Που πάμε;

Είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των κοινωνιών που βιώνουν την παρακμή να μην αισθάνονται την κατάντια τους. Συνέπεια αυτού είναι και να μην επιχειρούν κάποιες διορθωτικές κινήσεις, προκειμένου να ανακάμψουν. Κύρια χαρακτηριστικά τους είναι το κυνήγι της απόλαυσης, η αποφυγή της σκέψης και η άκριτη αποδοχή του δημαγωγικού λόγου. Βέβαια προϋπόθεση για το πρώτο είναι η ικανοποιητική οικονομική κατάσταση. Αυτό το εξασφαλίσαμε εμείς οι Έλληνες εδώ και λίγες δεκαετίες. Και καθώς η μεταβολή υπήρξε ραγδαία, κινηθήκαμε προς την κατεύθυνση της εξαχρείωσής μας με ρυθμό πολύ πιο γοργό από άλλους λαούς που προηγήθηκαν από μας. Η ικανοποίηση των ενστίκτων φέρει ως απότοκο την έλλειψη διάθεσης για συλλογισμό και αυτοκριτική. Βέβαια η έλλειψη αυτή αναπληρώνεται από την άσκηση οξείας κριτικής κατά παντός άλλου. Στην άσκηση της κριτικής σημαντική είναι η συνεισφορά του δημαγωγικού λόγου, ο οποίος είναι και ο μόνος που μπορεί να ερεθίσει τα βαρύκοα πνευματικά μας ώττα!



            Η αδράνεια που χαρακτηρίζει τις κοινωνίες της παρακμής δεν επιτρέπει στους πολίτες να συνειδητοποιούν έγκαιρα τις μεταβολές. Ο Έλληνας, που μέσα στη στέρησή του είχε συνηθίσει στην οικονομία, έγινε κατ’ εξοχήν σπάταλος, πολύ περισσότερο από τον μέσο πολίτη άλλων χωρών με ισχυρότερη οικονομία. Βέβαια ο πρώτος διδάξας είναι το σπάταλο Κράτος. Αλλά αυτό έχει στελεχωθεί από ανθρώπους της διαφθοράς και της διαπλοκής. Όταν τα ιδανικά φυγαδεύονται, πρυτανεύει το ατομικό συμφέρον. Σπαταλούν οι πολιτικοί τη δημόσια περιουσία, στο όνομα των νέων αντιλήψεων στη διεθνή οικονομία, αλλά με αισθητό το ίδιον όφελος (νεοπλουτισμός). Σπαταλά και ο λαός το γλίσχρο εισόδημα στην απεγνωσμένη προσπάθεια να ζήσει το καταναλωτικό όνειρο (εξάντληση των οικονομιών σε ασυλλόγιστες αγορές, δανεισμός στην μωρή προσπάθεια αύξησης της αγοραστικής δύναμης). Όλοι ομιλούν για τη γενιά με τη μέση αμοιβή των 600 €, αλλά κανένας δεν συμβουλεύει σ’ αυτήν την άσκηση στην οικονομία. Όλοι διαισθανόμαστε ότι η διεθνής οικονομία συνιστά συμπαιγνία απάτης των λαών προς συγκέντρωση του πλούτου αυτών στα χέρια της οικονομικής ολιγαρχίας. Και όμως ο δημαγωγικός λόγος καταφέρνει να πείθει τον λαό να κάνει υπομονή ως την προσεχή ανάκαμψη της οικονομίας, η οποία ανάκαμψη διαρκώς μετατοπίζεται προς το μέλλον. Στο παρόν κυριαρχεί η προκλητική διασπάθιση του κρατικού χρήματος, η υπερχρέωση του λαού και η ελπίδα για την επόμενη τετραετία. Τα μέσα ενημέρωσης στα χέρια των οικονομικά ισχυρών μας πληροφορούν μόνο για όσα επιτρέπεται να γνωρίζουμε. Δημοσκοπήσεις επί δημοσκοπήσεων για να γνωρίζουμε τι προτιμούμε. Αντιπαραθέσεις επί αντιπαραθέσεων άνευ ουσίας, για να μη λησμονούμε ότι και εμείς πρέπει να είμαστε ταγμένοι κάπου και να αγωνιζόμαστε. Άλλωστε στην «κρίσιμη» και «μεταβατική» περίοδο που διανύουμε, στην αποφασιστική «καμπή» της πορείας μας, χρειαζόμαστε κάποιον για την υπογραφή ολιγόμηνης σύμβασης εργασίας του γυιού μας. Έχουμε αποδεχθεί μοιρολατρικά ότι η αξιοκρατία δεν ευδοκιμεί στη χώρα αυτή. Μάλιστα φθάσαμε να αγνοούμε και τον όρο ευδοκίμηση.

            Τα εθνικά μας θέματα είναι φυσικό επακόλουθο να μη μας απασχολούν πλέον. Ούτε η δημογραφική γήρανση ούτε οι προκλήσεις των γειτόνων μας είναι σε θέση να διαταράξουν την κατάσταση «μακαριότητας» υπό την αποχαύνωση. Φυσικά δεν πληροφορηθήκαμε, επειδή δεν πρέπει να γνωρίζουμε, ότι πρόσφατα δωρήσαμε στους γείτονες των Σκοπίων βοήθεια 50.000.000 €, από αυτά που μας «περισσεύουν», για να δείξουμε την υψηλοφροσύνη μας στον Νίμιτς, τον κομιστή νέων προτάσεων. Πού να γνώριζε ο Γκρούεφσκι την μακροθυμία μας, ώστε να συμπεριφερθεί ακόμη πιο αλαζονικά. Ίσως το ποσό της δωρεάς να ήταν υψηλότερο, ιδιαίτερα τώρα που οι ΗΠΑ έχουν να βοηθήσουν την Γεωργία και δεν τους περισσεύουν και πολλά, καθώς η οικονομία τους υπό καθεστώς μονοκρατορίας του καπιταλισμού μάλλον δεν είναι ανθηρή!

            Βέβαια όλα αυτά, πρέπει να ομολογήσουμε ότι είναι απόρροια του πνευματικού εκφυλισμού που επιφέρει η ζωή των ενστίκτων. Αλλά που να στραφεί ο λαός, ώστε να ζητήσει βοήθεια στην προσπάθειά του να απεγκλωβιστεί από τη ζοφερή φυλακή του εκφυλισμού; Η διοικούσα Εκκλησία δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην αγωνία των όποιων, έστω και ολίγων, αγωνιούν. Απεναντίας δίδει πολλές αφορμές για διαπίστωση κοινής σύμπλευσης με τους πολιτικούς της διαπλοκής. Τι να στοχαστεί ο λαός, όταν μητροπολίτης δηλώνει ότι συγκέντρωσε υπέρογκη χρηματική περιουσία για τα γεράματα; Και τι ακόμη να πει, όταν αυτός δεν καθαιρείται για προκλητική παράβαση του περί ακτημοσύνης όρκου. Είναι οδυνηρό το ότι η πάσχουσα ελληνική δικαιοσύνη απέδωσε δίκαιο και το πρόσωπο που προκάλεσε τόσο τον λαό μας έχει εγκλεισθεί στη φυλακή παραμένοντας επίσκοπος. Το οδυνηρότερο όμως είναι το ότι η Σύνοδος της Εκκλησίας ζήτησε από την Πολιτεία την αποφυλάκισή του και τον εγκλεισμό του σε μονή! Αλλά αυτό υπαγορεύουν οι ιεροί κανόνες; Οι μικροί και καταφρονεμένοι που έπεσαν στο δόκανο της «δικαιοσύνης» του συστήματος να σαπίζουν στις φυλακές και οι κληρικοί να απολαμβάνουν την ηρεμία του ησυχαστηρίου! Αλλά για ποια ηρεμία γράφουμε. Το μικρόβιο του μαμωνά εισχώρησε και στα τελευταία καταφύγια πνευματικότητας. Το θέμα που απασχολεί την κοινή γνώμη είναι οι επιχειρήσεις μονής του Αγίου Όρους. Εκεί που αγίασαν πλήθος ασκητών με ένα τριμμένο ράσο και ξερό ψωμί, διαπίστωσαν κάποιοι την αξία της επιχειρηματικότητας, διαπλέκονται με την Πολιτεία και καταστρώνουν master plans για επενδύσεις στον τομέα του θρησκευτικού τουρισμού, έναν πολλά υποσχόμενο τομέα, καθώς η φυγή υπό την πίεση του υπαρξιακού κενού κατέστη απολύτως αναγκαία και για τους εναποθέτοντες, υποτίθεται, τις ελπίδες τους προς τον Θεό.

            Στο ζοφερό κλίμα που έχει επικρατήσει στην κοινωνία μας εκείνο που σταθερά βρίσκεται υπό διωγμόν είναι πνευματικότητα, όπως ο λαός μας την είχε γευθεί στο παρελθόν μέσα στη γνήσια ορθόδοξη παράδοσή που μας κληρονόμησαν οι πρόγονοί μας.

                                                            «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ» 

              

.

(358) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *