Οι παγκόσμιοι κίνδυνοι από την επιστροφή του προστατευτισμού, τα αδιέξοδα του μηχανισμού στήριξης, η πλάνη των ευρωομολόγων, η διαγραφή χρεών από τις τράπεζες, ο Ελληνικός δρόμος και οι λύσεις μίας ενωμένης Ευρώπης


«Η οικονομική επιστήμη δεν μας παρέχει τη δυνατότητα ελέγχου του μέλλοντος μας, όπως άλλωστε η φυσική επιστήμη δεν μας επιτρέπει να ελέγξουμε την πορεία της βαρύτητας……Εν τούτοις, τα μακροοικονομικά δεν μπορούν να συγκριθούν με τις θετικές, φυσικές επιστήμες, οι οποίες μελετούν σταθερά φαινόμενα, επειδή πραγματεύονται τις συνεχώς μεταβαλλόμενες, λεπτές δυνάμεις της ανθρώπινης φύσης» (Μάρσαλ) 


 


Έχουμε την πεποίθηση πως, παρά το ότι η τελική, αντίστροφη μέτρηση διεθνώς έχει ήδη ξεκινήσει και ο οικονομικός πόλεμος «μαίνεται», οι ηγέτιδες δυνάμεις της ζώνης του Ευρώ δεν φαίνεται να έχουν καταλάβει το πρόβλημα, συνεχίζοντας να αντιδρούν «σπασμωδικά» – αντί να δρουν ορθολογικά, ασχολούμενες επιτέλους με τη ριζική επίλυση των «συλλογικών» προβλημάτων μας.


 


Με την Ευρώπη να αντιμετωπίζει τη διάλυση και τον πλανήτη να απειλείται σοβαρά πλέον από την ασθένεια της «Μεγάλης Ύφεσης», τον προστατευτισμό, οι «ηγέτες» της ΕΕ αφενός μεν συνεχίζουν να επιτρέπουν την επέλαση του ΔΝΤ και της Κίνας στις ελλειμματικές χώρες, συμμετέχοντας σε έναν μηχανισμό στήριξης που δεν οδηγεί πουθενά, αφετέρου «διαπληκτίζονται» μεταξύ τους, για την εισαγωγή ή μη ενός κοινού ευρωομολόγου, το οποίο εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο το χρηματοπιστωτικό σύστημα – την BIS και τους «πραιτοριανούς» της, είτε αυτοί λέγονται Trichet, είτε Ackermann και Bernanke.   


 


Ειδικά όσον αφορά τον προστατευτισμό, στον οποίο «αφιερώνουμε» τον πρόλογο μας, θεωρούμε ότι, αυτά που συμβαίνουν μοιάζουν αρκετά με όλα όσα συνέβησαν τη δεκαετία του 1930. Υπενθυμίζουμε ότι οι Η.Π.Α. ήταν αυτές που τον προκάλεσαν τότε – με τη ψήφιση των δασμών SmootHawley. Οι Βρετανοί αντέδρασαν με τον περιορισμό των εισαγωγών το 1932, τον οποίο ακολούθησε η προνομιακή αντιμετώπιση του «εσωτερικού εμπορίου» εκ μέρους τους – εντός των συνόρων της τότε αυτοκρατορίας τους. 


 


Στο συναλλαγματικό πόλεμο που ακολούθησε αμέσως μετά, οι Βρετανοί ήταν ξανά αυτοί που «πυροβόλησαν» πρώτοι – δια μέσου της εγκατάλειψης του κανόνα του χρυσού. Η βρετανική λίρα υποτιμήθηκε απέναντι στο δολάριο ενώ, αμέσως μετά, το δολάριο υποτιμήθηκε απέναντι στη λίρα. Ενώ λοιπόν τα τότε κυρίαρχα νομίσματα ήταν απασχολημένα στο μεταξύ τους πόλεμο, η Γαλλία ανέλαβε την ηγεσία του ευρωπαϊκού «μπλοκ» των χωρών του χρυσού (όπως η Γερμανία σήμερα), τα νομίσματα των οποίων ανατιμιόνταν συνεχώς, σε σχέση τόσο με το δολάριο, όσο και με τη λίρα – μέχρι το 1936, όπου το «μπλοκ» κατέρρευσε (ο κίνδυνος για την Ευρωζώνη είναι πλέον εξαιρετικά πιθανός), «προλογίζοντας» το 2ο παγκόσμιο πόλεμο.


 


Εάν λοιπόν αντικαταστήσει κανείς την τότε Μ. Βρετανία με τις σημερινές Η.Π.Α., καθώς επίσης το μπλοκ των τότε χωρών του χρυσού, με τη σημερινή Ευρωζώνη, νοιώθει, σε σύγκριση με τις πρόσφατες εξελίξεις (μη επίτευξη συμφωνίας των G20 στη Σεούλ κλπ), ένα παρόμοιο «σκοτεινό», ένα ανατριχιαστικό καλύτερα συναίσθημα.


 


Η Fed, με στόχο την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας, έχει δρομολογήσει ένα δεύτερο πακέτο στήριξης (quantitative easing 2) – έχει «τυπώσει» δηλαδή νέα χρήματα, ύψους 600 δις $. Το 1933, ο τότε πρόεδρος των Η.Π.Α. (F.Roosevelt), είχε προσπαθήσει να κάνει κάτι ανάλογο – με αποτελέσματα που τελικά δεν τον δικαίωσαν.  


 


Το σφάλμα στην πολιτική της Fed η οποία, όπως και σήμερα, είχε προσπαθήσει να αυξήσει την ποσότητα χρήματος για να «αναθερμάνει» την αμερικανική οικονομία, «κρυβόταν» στην ποσοτική θεωρία του χρήματος, στην οποία βασιζόταν. Σύμφωνα με αυτήν, το επίπεδο των τιμών είναι σε άμεση εξάρτηση με την προσφερόμενη ποσότητα χρήματος, σε σχέση με την ποσότητα των πωλουμένων προϊόντων και υπηρεσιών. Για παράδειγμα, όταν σε μία αγορά είναι διαθέσιμες μεγαλύτερες ποσότητες χρήματος από προϊόντα, τότε η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από την προσφορά – οπότε οι τιμές των προϊόντων αυξάνονται (πληθωρισμός).  


 


Στην έννοια όμως «χρήματα» συμπεριλαμβάνονται και οι τραπεζικές καταθέσεις, οι οποίες εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη ή μη των πελατών τους – ιδιωτών και επιχειρηματιών. Εάν λοιπόν η εμπιστοσύνη αυτή δεν υφίσταται (όπως σήμερα και τότε), αφενός μεν οι άνθρωποι «αποχρεώνονται», εξοφλώντας τα δάνεια τους και «καταστρέφοντας» χρήματα (άρθρο μας), ενώ δεν δανείζονται εκ νέου, αφετέρου οι αποταμιεύσεις παραμένουν «ανενεργές» στις τράπεζες.


 


Επομένως, είναι σαν να μην υπάρχουν – με αποτέλεσμα η προσφερόμενη ποσότητα χρήματος να είναι λιγότερη από τα πωλούμενα προϊόντα και υπηρεσίες (η ζήτηση μικρότερη από την προσφορά). Αυτή λοιπόν είναι η αιτία, λόγω της οποίας δεν μπορεί ένα κράτος να αντιμετωπίσει τον αποπληθωρισμό, απλά και μόνο «τυπώνοντας» νέα χρήματα – τα οποία καταλήγουν ξανά στις τράπεζες, συνεχίζοντας να μην διοχετεύονται στην πραγματική οικονομία (όπως συμβαίνει από πολλά χρόνια τώρα στην Ιαπωνία).     


 


Ο Keynes, σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα, είχε γράψει τα εξής: «Μερικοί άνθρωποι φαίνεται να πιστεύουν ότι, η παραγωγή και το εισόδημα θα μπορούσαν να αυξηθούν, αρκεί κανείς να αύξανε την ποσότητα του χρήματος. Κάτι τέτοιο όμως θα έμοιαζε σαν να ήθελε κανείς να παχύνει, αγοράζοντας μία μεγαλύτερη ζώνη. Η ζώνη όμως είναι σήμερα στις Η.Π.Α. κάτι παραπάνω από μεγαλύτερη για την κοιλιά τους…..Επομένως, δεν είναι η ποσότητα των χρημάτων, αλλά η έκταση των δαπανών ο παράγοντας, από τον οποίο εξαρτάται η ανάπτυξη». Ο σημαντικότερος παράγοντας ανάπτυξης δηλαδή, είναι η διάθεση των ανθρώπων να καταναλώσουν και όχι τα χρήματα που κατέχουν.


 


Σήμερα, οι Η.Π.Α. βασίζουν την πολιτική χρήματος που ακολουθούν στην ίδια εσφαλμένη θεωρία – επαναλαμβάνονται δηλαδή. Δεν είναι λοιπόν παράλογο που η Κίνα κατηγορεί τις Η.Π.Α. ότι επιδιώκουν σκόπιμα την υποτίμηση του δολαρίου, με στόχο την αύξηση των εξαγωγών τους – εις βάρος των Κινέζων, των Ιαπώνων και των Ευρωπαίων παραγωγών.


 


Όμως, οι αποβιομηχανοποιημένες Η.Π.Α. σήμερα, όπως κάποτε η Μ Βρετανία, όσο και αν υποτιμηθεί το δολάριο, δεν έχουν τη δυνατότητα σημαντικής αύξησης των εξαγωγών τους – αφού δεν παράγουν πια έναν μεγάλο αριθμό προϊόντων (το ίδιο ουσιαστικά ισχύει και για την Ελλάδα, με αποτέλεσμα η εσωτερική υποτίμηση που επιχειρείται να προσφέρει, στην καλύτερη περίπτωση, μακροπρόθεσμα οφέλη – βραχυπρόθεσμα, οδηγεί σε μία καταστροφική ύφεση). Ενδεχομένως βέβαια να μπορούσαν να παράγουν για την εσωτερική αγορά τους, εάν «προστατεύονταν» οι επιχειρήσεις τους από τις φθηνές ασιατικές εισαγωγές – γεγονός που συνηγορεί υπέρ ενός «προστατευτισμού» τους, όπως συνέβη τη δεκαετία του ’30 με τη Μ. Βρετανία.  


 


Περαιτέρω, επειδή η Ευρωζώνη δεν ακολουθεί τις Η.Π.Α., όπως το «μπλοκ» των χωρών του χρυσού το ’30, επιλέγοντας την πολιτική της δημοσιονομικής πειθαρχίας, η μοναδική μέθοδος διατήρησης του βιοτικού επιπέδου της (με εξαίρεση ίσως τη Γερμανία), είναι επίσης ο προστατευτισμός – λιγότερο σε σχέση με τις Η.Π.Α. και κυρίως απέναντι στην Κίνα. Πολύ περισσότερο αφού, με την είσοδο των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, οι δυνατότητες «εσωτερικής ανάπτυξης» της είναι πολύ μεγάλες.


 


Εάν όμως τόσο οι Η.Π.Α., όσο και οι χώρες της Ευρωζώνης (κατ’ επέκταση η Ε.Ε.), «αναγκασθούν» να επιλέξουν τον προστατευτισμό, τότε η Κίνα θα «καταδικασθεί» στην απομόνωση – όπως κάποτε η Γερμανία (εκτός εάν αναπτυχθεί η εσωτερική αγορά της, καθώς επίσης οι γειτονικές αγορές – κάτι που μάλλον δύσκολα θα επιτευχθεί βραχυπρόθεσμα, όπως συμπεραίνεται από τον Πίνακα Ι). Μία ανάλογη «ανταγωνιστική» κατάσταση όμως οδήγησε στο 2ο παγκόσμιο πόλεμο, από τον οποίο ελπίζουμε, αν μη τι άλλο, ότι έχουμε διδαχθεί πολλά πράγματα.


 


ΠΙΝΑΚΑΣ Ι:  Οι τρείς μεγαλύτερες ζώνες ελευθέρου εμπορίου του κόσμου, στις οποίες υπερισχύουν τα τρία επικρατέστερα (ισχυρότερο είναι αναμφισβήτητα το ελβετικό φράγκο) νομίσματα του πλανήτη: Δολάριο, Ευρώ και Γουάν


 


































Ζώνη


Πληθυσμός σε εκ.


ΑΕΠ σε τρις $


Εμπόριο σε τρις $


 


 


 


 


ΕΕ – 27


500,00


18,40


**5,90


NAFTA


450,00


16,90


***2,00


CAFTA*


1.750,00


5,70


****2,20


 


(Κίνα 1,33)


(Κίνα 4,4)


 


Πηγή: Faz


Πίνακας: Β. Βιλιάρδος


* Κίνα και ASEAN


** Εσωτερικό εμπόριο 4,0   *** Εσωτερικό 1,0  **** Εσωτερικό 0,2


 


Όπως φαίνεται καθαρά, το εσωτερικό εμπόριο (intratrade) της ΕΕ αποτελεί το 67,8% του συνολικού, στην NAFTA το 50%, ενώ στην CAFTA μόλις το 9,1% – γεγονός που επιβεβαιώνει την τεράστια εξαγωγική εξάρτηση της τελευταίας από τις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη.  Εν τούτοις, τόσο η Κίνα, όσο και η ΕΕ, έχουν εξαιρετικά μεγάλες δυνατότητες εσωτερικής ανάπτυξης (ιδιαίτερα εάν «εισχωρήσει» και η Ινδία στην CAFTA, μετά την πρόσφατη επιτυχημένη προσέγγιση της από τον ικανότατο πρωθυπουργό της Κίνας – από την άλλη πλευρά, εάν «συμπράξουν» με την ΕΕ η Ρωσία και η Τουρκία, σε μία ένωση των 700 εκ. καταναλωτών) – σε αντίθεση με τις Η.Π.Α. και την Ιαπωνία.   


 


Ολοκληρώνοντας, οφείλουμε ίσως να προσθέσουμε πως, τόσο η Κίνα (όπως η Γερμανία κάποτε), όσο και η Ρωσία (το ίδιο με τότε), διοικούνται απολυταρχικά – γεγονός που δυστυχώς συμπληρώνει ιδανικά την εφιαλτική σύγκριση με το παρελθόν. Πόσο μάλλον όταν η Κίνα ενισχύει ραγδαία την «πολεμική μηχανή» της (πρόσφατα με πυραύλους – Dongfeng 21 D – ικανούς να βυθίσουν αεροπλανοφόρα από μεγάλη απόσταση), ενώ προσπαθεί να μονοπωλήσει τα ενεργειακά αποθέματα του πλανήτη, μειώνοντας ταυτόχρονα τις εξαγωγές της στα «σπάνια ορυκτά» που διαθέτει σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα (απαραίτητα για την κατασκευή ηλεκτρικών προϊόντων, όπως μπαταρίες, τουρμπίνες, μοτέρ κλπ).


 


Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ


 


Επιστρέφοντας στα «εσωτερικά» προβλήματα της Ευρωζώνης, θεωρούμε σκόπιμη την ανάλυση του μηχανισμού στήριξης, μέσα από το παράδειγμα της Ιρλανδίας, ξεκινώντας από την επιτυχημένη διαπίστωση ενός Ιρλανδού οικονομολόγου, ο οποίος δήλωσε τα εξής:


 


«Η διάσωση της χώρας, με τη βοήθεια του πακέτου στήριξης, θα βυθίσει το πλοίο της Δημοκρατίας. Η Ε.Ε. μας πρόσφερε αρκετά μέτρα σχοινιού, για να κρεμαστούμε μόνοι μας – ελπίζοντας μάλλον ότι, εμείς δεν θα την κρεμάσουμε».


 


Αυτό λοιπόν που χαροποιεί τόσο τις γερμανικές (Πίνακας ΙΙ), όσο και τις υπόλοιπες τράπεζες, το πακέτο στήριξης δηλαδή των 85 δις € (45% του ΑΕΠ της) που «προσφέρθηκε» στην Ιρλανδία, είναι καταστροφικό για τη χώρα – όπως επίσης για την Ελλάδα. Η κυβέρνηση της Ιρλανδίας, ψηφίζοντας πρόσφατα τον 4ο προϋπολογισμό λιτότητας μέσα σε δύο χρόνια και αναγκάζοντας τους Πολίτες της να συμμετέχουν στη στήριξη των χρεοκοπημένων τραπεζών τους, θα επιβαρύνει (κατά μέσον όρο, στο τέλος του 2011) με 7.500 € το κάθε άτομο – σύμφωνα με υπολογισμούς της «Irish Independent».


 


ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Εξωτερικές απαιτήσεις (δάνεια) των γερμανικών τραπεζών σε δις €, στις «ελλειμματικές» χώρες του Νότου, με ημερομηνία καταγραφής τέλη Αυγούστου 2010


 






































































Χώρες


Συνολικά


Τράπεζες


Επιχειρήσεις


Δημόσιο


 


 


 


 


 


Ισπανία


146.755


62.963


63.439


20.353


Ιταλία


133.296


48.138


45.664


39.494


Ιρλανδία*


114.707


43.025


69.318


2.364


Πορτογαλία


28.685


13.130


9.862


5.693


Ελλάδα


27.990


2.451


7.614


17.925


 


 


 


 


 


Ευρώπη


1.524.366


 


 


 


Λοιπός κόσμος


928.625


 


 


 


Γενικό σύνολο**


2.452.991


 


 


 


Πηγή: Bundesbank


Πίνακας: Β. Βιλιάρδος


* Το ΑΕΠ της Ιρλανδίας το 2008 ήταν 185,7 δις €, οπότε το χρέος της απέναντι στις Γερμανικές τράπεζες ήταν περίπου 62% του ΑΕΠ. Για σύγκριση, το αντίστοιχο χρέος της Ελλάδας (ΑΕΠ 2008 στα 242,9 δις €) ήταν μόλις 11,5% του ΑΕΠ. 


** Τεράστιο ποσόν, περίπου όσο το ΑΕΠ της.


Σημείωση: Η «μοίρα» των πλεονασματικών χωρών, όπως η Γερμανία, είναι να δανείζουν τις ελλειμματικές – αφενός μεν για να πουλούν τα προϊόντα τους, αφετέρου για να επενδύουν τα πλεονάσματα τους. Σε περιόδους όμως κρίσης, όπως στη σημερινή, αυτός που συνήθως ζημιώνεται στο τέλος δεν είναι ο οφειλέτης, αλλά ο δανειστής – γεγονός που πολύ σωστά τρομοκρατεί τη Γερμανική κυβέρνηση, παρά τα όσα ανακριβή ανακοινώνει στους Πολίτες της.    


 


Συνεχίζοντας, οι τεράστιες «εθνικές» προσπάθειες των δύστυχων Ιρλανδών, δεν πρόκειται να επιλύσουν το πρόβλημα της χώρας. Οι περικοπές στην κοινωνική περίθαλψη, στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και στις κρατικές επενδύσεις θεωρούνται «αμελητέες», σε σχέση με τις τεράστιες ζημίες του χρηματοπιστωτικού κλάδου της χώρας – η οποία έχει συνολικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, άνω του 1.100% του ΑΕΠ της (η Ελλάδα μόλις 252%). Ακριβώς για το λόγο αυτό, οι «αγορές» συνεχίζουν να στοιχηματίζουν στη χρεοκοπία της (όπως επίσης στην Ελληνική, στην Πορτογαλική, στην Ισπανική κλπ), χωρίς να δίνουν καμία σημασία στο «μηδαμινό» πακέτο στήριξης, στο οποίο υποχρεώθηκε η χώρα, για να σωθούν οι ευρωπαϊκές κυρίως τράπεζες.


 


Η Ευρώπη, όπως συνέβη και με την Ελλάδα, «ξέχασε» να απαιτήσει από τις ξένες τράπεζες, οι οποίες δάνειζαν τόσο χρόνια τις Ιρλανδικές, να συμμετέχουν στις ζημίες που προκλήθηκαν από τη «φούσκα» στην αγορά ακινήτων. Η τράπεζα που επέμενε ιδιαίτερα, που απαίτησε καλύτερα την προστασία του χρηματοπιστωτικού κλάδου, υποχρεώνοντας ουσιαστικά όχι μόνο τους Ιρλανδούς Πολίτες, αλλά όλους τους υπόλοιπους Ευρωπαίους να πληρώσουν για τα λάθη άλλων (ετεροβαρές ρίσκο), δανείζοντας τη χώρα με τοκογλυφικούς τόκους (5,8%) δεν ήταν άλλη από την ΕΚΤ – η οποία φυσικά είναι ένας από τους μετόχους της BIS, του «Βατικανού των Κεφαλαίων».


 


Εάν η Ιρλανδία τώρα απορροφήσει το σύνολο του πακέτου στήριξης, το οποίο της επιβλήθηκε, το δημόσιο χρέος της θα διπλασιασθεί έως το 2014. Η χώρα θα επιβαρύνεται τότε με επί πλέον ετήσιους τόκους ύψους 8,5 δις € – ένα ποσόν που είναι μάλλον αδύνατον να εξοικονομηθεί από οποιοδήποτε πρόγραμμα λιτότητας αποφασισθεί από τους δανειστές της – από τους συνδίκους του διαβόλου καλύτερα.


 


Ακόμη χειρότερα, για να μην «καταρρεύσει» η Ιρλανδία από τα χρέη, θα πρέπει ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της να είναι σημαντικά υψηλότερος από το επιτόκιο δανεισμού της (οι παραλληλισμοί με την Ελλάδα, η οποία «μαστίζεται» από έναν «φορολογικό» πληθωρισμό, σε συνδυασμό με μία καταστροφική  ύφεση της τάξης του -4,5%, δανειζόμενη με επιτόκιο +5,2% είναι τρομακτικοί). Εάν λοιπόν η οικονομία της χώρας, πάντοτε σύμφωνα με τους «ειδικούς», αναπτύσσεται με ποσοστό χαμηλότερο του +8% (οι αισιόδοξοι υπολογισμοί της κυβέρνησης προβλέπουν την ανάπτυξη στο +4%), ο σπειροειδής κύκλος του χρέους θα αυξάνεται συνεχώς (τα συμπεράσματα μας για την Ελλάδα, όπου η κυβέρνηση μας προβλέπει δυστυχώς ανάπτυξη μετά το 2012, για την οποία πολύ αμφιβάλλουμε, είναι πολύ πιο δυσοίωνα – αν όχι εντελώς «μηδενιστικά»).    


 


«Η μοναδική λύση είναι μία αναδιάρθρωση των χρεών της Ιρλανδίας», αναφέρει γνωστός αμερικανός καθηγητής, «Στην περίπτωση αυτοί, οι πιστωτές των ιρλανδικών τραπεζών δεν θα έπρεπε να εισπράξουν παραπάνω από 0,20 σεντς ανά ευρώ που δάνεισαν». Ουσιαστικά λοιπόν προτείνεται (εύλογα) μία διαγραφή χρεών ύψους 80%, για να μπορέσει η Ιρλανδία να ανταπεξέλθει σωστά με τα προβλήματα της. «Μόνο μία τέτοια κίνηση», συνεχίζει ο αμερικανός, «θα αποδείκνυε στους Πολίτες της χώρας ότι, η Ευρώπη είναι στο πλευρό τους. Αντίθετα, όπως φαίνεται από το μηχανισμό διάσωσης, η ΕΕ έχει αποφασίσει να επιβάλλει στις υπερχρεωμένες χώρες μία “προκυκλική” πολιτική, η οποία θα τις οδηγήσει, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, στη χρεοκοπία». 


 


Όπως η Ελλάδα λοιπόν (αν και για διαφορετικές αιτίες), έτσι και η Ιρλανδία είναι αντιμέτωπη με έναν επικίνδυνο, αρνητικό σπειροειδή κύκλο: Η λιτότητα οδηγεί σε «μετανάστευση» (ανθρώπινου και κεφαλαιακού δυναμικού), η οποία μειώνει τα έσοδα του κράτους και αυξάνει το χρέος, το οποίο με τη σειρά του απαιτεί νέα μέτρα – νέα λιτότητα. Η μοναδική λύση λοιπόν είναι η διαγραφή μέρους των χρεών, με το διακανονισμό των υπολοίπων σε μακροπρόθεσμες δόσεις, με χαμηλό επιτόκιο (1%). Οτιδήποτε άλλο είναι στην κυριολεξία ουτοπικό, αν όχι εγκληματικό – γεγονός που χαρακτηρίζει απόλυτα την έλλειψη λογικής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης (των τραπεζών).  


 


Δυστυχώς όμως, η ιρλανδική κυβέρνηση, η οποία διοικεί τη χώρα όπως και η δική μας (Θέατρο Σκιών), τάχθηκε υπέρ των τραπεζών και του συνδίκου τους, ψηφίζοντας ένα τετραετές πρόγραμμα λιτότητας, το οποίο προβλέπει την μείωση των δαπανών κατά 15 δις € μέχρι το 2014. Υποθέτουμε βέβαια ότι δεν πρόκειται να εφαρμοσθεί, αφού καμία κυβέρνηση μέχρι σήμερα δεν επέζησε από την «εισβολή» του ΔΝΤ – όπως επίσης ποτέ μέχρι σήμερα δεν δέχθηκαν οι εργαζόμενοι μακροπρόθεσμα τη μείωση των ονομαστικών αμοιβών τους, αλλά μόνο των πραγματικών, με τη «βοήθεια» του πληθωρισμού.


 


Εάν όμως, παρά τις μέχρι σήμερα διαφορετικές εμπειρίες, οι Πολίτες στην Ελλάδα, στην Ιρλανδία ή όπου αλλού, αποδεχθούν την υποδούλωση τους στο ΔΝΤ (με τη βοήθεια κάποιων «στρατευμένων» ΜΜΕ), καθώς επίσης εάν οι εργαζόμενοι δειλιάσουν και δεν αντιδράσουν στις άδικες περικοπές των ονομαστικών αμοιβών τους (με τη βοήθεια αλωμένων συνδικάτων, «χρηματιζόμενων» από τους εισβολείς), τότε η εικόνα της «δύσης», έτσι όπως μέχρι σήμερα τη γνωρίζαμε, θα αλλάξει σε απίστευτο βαθμό.     


 


ΤΟ ΕΥΡΩΟΜΟΛΟΓΟ


 


Η μορφή αυτού του δανεισμού των ευρωπαϊκών χωρών, έτσι όπως τουλάχιστον προτάθηκε από το Γερμανό και το Γάλλο οικονομολόγο που συνεργάσθηκαν για τη δημιουργία του (WeitzsaeckerDelpla), ωφελεί αφενός μεν τις δύο ηγετικές δυνάμεις της Ευρωζώνης, τις τράπεζες τους καλύτερα, αφετέρου την ελεγχόμενη χρεοκοπία κάποιων χωρών-μελών της, έτσι όπως φαίνεται να  σχεδιάζεται από τη Γερμανία. Η αντίδραση λοιπόν της γερμανικής κυβέρνησης οφείλει να μας προβληματίσει – πόσο μάλλον αφού, κατά τη συνήθεια της χώρας, η καλύτερη μέθοδος επίτευξης ενός «κρυφού» στόχου, δεν είναι άλλη από την εν πρώτοις «στρατηγική» άρνηση του.  


 


Ειδικότερα, το μοντέλο του ευρωομολόγου που προτάθηκε, προβλέπει κατ’ αρχήν τη δημιουργία ενός μπλε ομολόγου (Blue Bond), για το οποίο θα είναι υπεύθυνοι συλλογικά οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι – με ανώτατο όριο έκδοσης ίσο με το 60% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης. Για το ποσόν που θα υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ, το χρέος δηλαδή που ουσιαστικά προβλέπεται, «εγκρίνεται» καλύτερα από τη συνθήκη του Μάαστριχτ, θα έπρεπε να εκδοθούν κόκκινα ευρωομόλογα (Red Bonds), τα οποία θα χαρακτηρίζονταν σαν «εθνικά χρέη». Για τα εθνικά αυτά χρέη, θα ήταν υπεύθυνοι αποκλειστικά και μόνο οι Πολίτες των εκάστοτε χωρών, οι οποίες θα εξέδιδαν αυτά τα ομόλογα – όχι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι.  


 


Η λειτουργία των κόκκινων ευρωομολόγων, έτσι όπως προτάθηκαν, είναι παρόμοια με την «προσωπική συμμετοχή» του ασφαλισμένου (απαλλαγή από την πλευρά της ασφαλιστικής εταιρείας), στην ασφάλιση ενός αυτοκινήτου – με το ελάχιστο ποσόν που πληρώνει δηλαδή ο ασφαλισμένος υποχρεωτικά (η Ευρωζώνη εδώ, η οποία αναλαμβάνει το 60%), όταν είναι υπεύθυνος για ένα ατύχημα (η χρεοκοπία μεταφορικά είναι επίσης ένα «ατύχημα»).


 


Εκτός αυτού, τα κόκκινα ευρωομόλογα, πάντοτε σύμφωνα με τους δημιουργούς τους, θα πρέπει να μην αγοράζονται από τις τράπεζες, αλλά από τους λοιπούς επενδυτές – έτσι ώστε να αποφευχθεί το γνωστό μας «συστημικό» ρίσκο (να προστατευθεί δηλαδή η κερδοσκοπία των τοκογλυφικών τραπεζών). Φυσικά θεωρείται ότι, τα επιτόκια των μπλε ευρωομολόγων θα ήταν ενδεχομένως χαμηλότερα και από τα σημερινά γερμανικά, ενώ των κόκκινων κατά πολύ υψηλότερα – με δεδομένο ότι στο εκάστοτε επιτόκιο «προσμετρείται» το αναλαμβανόμενο ρίσκο.


 


Η ωφέλεια λοιπόν των χωρών με χαμηλό δημόσιο χρέος, όπως και αυτή των τραπεζών, είναι ολοφάνερη – αντίθετα, η ωφέλεια των χωρών με υψηλό δημόσιο χρέος μάλλον ανύπαρκτη. Ειδικά στο παράδειγμα της Ελλάδας, για το οποίο ρωτήθηκε ο Γερμανός δημιουργός (τοποθέτησε το δημόσιο χρέος μας στο 150% του ΑΕΠ τέλη του 2011), η απάντηση του ήταν καταλυτική:


 


«Έως το ποσόν που αντιστοιχεί με το 60% του Ελληνικού ΑΕΠ θα εκδιδόταν μπλε ομόλογα. Για το επόμενο 50%, θα έπρεπε να εκδοθούν Ελληνικά κόκκινα ομόλογα, τα οποία θα ανταλλάσσονταν με τα υφιστάμενα. Το εναπομένον χρέος, ύψους 40% του ΑΕΠ, θα έπρεπε να διαγραφεί, αφού κανένας επενδυτής δεν θα αγόραζε αυτό το χρέος, ανεξαρτήτως ύψους επιτοκίων. Επειδή ορισμένες τράπεζες δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν μετά από μία τέτοια διαγραφή, θα έπρεπε να ενισχυθούν από τα κράτη. Ανάλογα επιλύθηκε η κρίση της Λατινικής Αμερικής τη δεκαετία του ΄80, δια μέσου των εγγυημένων από τις Η.Π.Α. Brady Bonds. Στα πλαίσια αυτού του μοντέλου για τα ευρωομόλογα ήταν και η από κοινού πρόταση των κ.Juncker και κ.Tremonti με τη διαφορά όμως ότι συμπλήρωσαν πως, σε εποχές κρίσης, τα μπλε ομόλογα θα έπρεπε να αυξάνονται στο 100% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης».


 


Πρόκειται προφανώς για ένα πολύπλοκο, σκόπιμα δυσνόητο «σχήμα», υπό την «αιγίδα» των μεγάλων τραπεζών, το οποίο εξυπηρετεί μάλλον την υποδούλωση, κάποιων χωρών-μελών της Ευρωζώνης, παρά την έξοδο τους από την κρίση. Οι «αγορές» ασφαλώς το καταλαβαίνουν, ενώ αντιλαμβάνονται πλήρως τις προσπάθειες έντεχνης «συγκάλυψης», αντί επίλυσης των προβλημάτων, εκ μέρους της ΕΕ – στοιχηματίζοντας ότι είναι πλέον πιθανότερη από ποτέ, η διάλυση της ζώνης του ευρώ.                   


 


Περαιτέρω, ο γερμανός οικονομολόγος αναφέρθηκε στο ότι, τα εθνικά κοινοβούλια των χωρών-μελών θα έπρεπε κάθε χρόνο να αποφασίζουν για τη «διανομή» των μπλε ομολόγων στα κράτη της Ευρωζώνης. Επίσης ότι, η σημερινή ευθύνη των πλεονασματικών κρατών θα περιοριζόταν (αντίθετα, η αγορά ομολόγων των ελλειμματικών χωρών, εκ μέρους της ΕΚΤ, την αυξάνει), ενώ θα ήταν ευκολότερη η διαδικασία ελεγχόμενης χρεοκοπίας, με τη βοήθεια των ευρωομολόγων.


 


Θεωρώντας ότι είναι σκόπιμο να αναφερθούμε εδώ περιληπτικά στα Brady Bonds, έτσι ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα την περίπου «μορφή» των ευρωομολόγων (πολλοί τα θεωρούν δυστυχώς σωτήρια, μεταξύ των οποίων, ενδεχομένως καλοπροαίρετα, και ο πρωθυπουργός μας – χωρίς να γνωρίζουν καν τη μορφή τους), έτσι όπως τουλάχιστον σχεδιάζονται από το γαλλογερμανικό άξονα, τα εξής:


 


Τα Brady Bonds δημιουργήθηκαν το Μάρτιο του 1989, όταν φάνηκε ότι πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, μεταξύ των οποίων αυτές της Λατινικής Αμερικής, δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσουν τα χρέη τους – κυρίως απέναντι στις αμερικανικές τράπεζες. Ουσιαστικά επρόκειτο για «τιτλοποίηση» των χρεών αυτών των χωρών, κάτι περίπου σαν τα γνωστά μας σήμερα CDOs, με τη βοήθεια της οποίας τότε οι Η.Π.Α., όπως και πρόσφατα, «μοιράσθηκαν» το πρόβλημα τους με τον υπόλοιπο κόσμο.


 


Η δημιουργία αυτών των «τιτλοποιημένων χρεών», των ομολόγων καλύτερα, ακολούθησε με τη χρήση πόρων εκ μέρους του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας (ο συσχετισμός με το σήμερα είναι εμφανής), καθώς επίσης των συναλλαγματικών αποθεμάτων των υπερχρεωμένων κρατών. Τα Brady Bonds χωρίζονταν σε διάφορες κατηγορίες, λήξεως μεταξύ 10 και 30 ετών, ενώ διακρινόταν σε δύο κυρίως τύπους:


 


(α)  Στα «Par Bonds», τα οποία εκδόθηκαν στην ίδια ονομαστική αξία με το πραγματικό χρέος – με επιτόκια πολύ χαμηλότερα από τα συνήθη, αλλά με εγγυημένη την πληρωμή τόσο του κεφαλαίου, όσο και των τόκων.


 


(β)  Στα «Discount Bonds», τα οποία εκδόθηκαν σε χαμηλότερη αξία από το πραγματικό χρέος (διαγραφή, haircut) – τοκίζονταν όμως με τα συνήθη επιτόκια, ενώ ήταν επίσης εγγυημένη η πληρωμή τους.


 


Οι χώρες που χρησιμοποίησαν πρώτες τα Brady Bonds ήταν η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Βουλγαρία, η Κόστα Ρίκα, η Δομινικάνικη Δημοκρατία, το Εκουαδόρ, το Μεξικό, το Μαρόκο, η Νιγηρία, οι Φιλιππίνες, η Πολωνία και η Ουγγαρία (αργότερα ακολούθησαν και άλλες, όπως για παράδειγμα η Ρωσία). Το Εκουαδόρ ήταν η πρώτη χώρα που δεν μπόρεσε να εξυπηρετήσει τα Brady Bonds, ενώ το Μεξικό η πρώτη χώρα που τα αποπλήρωσε (2003) – έχοντας ουσιαστικά εγγυηθεί με τα πετρέλαια της (όπως η Ελλάδα σήμερα, με τη δημόσια περιουσία της, βάσει των μνημονίων που υπογράφει μόνος του ο υπουργός οικονομικών).   


 


Όπως γνωρίζουμε, τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών δεν έλυσαν τελικά τα προβλήματα, οδηγώντας πολλές χώρες εν πρώτοις στα νύχια του ΔΝΤ (Βραζιλία, Αργεντινή κλπ) και στη συνέχεια στη χρεοκοπία (άρνηση εξόφλησης των χρεών από τη Ρωσία κ.α.).


 


Ελπίζοντας ότι τα ευρωομόλογα, εάν και όταν αποφασισθούν, δεν θα έχουν αυτή τη μορφή, επίσης όχι μία ανάλογη «σκοπιμότητα» (λεηλασία των ελλειμματικών κρατών, αποκρατικοποίηση των κερδοφόρων, κοινωφελών επιχειρήσεων τους, σε εξευτελιστικές τιμές, κατάλυση της μεσαίας επιχειρηματικής και λοιπής τάξης, προτεκτοράτα στη θέση εθνικών κρατών κλπ), θεωρούμε ότι, πριν ακόμη γίνουν αποδεκτά από την οποιαδήποτε κυβέρνηση, θα έπρεπε να αναλυθούν προσεκτικά – καθώς επίσης να πληροφορηθούν με κάθε λεπτομέρεια οι εκάστοτε Πολίτες των χωρών, πριν ακόμη επιλέξουν την περιπέτεια της έκδοσης κόκκινων ευρωομολόγων, πιθανότατα «εγγυημένων» με τη δημόσια περιουσία τους.           


 


ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ


 


«Επί αιώνες, η αποφυγή του δανεισμού είχε προστατεύσει τους ανθρώπους από την αμελή ή απερίσκεπτη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών. Αμελείς ή έστω απερίσκεπτοι διαχειριστές του δημοσίου πλούτου, ανέπτυσσαν συχνά πολύπλοκα επιχειρήματα, για να τεκμηριώσουν γιατί ο ισοσκελισμένος προϋπολογισμός, η ισορροπία δηλαδή μεταξύ εσόδων και εξόδων του δημοσίου, χωρίς ελλείμματα, δεν ήταν γνώρισμα της αρετής» (J.K.Galbraith).


 


Αναλύοντας τόσο το μηχανισμό στήριξης, όσο και τα «πολυπόθητα» ευρωομόλογα, θεωρούμε ότι δεν βοηθούν καθόλου στην επίλυση των υφιστάμενων «αδιεξόδων» μας – πόσο μάλλον όταν, το σημερινό ύψος των χρεών πολλών δυτικών κρατών, είναι κατά πολύ υψηλότερο από αυτό των χωρών που χρησιμοποίησαν, δύο δεκαετίες πριν, τα Brady Bonds, για να ξεφύγουν από την παγίδα του χρέους. Εκτός αυτού, η σημερινή λειτουργία του συστήματος (συγκοινωνούντα δοχεία), δεν επιτρέπει να θεωρηθούν κάποιες χώρες ασφαλείς – αφού η «μετάσταση» των οικονομικών προβλημάτων όχι μόνο δεν μπορεί να αποκλεισθεί, αλλά θεωρείται απολύτως βέβαιη.  


 


Περαιτέρω, τουλάχιστον εμείς οι Έλληνες, δεν θέλουμε να επιβαρύνουμε τους υπόλοιπους Ευρωπαίους Πολίτες με τα υπερβάλλοντα χρέη (40-50% του ΑΕΠ), τα οποία «συσσώρευσαν» στη χώρα μας οι συντονισμένες ενέργειες τόσο των ξένων διαφθορέων του Καρτέλ, όσο και κάποιων διεφθαρμένων πολιτικών μας. Δεν απαιτούμε άδικα δηλαδή να πληρώσουν οι ευρωπαίοι συμπολίτες μας για τα «λάθη» των τραπεζών τους, απλά και μόνο επειδή οι ιδιωτικές τράπεζες αυτοαποκαλέστηκαν «συστημικοί κίνδυνοι» – αναρριχόμενες στο απυρόβλητο, με τη «σκοτεινή» βοήθεια της τράπεζας των τραπεζών.


 


Κρίνοντας όμως δίκαιη τη διαγραφή μέρους των χρεών μας, έχοντας την αναλύσει πολλές φορές και θεωρώντας ταυτόχρονα ότι δεν υπάρχει άλλη βιώσιμη λύση, έχουμε την άποψη ότι, οφείλουν να πληρώσουν οι τράπεζες που κερδοσκόπησαν εις βάρος μας και όχι οι Ευρωπαίοι Πολίτες.


 


Επομένως, μας είναι εντελώς ακατανόητες οι ενέργειες των πολιτικών ηγετών της Ευρωζώνης (επίσης του πρωθυπουργού μας) οι οποίοι, αφενός μεν επιμένουν σε βραχυπρόθεσμες, αν όχι αδιέξοδες λύσεις (μηχανισμός στήριξης, ευρωομόλογα), αφετέρου τοποθετούν σε αντίπαλα στρατόπεδα τόσο τους Ευρωπαίους Πολίτες, όσο και τις τοπικές κοινωνίες τους – μετακυλώντας τους τις ευθύνες όλων αυτών (τραπεζών κλπ) που τόσα χρόνια κερδοσκοπούσαν ασύδοτα εις βάρος τους – εισπράττοντας τα κέρδη από τις «επενδυτικές» επιλογές τους και αρνούμενοι τις ζημίες.  


 


Ολοκληρώνοντας, είτε τα πακέτα στήριξης, είτε τα ευρωομόλογα, είτε οτιδήποτε άλλο «εκ του πονηρού» εφεύρουν οι τράπεζες, «συνηγορεί» στη συνέχιση του τοκογλυφικού δανεισμού των κρατών ο οποίος, αργά ή γρήγορα, επιβαρύνει τους Πολίτες τους. Αυτό που εμείς οι Πολίτες επιθυμούμε και οφείλουμε να αγωνισθούμε για να το επιβάλλουμε στις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες μας, έτσι ώστε να απελευθερωθούν και αυτές από τα «δεσμά» της οικονομικής εξουσίας, είναι να πάψουν αμέσως να δανείζονται, ξοδεύοντας αποκλειστικά και μόνο αυτά που εισπράττουν από τους φόρους – από όλους εμάς δηλαδή, καθώς επίσης από τη σωστή, έντιμη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας.


 


Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ


 


Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, πρέπει να πάψει αμέσως να δανείζεται, ζητώντας ταυτόχρονα από τους «φίλους» και συμμάχους της να ανοίξουν τις αγορές τους στα κύρια προϊόντα της (τουρισμός, πολιτισμός, γεωργία και ναυτιλία). Παράλληλα, οφείλει να απαιτήσει πλέον μία «γενναία» (40-50%) διαγραφή των δημοσίων χρεών της (default), αφού το μεγαλύτερο μέρος τους έχει ήδη «αποσβεσθεί» από τους οφειλέτες της. Ας μην ξεχνάμε πως οι σημερινοί ιδιοκτήτες των ελληνικών ομολόγων τα έχουν αποκτήσει με έκπτωση/discount έως και 30% – οπότε έχουν ήδη χάσει οι προηγούμενοι διαχρονικά ανάλογα ποσά, ενώ οι καινούργιοι απλά κερδοσκοπούν, αναλαμβάνοντας (και ασφαλίζοντας) το ρίσκο της «διαγραφής».


 


Στη συνέχεια, η Ελλάδα οφείλει να επαναδιαπραγματευθεί τη χρονική διάρκεια σταθερής αποπληρωμής των υπολοίπων χρεών της (τοκοχρεολύσια για 30-40 έτη), με επιτόκιο που δεν θα υπερβαίνει το 1% – ενδεχομένως με κυμαινόμενο, το οποίο θα είναι ανάλογο του ρυθμού ανάπτυξης της. Στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή δεν επιτύχει μία τέτοια εύλογη συμφωνία, οφείλει να «εθνικοποιήσει» το εναπομένων χρέος, με την έκδοση εθνικών ομολόγων.


 


Παράλληλα, οφείλει να δημιουργήσει ένα σταθερό, απλό πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων της (άνοιγμα και ιδίως κλείσιμο), έτσι ώστε να προέλθει η ανάπτυξη από τις μικρομεσαίες εταιρίες της, να μειώσει άμεσα τους υπέρογκους φόρους, να προσφέρει αναπτυξιακά κίνητρα στους Έλληνες (και όχι στους ξένους), να σταματήσει να υποτάσσεται στις διαταγές του Καρτέλ (διατήρηση των ζημιογόνων τραπεζών, άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, «άτακτη» απελευθέρωση των αγορών κλπ) και να εξορθολογήσει τη λειτουργία των κοινωφελών επιχειρήσεων της (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ κλπ).


 


Τέλος, να «αριστοποιήσει» την παραγωγικότητα των δημοσίων λειτουργών και των υπολοίπων εργαζομένων της, με κεντρικό στόχο την αύξηση των εξαγωγών (αντί να μειώνει «υφεσιακά» τους μισθούς), καθώς επίσης να «αναδιαρθρώσει» αποτελεσματικά το δημόσιο τομέα της, κυρίως μέσω της σωστής στελέχωσης του με «επαρκείς» πολιτικούς και παραγωγικούς εργαζομένους – αλλά και μέσω της καθιέρωσης του διαφανούς (διαδίκτυο) διπλογραφικού λογιστικού συστήματος, παράλληλα με τους ετήσιους Ισολογισμούς, τόσο του ίδιου του Κράτους, όσο και των δημοσίων/δημοτικών «αρχών».


   


ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ


 


Η σημερινή κρίση χρέους απέδειξε ακόμη μία φορά ότι, μία νομισματική ένωση δεν μπορεί να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα, εάν δεν εξελιχθεί σε μία οικονομική και πολιτική ένωση.


 


Ειδικότερα, μετά την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος, οι οικονομίες των κρατών της Ευρωζώνης ακολούθησαν διαφορετικές κατευθύνσεις – με κάποιες από αυτές (Γερμανία, Ολλανδία) να κερδίζουν σημαντικά σε ανταγωνιστικότητα, εις βάρος ή σε σύγκριση με κάποιες άλλες (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα κλπ).


 


Πριν τη νομισματική ένωση, οι ελλειμματικές χώρες είχαν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν τις οικονομίες τους, υποτιμώντας συνήθως τα νομίσματα τους – ενώ «ειδοποιούνταν» από τις αγορές για τα λάθη τους, μέσω των επιτοκίων δανεισμού τους. Σήμερα, επειδή το κοινό νόμισμα δεν επιτρέπει τέτοιου είδους ενέργειες, ενώ τα δημόσια χρέη είναι «ανεξέλεγκτα υψηλά», κάποια κράτη υποχρεώνονται σε επιθετικά, σε θηριώδη καλύτερα και μάλλον καταστροφικά για την κοινωνική συνοχή προγράμματα λιτότητας – χωρίς να είναι βέβαια ότι θα αποδώσουν έστω τα ελάχιστα αναμενόμενα.


 


Πόσο μάλλον όταν είναι πλέον εμφανές ότι, η «βίαιη» εσωτερική υποτίμηση, δια μέσου της «ακαριαίας» μείωσης των μισθών (η διαχρονική, όπως στο παράδειγμα της Γερμανίας, είναι σίγουρα αποτελεσματική – αν και όχι απαραίτητα επιθυμητή, αφού «εισπράττεται» σχεδόν αποκλειστικά από τα πολυεθνικά μεγαθήρια), δεν ωφελεί καθόλου την ανταγωνιστικότητα – ενώ οδηγεί σε μία εκρηκτική ύφεση, σε έναν «επιθανάτιο ρόγχο» καλύτερα, χωρίς επιστροφή   


 


Οι αντιπαραθέσεις που διαπιστώνονται, σύμφωνα με τις οποίες οι ελλειμματικές χώρες οφείλουν να εγκαταλείψουν τη ζώνη του Ευρώ, υιοθετώντας ξανά τα εθνικά τους νομίσματα, δεν βοηθούν κανέναν. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, σε σχέση με την Ελλάδα (άρθρο μας), θα ήταν καλύτερα να μην είχαμε εισέλθει στην ΟΝΕ, αλλά είναι πλέον εγκληματικό να αποχωρήσουμε από αυτήν. Επί πλέον καμία, ευρωπαϊκή ή άλλη, χώρα δεν μπορεί πια να επιβιώσει μόνη της, στο τρομακτικό περιβάλλον της άναρχης παγκοσμιοποίησης και της παντοδυναμίας των αγορών (στις επιθέσεις των κερδοσκόπων στα νομίσματα κλπ).


 


Όσο για τη Γερμανία, η ενδεχόμενη αποχώρηση της θα ήταν επίσης καταστροφική για την ίδια, αφού η ανατίμηση του νέου νομίσματος της θα περιόριζε επικίνδυνα τις εξαγωγές της, ενώ θα έχανε μεγάλο μέρος των τεράστιων δανείων της στο εξωτερικό – τόσο από την ανατίμηση του νομίσματος της, όσο και από την αδυναμία πληρωμής των οφειλετών της. Ακριβώς για το λόγο αυτό, η γερμανίδα καγκελάριος τόνισε στο πρόσφατο «διάγγελμα» της για το 2011 ότι: «Το υψηλό βιοτικό επίπεδο της χώρας μας οφείλεται και στηρίζεται στο κοινό νόμισμα: στο Ευρώ»


 


Κατά την άποψη μας λοιπόν, οι πολιτικές δυνάμεις της ΕΕ οφείλουν να ασχοληθούν με την εξάλειψη των υφισταμένων προβλημάτων και την αρμονική, συμμετρική ανάπτυξη της Ευρωζώνης – εάν δεν θέλουν να γίνουν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες (οι Πολίτες τους δηλαδή) έρμαιο των αδηφάγων αγορών. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με το χρηματοπιστωτικό, τον οικονομικό και τον κοινωνικό συντονισμό όλων των κρατών-μελών μεταξύ τους, σαν να επρόκειτο για ισότιμες Πολιτείες και όχι για Εθνικά κράτη.


 


Ολοκληρώνοντας, όπως έχουμε αναφέρει στο παρελθόν (άρθρο μας), θεωρούμε τον ελεγχόμενο πληθωρισμό (μικρή αύξηση της προσφερόμενης ποσότητας των χρημάτων, διατήρηση και κυρίως διάχυση στην αγορά των χαμηλών επιτοκίων της ΕΚΤ), σαν μία λύση για να παραμείνει ενωμένη η ΕΕ και να βρεθεί ο απαραίτητος χρόνος «εξομάλυνσης» των σημαντικών εσωτερικών ανισορροπιών της. Με έναν τέτοιο τρόπο είναι ευκολότερο να θεραπευθούν οι ανισορροπίες των Ευρωπαϊκών Οικονομιών, υπό τις παρακάτω προϋποθέσεις:


 


(α)  Να διαγραφεί ένα μέρος των «επαχθών» χρεών των ελλειμματικών χωρών της ΕΕ από τις τράπεζες, καθώς επίσης των αδύναμων επιχειρήσεων και ιδιωτών – με την παράλληλη επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υπολοίπων, με επιτόκια που δεν θα υπερβαίνουν το 1%.   


 


(β)  Να υπάρξει ένα είδος κεντρικής κατεύθυνσης, ένας συντονισμός καλύτερα, όσον αφορά τους επιχειρηματικούς κλάδους δραστηριοποίησης και τις ενέργειες «αλληλοεπικάλυψης» των επί μέρους Οικονομιών. Σε ποιους τομείς δηλαδή οφείλει να αναπτυχθεί η Ελλάδα, τι πρέπει να προσέξει η Ισπανία, πως μπορεί να αποδώσει η οικονομία της Πορτογαλίας, τι πρέπει να αποφύγει η Γερμανία κλπ.


 


(γ) Να αυξήσουν την κατανάλωση τους οι πλεονασματικές χώρες, εισάγοντας κυρίως (και κατά προτίμηση) προϊόντα ή αγοράζοντας υπηρεσίες (τουρισμός κλπ) από τις ελλειμματικές χώρες της Ευρώπης – χωρίς αυτό να σημαίνει οχύρωση πίσω από τα τείχη του προστατευτισμού.  


 


(δ) Να περιορίσουν άμεσα τα ελλειμματικά κράτη την υπερβολική κατανάλωση τους «επί πιστώσει», καθώς επίσης τις τοποθετήσεις τους σε ακίνητα και υποδομές, παράλληλα με την αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων τους – για την κάλυψη της αυξημένης ζήτησης των προϊόντων τους από τους Ευρωπαίους «εταίρους» τους (οι οποίοι, οι «εταίροι» δηλαδή, είναι υποχρεωμένοι να συμβάλλουν στα έξοδα προστασίας των συνόρων της ΕΕ από τη λαθρομετανάστευση, στον πολεμικό εξοπλισμό εκείνων των χωρών που συνορεύουν με επεκτατικές δυνάμεις, φροντίζοντας ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας να αποπληρωθούν οι πολεμικές αποζημιώσεις που της οφείλει η Γερμανία κλπ).   


 


(ε) Να ακολουθήσουν αμέσως μετά οι απαιτούμενες διαρθρωτικές αλλαγές στις ελλειμματικές χώρες της Ε.Ε., με την έμπρακτη βοήθεια των πλεονασματικών (ας μην ξεχνάμε ότι, στις περισσότερες ελληνικές πόλεις της αρχαιότητας, συνήθιζαν να αναθέτουν τη συγκρότηση των νόμων τους σε ξένους – οι σύγχρονες ιταλικές δημοκρατίες, όπως αυτή της Γένοβας, μιμήθηκαν αυτή τη συνήθεια).  


 


Μία επόμενη, απαραίτητη ενέργεια θα ήταν ασφαλώς η ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος της Ευρώπης μέσω ενός «διακρατικού φορολογικού μηχανισμού αναδιανομής εισοδημάτων» – αντίστοιχου με αυτού που έχει επιλεχθεί, που διακρίνει καλύτερα τον «κοινωνικό καπιταλισμό». 


 


Εάν ενεργούσαμε σύμφωνα με το συγκεκριμένο «πολιτικό» σύστημα, θα έπρεπε οι χώρες της Ευρωζώνης να τοποθετηθούν σε διάφορες «εισοδηματικές» κλίμακες, έτσι ώστε να φορολογούνται «προοδευτικά», ανάλογα με τα εισοδήματα τους (όσοι τυχόν θεωρήσουν τη λύση αυτή άδικη για τις πλεονασματικές χώρες, θα πρέπει προφανώς να έχουν την άποψη ότι, εξ ίσου άδικη είναι και η υψηλότερη φορολόγηση των οικονομικά πιο εύρωστων Πολιτών από τις χώρες τους).


 


Εάν εφαρμοζόταν ένας «διακρατικός φορολογικός μηχανισμός αναδιανομής εισοδημάτων», η αντιμετώπιση των χωρών-μελών θα ήταν πιο δίκαιη. Εκτός αυτού, η επίτευξη της ισορροπίας εντός της Ε.Ε. θα ήταν περισσότερο εφικτή (η ισότητα επίσης), ενώ η ορθολογική αξιοποίηση (επίσης «προοδευτικά» υπέρ των ελλειμματικών χωρών) των διακρατικών φορολογικών εσόδων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θα μπορούσε να επιταχύνει σημαντικά την συνολική πρόοδο.


 


Κλείνοντας, ο συνδυασμός ενός μέτριου πληθωρισμού (της τάξης του 5-10%) με τις «διακρατικές εισοδηματικές κλίμακες», ενδυναμωμένος από τις προοπτικές των νέων χωρών της Ανατολικής  Ευρώπης (χαμηλό κόστος παραγωγής, υψηλά περιθώρια δανεισμού, μεγάλη ανάγκη επενδύσεων σε υποδομές κλπ), θα μπορούσε αναμφίβολα να μας οδηγήσει σε μία επιτυχημένη, κερδοφόρα και κοινή έξοδο από την παρούσα οικονομική κρίση.


 


Βασίλης Βιλιάρδος (copyright)


Αθήνα, 01. Ιανουαρίου 2011

http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2255.aspx.

(538) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *