Συνέντευξη του Βλάση Αγτζίδη στο «Βορειοηπειρωτικό Βήμα»

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Μαρτίου-Απριλίου 2008, αριθμ. Φύλλου 2(82)

1. Πρόσφατα, οἱἈλβανοὶ τοῦ Κοσσυφοπεδίου ἀπέκτησαν τὴν Ἀνεξαρτησία τους. Πιστεύετε ὅτι αὐτὸ μπορεῖ νὰἀποτελέσει τὴν ἀφετηρία γιὰ γενικότερες ἐξελίξεις στὶς μειονότητες τῆς Βαλκανικῆς;
 

-Ο παλιός κομμουνιστικός κόσμος αυτή τη στιγμή περνά τη φάση διαμόρφωσης εθνών-κρατών, σε αντίθεση με τον λεγόμενο δυτικό κόσμο, που βρίσκεται στο τέλος της συγκεκριμένης ιστορικής φάσης και επιζητεί τη δημιουργία νέων μεταεθνικών κρατικών μορφωμάτων, τύπου Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η ιστορική αυτή διαδικασία, που σαφώς ερμηνεύεται, βρίσκεται σε εξέλιξη σε όλη την έκταση του παλιού κομμουνιστικού κόσμου. Αυτό που συνέβη εκεί είναι ότι διαιωνίστηκε, με νέα μορφή, η παλιά φεουδαρχική δομή. Μόνο που στη θέση των παλιών φεουδαρχών εγκαταστάθηκε πλέον το κόμμα, ως συλλογικός ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής. Δηλαδή, δομικά τα στα «κομμουνιστικά» κράτη μεταφέρθηκαν μέχρι τις μέρες μας οι φεουδαρχικές κοινωνικές δομές με ό,τι αυτό σημαίνει στο επίπεδο των κοινωνικών αντιθέσεων και των πολιτικών προτεραιοτήτων.

Στην περιοχή μας υπήρχε ένα ανεπίλυτο εθνικό αλβανικό ζήτημα, κάτι που υποδειγματικά ανέλυσε ο καθηγητής Ευ. Κωφός. Το Κόσοβο ήταν για τους Αλβανούς, όπως ήταν για μας η Μικρά Ασία στις αρχές του 20ου αιώνα. Η αναμενόμενη ανεξαρτητοποίηση των Αλβανών του Κοσόβου προκάλεσε πικρία και στην ίδια την Ελλάδα. Πικρία συνδυασμένη με εκδήλωση συναισθημάτων φόβου και ανασφάλειας. Παρατηρούμε, όμως, ότι η κατά πολύ πιο παράλογη ανεξαρτητοποίηση του Μαυροβουνίου –που απέκοβε τη Σερβία από τη θάλασσα– ουδόλως ενόχλησε. Ενώ η φυσική τάση μιας μη σλαβικής εθνότητας για πολιτικό αυτοκαθορισμό, μέσα στη γενική διαδικασία εθνογένεσης και χειραφέτησης, φαίνεται ότι ενοχλεί υπερβολικά.

Εν κατακλείδι μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι αναταράξεις, που προκαλούνται αυτή τη στιγμή από τη μεγάλη ιστορική διεργασία που βλέπουμε να εξελίσσεται, αφορούν τον παλιό κομμουνιστικό κόσμο από την Αλβανία και την πρώην Γιουγκοσλαβία έως τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία. Απλώς τα «απόνερα» της διαδικασίας αγγίζουν και την Ελλάδα.

 

2. Πῶς κρίνετε τὴν στάση τῶν βορειοηπειρωτῶν, ἀπὸ τὸ 1992 μέχρι σήμερα, μέσω τῶν ὀργανώσεων καὶ συλλόγων τους,ἐντὸς καὶἐκτὸς τῶν ἑλλαδικῶν σύνορων,σὲὅτι ἀφορᾶ τὴν δίκαιη ἐπίλυση τοῦ βορειοηπειρωτικοῦ;

 

Η Ελλάδα κινήθηκε τις τελευταίες δεκατίες με ένα φοβικό τρόπο απέναντι στον ελληνισμό του εξωτερικού. Πιθανότατα το σοκ της κυπριακής τραγωδίας, που προκλήθηκε από τις ενέργειες της ελληνικής χούντας, μαζί με την εμφάνιση ζητημάτων στο Αιγαίο με τις γκρίζες ζώνες και την αδυναμία επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια, συνδυασμένα με την αύξηση της πληθυσμιακής, οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος της Τουρκίας, οδήγησαν σε μια πρωτοφανή απαισιοδοξία και απροθυμία διατύπωσης διεκδικήσεων.  

Κατά συνέπεια επέλεξε να προτάξει μια κάποια, ανεπαρκή στην πραγματικότητα, βοήθεια για την οικονομική ισχυροποίηση των ομογενών στον τόπο τους.

Πιστεύω ότι αυτή η στάση είχε επιπτώσεις στη συμπεριφορά των ομεγενειακών οργανώσεων. Πρέπει βέβαια να προσμετρήσουμε και άλλη μια παράμετρο, που παρατηρείται σ’ όλες τις ομογενειακές οργανώσεις και στην πρώην ΕΣΣΔ και στην Αλβανία. Ότι δηλαδή οι προσωπικές ανασφάλειες των στελεχών των οργανώσεων σε μια περίοδο καταρρεύσεων και κοσμοϊστορικών αλλαγών, έδωσαν πιο προσωπικό χαρακτήρα στις πολιτικές επιλογές των στελεχών αυτών.

 
 

3.Ἔχετε ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ Ποντιακὸ Ζήτημα,μπορεῖ νὰ παραλληλιστεῖἡ πορεία καὶ τὸ μέλλον τοῦ ποντιακοῦ ζητήματος μὲ τὸ Βορειοηπειρωτικὸ σχετικὰ μὲ τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὶς πατρογονικὲς ἑστίες τῶν Ποντίων ὅσο καὶ τῶν Βορειοηπειρωτῶν ;

 

Οι δύο μεγαλύτερες ελληνικές ομάδες, που συγκροτούσαν πραγματικές ελληνικές κοινωνίες, με εσωτερική συνοχή και συγκεκριμένο εδαφικό χώρο ήταν η βορειοηπειρωτική στην Αλβανία και η ποντιακή στη Σοβιετική Ενωση. Βέβαια η ιστορία είχε οδηγήσει και παλιότερα τις ομάδες αυτές σε συνάντηση. Δεν είναι σπάνιος ο μύθος σε ποντιακά χωριά ότι κάποιος Ηπειρώτης κατέφυγε στα απάτητα βουνά του ιστορικού Πόντου για να ξεφύγει από τους Οθωμανούς δυνάστες.

Στην πρόσφατη ιστορία, οι δύο αυτές ομάδες είχαν προσπαθήσει να αυτοδιατεθούν και να κατοχυρώσουν με συγκεκριμένο πολιτικό τρόπο τα πολιτικά τους δικαιώματα.  Η ήττα σφράγισε την Επανάσταση και των δύο αυτών ελληνικών ομάδων. Οι Βορειοηπειρώτες έχασαν τον αυτονομιακό αγώνα και υποχρεώθηκαν να ενταχθούν στο αλβανικό κράτος. Οι Ελληνες του Πόντου ηττήθηκαν λίγο αργότερα, από τον τουρκικό εθνικισμό. Και οι δύο αυτές προσπάθειες των εξωελλαδικών Ελλήνων αντιμετώπισαν την αντίθεση της ελλαδικής γραφειοκρατίας, η οποία αγνοούσε βασικές παραμέτρους του προβλήματος και αδυνατούσε να αντιτεθεί στα σχέδια των “προστατών”. Η μεγάλη όμως διαφορά είναι ότι οι Πόντιοι εκπατρίστηκαν οριστικά και αμετάκλητα, κάτι που ευτυχώς δε συνέβη με τους Βορειοηπειρώτες.

Παράλληλη ήταν η πορεία των ελληνικών αυτών ομάδων στη Σοβιετική Ένωση και στην κομμουνιστική Αλβανία. Από το Νοέμβριο του 1944 οι Βορειοηπειρώτες αναγκάστηκαν να υποστούν το καθεστώς του Εμβέρ Χότζα. Αρχισε κύμα διωγμών κατά των Ελλήνων που θεωρήθηκαν αστοί ή αυτών που αντιτάχθηκαν στο ολοκληρωτικό καθεστώς. Για δεκάδες χρόνια ο τρόμος σκέπαζε τις ελληνικές περιοχές της Αλβανίας. Εκατοντάδες ήταν οι εκτελεσμένοι από το καθεστώς και χιλιάδες οι πολιτικοί κρατούμενοι. Το καθεστώς προσπάθησε να πειθαναγκάσει τις ελληνικές κοινότητες και μέσα από ένα απόλυτα υποταγμένο εκπαιδευτικό σύστημα. Το ευτύχημα είναι ότι στις μειονοτικές περιοχές διατηρήθηκε ένα σύστημα ελληνικής εκπαίδευσης.

Οι Πόντιοι υπέστησαν λίγο νωρίτερα την σκληρή αυτή μεταχείρηση. Το 1937 οι διώξεις κορυφώθηκαν. Οι ελληνικές κοινότητες θεωρήθηκαν πλέον από το σταλινισμό, συλλήβδην “πρακτορες της αστικής Ελλάδας”. Χιλιάδες Ελληνες του Πόντου εκτελέστηκαν με την κατηγορία των “Ελλήνων εθνικιστών” ή πέθαναν στα στρατόπεδα συγκεντρωσης της Σιβηρίας. Τα ελληνικά σχολεία έκλεισαν. Η ελληνική γλώσσα και ο πολιτισμός τέθηκαν υπό απαγόρευση. Στη δεκαετία του ’40, οι διώξεις παίρνουν την μορφή της βίαιης μετακίνησης δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων στη Κεντρική Ασία. Και όλα αυτά με την ακατανόητη και απίστευτη αδιαφορία της «μητέρας-πατρίδας».

Είναι θαύμα το πως οι μειονότητες αυτές διατήρησαν την εθνική τους ταυτότητα, το πως επιβίωσαν σ’ ένα τόσο άξενο περιβάλλον. Σήμερα, για τους Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης στόχος είναι η ππροσπάθεια οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης ως πληθυσμός της διασποράς, ενώ για τους Έλληνες Βορειοηπειρώτες -που παραμένουν γηγενείς στον τόπο τους-  το αίτημα θα είναι η μετεξέλιξη του γεωγραφικού τους χώρου σε μια ευρωπαϊκή περιφέρεια, κάτι που θα επιτευχθεί στο πλαίσιο της οικονικμικής και πολιτικής ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

 

4.Πῶς κρίνετε τὴ στάση μερίδας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἐννοῶ τῆς Ἀριστερᾶς, ποὺἀκόμα καὶ μετὰ τὸ 1990 ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξη ἄρα καὶ τὴν συμπαράσταση παντοιοτρόπως στὸν βορειοηπειρωτικὸἑλληνισμό;

 

-Το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα στην Ελλάδα αντιμετωπίστηκε με βάση τις ελλαδικές πολιτικές τοποθετήσεις και αντιδικίες και όχι με βάση τα πραγματικά δεδομένα και τις ανάγκες που εξέφρασε. Έτσι ειδώθηκε μέσα από το πρίσμα της πολιτικής επιλογής και των διεθνών πελατειακών σχέσεων που ανέπτυσσε το κάθε κόμμα και η κάθε πολιτική ομάδα. Αυτή η κατάσταση οδήγησε στην αποδοχή ή στην απόρριψή του με καθαρά μικροπολιτικούς λόγους. Έτσι, η Δεξιά, εφ’ όσον αφορούσε την αντιπολίτευση σε μια κομμουνιστική χώρα το είχε ενσωματώσει στην πολιτική της, σε αντίθεση με την Αριστερά, η οποία είχε “ταχθεί” να υπερασπίζει τον κομμουνιστικό κόσμο. Ουσιαστικά οι Βορειοηπειρώτες πάλεψαν μόνοι τους, ανεξάρτητα από την ανειλικρινή υποστήριξη της Δεξιάς και συγκρούστηκαν πλήρως με τις ιδεοληψίες της Αριστεράς.

 
 

5. Στὶς 17 Μαίου τοῦ 1914 ἡἈλβανία, ἡἙλλάδα καὶ οἱ τότε Μ. Δυνάμεις ὑπέγραψαν τὴν Αύτονομία τῆς Β.Ἠπείρου μὲ τὸ πρωτόκολλο τῆς Κερκύρας. Μετὰ τὸ 1993 καὶ τοὺς 6 ὅρους τῆς κυβέρνησης Μητσοτάκη, δὲν ἔχει λεχθεῖ καὶ δὲν ἔχει παρουσιαστεῖ πολιτικὴ θέση, οὔτε κὰν ἀναφορὰ πρὸς τὸ Βορειοηπειρωτικὸὡς ἐκκρεμὲς Ἐθνικὸ Ζήτημα ἀπὸ τὸ 1946 στὴν Διάσκεψη τῶν 4 Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Πιστεύετε ὅτι μετὰ τὶς ἐξελίξεις στὸ Κόσσοβο ἡἙλληνικὴ κυβέρνηση μὲ τὴν σύμπραξη τῶν Βορειοηπειρωτῶν θὰ μποροῦσε νὰἐκμεταλλευθεῖ διπλωματικὰ τὸ πρωτόκολλο τῆς Κερκύρας, ἰδιαίτερα σήμερα ποὺ τὰ Βαλκάνια ἀναδιατάσσονται;

 

Πιστεύω ότι το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα θα πρέπει να το δούμε στο σύγχρονο πλαίσιο, που διαμορφώνεται στην ενιαία Ευρώπη. Η ανάπτυξη καλών ελληνοαλβανικών σχέσεων, καθώς και η προοπτική ένταξης στους ίδιους θεσμούς των δυτικών Βαλκανίων, θα δημιουργήσει νέα δεδομένα.

Δυστυχώς την περίοδο 1914-1922 ο ελληνισμός απώλεσε περιοχές που θα έπρεπε να έχει ενσωματώσει στο εθνικό του κράτος τόσο στα Δυτικά (Βόρειος Ήπειρος), όσο και στα Ανατολικά του (Μικρά Ασία, Ανατολική Θράκη, Ίμβρος, Τένεδος). Τουλάχιστον όμως οι Βορειοηπειρώτες παρέμειναν στη γη τους και απόκτησαν κάποια, έστω στοιχειώδη, δικαιώματα σε μια μικρή περιοχή.

Όμως σήμερα, που η Ευρώπη διάγει τον μετά το έθνος-κράτος βίο της, αυτή η διατήρηση της σχέσης με τη γη, εξελίσσεται σε ένα συγκριτικό πλεονέκτημα. Εάν μπορέσει ο ελληνισμός να αποτρέψει την πίεση που ασκεί ο αλβανικός εθνικισμός στις περιοχές της ελληνικής μειονότητας, εάν οι Βορειοηπειρώτες δεν επιλέξουν να αποκοπούν από την αρχέγονη κοιτίδα τους τα πράγματα θα εξελιχθούν καλώς.

Πιστεύω ότι η καλή ανάπτυξη των ελληνοαλβανικών σχέσεων και η υποβοήθηση της Αλβανίας να πετύχει εκείνους τους αναγκαίους μετασχηματισμούς ώστε να ενταχθεί στις οικονομικές και πολιτικές δομές της Ευρώπης. Θα φέρει επιτέλους, μέσα από ένα άλλο δρόμο, την επίλυση του Βορειοηπειρωτικού Ζητήματος με έναν αξιοπρεπή τρόπο.  

 
 

(*) Βλάσης Αγτζίδης: διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας, συγγραφέας. Βραβεύτηκε το 1995 από την Ακαδημία Αθηνών για τη συγγραφή της ιστορίας της παρευξεινίου ελληνικής διασποράς.

 

 

 

.

(430) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *