Οι Βαλκανικοί πόλεμοι

Οι βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913 αποτελούν σταθμό στην ιστορία των λαών της περιοχής. Ο πρώτος μαρτυρεί το καλό αποτέλεσμα της συνεργασίας. Ο δεύτερος το πόσο δύσκολο είναι η συνεργασία αυτή να κρατήσει επί μακρόν.

Η συνεργασία των ομόρων προς την οθωμανική αυτοκρατορία κρατών της βαλκανικής υπήρξε εν πολλοίς προϊόν ανάγκης, γεγονός που δεν τονίζεται όσο πρέπει. Η δύναμη κατοχής στην περιοχή είχε συρρικνωθεί σε μικρή σχετικά έκταση στη βαλκανική, καθώς πέρα από τις περιοχές που αναγκάστηκε να παραχωρήσει στα όμορα κράτη με τη συνθήκη του Βερολίνου (1878) είχε χάσει και τις τελούσες υπό ειδικό καθεστώς Ανατολική Ρωμυλία, την οποία πραξικοπηματικά προσάρτησε η Βουλγαρία (1885) και Βοσνία, την οποία κατέλαβε η Αυστρία (1907). Παρά τις απώλειες εκτεινόταν ακόμη ώς την Αδριατική έχοντας σταθερό εδραίωμα στην Αλβανία, οι κάτοικοι της οποίας είχαν ενδώσει σε μεγάλο βαθμό στην πίεση προς εξισλαμισμό. Φυσικά δεν ήταν διαφορετικά τα αισθήματα έναντι των κατακτητών και των ελληνικής, βουλγαρικής ή σερβικής καταγωγής εξισλαμισθέντων. Οι προσερχόμενοι στην υπηρεσία των κατακτητών αργά ή γρήγορα ταυτίζονται μ’ αυτόν και πορεύονται από κοινού στη ιστορία. Αυτό δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει, όταν αναζητούμε εξηγήσεις για τη σύμπλευση των φραγκεμένων Νεοελλήνων με την διαχρονικά ανθελληνική Δύση. Έχοντας αυτοί υιοθετήσει τις δυτικές πολιτιστικές αξίες και υποκαταστήσει την πατροπαράδοτη πίστη με τον υλισμό, γέννημα της Εσπερίας, αισθάνονται αναγκαίο να συμπλέουν με όσους κατεργάζονται το κακό τόσο για την πίστη όσο και για το έθνος. Φυσικά δεν θα υπήρχαν, για να προσφέρουν τις “υπηρεσίες” τους, αν η Εκκλησία δεν διαφύλασσε ως κιβωτός το Γένος κατά τη μακρόχρονη δουλεία. Ποιοί θα έκαναν την επανάσταση, αν όλοι οι σκλαβωμένοι είχαν υποκύψει στη δέλεαρ ή τη βία των κατακτητών και αλλαξοπιστούσαν; Ελάχιστοι υπήρξαν οι Αλβανοί που κινήθηκαν για απόκτηση ανεξαρτησίας και αυτοί υποκινούμενοι από την Αυστρία, η οποία εποφθαλμιούσε και την Αλβανία.

Ο μακεδονικός αγώνας που προηγήθηκε των βααλκανικών πολέμων έδειξε περίτρανα από τη μια την απληστία των Βουλγάρων για επέκταση και την πλήρη υποταγή του νεοελληνικού κράτους στον νωχελικό ρυθμό των χοροεσπερίδων, μέσω των οποίων η άρχουσα τάξη επιβεβαίωνε τον εξευρωπαϊσμό της. Οι Βούλγαροι έσφαζαν στη Μακεδονία και στη Θράκη και οι ελεύθεροι Έλληνες δεν ήθελαν να ακούσουν τις κραυγές των υποδούλων αδελφών τους, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο της ντροπής του 1897. Τελικά τη Μακεδονία έσωσε ο θάνατος ενός παλικαριού, του Παύλου Μελά. Αυτό μαρτυρεί ότι ακόμη και όταν φαίνεται να έχουν χαθεί τα πάντα για τον ελληνισμό, αυτός διαθέτει δυνάμεις, τις οποίες ενεργοποιεί την τελευταία στιγμή! Και δεν ήταν μόνο η ανάσχεση της τρομοκρατίας του ελληνικού πληθυσμού (1904-1908) ήταν και η εξέγερση των αξιωματικών στο στρατό (1909). Δεν έμεινε στην ιστορία ώς πραξικόπημα ξενοκινήτων και επιόρκων αξιωματικών, αλλά ως κίνημα προς ανάκτηση της χαμένης εθνικής αξιοπρέπειας. Τότε ανέτειλε και το πολιτικό άστρο του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η υπόμνηση είναι αφιερωμένη στους σύγχρονους πολιτικούς. Είχε προηγηθεί κατά ένα έτος άλλη εξέγερση στις τάξεις του οθωμανικού στρατού εκείνη, η γνωστή ως κίνημα των Νεοτούρκων. Οι πρωτεργάτες του κινήματος αξιωματικοί, επηρεασμένοι από το δυτικό πνεύμα, ως σπουδάσαντες σε γερμανικές στρατιωτικές σχολές, έθεσαν ως σκοπό τον εξευρωπαϊσμό της πολυεθνικής χώρας τους. Ως πρώτος στόχος, σύμφωνα με την επικρατούσα στο δυτικό στερέωμα άποψη περί συγκροτήσεως αμιγών κρατών, ετέθη ο εκτουρκισμός του συνόλου των λαών της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έτσι προχώρησαν με συμβούλους Γερμανούς αξιωματικούς στην οργάνωση των γενοκτονιών των Αρμενίων, των Ελλήνων και των Ασσυρίων. Δεν πρόφθασαν να εφαρμόσουν το σχέδιό τους στη βαλκανική, επειδή αυτή πρόλαβαν να την ελευθερώσουν κατά τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο τα όμορα κράτη με χριστιανινό πληθυσμό.

Είναι βέβαια γεγονός ότι η πίεση κατά των χριστιανών εκδηλώθηκε ήδη από το επόμενο έτος μετά την επικράτηση των Νεοτούρκων. Αυτή οδήγησε στην εξ ανάγκης συνεργασία μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων βουλευτών στην οθωμανική βουλή, συνεργασία, η οποία επεκτάθηκε και προς την κατεύθυνση των Αρμενίων, αλλά και των Αράβων βουλευτών. Θα ήταν όμως άραγε αρκετή η συντονισμένη φωνή των υποδούλων να συγκινήσει τις κυβερνήσεις των κρατών των ομοεθνών τους; Ασφαλώς οι Νεότουρκοι θα έθεταν σε εφαρμογή το σχέδιο γενοκτονίας στη Βαλκανική και η Ελλάδα θα παρατηρούσε τα γεγονότα εκ του μακρόθεν, αν δεν είχε προηγηθεί το κίνημα στο Γουδί. Εκείνο που είναι σημαντικό και πρέπει ιδιαίτερα να τονιστεί είναι το ότι οι χώρες Ελλάδα, Βουλγαρία, Σερβία και Μαυροβούνιο προχώρησαν σε σύναψη συμφωνίας χωρίς έξωθεν υποδείξεις και παρά τις τεταμένες κατά το πρόσφατο παρελθόν μεταξύ τους σχέσεις λόγω του εθνικισμού, ο οποίος ως λαίλαπα είχε εφορμήσει στη βαλκανική από τη Δύση. Και όταν οι κυβερνήσεις έκριναν κατάλληλο τον καιρό κήρυξαν τον πόλεμο κατά του επί πέντε αιώνες κατακτητού της περιοχής. Υπήρχε ασφαλώς αδυναμία στη συμφωνία, που προέβλεπε την χάραξη των συνόρων με βάση τη προέλαση των στρατευμάτων και όχι την αυτοδιάθεση των κατοίκων. Η αδυναμία όμως ήταν ανυπέρβλητη, αν λάβουμε υπ’ όψη την έντονη παρουσία του ελληνικού στοιχείου στα αστικά κέντρα και την έντονη αντίστοιχα του σλαβικού, βουλγαρικού, σερβικού ή απροσδιόριστης εθνότητας σε πολλές αγροτικές περιοχές. Θα μπορούσε να τεθεί ως όρος η σύνταξη ιδιαίτερης συμφωνίας για τις μειονότητες, αλλά η Ελλάδα είχε απέναντί της τη Βουλγαρία, η οποία είχε δείξει ήδη τις διαθέσεις της έναντι του ελληνικού πληθυσμού της Ανατολικής Ρωμυλίας.

Ο πόλεμος έληξε νικηφόρος για τους συμμάχους, πλην οι Βούλγαροι παρέμειναν ανικανοποίητοι, καθώς δεν κατάφεραν να φθάσουν στη Θεσσαλονίκη. Ακολούθησε και δεύτερος αιματηρός με συμμετοχή και της Ρουμανίας αυτή τη φορά, ο οποίος είχε ως συνέπεια να επωφεληθούν όλοι από την απληστία της Βουλγαρίας μηδέ και της Τουρκίας εξαιρουμένης. Ας επικεντρώσουμε την προσοχή μας σε κάποια στοιχεία της σελίδας αυτής της ιστορίας μας.

Κατά τους πολέμους συναγωνίστηκαν ή ανταγωνίστηκαν Έλληνες, Βούλγαροι και Σέρβοι (Οι Μαυροβούνιοι είναι μια πονεμένη σελίδα της σύγχρονης σερβικής ιστορίας). Απελευθέρωσαν περιοχή στην οποία κατοικούσαν Έλληνες (κάποιοι νέοι ιστορικοί αποσπούν από τον εθνικό κορμό τους Βλάχους, μεγάλους ευεργέτες της νεοεελληνικής πρωτεύουσας), Βούλγαροι, Σέρβοι, Σλάβοι με θολή την εθνική τους συνείδηση, Άλβανοί και Εβραίοι.

Κάποιοι Έλληνες ιστορικοί της λεγόμενης σύγχρονης ιστοριογραφίας ομιλούν και γράφουν για κατάκτηση όχι απελευθέρωση της περιοχής! Ωσάν ο κατακτητής να αποκτά δικαιώματα, αν η κατάκτηση παρατείνεται επί αιώνες. Στρέφονται με πάθος κατά της μεγάλης ιδέας του Γένους, ωσάν να αποτελεί έγκλημα το όνειρο της απελευθέρωσης των υποδούλων ομοεθνών! Έχουν βέβαια και χρηματοδότες για το αποδομητικό τους έργο στο εξωτερικό.

Οι Αλβανοί ίσως να απελευθερώθηκαν χωρίς να το θέλουν και ασφαλώς θα αισθάνονταν υπόδουλοι, αν δεν φρόντιζαν οι Αυστρία με την Ιταλία να επιβάλουν τη θέση τους για σύσταση αλβανικού κράτους. Αυτό σχηματίστηκε σε βάρος των ομόρων κρατών από τα οποία απέσπασαν απελευθερωθέντα εδάφη, σε κάποια από τα οποία κατοικούσαν κατά πλειονοψηφία μη Αλβανοί (Βόρειος Ήπειρος). Για την άθλια αυτή καταπάτηση των ελληνικών κυρίως δικαίων κάποιοι μανικοί κατά του έθνους μας ιστορικοί μας δεν έκαναν ποτέ λόγο. Ούτε για τα δεινά των ομογενών μας εκεί, παρελθόντα και τωρινά (πρόσφατη δολοφονία του Γκούμα, επειδή ομιλούσε ελληνικά!).

Οι εθνομηδενιστές επιχειρούν να ολοκληρώσουν την αποδόμηση προβάλλοντας τη Θεσσαλονίκη ως μη ελληνική πόλη , αφού η πλειονοψηφία του πληθυσμού δεν ήσαν Έλληνες (αληθές αυτό). Λησμονούν όμως το ότι οι Εβραίοι κάτοικοί της βρήκαν φιλόξενο έδαφος στην οθωμανική αυτοκρατορία, όταν οι “φωτισμένοι” βασιλείς της Ισπανίας τους απήλασαν, κατά την πάγια τακτική των δυτικών. Μετά την εγκατάστασή τους ταυτίστηκαν με τον κατακτητή, για οικονομικούς λόγους, δεν έχασαν ευκαιρία να δείξουν την ανθελληνική τους διάθεση (μαρτύριο αγίου Κοσμά, γεγονότα Θεσσαλονίκης και Νάουσας κατά το 1821, εθελοντικό σώμα στη διάθεση των Τούρκων το 1912). Τελικά τί θέλουν αυτοί. Να αποδεχόμασταν να γίνει η Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα του νέου Ισραήλ; Κατανοούμε ότι πρέπει να γράψουν ευχάριστα για τους πάτρωνές τους του σιωνισμού. Όμως χρειάζεται και κάποια κομψότητα. Ως πού μπορούν να εκτινάξουν την εθνική αναξιοπρέπεια χωρίς συνέπειες και για τους ίδιους;

“ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”

.

(736) αναγνώσεις

One comment

  1. Ἂν ἡ ἑλλαδικὴ ἄρχουσα τάξη ἦταν πατριωτικὴ καὶ μιλιταριστική, ὅπως ἡ Βουλγαρική, θὰ ἤμασταν ἀκόμα κάτω ἀπὸ τὸν Ὄλυμπο. Τὴν Βουλγαρία τὴν νικήσαμε διότι ἤμασταν διεθνιστὲς καὶ διεφθαρμένοι ! Βλέπετε, ἡ ἱστορία δικαιώνει ὂποιον προσαρμόζεται ταχύτερα στὴν ἀνάγκη τῆς στιγμῆς. Καλὸς ὁ Παῦλος Μελᾶς, ἁγνός, ἀλλὰ τὴν δουλειὰ τὴν ἔκαναν οἱ ὁπλαρχηγοὶ ποὺ δὲν εἶχαν τὶς ἀναστολές του καὶ οἱ Ἕλληνες τοῦ ἐξωτερικοῦ, κυρίως, ποὺ τοὺς χρηματοδότησαν ἀφειδῶς.
    Τὸ κυριώτερο ἐπιχείρημα κατὰ τῶν ἐθνομηδενιστῶν εἶναι ὂτι ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία, μετὰ τὴν ἐπικράτηση τῶν Νεοτούρκων, δὲν ὑπῆρχε περίπτωση νὰ ἀνεχθεῖ τοὺς Βαλκανίους νὰ τὴν προκαλοῦν καὶ νὰ τῆς ἀποσποῦν ἐδάφη καὶ πληθυσμούς, ὅπως εἶχαν συνηθίσει. Κάθε ἔθνος, λοιπὸν τότε, κοίταξε νὰ συσπειρώσει τοὺς δικούς του καὶ νὰ ἁρπάξει ὂσο ἔδαφος μποροῦσε γιὰ νὰ τοὺς ἐγκαταστήσει. Ἡ ἀνάγκη τῆς στιγμῆς, λοιπόν, ἐπέβαλε τὸν πόλεμο. Καὶ ἀργότερα, τὶς ἀνταλλαγές καὶ μετακινήσεις πληθυσμῶν. Τώρα, ἂν ἕνας θέλει νὰ ‘πεῖ τὸν πόλεμο κατακτητικὸ καὶ ὁ ἄλλος ἀπελευθερωτικό, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει καμμία σημασία. Δὲν ξεκίνησε μὲ στόχο κατακτητικὸ οὔτε ἀπελευθερωτικό. Αὐτὸ εἶναι σαφές ἀπὸ τὶς στρατιωτικὲς καὶ διπλωματικὲς πηγὲς ποὺ ἔχουμε ἀπὸ Ἑλληνικῆς πλευρᾶς. Ξεκίνησε, διότι δὲν γινόταν άλλιῶς. Ἦταν ἀναγκαῖος.
    Τὰ σχεδὸν 100 χρόνια ποὺ πέρασαν μᾶς πείθουν αὐθεντικῶς ὂτι τυχὸν διατήρηση τοῦ ἐθνικοῦ μωσαϊκοῦ τῆς Ὁθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἀκόμα καὶ μὲ πολιτικὴ διαχείριση ἀπὸ ἀγγέλους, θὰ εἶχε πολύ χειρότερα ἀποτελέσματα ἀπὸ τὴν διανομὴ τοῦ 1913. Καλὸ εἶναι νὰ εὐχόμεθα νὰ ἦταν ὁ ἄνθρωπος καλύτερος στὸν συνάνθρωπό του, ἀλλὰ ὄχι καὶ νὰ κλείνουμε τὰ μάτια στὴν πραγματικότητα.
    Ἡ τύχη τῆς Ἰσραηλιτικῆς κοινότητος τῆς Θεσσαλονίκης ἀκριβῶς αὐτὸ μᾶς διδάσκει. Τόσο ὁ κόσμος, ὅσο καὶ ἡ ἡγεσία ἔμειναν προσκολλημένοι στὶς προαιώνιες συνήθειές τους λίγο περισσότερο ἀπ` ὂσο ἀπαιτοῦσε ἡ ἀνάγκη τῆς στιγμῆς. Ὅσοι λίγοι ἀπομακρύνθηκαν ἐγκαίρως, γλύτωσαν. Διότι ὅταν ὁ κόσμος τρελλαίνεται, δὲν εἶναι κατάλληλος χρόνος νὰ εἶσαι σώφρων, πρέπει καὶ ‘σὺ νὰ τρελλαθεῖς. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὂτι καὶ τὸ ἑλλαδικὸ κράτος μοιραζόταν τὶς ὂχι καὶ άπολύτως ἀδικαιολόγητες προκαταλήψεις τῶν Χριστιανῶν Ἑλλήνων κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν. Τὸ πείραμα, ὅμως, τοῦ Μεταξᾶ νὰ προσφέρει ἰσοπολιτεία στοὺς Ἰσραηλίτες καὶ ἡ μεταπολεμικὴ ἐμπειρία ἀπέδειξαν πόσα φρικτὰ θὰ μποροῦσαν νὰ εἶχαν ἀποφευχθεῖ, ἂν τὸ ἑλλαδικὸ κράτος εἶχε δράσει περισσότερο ὀρθολογικὰ καὶ ἐγκαίρως.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *