Βαφτίζοντας το κρέας «ψάρι»: Πως θα «λύσει» η κυβέρνηση το πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης!

Γράφει ο Γιάννης Κολοβός*

Η κατάληψη της Νομικής από τους 237 παράνομους μετανάστες και τους καθοδηγητές τους επανέφερε στο προσκήνιο ένα από τα σημαντικότερα και από τα πιο επείγοντα προβλήματα που καλείται να λύσει η κυβέρνηση: αυτό της παραμονής πολύ μεγάλου αριθμού παρανόμων μεταναστών στην χώρα μας. Οι απόψεις για τον αριθμό αυτόν ποικίλλουν, όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η άποψη του πρώην διοικητή της ΕΥΠ και νυν βουλευτή, πρέσβυ ε.τ. κ. Ιωάννη Κοραντή ο οποίος έχει δηλώσει σε συνέντευξη (Athens News, 26/9/2009) ότι εκτιμά ότι στην χώρα μας ζουν 1.800.000 μετανάστες, εκ των οποίων εκ των υστέρων νομιμοποιημένοι είναι οι 600.000.

 ΣΥΛΛΗΦΘΕΝΤΕΣ ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ     
          
Προέλευση      2001       2002        2003      2004       2005       2006         2007        2008        2009          2010
Αλβανία        173.957    36.827    35.789   31.637    52.132    57.466    66.818      72.443     63.563      50.175
Λοιποί            45.641    21.403    15.242    13.350   14.219    37.773    45.546     73.894      62.582      82.349
ΣΥΝΟΛΟ      219.598   58.230    51.031     44.987  66.351    95.239   112.364   146.337    126.145   132.524
          
          
 ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΕΙΣΕΣ ΑΠΕΛΑΣΕΙΣ      
          
 2001         2002        2003         2004         2005         2006        2007         2008       2009      2010
 13.242  11.778     14.222        15.168      20.461      17.650    17.077     20.555    20.342   52.469
          
ΠΗΓΗ: Στοιχεία ΕΛ.ΑΣ και Υπουργείου Εσωτερικών 

Αυτό που προκύπτει αβίαστα από τα σχετικά στοιχεία είναι ότι μετά την διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 αυξάνονται αλματωδώς οι συλληφθέντες για παράνομη είσοδο ή παράνομη παραμονή στην χώρα μας ενώ ταυτοχρόνως υπολείπονται σημαντικά οι πραγματοποιηθείσες απελάσεις. Πώς σκέπτεται η κυβέρνηση να αντιμετωπίσει το διογκούμενο αυτό πρόβλημα;

Εκ των υστέρων νομιμοποίηση: μία ιδέα που δεν έχει εγκαταλειφθεί

Η κατάληψη της Νομικής από τους 237 παράνομους μετανάστες αποτέλεσε μίας πρώτης τάξεως ευκαιρία για την επαναδιατύπωση της πρότασης για την διεξαγωγή μίας νέας εκ των υστέρων νομιμοποίησης παρανόμων μεταναστών. Ας σημειωθεί ότι ήδη στην χώρα μας έχουν δοθεί τέσσερις τέτοιες ευκαιρίες (το 1997, το 2001, το 2005 και το 2007). Η πρόταση αυτή άρχισε να ακούγεται το 2009 όταν ο (τότε) βοηθός Συνήγορος του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και νυν Γενικός Γραμματέας Μεταναστευτικής Πολιτικής κ. Ανδρέας Τάκης σε συνέντευξή του υποστήριξε ότι «είναι αδήριτη ανάγκη ο σκοτεινός πληθυσμός των αλλοδαπών χωρίς χαρτιά να ανασυρθεί στην επιφάνεια της κοινωνικής ζωής με μια ήπιας μορφής αναγνώριση, όχι κατ’ ανάγκη άδεια παραμονής, που θα τους επιτρέψει να έχουν νόμιμη συναλλαγή με την ελληνική διοίκηση για τα χρειώδη» (Καθημερινή, 2/5/2009). Μία αντίστοιχη αναφορά είχε κάνει και ο υπουργός Εσωτερικών κ. Γιάννης Ραγκούσης στην ομιλία του στα πλαίσια του 3ου Παγκόσμιου Forum για την Μετανάστευση και την Ανάπτυξη. Σε αυτήν έκανε λόγο για «ανάσυρση του σκοτεινού αριθμού των ‘παρανόμων’ [μεταναστών] στην επιφάνεια της κοινωνικής ζωής από το απόλυτο περιθώριο, την ανομία και την εκμετάλλευση» (Δελτίο Τύπου υπουργείου Εσωτερικών, 4/11/2009). Βεβαίως, αυτή η εξαγγελία ήταν γενικόλογη και το τι εννοούσε με αυτήν ο υπουργός επιδέχεται ερμηνείας.

Μία ιδέα περί του τι εννοούσε ο υπουργός έδινε ο κ. Τάκης ο οποίος σε άρθρο του πρότεινε ότι «στους μετανάστες ‘χωρίς χαρτιά’ των οποίων δεν είναι εφικτή η απομάκρυνση και για όσο χρόνο συνεχίζεται η κατάσταση αυτή, είναι ανάγκη να αποδοθεί…καθεστώς προσωρινής παραμονής (υπό ανοχήν), το οποίο θα προσφέρει μεν δέσμη δικαιωμάτων ικανών για την ανάσυρσή τους από το κοινωνικό περιθώριο και την εξαθλίωση, χωρίς όμως να τους εξομοιώνει με τους κατόχους τίτλων παραμονής, ιδίως όσον αφορά τις προοπτικές της ένταξης και της οικογενειακής συνένωσης. Ταυτόχρονα, το καθεστώς αυτό…θα μπορούσε να συνεπάγεται και σοβαρούς περιοριστικούς όρους σε ό,τι αφορά τη διαμονή και την εργασία τους» (Μεταρρύθμιση, τ. 32, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2009). Όλ’ αυτά, βεβαίως, ήταν πολύ γενικόλογα και ομιχλώδη. Για παράδειγμα, η πρόταση του κ. Τάκη αφορούσε στην παροχή καθεστώτος προσωρινής παραμονής σε «αρκετές δεκάδες χιλιάδων παρανόμως ήδη διαμενόντων στη χώρα αλλοδαπών» ο αριθμός των οποίων θα αυξάνεται κάθε χρόνο λόγω της συνεχούς εισροής. Άρα η υιοθέτηση μίας τέτοιας πρότασης ουσιαστικά ισοδυναμεί με μία κυλιόμενη ετήσια οιονεί νομιμοποίηση – έστω και με ειδικό καθεστώς.

Επαναφέροντας το θέμα

Η επανεισαχθείσα πρόταση για παροχή μίας νέας «ευκαιρίας» εκ των υστέρων νομιμοποίησης παρανόμων μεταναστών προωθείται ως «ανάγκη» νομικής και θεσμικής «τακτοποίησής» τους. Χαρακτηριστικό τέτοιο δημοσίευμα αποτελεί το άρθρο του επίκουρου καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο κ. Δημήτρη Χριστόπουλου (Αυγή, 6/2/2011). Στο άρθρο αυτό αναφέρεται ότι «το πραγματικό ερώτημα…δεν είναι άλλο από αυτό της νομικής τακτοποίησης της παραμονής των μεταναστών στην Ελλάδα…[δηλαδή]…μια ευρύτερη πολιτική η οποία στοχεύει στην τακτοποίηση (κάποιων από τους 300, αλλά κυρίως) πολλών άλλων μεταναστών στη χώρα αυτή που πληρούν κάποιες εύλογες προϋποθέσεις».

Βεβαίως, αυτές οι «εύλογες προϋποθέσεις» παραμένουν αδιευκρίνιστες. Κατά τον Χριστόπουλο «Ένας άνθρωπος που έχει μεταφέρει στην Ελλάδα το κέντρο των βιοτικών του σχέσεων και, πάρα ταύτα, δεν κατάφερε να υπαχθεί σε καθεστώς νόμιμης παραμονής ή, ακόμη χειρότερα, κάποια στιγμή εξέπεσε από τη νομιμότητα, έχει όλους τους καλούς λόγους να αξιώνει τη συμπερίληψή του στον νόμιμα διαμένοντα πληθυσμό της χώρας αυτής». Το τι σημαίνει «κέντρο των βιοτικών σχέσεων» και το κατά πόσον η μεταφορά του «κέντρου» αυτού στην Ελλάδα συνεπάγεται αυτομάτως και την ένταξη του παράνομου μετανάστη στον κοινωνικό ιστό είναι θέμα προς μεγάλη συζήτηση και διερεύνηση.

Οι πραγματικοί όμως στόχοι αυτής της πρότασης αποκαλύπτονται στην συνέχεια του ίδιου άρθρου όπου ο Χριστόπουλος παραδέχεται ότι «δεν βλέπω άλλη λύση από μια μεταβατική νομοθετική ρύθμιση η οποία, με τρόπο ρεαλιστικό και ανθρώπινο…θα προβλέψει συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θα μπορέσουν να καλυφθούν από έναν ικανοποιητικό αριθμό ανθρώπων που ζουν και έχουν οικογενειακώς μεταφέρει το βιός τους εδώ». Δηλαδή αυτό που προτείνεται είναι να υπάρξει μία εκ των υστέρων νομιμοποίηση, οι προϋποθέσεις της οποίας δεν θα χαραχθούν με κριτήριο τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας αλλά θα χαραχθούν με γνώμονα το να μπορούν να καλυφθούν από έναν μεγάλο αριθμό παρανόμων μεταναστών. Δηλαδή ο στόχος αυτών των προϋποθέσεων δεν θα είναι «ποιοτικός» αλλά «ποσοτικός». Στην ουσία δηλαδή τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις αυτής της «νομοθετικής ρύθμισης» θα αποτελούν έναν (κυριολεκτικά) «ελάχιστο κοινό παρονομαστή» κριτηρίων ώστε να νομιμοποιηθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι παράνομοι μετανάστες ανεξαρτήτως των αναγκών της ελληνικής κοινωνίας και των επικρατουσών σε αυτήν συνθηκών και ερήμην της ελληνικής κοινής γνώμης.

Το γεγονός ότι σε όλο το προαναφερθέν άρθρο δεν γίνεται καμμία προσπάθεια συγκεκριμενοποίησης αυτών των προϋποθέσεων, το γεγονός ότι ο Χριστόπουλος θεωρεί ανούσια την όποια συζήτηση περί επαναπροώθησης των παρανόμων μεταναστών στις χώρες προέλευσής τους αλλά και το γεγονός ότι δεν δείχνει το παραμικρό ενδιαφέρον για την ενίσχυση της φύλαξης των συνόρων οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ουσιαστικός σκοπός της πρότασης αυτής είναι το να παραμείνουν στην χώρα όσο το δυνατόν περισσότεροι παράνομοι μετανάστες οι οποίοι θα «τακτοποιηθούν» νομικά εκ των υστέρων, ενώ η εισροή παρανόμων μεταναστών θα συνεχισθεί και βεβαίως η «λύση» και σε αυτήν θα είναι μία άλλη «τακτοποίηση» και ούτω καθεξής, οδηγούμενοι έτσι σε έναν φαύλο κύκλο συνεχών εκ των υστέρων «νομιμοποιήσεων». Το πώς μία τέτοια πολιτική πρόταση θα οδηγήσει στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής – όπως διατείνονται οι εμπνευστές της – είναι άξιο απορίας.

Θα μπορούσε μία (ακόμα) εκ των υστέρων νομιμοποίηση παρανόμων μεταναστών να αποτελεί λύση;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική για τους εξής λόγους:

1) Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο, το οποίο υπεγράφη στα μέσα Οκτωβρίου 2008 και από την χώρα μας, τονίζει ότι οι εκ των υστέρων νομιμοποιήσεις δεν θα πρέπει να είναι γενικευμένες, αλλά θα πρέπει να γίνονται μόνον κατόπιν εξέτασης κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης (σελ. 7) ενώ επισημαίνεται ότι «οι παράνομοι μετανάστες που βρίσκονται σε έδαφος Κρατών-Μελών πρέπει να εγκαταλείψουν αυτό το έδαφος» (σελ. 7) και να υπάρχει «διασφάλιση ότι οι παράνομοι μετανάστες επιστρέφουν στις χώρες προέλευσής τους» (σελ. 4). Επομένως, και μόνο εξ αυτού, κάθε σκέψη για μαζική εκ των υστέρων νομιμοποίηση μεταναστών καθίσταται άτοπη.
2) Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο επισημαίνει ότι η νόμιμη μετανάστευση θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν της τις προτεραιότητες, τις ανάγκες και τις χωρητικότητες υποδοχής που καθορίζονται από κάθε Κράτος- Μέλος. Πριν από την διατύπωση της πρότασης περί νέας εκ των υστέρων νομιμοποίησης μεταναστών, έγινε κάποια εκτίμηση των αναγκών της χώρας μας οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν από εγχώριο εργατικό δυναμικό ή από εργαζόμενους προερχόμενους από χώρες-μέλη της ΕΕ; Μήπως έγινε κάποια αξιολόγηση των χωρητικοτήτων υποδοχής της χώρας μας από πλευράς κρατικών υποδομών; Οι εκατοντάδες χιλιάδες νέοι «συμπολίτες» μας θα χρειαστούν στέγη, περίθαλψη, εκπαίδευση των παιδιών τους, αστυνόμευση και λοιπές δημόσιες παροχές. Το Κράτος μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες αυτές; Διερευνήθηκε μήπως η στάση της Ελληνικής κοινής γνώμης σε μία τέτοια «λύση»;
3) Θεωρούν οι κομίζοντες την πρόταση αυτή ότι όλοι οι μετανάστες είναι εξίσου «ενσωματώσιμοι» στην ελληνική κοινωνία, ανεξαρτήτως του αριθμού τους και ανεξαρτήτως εθνοτικών, θρησκευτικών και πολιτισμικών καταβολών; Αξιολογήθηκε το αν η μόνιμη εγκατάσταση στην χώρα μας συγκεκριμένων εθνοτικών ή θρησκευτικών κοινοτήτων ενέχει «προκλήσεις» για την δημόσια τάξη, την εθνική ασφάλεια ή την συνοχή της ελληνικής κοινωνίας;
4) Επειδή κάποιοι ενδέχεται να προβάλλουν κάποια οικονομικά οφέλη που εικάζεται ότι θα προκύψουν από μία τέτοια ενέργεια, θα είχε ενδιαφέρον να μας ενημέρωναν αν έχουν υπολογίσει και τα κόστη που συνεπάγεται το εγχείρημα αυτό. Και τα κόστη αυτά (αστυνόμευσης, εκπαίδευσης, περίθαλψης κλπ) όχι απλώς δεν είναι αμελητέα, αλλά φαίνονται να είναι πολύ σημαντικά. Πώς, λοιπόν, μπορεί να γίνει λόγος για οικονομικό όφελος της χώρας χωρίς να έχει υπολογισθεί το αντίστοιχο κόστος;
5) Ακόμα και αν δινόταν μία ακόμα ευκαιρία εκ των υστέρων νομιμοποίησης, η οποία θα ήταν η πέμπτη μέσα σε μία δεκαπενταετία, σε τι θα διέφερε επί της ουσίας από τις προηγούμενες και γιατί θα επιτύγχανε εκεί που απέτυχαν εκείνες; Δεν αντιλαμβάνονται οι κομίζοντες τέτοιες προτάσεις ότι οι εκ των υστέρων νομιμοποιήσεις, καθώς επιβραβεύουν δύο παραβάσεις του νόμου (μία του μετανάστη που εισήλθε παρανόμως και μία του εργοδότη που τον χρησιμοποίησε), δίνουν κίνητρο και σε άλλους μετανάστες να εισέλθουν με κάθε τρόπο στην χώρα με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή και εκείνοι θα νομιμοποιηθούν; Δεν σκέπτονται, δηλαδή, ότι με τον τρόπο αυτό, μέσα σε λίγα χρόνια, θα έχει επιδεινωθεί το πρόβλημα, όπως ακριβώς έγινε και με τις προηγούμενες «ευκαιρίες» εκ των υστέρων νομιμοποίησης;

Αξίζει να σημειωθεί ότι όλες αυτές οι αιτιάσεις είχαν εντοπισθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η οποία ήδη από το 2004, σε ειδική έκθεσή της για την σχέση νόμιμης και παράνομης  μετανάστευσης, υπογράμμιζε ότι η αποτελεσματικότητα των (εκ των υστέρων) νομιμοποιήσεων μεταναστών έχει αμφισβητηθεί καθώς «προσφέρουν [οι νομιμοποιήσεις] μία μορφή ενθάρρυνσης της παράνομης μετανάστευσης… Προγράμματα ευρείας νομιμοποίησης και παρόμοια μέτρα φαίνονται να αυτοδιαιωνίζονται  καθώς, συχνά, επιπρόσθετα ευρέα μέτρα απαιτούνται μόλις μετά από λίγα χρόνια. Μία μελέτη προγραμμάτων νομιμοποίησης σε οκτώ Κράτη-Μέλη συμπέρανε ότι τέτοια μέτρα λαμβάνουν χώρα κατά μέσο όρο κάθε 6,5 χρόνια…» (σελ. 10). Κατά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή οι προσπάθειες εκ των υστέρων νομιμοποίησης «δεν φαίνονται να έχουν μακροπρόθεσμη επίδραση στην μείωση του αριθμού των παρανόμων μεταναστών, αλλά αντιθέτως μπορεί να λειτουργήσουν ως πρόσθετος παράγων έλξης για τους παράνομους μετανάστες… Επιπλέον, τέτοια ευρέα μέτρα έχουν επίσης επιπτώσεις για τα άλλα Κράτη-Μέλη της ΕΕ λόγω της κατάργησης των ελέγχων των εσωτερικών συνόρων» (σελ. 17). Μάλιστα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαρακτηρίζει τον επαναπατρισμό των παρανόμων μεταναστών ως «την μόνη συνεπή προσέγγιση για την αντιμετώπιση των παρανόμως διαμενόντων…» (σελ. 19). Για τους λόγους αυτούς, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι «οι νομιμοποιήσεις δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως τρόπος διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών, καθώς στην πραγματικότητα συχνά αναδύονται ως αρνητική επίδραση της μεταναστευτικής πολιτικής σε άλλα σημεία» (σελ. 17) [Commission of the European Communities “Communication from the Commission to the Council, the European Parliament, the European Economic and Social Committee and the Committee of the Regions: Study on the links between legal and illegal migration”, Brussels 4 June 2004, COM (2004) 412 (final)].

Τι θα κάνει τελικά η κυβέρνηση;

Η κυβέρνηση, δια στόματος του αρμόδιου υπουργού κ. Γιάννη Ραγκούση, έχει δηλώσει ότι «δεν θα πραγματοποιηθεί καμμία μεμονωμένη ή μαζική νομιμοποίηση οικονομικών μεταναστών» (Δελτίο Τύπου υπουργείου Εσωτερικών 28/1/2011 και 31/1/2011). Στην απόφασή της αυτή προφανώς έχει συμβάλλει και η σαφής και ξεκάθαρη θέση της κοινής γνώμης η οποία τάσσεται συντριπτικά υπέρ της απέλασης των παράνομων μεταναστών (87%) ενώ η υποστήριξη της νομιμοποίησής τους είναι πολύ ισχνή (7%) [δημοσκόπηση της ALCO για το «Πρώτο Θέμα», 13/2/2011].

Η στάση αυτή του υπουργού δεν θα πρέπει λειτουργήσει καθησυχαστικά καθώς, όπως έχει αποκαλυφθεί από το Wikileaks, σε απόρρητο τηλεγράφημά του στις 4/12/2009 ο τότε πρέσβυς των ΗΠΑ κ. Daniel Speckhard ανέφερε ότι ο κ. Ραγκούσης του είπε ότι «η κυβέρνηση μελετούσε έναν νέο γύρο νομιμοποιήσεων παρανόμων μεταναστών» και μάλιστα ο υπουργός εκτιμούσε ότι από τον νέο αυτόν γύρο θα επωφελούνταν μέχρι και 200.000 παράνομοι μετανάστες! (http://213.251.145.96/cable/2009/12/09ATHENS1685.html)

μπορούσε βεβαίως να ισχυριστεί κάποιος ότι αυτή ήταν μία θέση του υπουργού η οποία φαίνεται να έχει πλέον εγκαταλειφθεί. Όμως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Σε πρόσφατη άτυπη συνάντηση των αρμόδιων υπουργών για το μεταναστευτικό «συζητήθηκε η νομοθετική τακτοποίηση όσων μεταναστών διαβιούν και εργάζονται χρόνια στη χώρα και είναι παράνομοι. Προτάθηκε η νομιμοποίηση όσων μεταναστών έχουν έρθει στη χώρα έως το 2006 και από τότε εργάζονται συστηματικά. Όμως, υπήρξε σαφής αντίρρηση από μέλη του υπουργικού συμβουλίου για τέτοια νομοθετική ρύθμιση» (Καθημερινή, 22/2/2011). Δηλαδή, κάποιοι από τους υπουργούς και υφυπουργούς δεν απορρίπτουν μία τέτοια λύση – αντιθέτως την προωθούν ακόμα και σήμερα!

Από την άλλη, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη κ. Χρήστος Παπουτσής δηλώνει σε όλους τους τόνους ότι «Η χώρα δεν αντέχει όλους τους μετανάστες που βρίσκονται εδώ… Στην Ελλάδα λοιπόν έχει επιταχυνθεί η διαδικασία ασύλου. Όσοι το δικαιούνται θα μείνουν, καθώς και εκείνοι που διαθέτουν άδειες εργασίας και παραμονής. Όλοι οι παράνομοι μετανάστες θα απελαθούν ή θα επαναπατριστούν εθελοντικά• διαδικασία που προβλέπει επιδότηση» (Το Βήμα, 6/2/2011). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να περιμένουμε θεαματικές εξελίξεις σε αυτόν τον τομέα. Προφανώς θα απελαθούν και θα επαναπροωθηθούν άμεσα όσοι παράνομοι μετανάστες μπορούν. Τι θα γίνει όμως με τους υπόλοιπους, που αποτελούν και την συντριπτική πλειονότητα των παρανόμων μεταναστών;

Την απάντηση στο ερώτημα αυτό έδωσε το σχέδιο νόμου του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη «Περί Ίδρυσης Υπηρεσίας Ασύλου και Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής» το οποίο ψηφίσθηκε πρόσφατα από την Βουλή. Σύμφωνα με το Άρθρο 24 παράγραφος 4 του εν λόγω Νόμου σε όσους υπηκόους τρίτων χωρών δεν είναι δυνατή η επαναπροώθηση θα επιδίδεται απόφαση αναβολής της απομάκρυνσης η οποία θα  «συνιστά γραπτή βεβαίωση ότι η απόφαση επιστροφής δεν μπορεί να εκτελεσθεί προσωρινά (βεβαίωση αναβολής της απομάκρυνσης). Η βεβαίωση αυτή έχει εξάμηνη ισχύ και μπορεί να ανανεώνεται μετά από νέα κρίση σχετικά με την εξακολούθηση του ανεφίκτου της απομάκρυνσης. Κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της γραπτής βεβαίωσης, ο κάτοχός της έχει προσωρινό δικαίωμα διαμονής στην Ελλάδα και οφείλει, σε κάθε περίπτωση, να παραμένει στη διάθεση των αρμόδιων για την εκτέλεση της απομάκρυνσης αρχών και να συνεργάζεται μαζί τους, ώστε αυτή να καταστεί δυνατή σε σύντομο χρόνο». Δηλαδή, η διαμονή στην χώρα όσων παρανόμων μεταναστών η απομάκρυνση δεν είναι άμεσα εφικτή, θα «νομιμοποιείται» για έξη μήνες και το δικαίωμα αυτό θα είναι ανανεώσιμο. Είναι απορίας άξιον το τι θα κάνει η κυβέρνηση με αυτούς τους ανθρώπους στην περίπτωση που ανανεώσουν το προσωρινό δικαίωμα διαμονής τους στην χώρα μας τέσσερις-πέντε φορές και επομένως θα έχουν διαμείνει στην Ελλάδα «νόμιμα» για δύο και πλέον έτη. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι στην Αιτιολογική Έκθεση που συνόδευε το εν λόγω σχέδιο νόμου δεν γινόταν η παραμικρή εκτίμηση για τον αριθμό των παρανόμων μεταναστών των οποίων η απομάκρυνση δεν θα είναι άμεσα εφικτή και, επομένως, θα λάβουν προσωρινό δικαίωμα διαμονής στην χώρα μας. Πόσες δεκάδες (ή εκατοντάδες) χιλιάδες θα είναι αυτοί;

Μία έμπρακτη απόδειξη ότι η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει με την σοβαρότητα που πρέπει το θέμα της επαναπροώθησης των παρανόμων μεταναστών δίνεται και από το γεγονός ότι δεν έχει μεριμνήσει για την αποπληρωμή της πρώτης φάσης του προγράμματος Εθελοντικού Επαναπατρισμού Μεταναστών το οποίο υλοποιείται από τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης. Το πρόγραμμα αυτό είναι πολύ επιτυχημένο καθώς υπάρχουν πάνω από 1.500 αιτήσεις εθελούσιας επιστροφής μεταναστών στις χώρες τους και το ενδιαφέρον και από άλλους μετανάστες είναι έντονο (Καθημερινή, 17/2/2011).

Ένα τελευταίο σημαντικό θέμα αφορά εκείνους τους μετανάστες οι οποίοι κατά το παρελθόν είχαν νομιμοποιηθεί εκ των υστέρων αλλά, λόγω της οικονομικής δυσπραγίας, δεν κατάφεραν πλέον να συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα ένσημα προκειμένου να ανανεώσουν την άδεια παραμονής τους και επομένως έχουν εκπέσει σε καθεστώς παρανομίας. Αυτοί υπολογίζονται σε περίπου 60.000-80.000 ενώ σε 90.000 εκτιμώνται εκείνοι που κινδυνεύουν να περιέλθουν στην ίδια κατάσταση (Καθημερινή, 1/3/2011). Η κυβέρνηση προτίθεται να τους επαναφέρει/διατηρήσει  στην νομιμότητα μειώνοντας τον απαιτούμενο αριθμό ενσήμων για την ανανέωση της άδειας παραμονής από 200 σε 120 ετησίως (Καθημερινή, 1/3/2011). Όμως και αυτή η κυβερνητική πρωτοβουλία είναι αμφιλεγόμενη.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το πιο σημαντικό επιχείρημα για τις παρελθούσες εκ των υστέρων νομιμοποιήσεις ήταν το ότι οι μετανάστες που θα νομιμοποιούνταν προσφέρουν στην οικονομία καλύπτοντας θέσεις εργασίας και αυτό καταδεικνυόταν από τον αριθμό των ενσήμων που συγκέντρωναν. Επομένως, το γεγονός ότι πλέον οι μετανάστες αυτοί δεν καλύπτουν τον απαιτούμενο αριθμό ενσήμων ετησίως σημαίνει ότι δεν είναι πλέον απαραίτητοι για την οικονομία και άρα εκλείπει ο σημαντικότερος λόγος που είχε οδηγήσει εξ’ αρχής στην νομιμοποίησή τους. Είναι απορίας άξιον γιατί η κυβέρνηση φέρεται έτοιμη να αναλάβει μία πρωτοβουλία που θα οδηγήσει στην παραμονή στην χώρα μας ανθρώπων που τεκμηριωμένα δεν μπορούν να συγκεντρώσουν έναν αριθμό ενσήμων και, επομένως, είναι αμφίβολο το αν θα έχουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Αντιθέτως, η κυβέρνηση θα έπρεπε να ασκήσει το δικαίωμά της να μην ανανεώσει τις άδειες παραμονής τους αλλά να μεριμνήσει για τον επαναπατρισμό τους, δίνοντας τους και κάποια οικονομική βοήθεια προκειμένου να κάνουν μία νέα αρχή στην χώρα τους.

Εν κατακλείδι

Δεν αναμένεται να υπάρξει θεαματική βελτίωση στην κατάσταση που επικρατεί στην χώρα αναφορικά με το θέμα των διαμενόντων παρανόμων μεταναστών. Η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να επαναπροωθήσει όσους μπορεί άμεσα. Όμως, στους υπόλοιπους – οι οποίοι αποτελούν και την συντριπτική πλειονότητα των παρανόμων μεταναστών – θα χορηγήσει ένα προσωρινό (αλλά ανανεώσιμο) δικαίωμα διαμονής. Για το τι θα γίνει αν αυτό το «προσωρινό» δικαίωμα αποκτήσει χαρακτηριστικά μονιμότητας στην περίπτωση συνεχών ανανεώσεων δεν μας έχει διαφωτίσει η κυβέρνηση. Μάλιστα, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι στην Ελλάδα ισχύει το «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού» τότε αποκτούμε μία ιδέα για την μελλοντική εξέλιξη των πραγμάτων. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα με την δέουσα σοβαρότητα φαίνεται και από το γεγονός ότι δεν μεριμνά για την στήριξη επιτυχημένων προγραμμάτων επαναπατρισμού (όπως αυτό του ΔΟΜ) αλλά και από το γεγονός ότι καταβάλλει έντονες προσπάθειες για την παραμονή στην χώρα εκ των υστέρων νομιμοποιηθέντων μεταναστών παρ’ όλο που δεν καλύπτουν πλέον διαρκείς ανάγκες της αγοράς εργασίας, έχουν εκπέσει της νομιμότητας και πρέπει να εγκαταλείψουν την Ελλάδα.

Βεβαίως, τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά όταν η κυβέρνηση έχει ταχθεί υπέρ της πολυπολιτισμικότητας, όταν θεωρεί ότι η απεριόριστη πληθυσμιακή και πολιτισμική «διαφορετικότητα» είναι εξ’ ορισμού καλή και όταν υπάρχουν υπουργοί που δηλώνουν ότι αισθάνονται «αλληλέγγυοι με τους μετανάστες» (κ. Άννα Νταλάρα – Το Βήμα 30/1/2011) και άλλοι που δηλώνουν ότι «Η προσέγγιση προς τους μετανάστες δεν μπορεί να είναι παρά μόνον συναισθηματική» (κ. Τηλέμαχος Χυτήρης – Τα Νέα, 6/11/2010). Με αυτά τα δεδομένα και με μία πολιτική ημιμέτρων η οποία φαίνεται ότι θα ακολουθηθεί, το πρόβλημα τόσο της εισροής παρανόμων μεταναστών όσο και το ζήτημα των ήδη ευρισκόμενων στην χώρα παρανόμων μεταναστών αναμένεται να συνεχίσουν να επιδεινώνονται.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τρέχον τεύχος (τ. 14-Απρίλιος 2011) του περιοδικού “Στρατιωτική Ισορροπία & Γεωπολιτική”.

* Ο Γιάννης Κολοβός είναι επικοινωνιολόγος. Με το θέμα της μετανάστευσης ασχολείται από το 1998 και έχει συγγράψει τα βιβλία «Το Κουτί της Πανδώρας: Παράνομη Μετανάστευση και Νομιμοποίηση στην Ελλάδα» (Αθήνα: Πελασγός 2003) και «Το τέλος μίας ουτοπίας: η κατάρρευση των πολυπολιτισμικών κοινωνιών στην Δυτική Ευρώπη» (Αθήνα: Πελασγός 2008). Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Μεταναστευτική πολιτική και ενσωμάτωση μεταναστών: η περίπτωση της Ελλάδας» θα εκδοθεί σύντομα από τις Εκδόσεις Πελασγός.

.

(733) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *