Tηλεόραση: «το πανέρι με τις οχιές»

Τα βασανιστήρια ως σωματική κάκωση και άσκηση βίας απαγορεύονται στα δημοκρατικά καθεστώτα, όπως τουλάχιστον «γράφουν τα χαρτιά» και οι διακηρύξεις, όμως δεν έχουν εκλείψει. Απλώς αναπροσαρμόστηκαν, εκσυγχρονίστηκαν οι μέθοδοι βασανισμού. Την παραδοσιακή τεχνική των σωματικών πόνων διαδέχτηκε η τεχνολογία που λιανίζει το μυαλό, συντρίβει τη σκέψη και, κυρίως, ελέγχει τη συνείδηση. Οι σημερινοί βασανιστές δεν είναι τα παγερά καθάρματα του παρελθόντος, επαγγελματίες σαδιστές, κτηνάνθρωποι που ποδοπατούσαν και κατακρεουργούσαν κορμιά, αλλά «υπερειδικοί» που εξουθενώνουν και υποτάσσουν ψυχές. Τα σατανικά εργαλεία και μέσα των βασανιστηρίων δεν είναι πια τα μαστίγια, τα κνούτα και τα ηλεκτρόδια, αλλά η τηλεοπτική εικόνα, το καθημερινό βασανιστήριο κατατρομοκράτησης των πολιτών για αλλαγή ή προσαρμογή της συμπεριφοράς τους, για την πειθήνια υπακοή σε μνημόνια, για την αποκοίμηση έως αναισθησίας των αντανακλαστικών τους, για την δολοφονία των ιδεών, για το αλυσόδεμα, εντέλει, της σκέψης και την κατάλυση της διαφωνίας και τους αντίλογου. Μια συναφής παραπομπή. Στο εξαιρετικό ο «Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος» του Άλντους Χάξλεϋ, στον πρόλογο, διαβάζουμε μια προφητική σύγκριση μεταξύ του έργου του Χάξλεϋ και του περίφημου «1984» του Όργουελ.

«…Ο Όργουελ προειδοποιούσε ότι κάποια στιγμή θα επιβληθεί ένας έξωθεν αυταρχισμός. Αντιθέτως για τον Χάξλεϋ, δεν χρειάζεται Μεγάλος Αδερφός για να στερηθεί ο άνθρωπος την αυτονομία, την ωριμότητα και την ιστορική του μνήμη. Εκείνος πίστευε ότι σιγά σιγά οι άνθρωποι θα καταλήξουν να αγαπούν την καταπίεσή τους, να λατρεύουν την τεχνολογία και να αποδομήσουν την ικανότητά τους για σκέψη. Τον Όργουελ τον φόβιζαν οι άνθρωποι που θα απαγόρευαν τα βιβλία. Τον Χάξλεϋ τον φόβιζε το γεγονός ότι δεν θα υπήρχε λόγος να απαγορευτεί ένα βιβλίο γιατί δεν θα βρισκόταν άνθρωπος πρόθυμος να διαβάσει. Ο Όργουελ φοβόταν εκείνους που θα μας στερούσαν την πληροφόρηση. Ο Χάξλεϋ φοβόταν εκείνους που θα μας υπερπληροφορούσαν τόσο ώστε να καταντήσουμε πλάσματα παθητικά και εγωιστικά. Ο Όργουελ φοβόταν ότι η αλήθεια θα φυλασσόταν μυστική. Ο Χάξλεϋ φοβόταν ότι η αλήθεια θα πνιγόταν σε έναν ωκεανό σύγχυσης… Με λίγα λόγια, ο Όργουελ φοβόταν ότι θα μας καταστρέψουν αυτά που μισούμε. Ο Χάξλεϋ ότι θα μας καταστρέψουν αυτά που αγαπάμε. (…ου γαρ ό θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ’ ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω», έχουν ειπωθεί προ αιώνων αυτά, στην προς Ρωμαίους, ζ, 19). Την τηλεόραση την αγαπάμε, είμαστε εθισμένοι, εισπνέουμε χαιρέκακα τις αναθυμιάσεις της, νομίζοντας πως μένουμε απρόσβλητοι. Από μικρές δόσεις όμως αρχίζει ο καταστροφικός εθισμός και η ψυχοκτόνος εξάρτηση.

Αυτή, λοιπόν, η αγαπημένη συσκευή είναι το ακατανίκητο όπλο των βασανιστών μας. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ, νυχθημερόν ενσταλάσσονται οι δηλητηριώδεις δόσεις, ώστε να παραιτηθούν να αφοπλιστούν, να αποδεχτούν μοιρολατρικά τα θύματά της – οι πάλαι ποτέ σκεπτόμενοι πολίτες- τα υποδουλωτικά μηνύματα. Όλα τα λεγόμενα δελτία ειδήσεων – εκπομπές ιδεολογικής αποστράγγισης, εξαπάτησης και χειραγώγησης του λαού – αφιερώνουν το ήμισυ και πλέον του χρόνου τους περιγράφοντας τα δεινά μας, παρόντα και επερχόμενα. Μαυρίζει η ψυχή σου. Βασανιστές που τρομοκρατούν τον κόσμο. Το μήνυμα σαφές. Τα «μέτρα» θα περάσουν, το κακό θα σας βρει, σκύψτε, υπακούστε, βουλώστε το, κλειστείτε στα σπίτια σας, όλα για το καλό σας γίνονται, «μαζί τα φάγαμε», είστε ανεπρόκοποι, υποταχθείτε στα κελεύσματα της Τρόϊκας και των γελωτοποιών που τους εκπροσωπούν εν Ελλάδι. Στα «παραδοσιακά» βασανιστήρια, οι βασανιζόμενοι, τα θύματα, εξαναγκάζονταν για να αποφύγουν τα μαρτύρια, να ομολογήσουν και να αποδεχθούν ό,τι τους ζητούσε ο δήμιος.. «Νομίζω το ξέρετε και εσείς πως οι βασανιζόμενοι επηρεάζονται και λένε ό,τι ευχαριστεί τους βασανιστές τους – ό,τι αν εκείνοις μέλλωσι χαριείσθαι», γράφει ο ρήτορας Αντιφών στο «περί του Ηρώδου φόνου». (ν, 32).

Ίδια τακτική χρησιμοποιούν οι τηλεβασανιστές μας. Με την καθημερινή, δόλια «διδασκαλία» ξεθωριάζουν την μνήμη μας, αποστεώνουν την ζωογόνο συλλογικότητα, ενσπείρουν τον φόβο και εγκολπώνονται οι πολίτες την «διδαχή» της πορωμένης και ξεπουλημένης εξουσίας, που συμπυκνώνεται στη φράση: καθένας για τον εαυτό του, ας τους άλλους να πνιγούν. Γι’ αυτό τα μέτρα περνούν αντουφέκιστα. Υποκύπτουμε για να γλιτώσουμε το καθημερινό βάσανο.

Παρένθεση. Ακόμη και αυτή η ιταμή και χυδαία επίθεση κατά της εθνικής μας ιστορίας και μνήμης – μέσω εκπομπών, βιβλίων, περιοδικών και λοιπών αηδιών – στην παρούσα συγκυρία υποστυλώνει το βρόμικο σχέδιο για την πνευματική υποδούλωση και την υποταγή του λαού μας. Το ’21, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, το Έπος του ’40, ο αγώνας της ΕΟΚΑ, παραπέμπουν στο ηρωικό, αντιστασιακό ήθος, στο αδούλωτο φρόνημα, στο αίσθημα του χρέους και της θυσίας, στην παλικαριά, πράγματα επικίνδυνα για Μνημόνια και ξεπουλήματα της εμπερίστατης πατρίδας. Γι’ αυτό και λύσσαξαν οι εθνομάχοι. Τον «Μπραΐμη» τον προσκύνησαν οι δειλοί, οι κιοτήδες, οι σαπιοκοιλιές. Οι απροσκύνητοι πολέμαρχοι, οι Κολοκοτρωναίοι και οι Μακρυγιάννηδες, πολεμούσαν γιατί είχαν ενώπιόν τους «πίστιν και πατρίδα», τα τιμιότερα του ανθρώπου, του Έλληνα.

Τα ύπουλα, διαβρωτικά όμως βασανιστήρια δεν περιορίζονται μόνο στην κατατρομοκράτηση του λαού. Τον ίδιο στόχο έχει και η αποβλακωτική «ψυχαγωγία» που παρέχουν τα ίδια μέσα. Τα απανωτά κοπροθεάματα, όπου επώνυμοι «γυμνοσάλιαγκες» και λοιπά παρδαλοειδή, αιχμαλωτίζουν την σκέψη με τα αήθη και σιχαμερά «σκάνδαλα» διαφθείρουν, αγελοποιούν. Είναι κι αυτά ένα είδος βασανιστηρίου, το κέλυφός τους είναι ελκυστικό, αλλά είναι «πανέρι με οχιές». Πολλοί αναρωτιούνται τι κάνουμε; Γιατί δεν αντιδρά ο λαός, η πατρίδα καταστρέφεται, «τι πάθηκαν, τι γίνηκαν, του κόσμου οι αντρειωμένοι»; Απάντηση. Βλέπουν τηλεόραση, διασκεδάζουν, ηρεμούν, αποτραβιούνται εις τα ίδια, ιδιωτεύουν. Αυτοί είναι οι ιδανικοί πολίτες για τους καταστροφείς του τόπου. Για να γλυτώσουν από τους βασανιστές, απαθείς και αδρανείς, απελπισμένοι, συναινούν. Ό,τι πει η τηλεόραση, το κεντρικό δελτίο ειδήσεων, οι γνωμηγήτορες – τύπου Πρετεντέρη- που το δορυφορούν.

Έρχονται νέα φρικιαστικά μέτρα, ένας υπουργός αντιδρά – στα βασανιστήρια πάντα υπάρχει «ένας που το παίζει καλός» -και ο λαός προετοιμάζεται, αγωνιά, περιμένει την στιγμή….που η τηλεοπτική εικόνα θα δείξει τα είδωλά του: τον Μέσι και τον Ρονάλντο.

Αυτοκτονούμε εν θριάμβω, μας καταστρέφει αυτό που αγαπάμε.

Νατσιός Δημήτρης

δάσκαλος-Κιλκίς

.

(730) αναγνώσεις

17 comments

  1. Δάσκαλε, η αγωνία σου είναι έκδηλη. Επέτρεψέ μου, όμως, να επισημάνω ότι ουσιώδες χαρακτηριστικό των βασανιστηρίων είναι ο εξωτερικός καταναγκασμός. Υπό την έννοια αυτή, η τηλεόραση δυσκόλως μπορεί να χαρακτηρισθεί βασανιστήριο, καθόσον ουδείς εξωτερικός καταναγκασμός υφίσταται για την παρακολούθησή της. Στην πραγματικότητα η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων είναι πλέον εκουσίως εξαρτημένη από την τηλεόραση και αδυνατούν να νοήσουν την καθημερινότητά τους χωρίς αυτήν, όπως άλλοι εξαρτώνται από ουσίες ή πάθη που αδυνατούν να αποβάλουν διότι έχουν γίνει ένα με την φύση τους.
    Εξάλλου, η τηλεόραση αυτή καθεαυτή είναι απλώς ένα εργαλείο. Αντί για όπλο των βασανιστών, θα μπορούσε να αποτελεί άριστο μέσο εξύψωσης των θεατών και ευτυχώς υπάρχουν πλέον αρκετά τέτοια προγράμματα για όσους το επιθυμούν, έστω και σε μικρής εμβέλειας κανάλια. Συνεπώς, το πρόβλημα δεν έγκειται στην συσκευή, αλλά στην ορθή χρήση της. Για τον λόγο αυτό διαθέτει εξάρτημα ελέγχου (τηλεκοντρόλ), ώστε ο καθένας ελεύθερα να επιλέγει τι παρακολουθεί. Το μείζον πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι η πολιτεία και η κρατική εκπαίδευση επιθυμεί ανθρώπους χωρίς κρίση και αυτοπειθαρχία, υποταγμένους στις ορμές και τα πάθη τους, οι οποίοι είναι αδύνατο να ασκήσουν τον παραμικρό αυτοέλεγχο όχι μόνο στα τηλεοπτικά προγράμματα που παρακολουθούν, αλλά γενικά στην ζωή τους.

  2. Κε. Νατσιέ, επιλαμβάνεσθε ενδιαφερόντων θεμάτων και συνηθέστατα, κατ΄εμέ, από την ορθήν οπτικήν γωνίαν. Το θέμα της τηλεοπτικής κυριαρχίας επί της κοινωνίας είναι τεράστιον και ασφαλώς δεν δύναται να αναλυθή στα πλαίσια του Αντιβάρου. Επιτρέψατέ μου μερικάς παρατηρήσεις, ασφαλώς όχι εξαντλητικάς. Η προσκόλλησις εις την τηλεόρασιν είναι παγκόσμιον φαινόμενον και, κατά την ταπεινήν μου γνώμην, έχει δύο κυρίως αρχικάς πηγάς, την ευκολίαν και το θέαμα. Εξ αυτών των πηγών απορρέουν θετικαί και αρνητικαί επιδράσεις επί της κοινωνίας. Εις το κοινόν έγκειται η ευθύνη της διαπιστώσεως του θετικού ή αρνητικού ρόλου του προσφερομένου προγράμματος και η εντεύθεν επιλογή παρακολουθήσεως. Είναι όμως το κοινόν “ελεύθερον” να επιλέξη κάποιαν εκπομπήν ή να κλείση τον δέκτην; Θεωρητικώς είναι, πρακτικώς όχι. Ας εστιάσωμεν εις το “όχι” και ας επιλέξωμεν τα παιδιά, ως θέμα της επαγγελματικής σας ενασχολήσεως. Όλοι οι άνθρωποι, ως κοινωνικά ζώα (Αριστοτέλης), έχουν την ανάγκην του ανήκειν εις μίαν ομάδαν και του συναγελάζεσθαι με τους ομοίους των. Είναι γνωστόν ότι η πλειοψηφία των μαθητριών των ανωτέρων τάξεων του δημοτικού σχολείου παρακολουθεί συστηματικώς την βλακώδη σειράν “Πάττυ”. Εάν θεωρήσωμεν ότι μία μαθήτρια είναι ελευθέρα να μην την παρακολουθήση πιθανώτατα θα ευρεθή εις θέσιν κοινωνικώς αποβλήτου διότι δεν θα έχει τα αυτά ενδιαφέροντα μετά των συμμαθητριών της. Συνεπώς “υποχρεούται” εις παρακολούθησιν ανεξαρτήτως της αληθούς βουλήσεώς της. Το αυτό ισχύει και διά τους άρρενας με σημαιοφόρον το εξηλιθιωτικόν ποδόσφαιρον και τόσα άλλα αφορώντα αμφότερα τα φύλα και όλας τας ηλικίας, ως επί παραδείγματι η τρισαθλία “Γιουροβίζιον”. Από την άλλην πλευράν αι επιχειρήσεις, αντιλειφθείσαι πεδίον της δόξης λαμπρόν, εφορμούν κυριολεκτικώς εναντίον της κοινωνίας, διαιρώντας την εις ομάδας-στόχους (target groups), κατά των οποίων εκτοξεύουν τα προϊόντα των, κατά πλειοψηφίαν άχρηστα και ανθυγειινά. Επιπροσθέτως, η τηλεόρασις, εις καταλλήλους χείρας, αποτελεί ένα άριστον προπαγανδιστικόν εργαλείον ενώπιον του οποίου οι αφελείς είναι πανελώς ανυπεράσπιστοι. Παρακαλώ ας ληφθή υπ΄όψιν ότι οι προαναφερθέντες αφελείς δεν είναι άμοιροι ευθυνών, ως αδυνατούντες να κρίνουν και βαρυνόμενοι να αναγνώσουν εφημερίδας και βιβλία. Η τηλεόρασις, κατευθυνομένη υπό πολιτικών και επιχειρηματιών, αποσκοπεί εις την μαζικοποίησιν, δημιουργίαν κοινών προτιμήσεων και, κυρίως, εις “αφαίρεσιν” (διά του επαπειλουμένου κοινωνικού “αποκλιεσμού”) του δικαιώματος ατομικής γνώμης και προτιμήσεων, ήτοι της ατομικότητος.
    Κε. Νατσιέ, εις εσάς τους δασκάλους, και τους γονείς, έγκειται η ευθύνη της αποποινικοποιήσεως της ατομικότητος διά της ενθαρρύνσεως της εκφράσεως γνώμης και τον σχηματισμόν επιχειρημάτων υποστηριζόντων την εκφραζομένην γνώμην.

  3. Καλά, δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ κλείσει τὴν τηλεόραση;
    Ἂν ένας λαὸς δὲν θέλει νὰ ὑποβληθεῖ στὶς θυσίες (σιγὰ τὴν θυσία νὰ μὴν βλέπεις τηλεόραση !) ποὺ ἀπαιτοῦνται γιὰ νὰ εἶναι ἀληθῶς κυρίαρχος, τότε πρέπει νὰ βρεθεῖ ἄλλος τρόπος νὰ τοῦ ἐξασφαλισθοῦν τὰ πολὺ λιγώτερα ποὺ μπορεῖ νὰ τοῦ ἐξασφαλισθοῦν.
    Ἀλήθεια, ἡ τηλεόραση ἔλεγε λιγώτερες βλακεῖες τότε ποὺ ὑπερθεμάτιζε στὰ παράλογα αἰτήματα κάθε πικραμένου ; Τώρα μᾶς μάρανε ποὺ λέει, μεταξύ πολλῶν άνοησιῶν, καὶ τὰ αὐτονόητο : Ὅτι δὲν γίνεται νὰ μισθοδοτοῦμε τόσους ποὺ δὲν ἐργάζονται;

  4. Σωστά, σωστά ! Νὰ πολεμᾶ νὰ χτίσει ὁ δάσκαλος στὸ σχολεῖο καὶ νὰ γκρεμίζει ἡ τηλεόραση στὸ σπίτι !

  5. Τι αντιπροτείνετε κ. Γεώργιε Ιακ. Γ. σχετικώς με τον ρόλο του δασκάλου; Να πάψει να “πολεμά” επειδή υπάρχουν τηλεοράσεις στα σπίτια;

    Γιάννης Μικρός.

  6. Νὰ ἀγωνισθεῖ καὶ συνδικαλιστικῶς ὥστε νὰ φορολογηθεῖ ἀπηνῶς ἡ ἀπόκτηση, ἡ διατήρηση καὶ ἡ παρακολούθηση συσκευῶν τηλεοράσεως γενικῶς καὶ εἰδικῶς ἀπὸ νοικοκυριὰ ποὺ ἔχουν παιδιὰ σὲ προσχολικὴ ἢ σχολικὴ ἡλικία.

  7. Κε. Γεώργιε Ιακ. Γ…, παρουσιάζετε τακτικώς ανεφαρμόστους ιδέας αι οποίαι προδίδουν ελλειπή σκέψιν πριν τας δημοσιοποιήσετε. Απηνής φορολόγησις των τηλεοπτικών συσκευών και δη αυτών εις την κατοχήν οικογενειών με τέκνα! Και ο αγών θα αναληφθή υπό συνδικαλιστικήν σημαίαν! Συλλάβατε αυτό το αποκύημα κατά μόνας ή κάνετε και ιδιαίτερα μαθήματα; Ούτως ή άλλως είναι ανεπαρκέστατη η κοινωνική προστασία προς τας οικογενείας αυτάς, και, ενώπιον της υπογεννητικότητος παρ΄ημίν, τώρα θα τιμωρούνται επιπροσθέτως. Όλα δε αυτά εν μέσω οικονομικής κρίσεως ότε η τηλεόρασις έχει καταστεί το μόνον προσιτόν μέσον διασκεδάσεως. Ίσταμαι κεχηνώς προ τοιαύτης ευθυκρισίας. Η τηλεόρασις, πλην της σωρείας των σκουπιδιών, παρουσιάζει και άριστα ενημερωτικά και πολιτιστικά προγράμματα και ντοκυμανταίρ τα οποία πρέπει, κατ΄εσάς, να στερηθούν αι οικογένειαι. Προς πληροφόρησίν σας, η συντριπτική πλειοψηφία των τηλεσκουπιδιών παράγεται υπό ιδιωτικών τηλεοπτικων διαύλων, υπόπτου ιδιοκτησίας, διαπλεκομένων συμφερόντων και ανομολογήτων σκοπών. Το φαινόμενον αυτό δε είναι παγκόσμιον, συνάγω ότι γνωρίζετε την στάσιν του διαύλου CBS Fox εις τον πόλεμον του Ιράκ και την διαπλοκήν του ιδιοκτήτου, Murdoch, μετά της κυβερνήσεως Bush. Παρακαλώ να μην θεωρηθεί ότι υπερασπίζομαι την αμαρτωλήν ΕΡΤ αλλά το επίπεδον των ιδιωτικών διαύλων είναι αξιοθρήνητον από πάσης απόψεως. Αι επιχειρήσεις οφείλουν να γνωρίζουν ότι έχουν και κοινωνικήν ευθύνην πέραν της ικανοποιήσεως των μετόχων. Η κοινωνική ευθύνη συνίσταται εις την απόπειραν ανόδου του επιπέδου των θεατών, ήτοι ηγεσίαν, και ουχί εις την κολακείαν των κατωτάτων ενστίκτων προς πώλησιν σερβιεττών με φτερά, ήτοι την σχετικήν πρακτόρευσιν. Βεβαίως όλα αυτά εκφεύγουν των κελευσμάτων του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού όπου τα πάντα εάλω προ της κερδοφορίας. Ασφαλώς και δεν επιθυμούν οι ιδιοκτήται των διαύλων την άνοδον του επιπέδου του κόσμου, εάν, παρ΄ευχήν, αυτό συνέβαινε θα ηναγκάζοντο να παρέχουν ποιοτικά προγράμματα, πράγμα που υπερβαίνει τας νοητικάς δυνατοτήτας των (π.χ. κορυβαντιών κερασφόρος απολακτισθείς υπό παρουσιαστρίας) και είναι ακριβώτερα από τα τηλεσκουπίδια. Επίσης, άπαγε της βλασφημίας, το κοινόν θα ανέπτυσσε κριτικήν σκέψιν και θα καθίστατο απαραίτητος η ανεύρεσις αληθών τηλεπαρουσιαστών εις την θέσιν των παρουσών μαριονετών πλην του γεγονότος ότι θα καθίστατο αδύνατος η ανάρρησις “γκομενών”, νυν, παρελθούσης και προπαρελθούσης χρήσεως, εις τηλεοπτικούς αστέρας, βασιλίσσας “ζωνών” κ.λ.π.
    Η λύσις του προβλήματος, εάν υπάρχει, δεν είναι εύκολος. Πρώτη η πολιτεία οφείλει να δώση μαθήματα ηγεσίας και αληθούς επιθυμίας ανόδου του επιπέδου του κόσμου και μετά θα ακολουθήσουν οι ιδιωτικοί φορείς. Μη ων ιδιώτης (κατά το Αντίβαρον) αντιλαμβάνομαι ότι αυτό θα πραγματοποιηθή περί το 2700 μ.Χ. δεδομένης της πολιτικής καταστάσεως και του επιπέδου των εκλεγομένων πολιτικών εν Ελλάδι. Οι αληθείς διδάσκαλοι, ως ο κ. Νατσιός, πρέπει να διδάξουν εις τους μαθητάς των τας διαφοράς μεταξύ επιβλαβούς, επωφελούς, διασκεδαστικού και αχρήστου ώστε τα παιδιά να κρίνουν και να πράξουν αναλόγως. Ασφαλώς αυτό θα πέση εις το κενόν ενώπιον του πατρός της οικογενείας καθυβρίζοντος την αντίπαλον ομάδα κλωτσοπατινάδας και της μητρός λιγωμένης προ των τουρκικών σήριαλ.

  8. Εντάξει, ίσως να μην είναι το κατάλληλο βήμα να πω τον μακρύ μου πόνο (καίτοι μικρός) αλλά τι να το κάνω το Αντίβαρο αν δεν μπορώ να κλάψω ενίοτε στον ώμο του;

    Αντιμετωπίζω λοιπόν κύριοι μιά διπλή δυσκολία:

    Αφ’ ενός την περιορισμένη μου εφυία και μόρφωση.
    Αφ’ ετέρου το γεγονός ότι το ζήτημα είναι όντως πολύπλοκο.Ποιό ζήτημα;

    Το ζήτημα του “τι κάνουμε” στα διάφορα προβλήματα που – ούτως ή άλλως υφίσταντο – αλλά ένεκα των περιστάσεων έχουν γίνει οξύτατα, εμπεπλεγμένα – και …πολλά!

    Η αδυναμία να δράσουμε και να τα αντιμετωπίσουμε έχει ορισμένα “σταθερά χαρακτηριστικά”, που επανέρχονται σταθερά – σε βαθμό ανίας. Χωρίς πολύ – πολύ κωδικοποίηση θα παρέθετα ορισμένα παραδείγματα αυτής της ρητορικής της “αδυναμίας”

    – Δεν μπορούμε να κάνουμε αυτό εάν προηγουμένως δεν γίνει αυτό.
    – Το “θέμα” δεν είναι αυτό, αλλά εκείνο (συνήθως κάποιο “ευρύτερο”).
    – Αυτό μας μάρανε;

    Ξέρετε, όλα αυτά έχουν βάση. Οταν προσπαθείς να οργανώσεις μιά καθολικώς διαλυμένη κατάσταση, ένα χάος, και ειδικότερα όταν εντός αυτού του χάους, επιχειρείς να λύσεις συγκεκριμένα προβλήματα τότε έχεις δύο θεμελιώδεις επιλογές για να κινηθείς – με τα καλά τους και τα στραβά τους εκάστη:

    α) Εκτελείς ενέργειες “διαχείρισης κρίσης” οι οποίες ναί μεν φέρνουν κάποιο αποτέλεσμα πλην όμως επιδεινώνουν το χάος καθώς οι ενέργειές σου αυτές – προκειμένου να είναι άμεσες – δεν συνεξετάζουν όλη την συνδεσμολογία των ζητημάτων που εμπλέκονται μ’ αυτό που πας να λύσεις. Για παράδειγμα, λύσαμε μεταπολεμικώς το πρόβλημα “της στέγης” πλην όμως κάναμε πόλεις μπάχαλο.

    β) Επιχειρείς “να βάλεις μία τάξη” στο σύστημα στο σύνολό του (όποιο κατά περίπτωση θεωρείς “σύνολο”) – ενδεχομένως επανορίζοντάς το. Κάτι που είναι θεμιτό, έτσι πρέπει να γίνει, πλην όμως επειδή αυτό επιβάλει τιτάνιο σχεδιαστικό και εκτελεστικό έργο, η επίλυση των άμεσων προβλημάτων αναβάλλεται επ’ αόριστον. Για παράδειγμα “το κέντρο της Αθήνας”.

    Είτε είσαι πρωθυπουργός που πρέπει να ηγηθείς μιάς χώρας, είτε είσαι ένα τετράχρονο που “πρέπει να μαζέψει το δωμάτιό του”, (είτε οτιδήποτε ανάμεσα), το πρόβλημα των σωστών δόσεων από τα στοιχεία της μίας ή άλλης φιλοσοφίας δράσης επανεμφανίζεται σταθερά.

    Στη χώρα μας δυστυχώς εκείνο που ελλείπει παντελώς είναι η αντίληψη της έννοιας της “δόσης” – πρόκειται για την λέξη κλειδί. Ακόμα κι αν θεωρήσω ότι έχουν τις αγαθότερες των προθέσεων, στις κρίσιμες θέσεις έχουμε ανθρώπους που είτε διαπνέονται από ανεφάρμοστα “γενικά” οράματα εφ’ όλης της ύλης, είτε σπρώχνουν (όπως ο τετράχρονος) το πρόβλημα κάτω από χαλί.

    Η περιορισμένη εφυία μου λέει ότι για κάνεις πρόοδο σε μιά τέτοια δύσκολη κατάσταση πρέπει να επιλέγεις δράσεις οι οποίες – κατά το δυνατόν – να ικανοποιούν δύο παραμέτρους:

    1) Να φέρνουν κάποιο ρημάδι αποτέλεσμα.
    2) Να μην αποτελούν εμπόδιο σε ύστερες σοβαρότερες σχεδιαστικές προσπάθειες – ιδεωδώς να τις υποστηρίζουν κι όλας (αν τέλος πάντων υπάρχει ένα σχέδιο για το μετά).

    Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Τα γράφω διότι αισθάνομαι ότι έχουν εφαρμογή σε σχεδόν οποιοδήποτε θέμα καταπιανόμαστε εδώ.

    Και τα γράφω επειδή τόσο ο συντάκτης του εν προκειμένω άρθρου όσο και οι σχολιαστές του μου είναι ιδιαιτέρως συμπαθείς. Και επειδή για κάποιο ακατανόητο λόγο έχω την αίσθηση ότι θα λάβουν θέση επί του συλλογισμού μου έστω κι αν εκ πρώτης (ενδεχομένως κι εκ δευτέρας) όψεως, μοιάζει εκτός θέματος.

    Αν αυτό συμβαίνει, τότε η βοήθεια των συνομιλητών θα είναι διπλή: Θα έχω τουλάχιστον επιβεβαιώσει ότι από τις δύο δυσκολίες που γενικώς αντιμετωπίζω, η πρώτη είναι ιδιαιτέρως πραγματική.

    Φιλικά,
    Γιάννης Μικρός.

  9. Κε. Μικρέ, έχετε δίκαιον, η ανάρτησίς σας δέον να αντιμετωπισθή ως ένα vade mecum προς αντιμετώπισιν των προβλημάτων. Η κλασική μέθοδος επιλύσεως προβλημάτων έχει ως εξής:

    α) Διαπίστωσις υπάρξεως του προβλήματος.
    β) Εκπεφρασμένη επιθυμία επιλύσεως.
    γ) Διαπίστωσις των αιτίων του προβλήματος.
    δ) Ανάσχεσις των (γ) ανωτέρω και/ή επινόησις μέτρων επιλύσεως.
    ε) Εφαρμογή του (δ) ανωτέρω.

    Εν Ελλάδι τα πράγματα διαμορφούνται ως εξής:

    α) ΟΛΟΙ διαπιστώνουν την ύπαρξη του προβλήματος. Η πλειοψηφία ΔΕΝ κατανοεί το πρόβλημα, απλώς προσποιείται κατανόησιν.

    β) ΟΛΟΙ δηλώνουν διαρρήδην την ζέουσαν επιθυμίαν να επιλυθή το πρόβλημα. Μέρος των ενδιαφερομένων ΔΕΝ επιθυμεί την επίλυσιν διότι το πρόβλημα είναι επωφελές δι΄ιδιοτελείς λόγους, δηλώνει όμως την επιθυμίαν προς επίλυσιν. Άλλον μέρος, κυρίως οι πολιτικοί, αντιλαμβανόμενοι το δυσεπίτευκτον της επιλύσεως και συνεπώς ότι το γεγονός υπερβαίνει τας ελαχίστους ικανοτήτας των και το διάσημον “πολιτικόν κόστος”, “το σπρώχνουν κάτω από το χαλί”, ως προσφυώς το αναφέρετε. Διαβλέπω και έναν επιτυχή παραλληλισμόν μεταξύ των ανωτέρω και του τετραετούς.

    γ) Εδώ “αρχίζουν τα όργανα”. ΕΚΑΣΤΟΣ διαβλέπει τα αίτια του προβλήματος αναλόγως της κοσμοθεωρίας του, της πολιτικής του τοποθετήσεως, των συμφερόντων του, προσωπικών, οικογενειακών, τοπικιστικών, συντεχνιακών, κομματικών και άλλων, ων ουκ έστιν αριθμός. Το τραγελαφικόν είναι ότι πολλάκις τα συμφέροντα του ιδίου ατόμου είναι αλληλοσυγκρουόμενα. Το εθνικόν σπορ εδώ είναι η απόδοσις των ευθυνών εις “άλλους”, προκατόχους ή μη προκειμένου να εμφανισθώμεν ως αθώαι περιστεραί.

    δ) Η ανάσχεσις των γεννεσιουργών αιτίων του προβλήματος συνέχεται με τα αίτια, συνεπώς ΕΚΑΣΤΟΣ προτείνει ανάσχεσιν συμφώνως προς τα υπό του ιδίου διαπιστωθέντα αίτια. Εν Ελλάδι ο ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΓΝΩΜΩΝ επιλύσεως οιουδήποτε προβλήματος είναι η εν παντί προώθησις ιδιοτελών συμφερόντων και η μη ημετέρα απώλεια.

    ε) Αστείον.

    Όλα τα παρατεθέντα καταδεικνύουν την ανυπαρξίαν κοινωνικής συνειδήσεως και το αληθώς τραγικόν είναι ότι ο ελληνικός λαός κατόρθωσε να επιβεβαιώση την αρχιέρειαν της κοινωνικής αποδομήσεως, καν Θάτσερ, ότε έλεγε: “Δεν υπάρχει τέτοιον πράγμα ως η κοινωνία, πρόκειται περί ομάδος με συγκλίνοντα συμφέροντα”. Δεν θα καταχρασθώ του χρόνου και της υπομονής σας περεταίρω.

    Υ.Γ. Κε Μικρέ σας ευχαριστώ διά την συμπάθειάν σας, είναι αμοιβαία.

  10. Νομίζω ἡ φορολόγηση τῆς τηλεοράσεως εἶναι μιὰ ἁπλῆ καὶ πρακτικὴ πρόταση. Ἄλλωστε, ὅσοι βλέπουν τηλεόραση ἔχουν κατὰ τεκμήριον ἐλεύθερο χρόνο, ὁπότε μποροῦν θαυμάσια νὰ ἐπιλέξουν νὰ βγοῦν νὰ κάνουν ἕναν περίπατο. Ἂν πάλι, ἐπιμένουν νὰ βλέπουν σκουπίδια, ἂς ὠφεληθεῖ τοὐλάχιστον τὸ δημόσιο ταμεῖο.
    Καὶ δύο ἀκόμη παρατηρήσεις :
    Πρῶτον, στὴν Ἑλλάδα τὰ κανάλια ὡς ἐπιχειρήσεις πηγαίνουν κατὰ κρημνῶν. Ἡ ἐξυγίανση τῆς οἰκονομίας μας μετρᾶται ἀντικειμενικῶς μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν καναλιῶν ποὺ θὰ κλείσουν.
    Δεύτερον, ἡ τηλεόραση διεθνῶς πάει ἄσχημα ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως, διότι πολὺ κόσμος ἐπιλέγει νὰ ἐνημερώνεται ἀπὸ τὸ διαδίκτυο. Κι ἐκεῖ ἔχει σκουπίδια, ἀλλὰ ἡ ἐπιλογὴ τοῦ χρήστη εἶναι εὐρύτερη. Μέχρι καὶ στὸ «Ἀντίβαρο» μπορεῖ νὰ πέσει !

  11. Κε. Γεώργιε Ιακ. Γ…, είσθε επίμονος και φοβούμαι ότι δεν υπολογίζετε τις παραμέτρους των προτάσεών σας. Η φορολόγησις της τηλοψίας, ως την ενυπνιάζεσθε, ούτε απλή ούτε πρακτική πρότασις είναι. Προκειμένου να εφαρμοσθή χρειάζεται είτε να καταστή όλη η τηλοψία καλωδιακή, πράγμα ανέφικτον, είτε το σήμα όλων των διαύλων να κωδικοποιηθή ώστε έκαστος θεατής να προμηθευθή νέον αποκωδικοποιητήν βάσει του οποίου θα καταβάλη τον κεφαλικόν φόρον τον οποίον προτείνετε. Δεν χρειάζεται να διεκτραγωδήσω τι γίνεται ήδη με τις σχετικές κάρτες αποκωδικοποιητών όπου η πειρατεία θάλλει. Συνεπώς θα δημιουργηθή άλλη μία εστία παρανομίας η οποία θα χαίρη και της μείζονος υποστηρίξεως του πληθυσμού και θα χρειασθούν ακόμη περισσότεροι προσφιλείς σας δημόσιοι υπάλληλοι προκειμένου να πατάξουν το ανύπαρκτον έγκλημα. Είσθε βέβαιος ότι οι παρακολουθούντες, έστω και περιστασιακώς τηλοψίαν, έχουν ελέυθερον χρόνον; Δηλαδή ο χρόνος μεταξύ, ας είπωμεν, μεταξύ 10ης και 11ης νυκτερινής προσφέρεται διά περιπάτους και δη εν καιρώ χειμώνος; Προσωπικώς αρέσκομαι εις την όπεραν και παρακολουθώ τας σχετικάς εκπομπάς από τον δίαυλον της Βουλής. Αυτά είναι σκουπίδια; Τότε ποία η γνώμη σας; Εάν εις γονεύς επιθυμεί να γαλουχήση τα τέκνα του εις την σοβαράν μουσικήν πρέπει να πληρώση δι΄αυτό; Δεν μπορώ να φαντασθώ ασφαλέστερον τρόπον επικρατήσεως των μουσικών σκουπιδιών άτινα θα συνεχίσουν να αναμεταδίδονται από του ραδιοφώνου. Μήπως θα πρέπει να φορολογηθούν και αι συσκευαί ραδιοφώνου; Μήπως είσθε οπαδός του Όργουελ;
    Δεν αναφέρομαι εις το δίκαιον των προτάσεών σας, αυτό το ανέλυσα εις την προηγουμένην σχετικήν ανάρτησίν μου.
    Όσον αφορά τας παρατηρήσεις σας: Όντως οι δίαυλοι εν Ελλάδι βαίνουν κατά κρημνών αλλά αυτό οφείλεται εις την αισχίστην οικονομικήν διαχείρησιν, τας υπεραμοιβάς των προβεβλημένων παρουσιαστών και την προς ίδιον όφελος έγκρισιν εκπομπών υπό των αρμοδίων υπαλλήλων. Αδυνατώ να αντιληφθώ τι εννοείτε λέγων: “Ἡ ἐξυγίανση τῆς οἰκονομίας μας μετρᾶται ἀντικειμενικῶς μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν καναλιῶν ποὺ θὰ κλείσουν.” Πιθανώς με την απόλυσιν μερικών ακόμη χιλιάδων ανθρώπων. Η δευτέρα παρατήρησίς σας είναι λανθασμένη. Εις την εφημερίδα “Καθημερινή” της 15ης ισταμένου δημοσιεύεται άρθρον υπό τον τίτλον “Η αβέβαια άνοιξη του ψηφιακού τύπου” ένθα αναφέρεται ότι το διαδίκτυον έχει μερίδιον μόλις 13% εις την αποκλειστικήν ενημέρωσιν. Εις το αυτό άρθρον αναφέρεται ότι χειροτέρα είναι η οικονομική θέσις των διαδικτυακών μέσων ενημερώσεως καθότι έρευναι έχουν αποδείξει ότι μόνον το 2 τοις χιλίοις των εκεί διαφημίσεων αναγιγνώσκονται καν.

  12. Πῶς φορολογοῦνται τὰ αὐτοκίνητα ; Πῶς εἰσπράττει ἡ ΕΡΤ τὴν «συνδρομή» της. Μέθοδοι ὑπάρχουν, διάθεση δὲν ὑπάρχει οὔτε ἐργασίας, οὔτε, ἀλλοίμονο, σκέψεως. Ἀσφαλῶς πιστεύω ὂτι τὸ τζάμπα, ἀκόμα καὶ γιὰ τὰ ὡραῖα πράγματα, ὂπως οἱ ἐπισκέψεις στὰ μουσεῖα καὶ στοὺς ἀρχαιολογικοὺς χώρους, μᾶς ἔχει βλάψει. Δωρεὰν τυρί, ἄλλωστε, ἔχει μόνον στὴν φάκα. Τὸ ἔχει πεῖ ρητῶς ὁ διευθυντὴς Γαλλικοῦ καναλιοῦ : «Ἡ δουλειά μας εἶναι νὰ πουλᾶμε Κόκα-Κόλα. Γιὰ νὰ μᾶς παρακολουθήσει, ὅμως, ὁ θεατὴς, πρέπει νὰ βάλουμε καὶ πρόγραμμα ἐνημερώσεως καὶ ψυχαγωγίας».
    Παρενθετικῶς, μαζέψτε τοὺς χαρακτηρισμούς, διότι δὲν προάγουν τὴν συζήτηση. Μόνο μαρτυροῦν γιὰ τὴν ἀνατροφὴ ποὺ ἔλαβε ὁ καθ’ἕνας.

  13. Αγαπητέ κύριε Γεώργιε,

    Χρειάζομαι μιά ανακεφαλαιωση του σκεπτικού σας.

    1) Τι ακριβώς σημαίνει να φορολογηθεί η τηλεόραση; Να φορολογηθούν οι συσκευές; Να είναι χρεούμενος ο χρόνος παρακολούθησης ;

    2)Γιατί ακριβώς να φορολογηθεί η τηλεόραση; Βάσει τίνος σκεπτικού ακριβώς;

    3)Ποιά ακριβώς μοναδική ιδιότητα της τηλεόρασης είναι αυτή που φορολογείται; Πχ στο ουίσκι, ή στα σκάφη αναψυχής υπάρχει η έννοια της “πολυτέλειας”. Στον καπνό η έννοια της ανταποδοτικότητας για τις δαπάνες υγείας που καταβάλλονται για την περίθαλψη των καπνιστών. Δεν συμφωνώ βεβαίως κατ’ ανάγκην με όλες αυτές τις αντιστοιχίες, ωστόσο είμαι σε θέση να τις κατανοήσω. Στην τηλεόραση ποιά είναι ακριβώς η βάση συλλογισμού που οδηγεί στην φορολόγηση;

    4) Ποιά άλλα “μέσα” – βάσει του όποιου σκεπτικού τεθεί – θα παρεσύροντο σε φορολόγηση; Τα ραδιόφωνα; Οι υπολογιστές; Οι ασύρματοι; Τα φωτοτυπικά;

    5) H “τηλεόραση” ήδη – όπως καλώς σημειώνετε – φορολογείται. Το “υπερ ΕΡΤ τέλος” ακριβώς αυτό κάνει. Μη με αφήσετε να επεκταθώ επ’ αυτού!

    6) “Ολα γίνονται”. Σωστά τα λέτε. Με την διαφορά ότι σε ένα κράτος που βρίθει κανόνων (που κανένας δεν τηρείται) η τάση προς τις απλοποιήσεις πρέπει να δεσπόζει στο μυαλό όσων θέλουν να βοηθήσουν. Αντιλαμβάνεστε την πολυπλοκότητα των διαδικασιών που θα έπρεπε να καθιερωθούν; Εάν υποτίθεται ότι θέλουμε κάποτε να έχουμε ένα, ενιαίο φορολογικό νομοσχέδιο “10-15” σελίδων, καταλαβαίνετε ότι η πρότασή σας για να εφαρμοστεί με κάποιο (αγνοώ τελείως ποιό) “δίκαιο” τρόπο θα απαιτούσε τις μισές εξ’ αυτών

    7) Τι προηγούμενο υπάρχει από την διεθνή εμπειρία; Δεν υποστηρίζω ότι τέτοια επιχειρήματα είναι αποστομωτικά, έχουν πάντως την θέση τους ειδικά εάν η απάντηση είναι “κανένα”. Αλλά μήπως σφάλω; Μήπως υπάρχει προηγούμενο;

    Ακούστε. Συχνά – συνήθως – γράφω στο Αντίβαρο αναζητώντας το “δια ταύτα”. Βλέπω την κοινότητα ως “δεξαμενή σκέψης” από την οποία όμως μπορούν (οφείλουν) να προκύψουν καλές πρακτικές προτάσεις, με συνεκτικά σκεπτικά, ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες. Κι όχι πάντα επί της “υψηλής” πολιτικής. Η “τελική ιδεολογική θέση” που θα συνέδε αυτές τις δράσεις προτιμώ να προκύψει εκ της συνολικής τους θεώρησης παρά το αντίθετο. Με ενδιαφέρει λιγότερο να ξεκινώ από μιά τέτοια (δεδομένη) θέση για να καταλήξω στα εφαρμοστέα.

    Φυσικά όλοι έχουμε τις γενικές θεωρήσεις μας, τις ιδεολογίες μας, τις ιδέες μας και τις φιλοσοφίες μας. Απ’ αυτές όμως ο χώρος μας εδώ είναι γεμάτος. Αν κάτι του λείπει, ή εν πάσει περιπτώσει αν κάτι προσδοκώ περισσότερο απ’ όλους τους φίλους συνομιλητές είναι απόψεις για το “τι κάνουμε”. Και από τις θέσεις πάνω στο “δια ταύτα” μπορεί να βαδίσει κανείς στην αναγνώριση του ιδεολογικού, φιλοσοφικού ή άλλου υποβάθρου που τις στηρίζει.

    Υπό την έννοια αυτή προτιμώ να μιλώ μαζί σας (κι ας διαφωνώ εντόνως) παρά με άλλους συνομιλητές στο Αντίβαρο με τις “γενικές θέσεις” και “κριτικές” των οποίων μπορεί να συμφωνώ απολύτως αλλά συμπέρασμα δεν βγαίνει.

    Προσοχή μην παρεξηγηθώ! Δεν κατατάσω τους φίλτατους Νασιό και Στάθη σ’ αυτούς! Αντιθέτως! Μάλιστα με τον δεύτερο υπάρχει και το πρόσθετο πρόβλημα ότι κατά κανόνα συμφωνώ! Αν και με την ευκαιρία – καίτοι και εγώ καλός φίλος της όπερας και των σχετικών εκπομπών της Βουλής – θα έλεγα ότι θεωρώ τελείως περιττή την ύπαρξη τεσσάρων και πλέον κρατικών καναλιών. Δέχομαι ίσως να εκπέμπονται τέσσερεις σειρές προγραμμάτων στις αντίστοιχες συχνότητες αλλά όχι τέτοια σπατάλη πόρων γι’ αυτό.

    Αυτά. Οι ερωτήσεις μου αγαπητέ κ. Γεώργιε είναι πάνω στο τραπέζι.

    Φιλικά,

    Γιάννης Μικρός.

  14. 1) Ναί νὰ φορολογηθοῦν οἱ συσκευές, ἡ ἀπόκτησή τους, ὁ χρόνος κατοχῆς τους καὶ ὁ χρόνος λειτουργίας τους. Ὅπως τὰ αὐτοκίνητα. Ἡ τεχνικὴ δυνατότης ὑπάρχει. Ἀσφαλῶς πρέπει νὰ μελετηθεῖ ποιὸ μεῖγμα ἐπιβαρύνσεων θὰ εἶναι πιὸ ἀποδοτικό.
    2) Ἡ τηλεόραση θὰ φορολογηθεῖ ἀφοῦ ἐπιβάλλει στὴν κοινωνία πρόσθετο κόστος ποὺ δὲν έπιβαρύνει τὸν θεατή της, ἀλλὰ τὸ κοινωνικὸ σύνολο. Ὅπως τὸ τσιγάρο φορολογεῖται διότι οἱ καπνιστὲς βλάπτουν καὶ ἄλλους πέραν τοῦ ἑαυτοῦ τους. Ὅπως γράφει ὁ ἀρθρογράφος, ἡ τηλεόραση ἀποβλακώνει τοὺς θεατές της μὲ ἀνυπολόγιστες συνέπειες. Μὲ τὴν φορολόγηση δὲν έξαλείφουμε τὴν ἀποβλάκωση, ἀλλὰ ἐλπίζουμε νὰ τὴν περιορίσουμε. Ἀκόμα κι ἂν δὲν πετύχουμε νὰ τὴν περιορίσουμε, προσποριζόμεθα ἔσοδα γιὰ τὸ κράτος.
    3) Ἡ ἀπολύτως παθητικὴ θέση τοῦ τηλεθεατή εἶναι ἡ ἰδιότητα τῆς τηλεοράσεως ποὺ ἀποβλακώνει.
    4) Κανένα ἄλλο μέσο δὲν παρασύρεται, διότι κανένα δὲν ἔχει τὴν ἀποβλακωτικὴ δύναμη τῆς τηλεοράσεως. Ἂν κάποιο ἄλλο τὴν ἀποκτήσει, τὸ φορολογοῦμε κι αὐτό.
    5) Καλῶς φορολογεῖται, ἀλλὰ χωρεῖ πολύ μεγαλύτερη καὶ καλύτερα ὀργανωμένη ἐπιβάρυνση. Πάντως ὄχι ἀνταποδοτικοῦ χαρακτῆρος, διότι ἐνθαρρύνει σπατάλες ἀπὸ τὸν φορέα ποὺ εἰπράττει τά ἀνταποδοτικὰ τέλη.
    6) Θεωρῶ ὅτι ἡ ζημία γιὰ τὸ κράτος άπὸ τὴν ἀποβλακωτικὴ τηλεόραση εἶναι τεράστια. Συνεπῶς, δικαιολογεῖται κάθε προσπάθεια νὰ περιορισθεῖ. Τὸ πρόβλημα μὲ τὴν περιπλοκότητα τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας ὑπάρχει παντοῦ στὸν κόσμο. Ἀλλὰ μόνο στὴν Ἑλλάδα παίρνει 15 χρόνια νὰ τελεσιδικήσει μιὰ φορολογικὴ ὐπόθεση.
    7) Ἡ καλωδιακὴ τηλεόραση, ποὺ εἶναι ὁ κανόνας στὸν ἀνεπτυγμένο κόσμο, φορολογεῖται κανονικά βάσει τῶν ὅποιων κερδῶν της. Λόγῳ τοῦ ὑψηλοτάτου κόστους τῆς ἐγκαταστάσεως, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ κόστος παραγωγῆς προγραμμάτων, πολὺ λίγοι μποροῦν νὰ προσφέρουν τηλεόραση, σέ σύγκριση μέ τὸ ἑλλαδικὸ σκορποχῶρι. Αὐτοὶ οἱ λίγοι ἔχουν τὰ μέσα νὰ προσφέρουν λιγώτερο ἀποβλακωτικὴ ἐπιλογὴ στὸν θεατή. Κι ἐκεῖ ὑπάρχει ζήτημα διαπλοκῆς. Τὴν ἔνοχη συνείδησή τους οἱ ἀρχές καθησυχάζουν μὲ κανονιστικὰ μέτρα, ὂπως δωρεὰν χρόνο γιὰ κοινωνικὰ τηλεοπτικὰ μηνύματα, περιορισμὸ στὸν χρόνο τῶν διαφημίσεων κλπ. Πιστεύω ἕνας ἁπλὸς καὶ ἄδολος φόρος θὰ ἔφερνε καλύτερο ἀποτέλεσμα. Καὶ λιγώτερες θέσεις γραφειοκρατῶν στὰ κατὰ τόπους ΕΣΡ.
    Γιὰ τὰ τέσσαρα κρατικὰ κανάλια, συμφωνῶ κι ἐγώ. Εἶναι τρία περισσότερα ἀπ` ὅσα χρειαζόμαστε.

  15. Παραβαίνων την αρχήν μου, περί μη δημοσιεύσεως πολλών αναρτήσεων εις το αυτό θέμα, και συνάδοντος του γεγονότος ότι η παρούσα συζήτησις έχει εκφύγει του αρχικού άρθρου, επανέρχομαι. Η πρότασις περί φορολογήσεως της τηλοψίας γενικώς, και έτι περισσότερον των οικογενειών με τέκνα, με βρίσκει καθέτως αντίθετον διά μία πλειάδα λόγων. Την θεωρώ τεχνικώς δυσεπίτευκτον-αν όχι ανέφικτον-και πιστεύω ότι θα δημιουργήση μίαν ακόμη εστίαν παραοικονομίας και παραβατικότητος. Πέραν τούτου όμως, η αντίθεσις μου βασίζεται κυρίως επί του γεγονότος διά της φορολογήσεως τιμωρείται το μέσον και ουχί ο αληθής υπαίτιος. Διά της φορολογήσεως τα απλά τηλεσκουπίδια θα καταστούν απλώς ακριβά τηλεσκουπίδια καθότι η φορολογία δεν επιβραβεύει τας ποιοτικάς εκπομπάς, απλώς καθιστά όλας τας εκπομπάς δυσπροσίτους. Πιστεύω ότι η τηλεόρασις δύναται να αναδειχθή εις ένα μέσον ανόδου του λαού αρκεί οι δίαυλοι να αποδεχθούν την κοινωνικήν των υπευθυνότητα, η οποία απορρέει από την φύσιν του μέσου, και να μην είναι μόνον κερδοσκοπικοί οργανισμοί. Η τηλεόρασις δεν εκπέμπει μόνον σκουπίδια, εκπέμπει και εξαιρετικά προγράμματα των οποίων θα στερηθούν τα νοικοκυριά περιορισμένων οικονομικών μέσων αναπαραγομένης ούτως της ζημίας της αποβλακώσεως διά το κράτος, ήτοι ημών, κατά το (6) της αναρτήσεως του κ. Γεωργίου Ιακ. Γ… Επί τη ευκαιρία, η ρήσις σας περί δωρεάν τυρού υπάρχοντος μόνον εις την παγίδα, είναι διασκεδαστικωτάτη, σας ευχαριστώ και θα την χρησιμοποιήσω. Χρησιμοποιών την παρομοίωσιν, και προς αποφυγήν μακρυγορίας, πιστεύω ότι η επιτυχής λύσις του θέματος έγκειται εις την εκπαίδευσιν του ποντικού (θεατών) να αποφεύγη την παγίδα και να καταναλώνη επιλεκτικώς τον τυρόν, όχι εις την αναγωγήν του (δηλητηριώδους) τυρού εις είδος πολυτελείας.

  16. Προς άρσιν παρεξηγήσεων δεν εισηγήθηκα ποτέ την φοροαπαλαγή των εταιρειών που παράγουν τηλεοπτικό προϊόν. Η αναζήτηση προηγουμένου αφορούσε ακριβώς στην “φορολόγηση της απόκτησης, του χρόνου κατοχής, του χρόνου λειτουργίας κλπ”.

    Εν πάσει περιπτώσει αγαπητέ κ. Γεώργιε, έκανα τις ερωτήσεις κι έλαβα πράγματι τις απαντήσεις σας. Φαίνεται ότι δεν θα συμφωνήσουμε, αλλά σας ευχαριστώ θερμώς για το διάλογο. Για τους λόγους που παραθέτει ο κ. Στάθης (κι όχι μόνο γι’ αυτούς), είμαι αντίθετος στην πρότασή σας.

    Κύριε Στάθη πρέπει βεβαίως να σας ομολογήσω ότι δεν είμαι άτρωτος στους πειρασμούς των τυροκομικών: εκμεταλλευόμενος την ατέλεια των δηλητηρίων, μαζί με την όπερα τσιμπολογώ και λίγο ποδόσφαιρο! Αλλά ζητώ την κατανόησή σας: Την επόμενη του κονσέρτου των Τριών Τενόρων στις Θέρμες του Καρακάλλα (1990) είχε τελικό Μουντιάλ. Ναί, ξέρω, marketing, εμπορευματοποίηση, “ρέκβιεμ” της τέχνης κλπ αλλά… άνθρωπος είμαι κι εγώ!

    Φταίω;

    Φιλικά,
    Γιάννης Μικρός.

  17. Γιὰ νὰ ἀπολαμβάνω ἀφορολόγητα τὰ δύο κουτιὰ ἀφορολογήτων ἀρωματκῶν πούρων Ἁβάνας τὸν χρόνο, ἂς πάθει ὁ ἄλλος καρκῖνο. Γιὰ νὰ βλέπω δωρεὰν δύο-τρία καλὰ τηλεθεάματα τὸν χρόνο, ἂς άποβλακωθοῦν οἱ νέοι μας !
    Ἀπογοήτευσις !

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *