«Ὁ φόβος κερδίζει ὁλοένα ἔδαφος μέσα τους σὰν γάγγραινα» (Γ. Σεφέρης: «Μέρες» Δ΄, σελ. 28)

«Στὴν ἐποχή μας, ὅσο ἐξακολουθοῦμε νὰ ζοῦμε μὲ τὸν
φόβο καὶ ὅπου ἡ κάθε πίστη ἔχει ξεπέσει, τὸ καλύτερο ἐφόδιο γιὰ ἕνα νέο
ἄνθρωπο εἶναι νὰ μὴν ἐνθουσιάζεται καὶ νὰ στερεῖται πνεύματος»
(Stendhal: «Τὸ μοναστήρι τῆς Πάρμας»)

Κώστας Γ. Ζουράρις

εἰδικὸς σύμβουλος τῆς «Μακεδονίας» καὶ τινῶν ἀκόμη

Ἀντίβαρο, ‘Οκτώβριος 2007


Πάει, τελειώνει. Γοργοψήνονται, οἱ ἐπικείμενες ἐκλογές, ποὺ θά ’ρθουν
«στὴν ὥρα τους», ὅπερ, στὸ πολιτικῶς νεολληνιστί, σημαίνει «πρὶν τὴν ὥρα
τους»… Δὲν βαριέσαι, θὰ τὸ χάψουμε κι αὐτό… Ἄλλωστε, βαθυνούστατοι
«πολιτικοί» νόες μᾶς ἐξηγοῦν – μὲ τὸ μάτι τους καρφωμένο στὶς
«κυλιόμενες» δημοσκοπήσεις (κρυφές) – ὅτι «πρέπει νὰ τὶς ἐπισπεύσουμε,
διότι ἡ οἰκονομία δὲν ἀντέχει τὴν παρατεταμένη παροχολογία, πὼς ὁ
κρατικὸς μηχανισμὸς ἀδρανεῖ πλέον»… καὶ ἄλλα ἠχηρὰ παρόμοια… Ἄρα,
ἐκλογὲς ὅπου νά ’ναι, κι ἔπεσαν στὰ μάτια μου αὐτὲς οἱ δύο φωτοδότριες
φράσεις τῶν δύο Γνωμόνων: ὁ δικός μας, Τραγικός, νὰ ἀνατέμνει,
θουκυδίδειος, τὴν παντοδομοῦσα δύναμη τοῦ φόβου, γιὰ τὶς κοινωνίες ὅλων
τῶν ἐποχῶν: «σὰν γάγγραινα, ὁ φόβος»… Ἄμεση ἡ καταγωγὴ τοῦ Σεφέρη ἀπὸ τὸ
τραγικὸν θουκυδίδειον: «…ὡς φόβῳ καὶ τοῦτο ὑπακούσαντες…»1 …ὑπάκουοι
τοῦ φόβου τους…

Ὁ ἄλλος Γνώμων, ὁ Γάλλος, μέγας εἴρων, μᾶς προτείνει στίλβουσα αὐτὴν τὴν
λογικοκρατουμένη φωτοφάνειά του, μέσα στὸ μυθιστόρημά του «Τὸ μοναστήρι
τῆς Πάρμας», ποὺ ὁ Μπαλζάκ, ὀρθῶς τὸ χαρακτηρίζει, ὡς τὸν «Νέο
Ἡγεμόνα», δηλαδὴ τὸ πλέον «ἀποκαλυπτικό» πολιτικὸ κείμενο τῆς Δύσης,
μετὰ τὸν «Ἡγεμόνα τοῦ Μακιαβέλη»2.

Ναί, μιὰ απόλυτη, ἀριστοφάνειος, εἰρωνεία τοῦ Σταντάλ: Οἱ νέοι (καὶ στὸ
μυθιστόρημά του παραπέμπει στοὺς ἀναρριχωμένους, φιλόδοξους νέους ποὺ
ἀσχολοῦνται μὲ τὴν πολιτική), ναί, αὐτοὶ οἱ νέοι γιὰ νὰ «πετύχουν» στὴν
ἐποχή μας, ὀφείλουν νὰ εἶναι ξενέρωτοι, χωρὶς ἐνθουσιασμό, μὲ ὁδηγό τους
τὸν πανδαμάτορα «φόβον» καί, βεβαίως, νὰ εἶναι τόσο πνευματώδεις, ὅσο
τὸ βιβλίο «Ἱστορίας» τῆς ΣΤ΄ Δημοτικοῦ καὶ οἱ γιὰ χασμουρητὰ ἁρμόδιες
ἀνακοινώσεις τῶν κομμάτων μας.

Ὁ λαός μας, ἄλλωστε, ἐς ἀεὶ ζωοδόχος πηγὴ τῆς πολιτικῆς ἐπιστημοσύνης,
μᾶς ἔχει προτείνει τὸν καὶ καθιερωμένο ἔκτοτε, ἐξαίρετο ὅρο
«κομματόσκυλο», γιὰ νὰ ὁρίσουμε τὸν ἀνεπάγγελτον ἐκεῖνο «παράγοντα»
(ἀλήθει, τί «παράγει»;) ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ κατ’ ἐπάγγελμα τὴν πολιτική, «δι’
ἀργύριον καὶ δύναμιν», ὅπως διαπιστώνει Κυνικοτραγικός, ὁ Θουκυδίδης.

Τὶς προάλλες, σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς «Δοκιμές» μου, ἐδῶ στὴν «Μακεδονία», εἶχα
προτείνει, κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ ὅρου «κομματόσκυλα», νὰ
χρησιμοποιοῦμε στὴν πολιτικὴ ἀνάλυση, γιὰ τοὺς κομματικοὺς «νεολαίους»
μας, τὴν ἀρτίως ἐπιστημολογικὴ ἔκφραση «κομματοκυνάρια» ( Ἢ, ἐπὶ τὸ
δημοκρατικῶς ὀρθότερον, «κομματοσκυλάκια», ἀφοῦ δὲν ἔχουν ἀκόμη
ἐνηλικιωθεῖ κομματικά… καὶ ἡ ἱδρυματικὴ «δημοτική» ποὺ ἐπιβάλλουν τὰ
κόμματα, καθιστᾶ μὴ «πολιτικῶς ὀρθή», (καὶ ἀκαταλαβίστικη) τὴν χρήση τοῦ
«κυναρίου».

Σήμερα, λοιπόν, μὲ τὴν θεωρητικὴ ἐργαλειοθήκη τοῦ τραγικοῦ καὶ τῆς
σαρκαστικῆς σάτιρας, ποὺ μοῦ προσφέρουν οἱ Σταντὰλ καὶ Σεφέρης (μὲ
ἀρχέτυπόν τους πάντα, τὸν Θουκυδίδη), μπορᾶ νὰ ἐμπλουτίσω τὴν «δομική»
ταξινομήσεως τοῦ φαινομένου «κομματικὸς νεολαῖος» (Προσοχή: «νεολαῖος»
κι ὄχι «νέος», διότι ἄλλο, ἐπιστημονικῶς, «νεολαῖος» κι ἄλλο «νέος».
Διότι, μὲ τὸ «νέος», μελετοῦμε μία φυσικὴ κατάσταση, ἐνῶ μὲ τὸ
«νεολαῖος» ἀνατέμνουμε μία παρὰ φύσιν ἰδιότητα).

Τί παρατηροῦμε λοιπόν, ἐκ τῆς ἐμπειρίας καὶ θεωρίας, στοὺς «νεολαίους»,
οἱ ὁποῖοι καὶ αἱ ὁποῖαι, ὡς κομματοκυνάρια, θὰ μᾶς προταθοῦν γιὰ νὰ
γίνουν οἱ νέοι, «νεολαῖοι» βουλευτές μας; Μά, παρατηροῦμε νὰ
ἐπαληθεύονται πλήρως οἱ παρατηρήσεις τῶν Θουκυδίδη, Σταντάλ, Σεφέρη: οἱ
«νεολαῖοι» (εἴπαμε, ὄχι «νέοι»…), ποὺ «κατεβαίνουν» στὴν πολιτική, 1ον
συνήθως κατεβαίνουν πιὸ χαμηλά, ὡς παρουσία ἁδρή, ἀπὸ τὰ ἐνήλικα
κομματόσκυλα, 2ον, διακατέχονται ὅπως καὶ τὰ μεγαλύτερά τους
«κομματόσκυλα» ἀπὸ τὸ σύνδρομο τοῦ γενικευμένου «φόβου» (τὸ ἰσοδύναμόν
του καὶ συνώνυμον, λέγεται «πολιτικὸ κόστος»), 3ον, ὁ «ἐνθουσιαμός» τους
ἐξαντλεῖται στὸ ἀναμάσημα τῶν κομματικῶν στερεοτύπων καὶ στὸ ἀπόλυτο
γλύψιμο τοῦ ἀρχηγοῦ (ὅπως κι οἱ μεγάλοι). Καὶ 4ον, βεβαίως καὶ
ἐξεχόντως, ὅλα αὐτὰ τὰ κομματοκυνάρια, τὰ προαλειφόμενα γιὰ ἀλοιφὴ
κομματική, «διὰ δύναμιν καὶ ἀργύριον», ναί, ὅλα τους, στεροῦνται
πνεύματος, πλήρως, σὰν νὰ ἔχουν βγεῖ ὡς φωτοαντίγραφα καὶ δημοπιθηκάκια,
ἀπὸ τὸ βλάκευμα τῆς «Ἱστορίας» γιὰ τὴν ΣΤ΄ Δημοτικοῦ… Καὶ ὅλα τους
πιθηκογαυγίζοντας, φοβοῦνται καὶ τὴν σκιά τους…

Ὁ παληὸς εἶναι ἀλλοιῶς, ὅταν εἶναι ξενέρωτος, ξεπουλημένος, πνευματικὰ
ρακένδυτος καὶ χατζηαβάτης τῆς ψηφοθηρικῆς ἐπαιτείας ἢ ἐγγλωττογάστωρ
τῆς ραγιάδικης πρὸς τὴν «Προστασία» ὀσφυοκαμψίας. Ὁ παληός, εἶναι ἤδη
καταπεπτωκός, ξεπεσμένος μέσα στὴν πολλή του, τὴν τοῦ κόσμου ἀλουσία, νὰ
τὸν λούζουν μόνον τὰ ἐξευτελιστικά, «ὅλοι τους ἴδιοι εἶναι»… Τὸ
παλαίμαχο κομματόσκυλο, ἔχει κάποια ἔστω ντεμέκ, κίβδηλη αὐθεντικότητα,
μέσα στὴν ἐφθαρμένη, χιλιοπατημένη του ἀπὸ ἄλλους κῦνας, κυνικότητα.

Τὸ ὥριμο κομματόσκυλο ἀποπνέει, τουλάχιστον, τὴν φυσιολογικὴ μπόχα τῆς
ὥριμης σήψης, τῆς σαπίλας, ποὺ ξέρεις, εἶναι τῆς ὥρας… Ἕως ἂν παρέλθει…
ποὺ δὲν παρέρχεται ποτέ…

Ἐνῶ, αὐτὸ τὸ καινοφανές, κενοβριθές, κενόσπουδο κομματοκυνάριον; Τὸ
«νεολαῖο» κομματοσκυλάκι, νὰ μοῦ σφίγγει τὸ χέρι, μὲ ὕφος συνετοῦ καὶ
ἀρραγοῦς Μάρκου Εὐγενικοῦ ἢ ἔστω, σωφρόνως ἐνδοτικοῦ Βησσαρίωνος
(ξέρεις, τὸ «πολιτικὸ κόστος»…); Τὸ κομματοκυνάριον, ὑποψήφιος
βουλευτής, νὰ μοῦ ἀναλύει ἀκραδάντως, ὅτι τὸ ΛΑΦΚΑ εἶναι σὰν τὴν λεύκα,
ὅσο πιὸ ψηλὰ πάει, τόσο λιγώτερα φύλλα καὶ λεφτὰ ἔχει.

Μήπως, λοιπόν, οἱ αἱρετοί μας ἄρχοντες, κυνάρια, κομματόσκυλα κι
Ἐθνάρχες, ἔπρεπε νὰ προτείνονται μετὰ τὰ ἑξῆντα τους καὶ νὰ
καταργοῦνται, ἀνεπιστρεπτί, μετὰ τὰ ἑξηνταένα τους; Ἢ μήπως, θὰ ἰσχύει
«ἐς αἰεί» καὶ «ἕως ἡ αὐτὴ φύσις τῶν ἀνθρώπων ᾖ», ἡ μεγαλοφυής, τραγικὴ
ρήση τοῦ Σταντάλ, ὅτι πάντοτε, «ὁ αὐλικός-κομματόσκυλο-κομματοκυνάριο,
ὀφείλει νὰ κολακεύει τὴν κυρίαρχη ἄποψη»…

Διαλέξτε, ὅλοι σας, σιγά-σιγὰ τὸ καλό σας κομματοκυνάριον. Ἄλλωστε, καὶ
γιὰ τὸν μέγα Blair, δὲν λένε ὅτι ὑπῆρξε, «le caniche» τοῦ Bush; Κι ἡ
Μεγαλόχαρη, μαζί σας…

1. Θουκυδίδης, Α141.
2. Ἀναμφισβήτητα, ναί. Πρέπει ἁπλὼς νὰ προσθέσουμε, ὡς ὑψίστη συμβολὴ
στὴν πολιτικὴ θεωρία τῆς Δύσης (ἐπηρεασμένη «συμβολή» ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ
πνεῦμα, καὶ τὸ τελευταῖο πολιτικὸ Κατόρθωμα τοῦ Σταντάλ, δηλαδὴ τὸ
ἡμιτελές του μυθιστόρημα: «Λυσιὲν Λεβέν».

[Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα Μακεδονία]

http://palio.antibaro.gr/society/zouraris_fobos_edafos_pol.php


.

(822) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *