕπαρξής μας, ποὺ εἶναι ἡ ὀρθὴ γνώση τῆς ἱστορίας μας]. 

Θεώρησα ἐπίκαιρο, Πειραιῶτες, καὶ πολὺ διδακτικὸ καὶ ὠφέλιμο τὸ νὰ φέρω σήμερα τὸ λόγο σὲ θέμα, στενὰ καὶ ἄρρηκτα συνδεδεμένο μὲ τὶς ἅγιες αὐτὲς μέρες καὶ ν᾽ ἀναπτύξω ἐνώπιόν σας μιὰ ἀπ᾽ τὶς λαμπρότερες σελίδες τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας, ἀπ᾽ τὶς σελίδες ἐκεῖνες, ποὺ ὄχι μόνο διεγείρουν τὸ θαυμασμὸ καὶ προκαλοῦν τὴν κατάπληξη, ὄχι μόνο δημιουργοῦνε ἄπειρο τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ συγκινοῦν βαθύτατα καὶ συναρπάζουν ἐξολοκλήρου τὶς διάνοιες καὶ συγκλονίζουν ἐκ βάθρων τὶς καρδιές, ἀλλ᾽ οἱ ὁποῖες καὶ πολλὰ διδάσκουν καὶ πάρα πολὺ ὠφελοῦν καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους ἀποβαίνουν σωστικὲς στοὺς μεταγενεστέρους.

Ἂν καὶ δὲν πρόκειται γιὰ ἱστορικὰ γεγονότα, γιὰ τὰ ὁποῖα μποροῦσε κάποιος πολὺ εὔλογα νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι ἡ ἐνασχόληση μ᾽ αὐτὰ τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ ἐπανάληψη ἤδη γνωστῶν πραγμάτων, ἐντούτοις ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ μὴν ἀποκρύψω, ὄτι ἡ βυζαντινή μας ἱστορία, τόσο πολὺ δυστυχῶς παραμελήθηκε ἀπὸ σᾶς, ἡ μεσαιωνική μας ἱστορία, τόσο πολὺ ἀτυχῶς ἀπὸ σᾶς ἀγνοεῖται, ὥστε κι᾽ αὐτὰ ποὺ θὰ εἰπωθοῦν σήμερα σὲ σᾶς, ἂν δὲν εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστα για τοὺς πολλοὺς, πάντως ὅμως δὲν εἶναι τελείως γνωστὰ σ᾽ ὅλες τους τὶς λεπτομέρειες.

Καὶ τὰ λέω αὐτὰ, χωρὶς νὰ σπρώχνομαι ἀπὸ κάποια ἀλαζονεία, οὔτε ἐπιδιώκοντας κάποια κενοδοξία, καθόσον οὔτε παράξενο, οὔτε θαυμαστό, οὔτε ἄξιο πολλῶν ἐπαίνων εἶναι τὸ νὰ μαθαίνει κάποιος αὐτὰ ποὺ διδάσκονται εὔκολα καὶ νὰ ἀποκτᾶ αὐτὰ ποὺ ἀνευρίσκονται εὔκολα.

«Τὰ μὲν ῥᾴδια τοὺς μὲν ἀμελοῦντας φεύγει, τὰ δὲ χαλεπὰ ταῖς ἐπιμελείαις ἁλίσκεται», λέγει ὁ Πλούταρχος: «Καὶ τὰ εὐκολότερα πράγματα εἶναι ἄγνωστα καὶ περνοῦν ἀπαρατήρητα ἀπ᾽ τοὺς ἀμελεῖς (ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ δὲν καταβάλλουν οὔτε τὴν ἐλάχιστη ἐπιμέλεια, ὥστε νὰ τὰ μαθαίνουνε), ἐνῶ ἀπεναντίας καὶ τὰ δυσκολότερα πράγματα κατορθώνονται καὶ μαθαίνονται καὶ ἐπιτυγχάνονται μὲ τὴν ἐπιμέλεια καὶ τὸν κόπο καὶ τὴν ἐπιμονὴ». Ὅσο λοιπὸν πιὸ εὔκολο εἶναι τὸ νὰ μάθει κάποιος κάτι χρήσιμο καὶ ὠφέλιμο, τόσο πιὸ πολὺ ἀξιοκατάκριτος εἶναι, διότι δὲν φροντίζει νὰ τὸ μάθει, δὲν προσπαθεῖ νὰ τὸ γνωρίσει. 

Καὶ τί πιὸ εὔκολο, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τί πιὸ χρήσιμο ἀπ᾽ τὴ γνώση καὶ τὴν ἐκμάθηση τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας; Τί πιὸ εὐχάριστο, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τί πιὸ ὠφέλιμο ἀπ᾽ τὴ μελέτη καὶ τὴ γνώση τῶν κατορθωμάτων τῶν ἔνδοξών μας προγόνων;

Κι ὅταν λοιπὸν τὰ ἔθνη εὑρίσκονται σὲ ἀκμὴ καὶ εὐμάρεια, αἰσθάνονται λιγότερη τὴν ἀνάγκη, ὥστε νὰ διδάσκονται καὶ νὰ ποδηγετοῦνται ἀπ᾽ τὴν ἱστορία τῶν προγόνων τους. Γι᾽ αὐτὰ τὰ ἔθνη ἡ ἐνασχόληση μὲ τὴ δικὴ τους ἱστορία γίνεται πιὸ πολὺ γιὰ ἡδονή, καὶ δὲ χρησιμεύει τόσο νὰ διδάξει, νὰ συμβουλεύσει, νὰ ποδηγετήσει, ἀλλὰ πιὸ πολὺ γιὰ νὰ παραχαϊδεύει τὸν εὐγενῆ ἐγωϊσμὸ καὶ τὴν ἐθνικὴ φιλαυτία, προσθέτοντας στὴν τωρινὴ καλοτυχία καὶ τὴ λαμπρότητα τοῦ παρελθόντος, καὶ προσδίδοντας στους εὐτυχεῖς αὐτοὺς λαοὺς τὸ δικαίωμα ἀκόμη πιὸ πολὺ νὰ ὑπερηφανεύονται, διότι ἀφοῦ αὐτοὶ εἶναι ἱκανοὶ καὶ ἰσχυροὶ καὶ εὐτυχεῖς, εἴχανε καὶ τοὺς προγόνους ἱκανοὺς καὶ ἰσχυροὺς καὶ ἐνδόξους.

Γιὰ τὰ ἔθνη ὅμως ποὺ ἀτύχησαν, γιὰ τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀνεξιχνίαστες βουλὲς τοῦ Κυρίου καταγκρέμισαν ἀπ᾽ τὴν πιὸ ψηλὴ βαθμίδα τῆς δόξας καὶ τοῦ μεγαλείου στὴ μεγαλύτερη συρρύκνωση καὶ ἀσθένεια, γιὰ τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, ποὺ ὁ πληθυσμός τους ἀπὸ δεκάδες ἑκατομμύρια περιορίσθηκε σὲ δεκάδες χιλιάδες, ποὺ οἱ ἥρωές τους ἀντικαταστάθηκαν ἀπὸ νάνους, ποὺ οἱ Ἀριστοτέλεις τους, οἱ Πλάτωνες καὶ οἱ Δημοσθένεις τους, καταδικάστηκαν νὰ βλέπονται περίλυποι ἀπ᾽ τὸ ἄπειρο ὕψος τους, (γιὰ τὰ ἔθνη) τὰ ὁποῖα ἐγκαθίδρυσαν στὶς ἔνδοξες ἀκαδημίες τους, μόνο θρασύτατους Ἰκάρους καὶ ταπεινοὺς μεταφραστὲς ξένων μυθιστορημάτων, ποὺ οἱ Κόδροι καὶ οἱ Παλαιολόγοι τους, οἱ Θεμιστοκλεῖς καὶ οἱ Κανάρες τους, οἱ Ἀλέξανδροι καὶ οἱ Βελισσάριοι καὶ οἱ Ἡράκλειοί τους, ἐξαφανίστηκαν ἐντελῶς καὶ δὲ θεωροῦνται τίποτε ἄλλο παρὰ ὡς φανταστικοὶ τύποι μυθιστορίας, γιὰ τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, ποὺ ὁ λαὸς τους, ἀντὶ τοῦ μόνου ἄριστου οἰωνοῦ: τοῦ νὰ πολεμᾶ καὶ νὰ πεθαίνει κανεὶς γιὰ τὴν πατρίδα, ἔθεσε ὡς μόνο προορισμὸ τῆς ζωῆς του τὴν ὕλη καὶ τὸ χρηματισμὸ, τὶς ἡδονὲς καὶ τὴν ἐξαχρείωση, ποὺ (ὁ λαὸς τους) δὲν ἐνδιαφέρεται καὶ δὲ φροντίζει τόσο γιὰ τὸ ἔθνος, ὅσο ἐνδιαφέρεται καὶ ἀγωνίζεται καὶ θυσιάζεται γιὰ τὸ πιὸ ἀσήμαντο χρηματικὸ συμφέρον, γιὰ τὰ ἔθνη λοιπὸν αὐτὰ, ἡ μελέτη καὶ ἡ γνώση τῆς πάτριας ἱστορίας, δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἀπολαυστικὸ μόνο ἀνάγνωσμα εὐάρεστης ἀπασχόλησης, ἀλλὰ χρησιμεύει ὡς ὁ σοφότερος διδάσκαλος, ὡς ὁ συνετότερος σύμβουλος, ὡς ὁ τελειότερος ὁδηγὸς, ἐὰν τὰ ἔθνη αὐτὰ (ἀφοῦ ἀνακύψουν ἀπ᾽ τὸ λήθαργο καὶ μετανοήσουν, ὅπως ὁ ἄσωτος υἱὸς), ἀποφασίσουνε ἀληθινὰ καὶ εἰλικρινὰ νὰ ἐγκαταλείψουνε τὴν τροφὴ των χοίρων καὶ νὰ ἐπανέλθουνε στὸ μέσον τῆς πλούσιας τράπεζας τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ, καὶ νὰ πέσουν καὶ πάλι στὴν ἀγκαλιὰ τῆς πατρίδας καὶ στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νὰ μπορέσουνε καὶ πάλι ἰδοῦνε μέρες νέας δόξας καὶ νέου μεγαλείου.

Στὴ μέση τῆς γενικῆς κατάπτωσης ποὺ μᾶς περιστοιχίζει, τίποτε τὸ παράδοξο δὲ συμβαίνει, ἐὰν μαζὶ μὲ τ᾽ ἄλλα ἀγνοοῦμε καὶ τὴν ἱστορία μας, καὶ (ἐὰν) δὲν ἀποφασίζουμε βέβαια νὰ χάνουμε τὸν πολύτιμο χρόνο μας μὲ τὴν ἱστορία τοῦ παρελθόντος. Τί βρίσκεται σὲ μᾶς στὴ θέση του, σὲ ποιὰ προτερήματα καλοτυχοῦμε, καὶ σὲ ποιὰ ἐλαττώματα ὑστεροῦμε, ὥστε νὰ μὴν κλείνουμε τὰ μάτια καὶ νὰ μὴ σφραγίζουμε τ᾽ αὐτιὰ μας καὶ στὴν ἐθνικὴ μας ἱστορία; Καὶ ποιὰ ἄλλη καθαρότερη ἀπόδειξη τῆς ἀπόλυτης παρακμῆς μας ὑπάρχει, ἀπ᾽ τὴν τέτοιου εἴδους ἄγνοια τῆς ἐθνικῆς ἱστορίας;

Καὶ τὸ καταστροφικὸ αὐτὸ νόσημα, ποὺ ἐνῶ τρέφει καὶ πολλαπλασιάζει ὕπουλα ὅσο καὶ ἀποτελεσματικὰ τὰ μικρόβια τοῦ ἐθνικοῦ μαρασμοῦ καὶ τῆς ἐθνικῆς ταπείνωσης, ὄχι μόνο δὲν καταπολεμεῖται, ἀλλὰ ἀντίθετα ἐνισχύεται δυστυχῶς κι᾽ ἀπ᾽ τὴν ἴδια τὴν πολιτεία. Ὄχι μόνο τὰ ἴδια τὰ ἄτομα ἀπὸ μόνα τους ὀλιγοροῦνε γιὰ τὴν ἱστορία, ἀλλὰ καὶ ἡ ἴδια ἡ πολιτεία λίγο ἐφρόντισε γι᾽ αὐτή. Ἀρκεῖ νὰ κάμουμε μιὰ ὁποιαδήποτε σύγκριση ἀνάμεσα σ᾽ ἐμᾶς καὶ σ᾽ ὁποιοδήποτε εὐρωπαϊκὸ ἔθνος, καὶ ἀμέσως θὰ καταλάβουμε πόση σημασία δίδεται ἀπ᾽ τοὺς ἰσχυροὺς ἐκεῖνους στὴ μελέτη τῆς ἱστορίας, καὶ πόσο ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς νάνους αὐτὴ καταφρονεῖται. Ἂς πάρουμε γιὰ παράδειγμα τὴ Γερμανία ὄχι τὴ σημερινὴ (τοῦ 1901), ἀλλὰ τὴν πρὶν ἀπὸ εἴκοσι χρόνια ἀκόμα, στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Βερολίνου ἀπ᾽ τοὺς 240 καθηγητὲς καὶ ὑφηγητὲς του, παραδίδονταν δεκατέσσερα ἱστορικὰ μαθήματα, δεκατέσσερις ἕδρες εἴχανε ἀφιερωθεῖ στὴ διδασκαλία τῆς ἱστορίας, καὶ ἀνάμεσα στὰ μαθήματά τους συγκαταλέγεται καὶ ἡ ἑλληνικὴ ἱστορία καὶ ἡ ἑλληνικὴ μυθολογία καὶ ἡ ἑλληνικὴ παλαιογραφία καὶ ἡ ἴδια ἡ τοπογραφία τῆς Ἑλλάδας. Ἐμεῖς ὅμως, ποὺ μὲ περισσὴ μανία καὶ ἄκρατη ἐπιτηδιότητα ἐνῶ ἐντοπίζουμε καὶ υἱοθετοῦμε ὅλα τὰ ἐλαττώματα τῶν ξένων καὶ ἐνῶ καθόλου δὲ θέλουμε νὰ ὠφεληθοῦμε ἀπ᾽ τὰ προτερήματά τους, ἐμεῖς οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἡροδότου καὶ τοῦ Πολυβίου, τοῦ Ξενοφῶντα καὶ τοῦ Θουκυδίδη, ἀπ᾽ τοὺς ἑκατὸ περίπου καθηγητὲς καὶ ὑφηγητὲς τοῦ πανεπιστημίου μας γιὰ δεκάδες χρόνια μιὰν μόνο ἕδρα ἔχουμε ἀφιερώσει στὴν ἱστορία, μιὰν, κι᾽ αὐτὴ καταφρονημένη· καὶ μόλις τελευταία, καρκινοβατώντας οἰκτρὰ, τὶς ἀνεβάσαμε σὲ τρεῖς. 

Κι᾽ ἔτσι βγαίνουμε ἀπ᾽ τὸ ἀνώτατο ἐκπαιδευτήριό μας, ἀποκομίζοντας ὁ καθένας τὸ πολύτιμο δίπλωμα τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ χωρὶς νὰ γνωρίζουμε ἀπ᾽ τὴν ἐθνικὴ ἱστορία παρὰ κάτι λίγα γιὰ τὸ Μαραθῶνα καὶ τὴ Σαλαμίνα ὡς ἑὰν ὁ Μαραθῶνας καὶ ἡ Σαλαμίνα νὰ ἀποτελούσανε ὅλη τὴν ἱστορία μας, ὡς ἑὰν ὁ Μιλτιάδης καὶ ὁ Θεμιστοκλῆς καὶ ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος νὰ εἶναι οἱ μόνοι μεγάλοι ἄνδρες, τοὺς ὁποίους παρήγαγε τὸ ἔνδοξο ἐλληνικὸ ἔθνος. 

Πέραν αὐτῶν, παχυλὴ ἄγνοια ἐπικρατεῖ, βαθύτατο σκοτάδι βασιλεύει! Ἀγνοοῦμε ἐντελῶς τὸ λαμπρότερο, τὸ ἐνδοξότερο, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὸ χρησιμότερο καὶ τὸ ὠφελιμότερο τμῆμα τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας, δηλαδὴ τὴ βυζαντινή, τὴ μεσαιωνική μας ἱστορία, αὐτὴ δηλαδὴ τὴν ἱστορία, τὴν ὁποία ἔπρεπε μὲ ἀκρίβεια νὰ διαβάζουμε σ᾽ ὅλες τὶς λεπτομέρειες καὶ νὰ μαθαίνουμε μὲ μεγαλύτερη ἐπιμέλεια καὶ νὰ μελετοῦμε ἀσύγκριτα μὲ μεγαλύτερη σοβαρότητα. Διότι ἐμεῖς πλησιάζουμε περισσότερο σ᾽ αὐτὴ, καὶ μέσω αὐτῆς συγκοινωνοῦμε μὲ τὴν ἀρχαιότητα, καὶ (διότι) ἀπ᾽ αὐτὴ κληρονομήσαμε τὴν ἐθνικὴ μας ἑνότητα, καὶ (διότι) ἀπ᾽ αὐτὴ παραλάβαμε τοὺς ἴδιους ἐκείνους νόμους ποὺ καὶ σήμερα μᾶς διέπουν, (διότι) ἀπ᾽ αὐτὴ παραλάβαμε αὐτὴ τὴν ἴδια τὴ θρησκεία μας. 

Εἶναι καλὸ βέβαια, τὸ ὅτι γνωρίζουμε τὴν ἱστορία τῶν προγόνων, ἀλλ᾽ ἄτοπο ν᾽ ἀγνοοῦμε αὐτὴ τῶν πατέρων. Εἶναι καλὸ, τὸ ὅτι γνωρίζουμε τὴν ἀρχαία Ἀθήνα καὶ τὴν ἀρχαία Σπάρτη, ἀλλ᾽ ἄτοπο, ἀλλ᾽ ἔγκλημα ν᾽ ἀγνοοῦμε τὴν τρισένδοξη Κωνσταντινούπολη, μέσα στὴν ὁποία καὶ μόνο σφυρηλατήθηκε καὶ ἑδραιώθηκε ἡ ἐθνική μας ἑνότητα, χωρὶς τὴν ὁποία τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος θὰ εἶχε ἐξαφανιστεῖ πρὸ πολλοῦ ἀπ᾽ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς.  Μέσα σ᾽ αὐτὴ τὴ βασιλίδα τῶν πόλεων (ἐπάνω στὴν ὁποία ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀνήγειρε τὸ ναὸ τῆς Σοφίας, τὸ ναὸ τῆς Εἰρήνης, τὸ ναὸ τῆς Δυνάμεως), δημιουργήθηκε τὸ ὑψηλότερο ἀριστοτέχνημα τῆς ἀνθρώπινης διάνοιας, ἡ ἀδελφοποίηση καὶ ἡ συνένωση καὶ ἡ συγχώνευση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σοφίας μὲ τὴ θεία διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μὲ τὶς ὑποδείξεις καὶ τα διδάγματα τῶν Βασιλείων, τῶν Γρηγορίων, τῶν Χρυσοστόμων, τῶν Συνεσίων. 

Οἱ ἔνδοξοι βασιλεῖς καὶ αὐτοκράτορες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐπὶ δεκαπέντε ὁλάκερους αἰῶνες ἀγωνιζόμενοι ἡρωϊκά καὶ ἀκατάπαυστα ἐναντίον ἄπειρων καὶ ἀλλεπάλληλων ἐχθρῶν, ἐναντίον κάθε εἴδους βαρβάρων, Γότθων, Οὔννων, Ἀβάρων, Περσῶν, Βουλγάρων, Σέρβων, Μωαμεθανῶν, διέσωσαν ὄχι μόνο τὸν ἑλληνισμὸ καὶ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη τὴν Εὐρώπη, τῆς ὁποίας οἱ βσιλιάδες ὄχι μιὰ φορὰ ὁμολογήσανε τὴν εὐγνωμοσύνη (τους) πρὸς τὴ βασιλίδα τῶν πόλεων. 

Ὁ βασιλιάς τῆς Γαλλίας Δαγοβέρτος ἀπέστειλε πρέσβεις πρὸς τὸν Ἡράκλειο, γιὰ νὰ τὸν συγχαροῦνε γιὰ τὰ κατορθώματά (του) ἐναντίον τοῦ Χοσρόη. Οἱ βασιλιάδες τῆς Δύσης ἔστειλαν πρέσβεις καὶ δῶρα καὶ συγχαρητήρια πρὸς τὸν κωνσταντῖνο τὸν Πωγωνᾶτο. Ὁ πάπας Γρηγόριος ὁ Β´ διένειμε μὲ εὐλάβεια τὶς εἰκόνες τοῦ Λέοντα τοῦ Γ´, ἐπειδὴ διέσωσε τὸ Χριστιανισμό. Οἱ ἡγεμόνες καὶ δοῦκες τῶν σταυροφοριῶν γονάτιζαν καὶ προσκυνοῦσαν, καὶ ἀσκεπεῖς καὶ ἡμίγυμνοι παρουσιάζονταν μπροστὰ στοὺς Κομνηνούς. 

Μὲ τοὺς διαδόχους τοῦ Ἰουστινιανοὺ καὶ κυρίως μὲ τὸν Τιβέριο καὶ Μαυρίκιο, τὸ πρώην ἀνατολικὸ ρωμαϊκὸ κράτος έγινε καθαρὰ ἑλληνικὸ κράτος, ἀφοῦ ἀποχωρίστηκε ἐντελῶς ἀπὸ κάθε λατινικὴ ἐπιρροὴ κι᾽ ἀφοῦ ἐγκατέλειψε στην τύχη τους τὰ ἐρείπια τοῦ δυτικοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους που εἶχε ἤδη ξεψυχήσει. Ἀρχικὰ ἐπὶ Μαυρικίου, τὸ ἔτος 582, ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννης, ποὺ τότε ἀρχιεράτευε, ὁ ἐπιλεγόμενος καὶ Νηστευτής, πῆρε πρῶτος αὐτὸς τὸν τίτλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη κι᾽ αὐτὸ ὑπῆρξε ἡ πρῶτη ἀρχὴ τῆς ἔριδας μεταξὺ ἐκείνου καὶ τοῦ ἀρχιερέα τῆς παλιᾶς Ρώμης. 

Ὁ πληθυσμὸς τοῦ ἐλληνικοῦ κράτους ἀνερχότανε σὲ εἴκοσι (20) καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Οἱ στρατιὲς του ξεπέρασαν τοὺς πεντακόσιους χιλιάδες μαχητὲς, οἰ στόλοι του ἔφθασαν ν᾽ ἀριθμοῦν δύο χιλιάδες πυρφόρα καὶ χίλιους δρόμονες μὲ ἀνάλογα πάνω ἀπὸ τριακόσια φοτηγά (πλοῖα). 

Ποιὰ ὅμως ἦταν ἡ ἔκταση, ποιὰ τὰ γεωγραφικὰ ὄρια τοῦ ἀχανοῦς έκείνου κράτους; 

Στὴν Ἀσία ἄρχιζε ἀπ᾽ τὴν Κολχίδα μέχρι τὴν Ἄνω Συρία καὶ τὴ Μεγάλη Ἀρμενία. Στὴν Εὐρώπη ἀπ᾽ τὸν Ἴστρο μέχρι τὸ Ταίναρο καὶ πρὸς δυσμὰς μέχρι τὴν Ἀδριατικὴ καὶ τὴ Δαλματία καὶ ἦταν παντοῦ θαλασσοκράτειρα μέχρι τὶς Ἡράκλειες Στῆλες. Ἡ Κωνσταντινούπολη ὑπῆρξε τὸ πρῶτο ἐμπορεῖο τῆς οἰκουμένης, τὸ πρῶτο ἐργαστήριο τῆς βιομηχανίας καὶ Γάλλοι, Ἰταλοί, Ἱσπανοί, Ἐνετοί, Σλάβοι, ὅλοι οἱ Εὐρωπαῖοι ποὺ τώρα χλευάζουν τὴ μικρότητά μας, προμηθεύονταν ὅ,τι πλύτιμο καὶ πολυτελὲς εἶχε νὰ δείξει τότε ἡ ἀνθρωπότητα, ἀπ᾽ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἀπ᾽ τὴ Θεσσαλονίκη, ἀπ᾽ τὴ Θῆβα, ἀπ᾽ τὴν Κόρυνθο, ἀπ᾽ τὴν Πάτρα. Μόνο ἡ Κωνσταντινούπολη πλήρωνε στὸ δημόσιο ταμεῖο κάθε χρόνο πάνω ἀπὸ ἑκατὸ ἑκατομμύρια δραχμές ποὺ ἀντιστοιχοῦν μὲ 500 ἑκατομμύρια στὶς μέρες μας (τὸ 1901)· τὰ ἐτήσια ἔσοδα τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους ξεπέρασαν τὰ ἑξακόσια ἑκατομμύρια δραχμὲς, ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὶς μέρες μας (τὸ 1901) μὲ τρεῖς χιλιάδες ἑκατομμύρια (δραχμές)! 

Οἱ βασιλιάδες τῆς Κωνσταντινούπολης ὀνομάζονταν ἀπ᾽ τοὺς ἴδιους τοὺς δυνάστες τῆς δυτικῆς Εὐρώπης κοσμοκράτορες καὶ τὸ κράτος τους ὀνομαζόταν imperium universale. 

Τέτοιο ὑπῆρξε, σὲ πολὺ γενικὲς γραμμὲς, μὲ μιὰ ἀμυδρὴ καὶ πάρα πολὺ ἀσθενῆ εἰκόνα, τὸ βυζαντινὸ ἑλληνικὸ κράτος, τὸ ὁποῖο ἀκριβῶς ἰδιαίτερα μάλιστα ἐπὶ τῆς μακεδονικῆς δυναστείας ἔφτασε στὸν κολοφῶνα τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς δόξας. 

Τέτοια ἱστορία τέτοιων πατέρων ἐμεῖς καταφρονοῦμε.

Καὶ δὲν εἶναι ἔγκλημα, καὶ ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας πρὸς τὴν πατρίδα, ἡ τέτοια ἄγνοια; Ὁ (Κωνσταντῖνος) Παπαρρηγόπουλος πολὺ δίκαια ἀποκαλεῖ: «..ἀπόπειρα ἐθνικῆς αὐτοκτονίας..» τὴν τέτοια καταφρόνηση γιὰ τὴν ἔνδοξη ἐκείνη ἱστορία.[1] 

Συγχωρέστε, Πειραιῶτες, ἐὰν ἔλεγξα ἴσως ὑπὲρ τὸ δέον τὴν τέτοια ὀλιγορία σας γιὰ τὴν ἱστορία. Συγχωρέστε, διότι βαθύτατη ὀδύνη τῆς ψυχῆς καὶ σοβαρότατοι φόβοι γιὰ τὸ ἐθνικὸ μέλλον μὲ σπρώχνουνε σ᾽ αὐτό, καὶ μέχρις ὑπερβολῆς ἴσως μὲ παρασύρουν. Ἀλλ᾽ ὅμως, κι᾽ ἂν δὲν τύχω τῆς συγγνώμης σας, κατακρίνετέ ὅσο θέλετε τὴν ὑπερβολή μου, ἀλλὰ ἀναγνωρίστε τὰ σφάλματα, ὁμολογήστε τὰ λάθη καὶ ἀποφασίστε εἰλικρινὰ τὴ διόρθωσή τους. Κι᾽ ἂν πέρασε ὁ καιρὸς γιὰ τοὺς γεροντότερους ἀπὸ ᾽σᾶς, δὲν πέρασε ὅμως καὶ γιὰ τὰ ἀγαπημένα σας παιδιά, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴ νέα γενιὰ τοῦ ἔθνους, ἀπ᾽ τὴν ὁποία καὶ μόνο προσδοκᾶ καὶ ἐλπίζει ἡ ταλαίπωρη Πατρίδα νὰ δεῖ καὶ πάλι κάποιο νέο μεγάλο καὶ ἔνδοξο καὶ εὐγενές. Σπρῶξτε τὰ λατρευτά σας πρὸς τὴν πάτρια ἱστορία, παροτρύνετέ τα στὴ μελέτη τῆς ἔνδοξης ἱστορίας τῶν πατέρων τους, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ παρόντος, τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ μέλλοντος. 

Δὲν ἀρνούμαστε βεβαίως, ὅτι καὶ ἡ ἱστορία τοῦ βυζαντινοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅπως ἡ κάθε ἱστορία ὁποιουδήποτε ἔθνους, παρουσιάζει καὶ ἀτυχεῖς σελίδες, καὶ χρόνους παρακμῆς, καὶ δυσάρεστους ἐμφύλιους σπαραγμούς, καὶ στάσεις, καὶ ἧττες. Ἀλλὰ μήπως καὶ ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ ἱστορία δὲν παρουσιάζει ἐπίσης πολλὰ τὰ δυσάρεστα, πολλὰ τὰ ἀξιοκατάκριτα; Ἀλλ᾽ ὁ φθόνος καὶ ὁ θρησκευτικὸς φανατισμὸς τόσο τῶν συγγραφέων τῆς δύσεως ὅσο καὶ πολλῶν χρονογράφων, οἱ ὁποῖοι ἔπαιρναν τὸν κάλαμο ὄχι γιὰ νὰ γράψουν ἀμερόληπτη ἱστορία, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν προσωπικὰ μίση καὶ ἀχαλίνωτα πάθη, ἐξόγκωσαν ὑπερβολικὰ τὰ ἐλαττώματα καὶ ἀποσιώπησαν ἐπιμελῶς τὰ ἔνδοξα κατορθώματα ἐκείνου τοῦ κράτους, καὶ ὄχι λίγοι ἀπ᾽ αὐτοὺς προχώρησαν σὲ ἀποκρουστικὲς συκοφαντίες, ποὺ ἀνατράπηκαν εὐτυχῶς ἐκ θεμελίων ἀπ᾽ τοὺς μεταγενέστερους ἱστορικούς. Μήπως, γιὰ παράδειγμα, δὲ γράφτηκε καὶ δὲν ἔγινε πιστευτὸ, ὅτι ὁ Ἰουστινιανὸς φυλάκισε καὶ μάλιστα τύφλωσε τὸν μέγαν καὶ πολὺν Βελισσάριο; Μήπως ὁ (Ἰωάννης) Τζέτζης δὲν παριστάνει ὡς τυφλὸ ζητιάνο στοὺς δρόμους τῆς Κωνσταντινούπολης τὸ Βελισσάριο μὲ τοὺς ἑξῆς μάλιστα στίχους του(;)…: «Ἔκπωμα ξύλινον κρατῶν ἐβόα τῷ μιλίῳ· Βελισσαρίῳ ὀβολὸν δότε τῷ στρατηλάτῃ. Ὅν τύχη μὲν ἐδόξασεν, ἀποτυφλοῖ δὲ φθόνος».[2]

Κι᾽ ὅμως ὅλ᾽ αὐτὰ ἀποδείχτηκαν μῦθοι, κι᾽ ὁ Βελισσάριος πέθανε τὸ Μάρτιο τοῦ 565, ἔχοντας ὅλα του τ᾽ ἀξιώματα. Κι᾽ ἂν τέτοια καὶ τόσο μεγάλα ψεύδη ἀποτολμήθηκαν, προκειμένου γιὰ ἕνα Βελισσάριο, καταλαβαίνει ὁ καθένας ποιὰ καὶ πόσα χαλκεύτηχαν γιὰ ἄλλα δευτερεύοντα πρόσωπα καὶ ποιὲς καὶ πόσες παραμορφώσεις ὑπέστη ἡ βυζαντινή μας ἱστορία. Σὲ τέτοιο βαθμό μάλιστα προέβη ὁ φανατισμὸς τῆς Δύσεως, ὥστε ἐξαφάνισε καὶ πολλὲς ἀπ᾽ τὶς πηγὲς τῆς ἱστορίας, ὥστε νὰ ἀποκρυφτεῖ ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ ταφεῖ, ἂν εἶναι δυνατό, ἄγνωστο τὸ ἄπειρο μεγαλεῖο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. 

Καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς ὑπέρτατό μας καθῆκον, τῶν μόνων ποὺ ἐνδιαφερόμαστε γιὰ τὴν ἱστορία τῆς πατρίδας μας, ὑπέρτατο καθῆκον εἶναι, νὰ σκύψουμε μὲ ζῆλο καὶ σοβαρότητα στὴ μελέτη τῆς ἱστορίας αὐτῆς, ὥστε, ἀφοῦ τὴν καθαρίσουμε ἀπὸ κάθε συκοφαντία καὶ ψευδολογία, νὰ τὴν παραδώσουμε σ᾽ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο καὶ σ᾽ ὅλη της τὴν ἀλήθεια ἀποκαλύπτωντας ἀφενὸς ὅλες τις τὶς θαυμάσιες ἀρετές, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ ἀποκρύπτουμε καθόλου καὶ τὶς συνοδευτικὲς κακίες, ἐξιστορῶντας ἐξίσου καὶ τὴν καταπληκτικὴ ἀκμή, ἀλλὰ καὶ τὶς μεταπτώσεις σὲ κάθε περίπτωση τοῦ κράτους ἐκείνου. 

Κι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ κάνω κι᾽ ἐγὼ καὶ γιὰ τὸ θέμα που μὰς ἀπασχόλησε σήμερα. Δὲν θὰ ἀποκρύψω καθόλου τὴν πρὶν ἀπ᾽ τὸν Ἡράκλειο παρακμὴ καὶ ἀθλιότητα, ἀλλ᾽ ἀντίθετα θὰ τὴν ἀπεικονίσω ἱκανοποιητικά, ὄχι μόνο χάριν τῆς ἀπόλυτης ἀλήθειας, ἀλλὰ συγχρόνως γιὰ νὰ καταδείξω, ποιὰ καὶ πόσα μπορεῖ νὰ κατορθώσει ἕνας ἔντιμος καὶ ἱκανὸς ἡγέτης στὸ λαό του, ὅσο ἄρρωστος, ὅσο ἀκόλαστος, ὅσο ἀνίκανος κι᾽ ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι εῖναι ὁ λαός του αὐτός. 

Μετὰ ἀπ᾽ τὸ λαμπρὸ τέλος τοῦ μεγάλου καὶ μακροχρόνιου πολέμου κατὰ τῶν Περσῶν, ποὺ ἄρχισε ἐπὶ τοῦ μεγάλου Ἰουστινιανοῦ καὶ ποὺ ὁλοκληρώθηκε ἐπὶ τοῦ ἱκανοῦ Μαυρικίου, παρουσιάστηκε σιγά-σιγὰ κατάπτωση καὶ δυσάρεστη τροπὴ τῶν ὑποθέσεων τοῦ βυζαντινοῦ κράτους. 

Τὰ στρατεύματα, ἀφοῦ στασίασαν τὸ ἔτος 602, ἀναγόρευσαν βασιλέα τὸ Φωκᾶ, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ εἱσέβαλε μέσα στὴν Κωνσταντινούπολη καθαίρεσε και θανάτωσε τὸ Μαυρίκιο κι᾽ ὅλη τὴν οἰκογένειά του καὶ χωρὶς νὰ παύει νὰ ὑποπτεύεται τοὺς πάντες, ἀδιάκριτα καταδίκαζε σὲ θάνατο φίλους κι᾽ ἐχθρούς. Ἀνάξιος διάδοχος τῶν προκατόχων του, ἀνίκανος νὰ κυβερνήσει τὸ ἀχανὲς ἐκεῖνο κράτος, συντέλεσε ἀκόμη περισσότερο στὴ χειροτέρευση τῆς κατάστασης. Κατὰ τὴν ὀκταετῆ του βασιλεία τὸ κράτος κατέληξε σὲ πλήρη οἰκονομικὴ καταστροφὴ, σὲ πλήρη ἠθικὴ ἀποχαύνωση καὶ παραλυσία. Οἱ μεγάλες ἐπαρχίες τοῦ κράτους χωρὶς ἀντίσταση λεηλατοῦνταν ἀπὸ κάθε εἴδους ἐχθρούς, κι᾽ ἡ Αἴγυπτος κι᾽ ἡ Ἀφρικὴ ἀποσπάστηκαν ἐντελῶς ἀπ᾽ τὸ κράτος. 

Τὸ δημόσιο ταμεῖο ἦτανε ἄδειο, ὁ στρατὸς ἐντελῶς διαλυμένος καὶ ἀποσυνθεμένος.

Σὲ τέτοια ἄθλια κατάσταση διατελοῦσε ἐκεῖνο τὸ κράτος, ὅταν στὸ ἔτος 610 (ὅταν φονεύθηκε ὁ Φωκᾶς), ἀναγορεύτηκε βασιλιὰς ὁ Ἡράκλειος (ἀφοῦ στέφθηκε στὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας ἀπ᾽ τὸν πατριάρχη Σέργιο τὴν 6η τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου σὲ ἡλικία 36 ἐτῶν), ὁ ὁποῖος γιὰ 30 χρόνια ἀφοῦ βασίλεψε ἔνδοξα, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπ᾽ τοὺς ἐνδοξότατους βασιλεῖς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἕνας ἀπ᾽ τοὺς πιὸ ἔξοχους ἄνδρες τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ στρατηγὸς, ποὺ εὔλογα παραβάλλεται μὲ τὸν ἴδιο τὸ μέγα Ἀλέξανδρο, ἰδιαίτερα γιὰ τὰ μεγάλα καὶ ἔνδοξα κατορθώματά του ἐναντίον τῶν Περσών, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν κυρίως γιὰ μᾶς ἐδῶ καὶ τὸ ὑπὸ συζήτηση θέμα. 

Κατὰ τὰ πρῶτα 12 χρόνια τῆς βασιλείας του ὁ Ἡράκλειος ἀσχολήθηκε ὑπεράνθρωπα, ἀλλὰ καὶ εὐφυέστατα, νὰ ἀνορθώσει τὴ διοίκηση τοῦ κράτους, νὰ βελτιώσει τὰ οἰκονομικά του, νὰ ἀναδιοργανώσει τὸ στρατὸ καὶ τὸ στόλο, ἀλλὰ πρὸ πάντων νὰ βγάλει ἀπ᾽ τὴ νάρκη καὶ τὸ λήθαργο τὸν ἐξαχρειωμένο λαό του, καὶ νὰ τὸν ἐμψυχώσει, νὰ τὸν ἀφυπνίσει, νὰ τὸν ἐγκαρδιώσει, ὥστε νὰ μπορέσει ἔτσι ἀποτελεσματικὰ νὰ στραφεῖ ἐναντίον τοῦ σμήνους τῶν Περσῶν ποὺ ἐπαπειλοῦσε τὸ κράτος. Κι᾽ ὅταν κατάλαβε, ὅτι συμπλήρωσε ἔτσι τὴν ἐνέργειά του, κι᾽ ἀφοῦ προηγουμένως (ἀφοῦ ἀναγκαζόταν ἀπ᾽ τὶς περιστάσεις), κατόρθωσε στὸ ἔτος 620 νὰ ἐξουδετερώσει τοὺς Ἀβαροσλάβους μὲ συνθήκη μὲ τὸ Χαγάνο τῶν Ἀβάρων, ἄρχισε στὴν ἀρχὴ τοῦ ἔτους 622 τὴν ἔνδοξη ἐκστρατεία κατὰ τῶν Περσῶν, οἱ ὁποῖοι στὸ μεταξὺ αὐτὸ διάστημα εἶχαν κυριεύσει ὅλες σχεδὸν τὶς ἐπαρχίες τοῦ κράτους, τὴ Μεσοποταμία, τὴν Ἁρμενία, τὴν Καππαδοκία, τὰ Ἱεροσόλυμα, τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀφρικῆς, καὶ εἶχαν στρατοπεδεύσει γύρω ἀπ᾽ τὴ Χαλκηδόνα, ἀπέναντι ἀπ᾽ τὴν ἴδια τὴν πρωτεύουσα, τὴν ἴδια τὴν Κωνσταντινούπολη. 

Φαντάζεστε τὸν πιὸ μεγάλο κίνδυνο, ποὺ διέτρεχε τὸ κράτος, τοῦ ὁποῖου ἡ ἴδια ἡ πρωτεύουσα ἀπειλοῦνταν ἀπὸ τοὺς πάρα πολὺ κοντὰ στρατοπεδευμένους ἐχθρούς. Μόνο ἡ ἔξοχη μεγαλοφυΐα τοῦ Ἡρακλείου καὶ ἡ ὑπέροχη στρατηγικὴ του ἱκανότητα, μόνο αὐτὰ κατόρθωσαν, ὄχι μόνο νὰ διασώσουν, ἀλλὰ καὶ νὰ δοξάσουν τὸ ἐλληνικὸ κράτος. 

Ἀφοῦ προπαρασκευάστηκε στὴν ἐντέλεια γιὰ τὴν ἐκστρατεία ὁ Ἡράκλειος, ἀναγόρευσε τυπικὰ ἐπίτροπο ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἣ ὅπως λέμε σήμερα ἀντιβασιλέα, τὸ δεκαετῆ γιὸ Ἡράκλειο Κωνσταντίνο, στὴν πραγματικότητα ὅμως ἐμπιστεύτηκε τὰ πάντα σὲ δύο ἄνδρες, τῶν ὁποίων γνώριζε τὴν ἱκανότητα, δηλαδὴ στὸ Μάγιστρο (τὸν πρωθυπουργό δηλαδὴ Βῶνο) καὶ στὸν πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σέργιο. Τὴν ἑπομένη τοῦ Πάσχα, δηλαδὴ τὴν 5η τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, ἀφοῦ μπῆκε στὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας τοῦ Θεοῦ Σοφίας κι᾽ ἀφοῦ ἐπικαλέστηκε μὲ συγκινητικότατη προσευχὴ τὴ βοήθεια τοῦ Ὑψίστου, στράφηκε τέλος πρὸς τὸν πατριάρχη, καὶ εἶπε: «εἰς χεῖρας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Θεομήτορος καὶ σοῦ, ἐμπιστεύομαι τὴν πόλιν ταύτην καὶ τὸν υἱόν μου». 

Ἐπιτρέψτε μου, κύριοι, μικρὴ παρέκβαση ἀπ᾽ τὰ λεχθέντα. Ὁ βασιλιὰς ἐκστρατεύει, ἀναχωρεῖ ἀπ᾽ τὴν πρωτεύουσα, σχεδὸν ἐνῶ πολιορκεῖται καὶ ἐγκαταλείπει καὶ ἐμπιστεύεται τὰ πάντα, καὶ πρωτεύουσα καὶ θρόνο καὶ γιό, σὲ δυὸ ἄνδρες, ἀπ᾽ τοὺς ὁποίους ὁ ἕνας ἦταν ὁ πρωθυπουργός, κι᾽ ὁ δεύτερος ποιὸς ἦταν; Ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως! Προσέξτε λίγο στὸ γεγονὸς αὐτό, κι᾽ ἀμέσως θὰ καταλάβετε δυστυχῶς τὴ μεγάλη ἀπόσταση, ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπ᾽ τοὺς ἔνδοξους ἐκείνους προγόνους. Ἀπόσταση ὄχι χρόνου, ἀπόσταση ὄχι τόπου, ἀλλ᾽ ἀπόσταση ἠθικῆς, ἀπόσταση καταστάσεως! Τί θὰ πεῖτε σήμερα τί θὰ κάνετε, ἂν, γιὰ παράδειγμα, τὸ κράτος μας βρισκόταν σὲ παρόμοιο κίνδυνο, κι᾽ ὁ ἐχθρὸς στεκόταν ἔξω ἀπ᾽ τὴν Ἀθήνα, κι᾽ ὁ βασιλιάς, ἀναχωρῶντας μακριὰ μὲ τὸ στρατό του, σᾶς ἔλεγε ὅτι ἐμπιστεύεται τὴν πρωτεύουσα καὶ τὴ διοίκηση καὶ τὴν ἄμυνα τῆς πόλης στὸ σεβασμιότατο μητροπολίτη; Βεβαίως θὰ ξεσπούσατε σὲ γέλια καὶ μὲ θυμὸ καὶ ἀγανάκτηση θὰ φωνάζατε: «τί κοινὸ μεταξὺ τηλεβόλων καὶ μητροπολίτη»; Ἀλλ᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γεγονός, ὅ,τι ἐμεῖς σήμερα θεωροῦμε γελοῖο καὶ ἀκατανόητο, ἐκεῖνο, ποὺ οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι ἄνθρωποι θεωροῦσαν πάρα πολὺ μεγάλο καὶ σοβαρότατο καὶ σωστικότατο, αὐτὸ λοιπὸν τὸ γεγονὸς ἀποδεικνύει καὶ ἀποκαλύπτει τὰ αἴτια τῆς ἠθικῆς μας κατάπτωσης καὶ τὰ αἴτια τῆς ἰσχύος καὶ τοῦ μεγαλείου ἐκείνων. 

Γνώριζαν ἐκεῖνοι, ὅτι ὁποιοσδήποτε λαὸς, ὁποιοσδήποτε στρατὸς, ὅσο πολυάριθμος, ὅσο ὀργανωμένος καὶ νἆναι, δὲν μπορεῖ νὰ εὐδοκιμήσει καὶ νὰ δοξαστεῖ χωρὶς κάποιο ἠθικὸ ἐλατήριο, χωρὶς κάποιο ἠθικὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖο ἀκριβῶς, ἐφόσον ἔχει κατακτήσει δύναμη ἀνώτερη ἀπ᾽ ὁποιαδήποτε ἀλλη ὑλικὴ δύναμη, ἐφόσον ἐμπνέει τὸ θάρρος καὶ τὴν πεποίθηση, ἀναπτερώνει τὸ φρόνημα, γεννᾶ τὴν ἀνδρεία, ἐπιβάλλει τὴν πειθαρχία, ἐνισχύει τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ἐγκαρτέρηση. Καὶ τέτοιο ἠθικὸ ἐλατήριο, καὶ μάλιστα τὸ πιὸ μεγάλο ἀπ᾽ ὅλα, εἶναι τὸ θρησκευτικὸ αἴσθημα, εἶναι ἡ θρησκεία, ἡ ὁποία, ἂν συνεργαστεῖ κατάλληλα μὲ τὴν πολιτεία, τὴν υποβοηθεῖ ἐνεργὰ καὶ τῆς προσδίδει μέγιστη καὶ ἀκαταμάχητη ἰσχὺ καὶ δύναμη. Πολιτεία χωρὶς θρησκεία, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει καὶ νὰ μεγαλουργήσει. Τὴ μεγάλη αὐτὴ ἀλήθεια ἀναγνώρισαν καὶ ἀνέπτυξαν καὶ οἱ νεότεροι καὶ ἐξοχότεροι φιλόσοφοι, ἀπ᾽ τοὺς ὁποίους (καὶ κυρίως ἀπ᾽ τὸ Φραγκίσκο Βερθέρο), ἀνακηρύσσεται τὸ ἀξίωμα, ὅτι ἡ θρησκεία καὶ ἡ πολιτεία δὲν πρέπει νὰ χωρίζονται. Αὐτὴ λοιπὸν τὴ συνεργασία, αὐτὴ τὴν ἕνωση, ἀυτὴ τὴν ἀδελφοποίηση τῶν δυὸ αὐτῶν δυνάμεων, ἐπεδίωξε καὶ πέτυχε ὁ μέγας Ἡράκλειος, τὴ συνεργασίαθρησκείας καὶ πολιτείας, τὴ συνεργασία τοῦ Βώνου καὶ τοῦ Σεργίου τὴ συνεργασία πρωθυπουργοῦ καὶ πατριάρχη! Καὶ μ᾽ αὐτὴ τὴν ἕνωση καὶ συνεργασία ὁ Ἡράκλειος, κρατῶντας στὸ ἕνα χέρι τὸ ξίφος καὶ στὸ ἄλλο τὴν εἰκόνα τοῦ Σωτήρος, κατόρθωσε τὰ ἔνδοξα κατορθώματά του καὶ μετέβαλε σὲ ἀήττητους ἥρωες, τοὺς μόλις πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐπὶ Φωκᾶ συνεχῶς ἡττημένους καὶ φυγάδες Βυζαντινούς. 

Αὐτὰ ἐκτελούσανε ἐκεῖνοι, καὶ μεγαλουργούσανε καὶ δοξάζονταν, αὐτὰ παραλείπουμε ἐμεῖς καὶ χλευάζουμε, καὶ γι᾽ αὐτὸ ὑποφέρουμε καὶ κακοδαιμονοῦμε καὶ ἐξευτελιζόμαστε.

Ἀλλ᾽ ἂς ἐπανέλθουμε στὴν ἀφήγηση τῆς ἐκστρατείας τοῦ Ἡρακλείου, τὴν ὁποία ὁ χρόνος μὲ ἀναγκάζει νὰ συντομεύσω πολὺ καὶ νὰ περιγράψω ἐπὶ τροχάδην καὶ σὲ γενικὲς γραμμὲς.

Ἀφοῦ ἐπιβιβάστηκε στὸ στόλο του ὁ Ἡράκλειος κι᾽ ἔχοντας στρατὸ κατὰ πολὺ πιὸ ὀλιγάριθμο ἀπ᾽ τὸν ἀντίπαλο, δὲν ἐπιτέθηκε ἀπ᾽ εὐθείας ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ ποὺ στρατοπέδευε στὴν ἀπέναντι παραλία, ἀλλ᾽ ὡς μεγαλοφυὴς καὶ ξεχωριστὸς στρατηγός ἐπέλεξε ἄλλη θέση, φύσει ὀχυρὴ καὶ πρόσφορη γιὰ τὴ μάχη. Κατευθύνθηκε νότια κι᾽ ἀποβίβασε τὰ στρατεύματά του στὴν παραλία ἀνάμεσα στὴν Κιλικία καὶ τὴ Συρία, στὸν Ἰσσικὸ κόλπο, ποὺ ὀνομάζεται ἔτσι ἀπ᾽ τὴν πόλη Ἰσσό, στὴν ὁποία ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος εἶχε νικήσει ἐπίσης πρὶν ἀπὸ χίλια χρόνια τοὺς Πέρσες. Πάνω ἀπ᾽ τὸν κόλπο αὐτὸ ὑψώνεται ἀπότομο καὶ δύσβατο ὄρος, ποὺ ἔχει μο´νο δυὸ διόδους, μέσ᾽ ἀπ᾽ τῖς ὁποῖες μποροῦσε κανεὶς νὰ μπεῖ στὴν παραλία, τὴ μιὰ πρὸς τὸ βορρᾶ, τὴν πύλη ποὺ λέγεται Ἀμανίδα, καὶ τὴν ἄλλη πρὸς τὸ νότο, τὴ συριακὴ πύλη. Αὐτὴ ἡ θέση ἦταν ὄχι μόνο ἀσφαλὲς καὶ ὀχυρὸ ὁρμητήριο, ἀλλ᾽ ἀπ᾽ αὐτὴ ὁ Ἡράκλειος ἀπειλοῦσε σοβαρὰ τὰ νῶτα τοῦ ἐχθρου, ὁ ὁποῖος γι᾽ αὐτὸ ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν πρῶτη θέση καὶ νὰ ἐπιτεθεῖ ἐναντίον τοῦ Ἡράκλειου στὴν ὀχυρὴ ἐκείνη θέση καὶ νὰ συνάψει ἐκεῖ μάχη, στὴν ὁποία οἱ Πέρσες νικήθηκαν καὶ κατατροπόθηκαν σκληρά, ἀφοῦ ὑπέστηκαν τέτοια φθορὰ καὶ ἀπώλεια, ὥστε γιὰ ὁλόκληρη τριετία δὲν ξαναφάνηκαν πιὰ στὴ Μικρὰ Ἀσία. 

Κι᾽ ἔτσι ὁ Ἡράκλειος ἀπὸ ἀμυνόμενος μετατράπηκε σὲ ἐπιτιθέμενο. Ἀφοῦ πέρασε ὁ χειμῶνας, ἀποβιβάστηκε τὴν ἄνοιξη τοῦ ἑπόμενου έτους 623 στὴν Τραπεζοῦντα, κι᾽ ἀφοῦ προχώρησε πέρασε τὸν ποταμὸ Ἄραξο, μὲ γέφυρα ποὺ κατασκευάστηκε τότε, κι᾽ ἔφτασε μπροστὰ στὴν πύλη Γάζα, τὴν ὁποία ἔρτεξε νὰ ὑπερασπιστεῖ ὁ βασιλιὰς τῶν Περσῶν Χοσρόης μὲ 40 χιλιάδες ἄνδρες, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐπειδὴ φοβήθηκε ὑποχώρησε ἀμαχητὶ, κι᾽ ἔτσι ὁ Ἡράκλειος κατέλαβε τὴ Γάζα μὲ τοὺς πολλοὺς θησαυρούς της κι᾽ ὅταν ἦλθε ὁ χειμῶνας κατευθύνθηκε στὴν Ἀλβανία, ἐνῶ ὁ Χοσρόης, ἀφοῦ συγκέντρωσε ἀπὸ παντοῦ ὅλες του τὶς δυνάμεις κι᾽ ἀφοῦ συγκρότησε τρία πολυάριθμα στρατεύματα, τὰ ἔστειλε τὸ ἔτος 624 ἐναντίον τοῦ Ἡρακλείου, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀπέκρουσε ὅλες τὶς ἐπιθέσεις τους, πάντοτε νικῶντας καὶ πάντοτε προξενῶντας τὴ μεγαλύτερη φθορὰ στοὺς Πέρσες. Κι᾽ ὅταν πέρασε ὁ χειμῶνας, οἱ Πέρσες ἀναγκάστηκαν νὰ συγκεντρωθοῦνε σὲ κάποια πόλη τῆς Ἀλβανίας, θεωρῶντας τοὺς ἑαυτούς τους ἀσφαλισμένους μέσα στὰ τείχη της. Ἀλλ᾽ ὁ Ἡράκλειος ἀφοῦ βάδισε τὴ νύχτα, ἐπιτέθηκε ξαφνικὰ έναντίον τῆς πόλης αὐτῆς καὶ μὲ ἔφοδο τὴν κυρίεψε. Οἱ στρατηγοὶ κι᾽ οἱ σατράπες τῆς Περσίας, οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά τους, οἱ στρατιῶτες, ὅλος ὁ περσικὸς ἀνθός, ἢ σκοτώθηκαν ἢ αἰχμαλωτίστηκαν ἀπ᾽ τὸν Ἡράκλειο, κι᾽ ἀμύθητα πλούτη καὶ λάφυρα ἔπεσαν στὰ χέρια τῶν νικητῶν Ἑλλήνων. 

Μετὰ τὸ θρίαμβο αὐτό ὁ Ἡράκλειος, ἀφοῦ ὑπέταξε ὅλες ἐκεῖνες τὶς χῶρες, ἐπέστρεψε μὲ μακρυὰ καὶ ἐπίμονη πορεία, κι᾽ ἀφοῦ διάβηκε τοὺς ποταμοὺς Τίγρη καὶ Εὐφράτη, ἔφτασε πάλι στὴν Κιλικία, πέρασε τὸν ποταμὸ Σάρο πάνω ἀπ᾽ τὴ μεγάλη γέφυρα κοντὰ στὰ Ἄδανα καὶ στρατοπέδευσε ἐκεῖ. 

Ὁ ἀνασυνταγμένος περσικὸς στρατὸς, παρακολουθῶντας ἀπὸ μακριὰ τὸν Ἡράκλειο, τὸν ἔφτασε σ᾽ ἐκείνη τὴ θέση καὶ θέλωντας νὰ ἐκπορθήσει τὴν κατεχόμενη ἀπ᾽ τοὺς Ἕλληνες γέφυρα, ἔπαθε σκληρὴ ἦττα καὶ τράπηκε σὲ αἰσχρὴ φυγή. Στὴ μάχη αὐτὴ ὁ Ἡράκλειος ἐπέδειξε τέτοια ἀνδρεία, ὥστε μὲ τὸ ἴδιο του τὸ χέρι σκότωσε κι᾽ ἔριξε στὸν ποταμὸ Σάρο κάποιο γιγαντώδη Πέρση, καταπλήσσωντας ἔτσι καὶ ἐκφοβίζοντας τοὺς Πέρσες, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ διασκορπίστηκαν ἐδῶ κι᾽ ἐκεῖ, ἐπέστρεψαν σὲ κακὰ χάλια στὰ ἐδάφη τους. 

Μετὰ ἀπ᾽ τὴ σκληρὴ αὐτὴ ἧττα καὶ καταστροφὴ ὁ βασιλιὰς τῶν Περσῶν Χοσρόης κατέφυγε σ᾽ ἀλλα σχέδια κι᾽ ἀναζήτησε ἀλλοῦ τὴ σωτηρία. Συνομολογεῖ συνθήκη καὶ συμμαχία μὲ τὸ Χαγάνο τῶν Ἀβάρων, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε νὰ πολιορκήσει τὴν Κωνσταντινούπολη. Κι᾽ ἀφοῦ συγκέντρωσε πάλι τὰ στρατεύματά του, κι᾽ ἀφοῦ κατάρτισε τρεῖς στρατιές, ἄφησε τὴν πρώτη στὴν Περσία, γιὰ ν᾽ ἀμυνθεῖ ἐναντίον κάθε ἐπίθεσης τοῦ Ἡρακλείου, τὴν ἄλλη τὴν ἔστειλε γιὰ νὰ διακόψει τὶς συγκοινωνίες τοῦ Ἡρακλείου καὶ τὴν τρίτη τὴν ἔστειλε, νὰ πολιορκήσει τὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ κοινοῦ μὲ τοὺς Ἀβάρους. Κι᾽ ἔτσι στὸ ἔτος 626, οἱ Πέρσες ἀπ᾽ τὴ μιὰ στρατοπεδεύσανε πάλι στὴ Χαλκιδόνα, ἀπέναντι ἀπ᾽ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἐνῶ συγχρόνως περὶ τὰ τέλη τοῦ Ἰούλη κατέφθανε κι᾽ ὁ Χαγάνος τῶν Ἀβάρων μὲ πολυάριθμο στράτευμα, ποὺ ὑπερέβαινε τοὺς 110.000 ἄνδρες, ἔξω ἀπ᾽ τὰ τείχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κι᾽ ἐκάλεσε τοὺς κατοίκους της νὰ παραδοθοῦν, ἐπιτρέποντάς τους νὰ πάρουν μόνο ἕνα ροῦχο κι᾽ ἕνα πουκάμισο καὶ νὰ περάσουνε στὴν (Μικρά) Ἀσία. Αὐτὰ ἐνῶ γινόντουσαν ἐκεῖ, ὁ Ηράκλειος δὲν διέπραξε τὸ σφάλμα νὰ κλειστεῖ ὁ ἴδιος μέσα στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀλλὰ ἀπ᾽ τὴ μιὰ ἀπέστειλε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀρκετὴ στρατιωτικὴ ἐνίσχυση, κι᾽ἀπ᾽ τὴν ἄλλη ὁ ἴδιος παρέμεινε στρατοπεδευμένος γύρω ἀπ᾽ τὸν Ἅλυ (ποταμό). 

Ἀφοῦ ἀπορρίφθηκαν ἀπ᾽ τοὺς δικούς μας οἱ προτάσεις τοῦ Χαγάνου, αὐτὸς περίζωνε τὴν Πόλη, καὶ τὴν 31η Ἰουλίου ἐπιχείρησε ἐναντίον της γενικὴ ἔφοδο. Ἀλλ᾽ οἱ πολιορκούμενοι, πολεμῶντας γενναῖα κι᾽ ἀγωνιζόμενοι ἡρωϊκά, ἀπέκρουσαν τὴν ἐπίθεση, ἀφοῦ προξένησαν μεγάλη φθορὰ στὸν ἐχθρό, καταστρέφοντας πολλοὺς ἀπ᾽ τοὺς πύργους του καὶ πολλὰ ἀπ᾽ τὰ μονόξυλα πλοιάριά του. Ἀλλἀ καὶ μετὰ τὴν ἀποτυχία τῆς πρώτης αὐτῆς ἐφόδου οἱ Ἄβαροι ἐπανέλαβαν καὶ πάλι τὶς λυσσώδεις ἐπιθέσεις ἐναντίον τῆς Πόλης μ᾽ ὅλες τὶς πολιορκητικὲς μηχανὲς ποὺ βρίσκονταν τότε σὲ χρήση, ἀλλ᾽ ὅλες οἱ ἔφοδοί τους ἀποκρούστηκαν ἐπίσης γενναῖα, ἐνῶ ὁ βυζαντινὸς στόλος κατέστρεψε ὅλα τὰ πλοιάρια τῶν Σλάβων, κι᾽ ὅσοι ἀπ᾽ αὐτοὺς διασώθηκαν, ἐγκατέλειψαν τὸ Χαγάνο κι᾽ ἔφυγαν, ἐνῶ συγχρόνως ἡρωϊκὴ ἀλλὰ καὶ ριψοκίνδυνη ἔξοδος τῶν δικῶν μας ἔτρεψε σὲ ἄτακτη καὶ καταστροφικὴ φυγὴ τοὺς βαρβάρους ἐκείνους, ἀφοῦ ὑπέστηκαν ἀληθινὴ πανωλεθρία κι᾽ ἀφοῦ ἀναγκάστηκαν νὰ λύσουνε τὴν πολιορκία τὴ νύχτα τῆς 7ης πρὸς τὴν 8η Αὐγούστου καὶ νὰ φύγουν. 

Κι᾽ ἔτσι σώθηκε ἡ Κωνσταντινούπολη, σώθηκε ὁ ἑλληνισμός. Ἂν ἡ πρώτη αὐτὴ πολιορκία ἐναντίον τῆς Κωνσταντινουπόλεως δὲν ἀποκρουόταν, ἂν ἔπεφτε τότε ἡ πρωτεύουσα τοῦ ἑλληνισμοῦ, βεβαίως ὁ ἑλληνισμός θὰ εἶχε ἐξαφανιστεῖ ἐντελῶς, θὰ εἶχε χαθεῖ ἀπ᾽ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς. 

Ὁ Ἡράκλειος καὶ μετὰ τὴ λύση τῆς πολιορκίας δὲν ἔμεινε ἄπραγος, οὔτε μπῆκε κἂν στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀλλὰ γιὰ δυὸ ἀκόμη χρόνια διεξήγαγε μακρούς, ἐπίπονους, ἀλλὰ καὶ ἔνδοξους ἀγῶνες ἐναντίον τοῦ Χοσρόη στὴν Περσία, γιὰ τοὺς ὁποίους δὲν μᾶς ἐπιτρέπει ἀτέλειωτες περιγραφὲς ἤδη ὁ χρόνος, καὶ τέλος, ἀφοῦ πέθανε ὁ ἡττημένος γέροντας Χοσρόης, ὁ Ἡράκλειος ἔκλεισε εἰρήνη μὲ τὸ νέο Χοσρόη, τῆς ὁποίας ὑπαγόρευσε ἐκεῖνος τοὺς ὅρους, κι᾽ ἔτσι, νικητὴς καὶ τροπαιοῦχος, μετὰ ἀπὸ ἑπταετεῖς ἀγῶνες, μπῆκε μὲ θρίαμβο στὴν Κωνσταντινούπολη. Οἱ χρονογράφοι περιγράφουν μὲ λαμπρότητα τὰ σχετικὰ μὲ τὴ θριαμβευτικὴ αὐτὴ εἴσοδο, καὶ ἰδιαίτερα ὁ Γ(εώργιος) Πισίδης, ὁ ὀποῖος ἀφιέρωσε καὶ τοὺς παρακάτω στίχους πρὸς τὸν Ἡράκλκειο, πολὺ ἐνδεικτικοὺς γιὰ τοὺς ὑπεράνθρωπους ἀγῶνες τοῦ Ἡρακλείου: «― Πόθεν μετῆλθεν εἰς βαφὴν ἐναντίαν ἡ τῶν τριχῶν σου χρυσομίμητος κόμη; ― Ἔβαψεν αὐτὴν ἡ χιὼν τῶν φροντίδων. ― Καὶ ποῦ μετῆλθε τῶν μελῶν ἡ λευκότης; ― Πύρωσις αὐτὴν ἀντανεῖλεν ἡλίου».[3] 

Ὅμως μετὰ ἀπὸ τέτοια πασιφανῆ κατορθώματα, μετὰ τὴν ἀπομάκρυνση τέτοιων κινδύνων, τί ἔκανε ὁ μεγάλος ἐκεῖνος λαός, καὶ πῶς πανηγύρισε τὴν ἔνδοξή του νίκη; Μήπως παραδόθηκε σὲ τρελλὲς διασκεδάσεις, στὴ μέθη καὶ τὴν κραιπάλη; Ἀντιθέτως. Ὅπως πρῶτα διεξήγαγε τοὺς πασιφανεῖς ἐκείνους ἀγῶνες, πιστὸς στὴ βοήθεια τοῦ θεοῦ, ἔτσι καὶ μετὰ τὴ νίκη δὲν περηφανεύτηκε γιὰ τὰ κατορθώματα, δὲν τυφλώθηκε ἀπ᾽ τὴν ἀλαζονεία, δὲν λησμόνησε τὸν προστάτη του, ἀλλ᾽ ἀμέσως μετὰ τὴ νίκη, μιὰ καὶ μόνο φροντίδα εἶχε, πῶς νὰ εὐχαριστήσει γιὰ τὴ σωτηρία του τὴν κατ᾽ ἐξοχὴν προστάτιδα τῆς Πόλης Θεομήτορα. Τότε λοιπὸν γιὰ νὰ ἐκφραστεῖ πρὸς αὐτὴ παντοτινὴ εὐγνωμοσύνη, γράφτηκε ἀπ᾽ τὸν πατριάρχη Σέργιο, ἢ κατ᾽ ἄλλους ἀπ᾽ τὸν Πισίδη, ὁ Ἀκάθιστος λεγόμενος ὕμνος πρὸς τὴν Παναγία, μέσ᾽ ἀπ᾽ τὸν ὁποῖο οἱ ἔνδοξοι νικητές, ἀφοῦ λυτρώθηκαν ἀπ᾽ τα δεινὰ κι᾽ ἀφοῦ διασώθηκαν ἀπ᾽ αὐτό τὸν κίνδυνο, ἀπονέμουν τὰ νικητήρια καὶ ἐκδηλώνουν τὰ εὐχαριστήρια πρὸς τὴν ὑπέρμαχο στρατηγό, τὴ Θεοτόκο, καὶ γνωρίζοντας τὸ ἀπροσμάχητο κράτος καὶ τὴν ἀκατάβλητη δύναμή της, τὴν ἱκετεύουν, νὰ τοὺς διαφυλάττει πάντοτε καὶ στὸ μέλλον ἀπ᾽ τοὺς κάθε λογῆς κινδύνους

Κι᾽ ἔκτοτε καθιερώθηκε ἡ ἀκολουθία αὐτή, τὴν ὁποία μὲ τόση εὐλάβεια καὶ κατάνυξη παρακολουθεῖ στὴ μεγάλη τεσσαρακοστὴ κάθε ἑλληνικὴ καρδιὰ, ποὺ βρίσκεται σ᾽ ὁποιοδήποτε μέρος τῆς γῆς. Πέρασαν ἀπὸ τότε πάνω ἀπὸ 1200 χρόνια, ὅλα ἄλλαξαν, ἀλλ᾽ ὁ ὑπέροχος αὐτὸς ὕμνος δὲ χάθηκε, δὲν παράκμασε, ἀλλὰ ζεῖ, συγκινῶντας καὶ συγκλονίζοντας τὴν καρδιὰ ὁλόκληρου τοῦ ἑλληνισμοῦ. 

Διπλὴ λοιπὸν σημασία ἔχει αὐτὸς ὁ ὕμνος, σημασία θρησκευτική, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ σημασία κυρίως ἐθνική. Διπλὸ σκοπὸ ἔχει, σκοπὸ θρησκευτικὸ, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ σκοπὸ ἐθνικό, διεγείρει στὶς καρδιὲς καὶ στὶς ψυχὲς τῶν Ἑλλήνων ὄχι μόνο αἰσθήματα πίστης κι᾽ εὐλάβειας, ἀλλὰ κι᾽ αἰσθήματα πολλῶν καὶ μεγάλων ἐθνικῶν ἐλπίδων. Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν αἰώνων ποὺ πέρασαν μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης, κατὰ τοὺς δύσκολους χρόνους τῆς δουλείας καὶ τῶν συμφορῶν, ἀπὸ ποιόν ἄλλο συγκρατήθηκε ἡ ἐθνικὴ ἑνότητα, ἀπὸ ποιόν ἄλλο συγκρατοῦνταν κι᾽ ἀναζωπυρωνόταν τὸ ἐθνικὸ αἴσθημα, κι᾽ ἐνισχύονταν οἱ ἐθνικὲς ἐλπίδες γιὰ πιὸ εὐοίωνο μέλλον, παρὰ μόνο ἀπ᾽ τὴν Ἐκκλησία, παρὰ μόνο ἀπ᾽ αὐτοὺς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους, κι᾽ ἀπὸ κάποια δημοτικὰ ποιήματα ποὺ διασώθηκαν ἀπὸ στόμα σὲ στόμα, ἐξίσου συγκινητικὰ μὲ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους, καὶ ποὺ διδάσκουν ἐξίσου τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ἐλπίδα; Ἀπ᾽ τὰ ποιήματα αὐτὰ κάποια διασώθηκαν εὐτυχῶς κι᾽ ἔτσι μαθαίνουμε ἀπ᾽ αὐτὰ μὲ ποιὸ τρόπο ἐκδηλωνόταν ἀπ᾽ τοὺς πατέρες μας ποὺ ζοῦσαν στὴ δουλεία ἡ ἄπειρη θλίψη τους γιὰ τὶς δυστυχίες καὶ τὶς συμφορὲς, ἀλλὰ κι᾽ ἡ μεγάλη τους πίστη γιὰ τὸ μέλλον. Ἕνα ἀπ᾽ τὰ ἔξοχα αὐτὰ δημώδη ποιήματα ἔχει τὸ ἐξῆς προοίμιο: «Πῆραν τὴν Πόλι, πῆραν τὴν, πῆραν τὴ Σαλονίκη, πῆραν καὶ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά, τὸ μέγα μοναστήρι». Καὶ καταλήγει μὲ τοὺς ἑξῆς στίχους, ποὺ φανερώνουν καθαρὰ τὴν ἀπόλυτη πίστη γιὰ τὸ μέλλον σχετικὰ μὲ τὴν ἀνάκτηση αὐτῶν ποὺ χάθηκαν, τὴν ὁποία πάλι ὁ ποιητής στηρίζει στὴ Θεοτόκο, πρὸς τὴν ὁποία ἀπευθυνόμενος λέει: «Σώπασε, κυρὰ δέσποινα, μὴ κλαίῃς, μὴ δακρύζῃς ― πάλε μὲ χρόνους μὲ καιρούς, πάλε δικά σου θἆναι». 

Κι᾽ ἐμεῖς, διασώζοντας καὶ διατηρῶντας ἀκμαία αὐτὴ τὴν πατροπαράδοτη ἐλπίδα, ἂς ἐπανέλθουμε πάλι στὰ τῆς πατρίδας κι᾽ ἂς προσπαθήσουμε ἐγαζόμενοι καθὼς πρέπει, νὰ διορθώσουμε στὸ μέλλον τὰ λάθη τοῦ παρελθόντος, πιστοί, ὅτι ἡ Θεομήτορ, ποὺ τότε τόσες φορὲς δικαίωσε καὶ διέσωσε τὸν ἑλληνισμό (ἂν ὄχι γιὰ χάρη μας, ποὺ είμαστε ἀνάξιοι ἴσως τῆς συγγνώμης της, ἀλλὰ τουλάχιστο γιὰ χάρη τῶν δυστυχισμένων ἐκείνων παιδιῶν της, ποὺ ἀκόμα καταβασανίζονται ἀπὸ τὴν πιὸ σιχαμερῆ τυραννία κι᾽ ἀπ᾽ τὴν πιὸ ἀφόρητη δουλεία, γιὰ χάρη τῶν Ἑλληνίδων θυγατέρων της ποὺ κάθε μέρα φρικωδῶς ἀτιμάζονται, γιὰ χάρη τῶν ἱερῶν της Ναῶν της ποὺ κάθε μέρα φρικωδῶς περιϋβρίζονται καὶ ἀτιμάζονται), ὅτι θὰ καμφθεῖ τέλος ἀπέναντι στὶς συμφορὲς τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ θὰ ἀποδώσει στοὺς ἀδελφούς μας ποὺ στενάζουν καὶ βρίσκονται ἀκόμα σὲ δουλεία τὸ ἱερὸ φῶς τῆς ἐλευθερίας, ὥστε ἔτσι ὁλόκληρο τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος ἐλεύθερο κι᾽ εὐήμερο νὰ εὐτυχήσει καὶ ν᾽ ἀναπέμψει πάλι πρὸς τὴν ὑπέρμαχο στρατηγό κάτω ἀπ᾽ τοὺς θόλους τῆς Ἁγιᾶς Σοφιᾶς νέα νικητήρια, γιὰ νέες νίκες καὶ νέα εὐχαριστήρια, γιὰ νέους θριάμβους! 

 


[2] « Κοῦπα ξύλινη κρατῶντας βοοῦσε ἐκεῖ στὸ Μίλλιον· στὸ Βελισσάριο ὀβολὸ δῶστε τὸν στρατηλάτη. Αὐτὸν ποὺ ἡ τύχη ἐδόξασε, ἂς τὸν τυφλώνει τώρα ὁ φθόνος ».

[3] « Μὲ ποιὰ ἐχθρικὴ βαφὴ βάφτηκαν τὰ χρυσαφένια σου μαλιά;  Τὰ ἔβαψε τὸ χιόνι τῶν φροντίδων.  Καὶ ποῦ πῆγε ἡ λευκότης τῶν μελῶν σου;  Τὴν ἔσβησε ἡ κάψα τοῦ ἥλιου» (Γεωργίου Πισίδη, Ἡρακλιάς, ἤτοι εἰς τὴν τελείαν πτῶσιν Χοσρόου Βασιλέως Περσῶν, στ. 140 κ.ἑξ.).  Βλ. http://www.geocities.com/byzantine_poetry/gpisides01.html ὅπου δημοσιεύεται ὁλόκληρο τὸ ποίημα.

.

(568) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *