Η θεολογία της απελευθερώσεως

Ηλία  Β. Οικονόμου,
ομότιμου Καθηγητού του
Πανεπιστημίου Αθηνών

Την εποχή της
κατευθυνόμενης ή της  αποδομήσεως των
πεποιθήσεων , της ιστορίας, της γλώσσας και των συμβόλων, τα οποία  εκφράζουν τα μικρά εθνικά κράτη και της σταδιακής
προωθήσεως μιας παγκοσμίου οικονομικής διοικήσεως, έκκεντρης του ανθρώπου,
δηλαδή άνευ πνευματικής ιδιαιτερότητας ,πολιτισμικής ποικιλίας και ιστορικής
συνειδήσεως, πρέπει να επισημαίνεται κάθε αποστασιοποίηση από της ειδοποιούς  θεσμούς και πεποιθήσεις δια της εκθέσεως της
τεκμηριωμένης  ελληνικής και
ανθρωπιστικής βάσεως.

Η  ελληνική επανάσταση υπήρξε ως κίνημα λαού ανόμοια
της όλα τα σύγχρονά της κινήματα, επειδή κανένα από αυτά δεν στηρίχθηκε
πνευματικά και δεν προέβαλε προεχόντως θεολογία της απελευθερώσεως, ως
κεντρική  ιδεολογική αναφορά. Αυτή η ιδιαιτερότητα
ενόχλησε τότε πολλούς[1]
και ενοχλεί ακόμη και  σήμερα, επειδή
καθιστά δυσχερή την  εκμετάλλευση της ιστορίας
για σκοπούς αλλότριους των εθνικών και θρησκευτικών.

Η επανάσταση του
1821 υπήρξεν ως προπαρασκευαστική και ως εξελικτική   πορεία μίγμα περιπλόκων γεγονότων και δυσπερίγραπτων
διαπλοκών της οποίας ο χώρος, ή το «θέατρον» εξαπλώθηκε από τη Ρωσία έως τον ατλαντικό
και από την Μολδοβλαχία έως την Αίγυπτο. Τούτο συνέβη, επειδή , πέρα των αμέσως
εμπλεκομένων Ελλήνων και Τούρκων, ανεμείχθησαν και οι λοιποί κάτοικοι  των Βαλκανίων (Αλβανοί, Βούλγαροι, Σέρβοι,κ.ά.).Οι
 αναμειχθέντες πολιτικώς  ή μαχητικώς (Φιλέλληνες) ξένοι (Ρώσοι, Αυστριακοί,
Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί κ.λπ.) προσέδωσαν στο τεράστιο εγχείρημα των Ελλήνων
πανευρωπαϊκές διαστάσεις . Επί πλέον λόγω  του εκδηλωθέντος αμερικανικού ενδιαφέροντος, η
επανάσταση των Ελλήνων προσέλαβε,  τουλάχιστον
εν μέρει,  χαρακτήρα παγκόσμιο .  Με το παράτολμο εγχείρημα του μικρού, αλλά  με προγονικές δάφνες και ισχυρές θρησκευτικές
αγωνιστικές πεποιθήσεις λαού απασχολήθηκε σχεδόν ολόκληρο το βόρειο ημισφαίριο.

Οφείλω να επισημάνω
 ότι η νεώτερη ελληνική θεολογική σκέψη
δεν ετόλμησε να θέσει το ερώτημα περί του δυνατού ή μη της υπάρξεως μιας τεκμηριωμένης
στα κείμενα θεολογίας της απελευθερώσεως,  συναρτώμενης με τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου
προ, κατά και μετά το 1821. Θεώρησε  τη  δραστηριότητα αυτή ξένη της την ορθόδοξη πνευματικότητα,
ίσως επειδή τα σχετικά σύγχρονα κινήματα στη Νότια Αμερική, που αναπτύχθηκαν σε
 ρωμαιοκαθολικό χώρο, καταδικάστηκαν  από  την   Εκκλησία της, η οποία έχει διοίκηση    με ημικρατική δομή και δράση.

Η απελευθέρωση  ή λύτρωση ως θέμα και ως έννοια κατέχει
το κέντρο του χριστιανικού πιστεύω. Έχει δηλαδή θεμελιώδες δογματικό κύρος,
επειδή αναφέρεται στο σκοπό της σαρκώσεως του τριαδικού Θεού στο ιστορικό
πρόσωπο της  Ιησού. Στα επίσημα κείμενα της
αδιαιρέτου Εκκλησίας, ο της-λυτρωτικός σκοπός της ἔχει αναλυθεί και
προβληθεί ποικιλοτρόπως. Όλα τα συστηματικά θεολογικά έργα   έχουν ως
κεντρικό της θέμα την απολύτρωση του ανθρώπου από την δουλεία της  αμαρτίας, δηλαδή την εσωτερική απολύτρωση από της
επιλογές βίου που  ωδήγησαν τον άνθρωπο
στην ψυχική υποδούλωση[2].
Και η ψυχική υποδούλωση είναι πρόδρομος της κοινωνικής.

 Με την απολύτρωση  ταυτίζεται η αποκατάσταση των σχέσεων του ανθρώπου
της τον Θεό, δηλαδή η Βασιλεία των Ουρανών. Η ανάσταση εκ των νεκρών και η αιώνια
ζωή αποτελεί  την  πεμπτουσία της διδασκαλίας της Ορθοδόξου
Εκκλησίας. Και το μήνυμα αυτό αναπαράγεται συνεχώς, επί αιώνες, ολόκληρο το έτος
της ιερές ακολουθίες και κορυφώνεται στην μεγάλη εορτή της Αναστάσεως, το
Πάσχα. Και διαμορφώνει παραλλήλως και μυστικώς συνειδήσεις και πεποιθήσεις. Της
αναστάσιμους όρους έγερση, ανάσταση κ.τ.ό.,[3]  χρησιμοποίησαν οι εξεγερθέντες το 1821 για να
δηλώσουν όχι την ελπίδα της αναστάσεως των σωμάτων μόνον, της είναι η Ορθόδοξη
διδασκαλία , δηλαδή το μείζον, αλλά και την βεβαιότητα   της αποκτήσεως της πολιτικής ελευθερίας και της
αυτοτελούς κρατικής υποστάσεως , που θρησκευτικώς είναι το έλασσον. Επεξέτειναν
δηλαδή  την έννοιαν της αναστάσεως από την
σφαίρα της χριστιανικής Ανθρωπολογίας στην χριστιανική Πολιτειολογία, χωρίς να
την εκκοσμικεύσουν. Δεν την αποσυνέδεσαν από την πίστη. Αντιθέτως, ετόνισαν την
άρρηκτη σχέση της πολιτικής ελευθερίας της της θρησκευτικές της πεποιθήσεις. Αντελήφθησαν
την πίστη  ως σχέση αιτίου, και  την πολιτική ελευθερία ως σχέση αιτιατού.

Η ενότητα του έθνους
 των Ελλήνων εδραζόταν στην κοινή ελληνική
συνείδηση, που είχε  την
ελλήνικοτητά  της εναργή  στην κοινή χριστιανική ορθόδοξη ταυτότητα. Είχε
 ως παρούσα και λειτουργούσα  κοινωνική πραγματικότητα το ορθόδοξο εορτολόγιο
και το άτυπο  δίκτυο των εκατοντάδων
δυσπρόσιτων , λόγω του ορεινού του χώρου εγκαταστάσεως, μονών[4]
κ. π. ά.

Είναι εμφανέστατο
ότι  με την επανάσταση, της οποίας το
γενικό σύνθημα είναι η ελευθερία από την τυραννία, επιχειρήθηκε η δημιουργία μιας
της καταστάσεως των υποδούλων Ελλήνων. Της είναι η επιδιωκόμενη νέα κατάσταση:
Το Έθνος, το Κράτος ή κάποια άλλη και της; Την απάντηση δεν δυνάμεθα να εύρωμεν
με βάση κάποια θεωρία, η οποία επιχειρεί να
 τη διατυπώσει
ερήμην των    αυθεντικών
πηγαίων πληροφοριών. Οι ενδογενείς πηγές, προερχόμενες από της Έλληνες , οι
οποίοι έζησαν τότε, κατέγραψαν τα γεγονότα 
και διατύπωσαν της προθέσεις της (σκοπό), της ελπίδες της, της αγωνίες της
και της βεβαιότητες της για τη θετική κατάληξη  του διακυβεύματος, δεν επιτρέπεται ούτε να
αγνοούνται ούτε να παραποιούνται.

Προσφάτως
προκλήθηκε – όχι απροβλέπτως-  το
περίεργο ερώτημα περί του σκοπού της
μεγάλης των Ελλήνων επαναστάσεως. Διεσπάρει  δε με ατεκμηρίωτες υποθέσεις ή με  ασαφείς διατυπώσεις η ιδέα , σύμφωνα με την οποία  σκοπός εκείνου του αγώνα ήταν δήθεν η  δημιουργία ελληνικού έθνους(!)Συνεπώς
το τεθέν ερώτημα είναι: Έθνος   ή
Κράτος;
  Η  προσωπική μου εμπειρία , λόγω  αναστροφής με το σύνολο σχεδόν των επισήμων
και ανεπισήμων κειμένων του 1821 μου υπαγορεύει την υποχρέωση να μοιρασθώ όσα
προσέλαβα εκ  τῆς αναγνώσεως των κειμένων.
Η ερευνητική  αυτή ανάγνωση έγινε προ δύο
δεκαετιών  και  μέρος των τεκμηρίων δημοσιεύθηκε[5].
Φρονώ ότι είναι και πάλιν η ώρα να προβληθεί εκ νέου  η ενδογενής, δηλαδή η ακραιφνώς ελληνική Οπτική
των συνειδητών και δηλουμένων αιτίων και των εξω-υλικών πεποιθήσεων και   δυνάμεων που ενίσχυσαν και ωδήγησαν αποτελεσματικά
της Έλληνες  του ’21 στα γνωστά  τελεσφόρα γεγονότα.

Η ελευθερία ως αίτημα
έχει κατ’ εξοχήν χριστιανική αφετηρία. Είναι χαρακτηριστική η απάντηση του Ρήγα
Φεραίου στην  ερώτηση (της «Δημοκρατικής
Κατηχήσεως» του), της είναι ελευθερία; «Το ευμορφώτερον δώρον του Θεού, αλλά
πρέπει να έχη τινάς καθαράν καρδίαν διά να ευφραίνεται τας ευεργεσίας και
χάριτας της ελευθερίας της»[6].

Σύμφωνα με την αυτοδέσμευση
της Φιλικής Εταιρείας[7],
ο σκοπός της  είχε δύο στάθμες. Η πρώτη
και ( περιορισμένη στάθμη) στόχευε στην επίτευξη βελτιώσεως των υφισταμένων συνθηκών
διαβιώσεως των υποδούλων. Αὐτολεξεί ,«ο
σκοπός των μελών της είναι η
καλλιτέρευσις του ιδίου έθνους». Η δεύτερη (  μεγιστοποιημένη στάθμη των επιδιώξεων) στόχευε
στην ανάκτηση της ελευθερίας. Αυτολεξεί «…
κι’ αν ο Θεός συγχωρήση [τ.ε. ἐπιτρέψει]
και την ελευθερίαν του ». Ο μεν  πρώτος
σκοπός διατυπωνόταν ως ανθρωπίνως εφικτός, ο δεύτερος ως δυνατός υπό έναν όρο,  την βοήθεια του Θεού (« και ἄν  ὁ Θεός συγχωρήσει»)[8].

Δυνάμεθα να υποθέσουμε
ότι ο περιορισμένος σκοπός προσεγγίζει τον σκοπόν  της γαλλικής επαναστάσεως, ενώ ο
μεγιστοποιημένος ήταν καθαρά εθνικός ή ακριβέστερα ελληνοχριστιανικός. Επί
πλέον δυνάμεθα να
υποθέσουμε ότι
το   βασανιστικό ερώτημα περί του αναζητουμένου
εμπροσώπου διοικητικού ή εξουσιαστικού κέντρου της ἐπαναστάσεως, δηλαδή  της ανυπάρκτου και δια ταύτα επιμελώς αποκρυπτομένης
«Αρχής»,  υπήρχε μια η
de facto απάντηση: Οι κοινές θρησκευτικές
πεποιθήσεις, της οποίες , δίκην ορατού «αρχηγοῦύ» επικαλούνται οι αγωνιστές σε
κάθε ευκαιρία. Η συχνή-πυκνή επίκληση αυτού του «κέντρου κοινών πεποιθήσεων ή
αναφοράς»,
της θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε, χρησίμευε ακόμη και στην
εκουσία επιστράτευση των δισταζόντων αγωνιστῶν. Ἀρκεῖ ἡ μνεία της. Την αναφέρει
ο Κολοκοτρώνης ως εξής « εκαμα το σταυρό μου : « όσοι αγαπάτε την Πατρίδα
ελάτε κοντά μου». Εκίνησα ,με ακολουθούν 
διακόσιοι»[9]
.

Της Γενικό
στρατόπεδο τοῦ Τυργόβιστου , ὁ Ἀλ.Ὑψηλάντης[10],
της 5η Μα
ου
1821, προτρέπει «Της κινηθώμεν ουν μ’ ένθερμον χριστιανισμού ζήλον, και με αγάπην
της την πατρίδα, και της ορμήσωμεν εναντίον των χριστιανομάχων θηρίων, εναντίον
των διωκτών της δικαιοσύνης. Της σπεύσωμεν με την πίστιν εις την καρδίαν, και
με την μάχαιραν εις την χείρα υπέρ πίστεως και πατρίδος, δια να ενωθώμεν μετά των
αδελφών της, οίτινες άλλο δεν περιμένουν, ειμή μόνον την παρουσίαν της
»[11]
.

Ὁ Πετρόμπεης
Μαυρομιχάλης, ως πρόεδρος της δευτέρας Εθνοσυνελεύσεως (Άστρος) περιλαμβάνει
στα τελευταία Πρακτικά (ΝΒ, 18-4-1823),την διακήρυξη εν ονόματι  του Ελληνικού Έθνους, «ενώπιον Θεού και  ανθρώπων την
πολιτικήν των Ελλήνων ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν..  με αμετάθετον απόφασιν όλοι, όλοι οι Έλληνες….
Να ανεξαρτηθώμεν εντελώς έθνος χωριστόν, αυτόνομον και ανεξαρτητόν αναγνωριζόμενοι,
δια τν δόξαν της αγίας ημών πίστεως και την ευτυχίαν των ανθρώπων, ή  με τα όπλα εις τας χείρας όλοι, όλοι  οἱ  Έλληνες
να καταβώμεν εις της τάφους, αλλά χριστιανοί και ελεύθεροι…»[12] . Η
διακήρυξη της της Έθνοσυνελεύσεως ονομάζει της Έλληνες «Απογόνους του σοφού και φιλανθρώπου έθνους των Ελλήνων» και διαστέλει της
αρχές  της επαναστάσεως  από «τινας δημαγωγικάς και στασιώδεις ή ιδιοφελείς
μέρους τινός  του σύμπαντος ελληνικού  έθνους»[13].
Ο σκοπός , προσθέτει, σύμπαντος του ελληνικού έθνους «είναι πόλεμος εθνικός,
πόλεμος ιερός, πόλεμος, του οποίου η μόνη αιτία είναι η  ανάκτησις των δικαίων της προσωπικής ημών
ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και  της  τιμής….. »[14].

Μετά την
επανάσταση, ο Ι. Φιλήμων[15]
αναφερόμενος αναλυτικά στο σκοπό της Φιλικής Εταιρείας γράφει τα επόμενα: «Κύριον  είχεν αύτη σκοπόν την επανάστασιν, το όλον μέν
περιλαμβάνουσαν των διαφόρων υπό το σύμβολον της Ορθοδοξίας ενουμένων
εθνικοτήτων της πεπτωκυίας ελληνικής αυτοκρατορίας,  σημείον δε κυριώτατον έχουσαν την καθέδραν
ταύτης, την Κωνσταντινούπολιν. (δ)
Υπό  το αυτό ορθόδοξον και
περιληπτικώτατον πνεύμα και ο Ρήγας Φεραίος συνέταξε της Θουρίους αυτού, και ο
Κωνσταντίνος Υψηλάντης εκανόνισε την διαγωγήν αυτού. Καταλλήλως άρα οι
δημιουργοί ωνόμασαν το σύστημα τούτο «Εταιρίαν των Φιλικών» εν τω πνεύματι της
αγάπης, και ουχί Εταιρίαν των Ελλήνων εν τω πνεύματι της ατομικότητος,….»
(ε) «Απολύτως  δε η Φιλική Εταιρία συνεκροτήθη ουχί της
κατήχησιν, διότι κατηχήσεως ανάγκην δια την ελευθερίαν και ανεξαρτησίαν αυτού
ούτε ο Έλλην, ούτε ο Βούλγαρος ή ο Σέρβος είχον, αλλά της την μόρφωσιν της του
γενικού πνεύματος κέντρου, ει ο απέκειτο η 
προπαρασκευή της πόλεμον∙ και, επειδή η τοιαύτη εργασία αδύνατος ην εν
τω φανερώ, δια τούτο επήλθεν η υποχρεωτική προσφυγή εις μέτρα εν τω κρυπτώ».

Ενέχει ιδιαίτερη
αξία το γεγονός ότι το αρχικό πληθυσμιακό εύρος των της απελευθέρωση λαών ήταν
τριεθνές, περιελάμβανε δηλαδή   το
Ελληνικό, το Βουλγαρικό και το Σερβικό 
έθνος, «υπό το σύμβολον της Ορθοδοξίας ενουμένων εθνικοτήτων της
πεπτωκυίας ελληνικής αυτοκρατορίας» 
με «καθέδραν… την Κωνσταντινούπολιν», δηλαδή την προϋφισταμένην
αυτοκρατορίαν με την πρωτεύουσαν της.

Η πολυδιάσπαση
των Ελλήνων ήταν συνέπεια της ελλείψεως αυτοτελούς κρατικής υποστάσεως,
δεδομένου ότι το κατασκεύασμα του Πορθητή, δηλαδή  η 
Εθναρχεύουσα Εκκλησιαστική Ιεραρχία ήταν ετεροβαρής κατάσταση. Ὁ
«τοποτηρητής» είχε ευθύνες λογοδοσίας και όχι αυτοτέλεια εξουσίας. Άλλωστε η κατακρινομένη
διοικητική πολυδιάσπαση είχε ως προγονική αφετηρία της πόλεις-κράτη, που
επέβαλε η διαμόρφωση του ελληνικού εδάφους σε περίκλειστες από όρη πεδινές
περιοχές κ.λπ. Η προβολή της τοπικής πολυδιασπάσεως και η υποβάθμιση των
παραγόντων ενότητας δεν μαρτυρεί τίμια ιστοριογραφία.

Της
ήταν η εθνική ταυτότητα των επαναστατών;

Την προεπαναστατική
ήδη περίοδο,
ο Ρήγας ο Φεραίος κατηχεί, δηλαδή προετοιμάζει της υπόδουλους Έλληνες  με τη Δημοκρατική Κατήχηση ( ο ακριβής τίτλος
είναι «Κατήχησις Δημοκρατική»),  που είναι συντεταγμένη ως κείμενο
ερωταποκρίσεων. Το πρώτο ερώτημα «της είσαι;» Της εί;»),  , έχει ως 
απάντηση: «Ανθρωπος, Έλλην το γένος,….»[16].
Ο εκφραστής του Διαφωτισμού προβάλλει το ελληνικό γένος- και όχι της πολίτες-,
γεγονός ,το οποίο διαφορίζει της μελλοντικούς επαναστάστες, από της επαναστάσεις
και συγκεκριμένα τη γαλλική. Στα «Επαναστατικά τραγούδια»  του υπογραμμίζει τη σχέση του ελληνικού
γένους με τη θρησκευτική του ιδιότητα («Όποιος
λοιπόν είναι καλός,/ κι ορθόδοξος
χριστιανός, /».[17]
H εθνική ταυτότητα
συναπαρτίζεται από δύο στοιχεία, την ελληνικότητα και την χριστιανική ορθόδοξη
πίστη. Η πρώιμη αυτή σύνδεση του Ρήγα αποτελεί 
τη βάση της «επαναστατικής θεολογίας » του.

Η
θέση ότι την βάση και το κίνητρο  (κατά
λέξη «κίνημα») του αγώνα  αποτελούν της
δύο όψεις της ταυτότητας  (θρησκευτική και πατριωτική ) επανέρχεται
και στη  διατύπωση του Γ.Κατακουζηνού : «Η πρώτη βάσις του ιερού
κινήματος της είναι πίστις, και πατρίς, αυτά εκηρύξαμεν, αυτά και τώρα
κηρύττομεν»[18].
Ο προσδιορισμός του  επαναστατικού
κινήματος ως «ιερού» παραπέμπει στην έννοια της επαναστατικής θεολογίας.

Κατά την έναρξη
τοῦ αγώνα, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης εκδίδει , της 24 Φεβρουαρίου του 1821 στο
Ιάσιο,  Προκήρυξη [19]
στην οποία   προσφωνεί της Έλληνες ως
Γραικούς, «Άνδρες Γραικοί, όσοι
ευρίσκεσθε εις Μολδαβίαν και Βλαχίαν». Αὐτό συμβαίνει μόνο στην
επικεφαλίδα. Μετά αναφέρει πρώτα το αρχαίο ελληνικό μυθολογικό πτηνό, τον
Φοίνικα («Ιδού μετά τοσούτων αιώνων
οδύνας, απλόνει πάλιν ο φοίνιξ της
Ελλάδος μεγαλοπρεπώς τας πτερυγάς του..»). Προσθέτει «Ιδού η φίλη ημών Πατρίς Ελλάς ανυψώνει μετά θριάμβου τας προπατορικάς
σημαίας. Ο Μωρέας, η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Σερβία, η Βουλγαρία, τα Νησία του
Αρχιπελάγους, εν ενί λόγω η Ελλάς άπασα επίασε τα όπλα »[20]
διακήρυξη καταλήγει στο διδακτικό συμπέρασμα: «Όθεν όσοι

εύχονται
να ονομασθώσι Σωτήρες της Ελλάδος, και είναι διασκορπισμένοι…… , της
τρέξωσιν     εις της δρόμους…… ,δια να
συνενωθώσι  με της συναδέλφους της».
Διατυπώνει  δε και  προειδοποίηση 
της όσους αδρανήσουν και δεν στρατευθούν ότι θα επιφέρουν ατίμωση της
εαυτούς της και θα θεωρηθούν  ως «νόθοι»
Έλληνες, ανάξιοι του ελληνικού ονόματος: «Όσοι,
της,[είναι] γνήσιοι Έλληνες είναι άξιοι να πιάσωσι τα όπλα, και με όλον τούτο
μένουσιν αδιάφοροι , της ηξεύρωσιν, ότι θέλουν επισύρει εις τον εαυτόν των
μεγάλην ατιμίαν, και ότι η Πατρίς θέλει της θεωρεί ως νόθους και αναξίους του
Ελληνικού ονόματος».

Στόχος των
επαναστατών είναι  η αναγεννωμένη
μεγάλη Ελλάδα
, αφού περιλαμβάνει μαξιμαλιστικώς και της βαλκανικές χώρες. Η
αντίληψη αυτή οφείλεται στο Ρήγα Φεραίο ( βλ. Χάρτα ). Οι στρατευόμενοι στον
αγώνα  θα είναι οι μόνοι γνήσιοι και
άξιοι του «ελληνικού ονόματος», δηλαδή άξιοι να ονομάζωνται Έλληνες.
Αυτή είναι η πρώτη επίσημη διακήρυξη της εθνικής ταυτότητας από τον Υψηλάντη.

Στην πρώτη  Εθνοσυνέλευση (Επίδαυρος 1822) εγκρίνεται το
ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΝ  ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. Στο πρῶτο
τμήμα του ορίζεται ότι η πολυπληθέστερη θρησκεία της Επικράτειας, δηλαδή η
επικρατούσα στην, προφανώς ελληνική, επικράτεια είναι  η Ανατολική Ορθόδοξη του Χριστού Εκκλησία
,αλλά ορίζει και την ανεξιθρησκεία
: « Η επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν
επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας∙ ανέχεται της
η Διοίκησις της Ελλάδος πάσαν άλλην θρησκείαν και αι τελεταί και ιεροπραγίαι
εκάστης αυτών εκτελούνται ακωλύτως».

 Στο δεύτερο τμήμα  ορίζεται επισημότατα της είναι Έλληνας με τον
ακόλουθο περιγραφικό ορισμό : «Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της επικρατείας της
Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες και απολαμβάνουσιν, άνευ τινός
διαφοράς, όλων των πολιτικών δικαιωμάτων».
Έλληνας είναι ,λοιπόν, κάθε αυτόχθων (όχι ο
προερχόμενος εκτός Ελλάδος) κάτοικος στην ελληνική επικράτεια που έχει ως
θρησκευτική πίστη την πίστη στον Χριστό! Πλέον χριστοκεντρικός προσδιορισμός της
εθνικής ταυτότητας νομίζω ότι δεν έχει υπάρξει παγκοσμίως και διαχρονικώς. Η
θρησκεία προσδιορίζει την εθνική ταυτότητα και μέσω της  πληροφορούμεθα την εθνική των Ελλήνων
ταυτότητα! Σε όποιο σύγχρονό της  δεν
αρέσει τούτο, της σκεφθεί πως εκείνοι που της ελευθέρωσαν της προγόνους της
εγνώριζαν καλλίτερα από εμάς σε της επίστευαν , επειδή είχαν όχι μόνον την
πεποίθηση ,αλλά και την εμπειρία του συνδυασμού θρησκείας και επαναστάσεως στη
ζωή της.

Κατά την
διάρκεια του αγώνα, η Β΄ Εθνοσυνέλευση (στο Άστρος 1823) στο πρακτικό της τελικής
συνεδριάσεως ( αριθμ. ΝΒ΄, της 18 Απριλίου), υπογράμμισε την εθνική υπόσταση με
της ακόλουθες της των όρων Έθνος και εθνικός: «… διέταξε πολλά των γενικών του Έθνους συμφερόντων», «.. αναλόγων εθνικών δυνάμεων», « δεν
μένει, ειμή να διακηρύξη εις το όνομα  του ελληνικού έθνους,.., ενώπιον Θεού και
ανθρώπων, την πολιτικήν των Ελλήνων ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν, δια την
ανάκτησιν της οποίας
έχυσε και χύνει αίματα ποταμηδόν.. ».
Το κείμενο
περιλαμβάνει και άλλη αναφορά στο ελληνικό έθνος, συνυφασμένη με τη θρησκεία
στο πλαίσιο του σκοπού της επαναστάσεως «…
ή με τα όπλα εις τας χείρας όλοι, όλοι οι Έλληνες να καταβώμεν εις της τάφους,
αλλά χριστιανοί και ελεύθεροι , καθώς ανήκει
εις ανθρώπους…». Η επαναστατική θεολογία και αυτού του πρακτικού της Εθνο-συνελεύσεως
είναι προφανής. 

Το Πρακτικό
αναφέρεται , της ,στα επιθυμητά   αγαθά  « ό,τι λογής είναι  η πολιτική ύπαρξις και ανεξαρτησία».  Και προσθέτει με ἐμφαση ότι ταύτα [ οι
Έλληνες] «δεν γνωρίζουσιν εκ φήμης, αλλ’ έχοντες εστερήθησαν ∙ καθώς ανήκει
εις ανθρώπους  κατοικούντας γην ηρωϊκήν,
όπου όλα , την προγονικήν εύκλειαν και τας
προγονικάς αρετάς,
εμψυχώνουσι  μεγάλως ζωογονούντα∙».
Η τελευταία φράση υπονοεί προφανώς τα αρχαία μνημεία ως μάρτυρες της ελληνικής
καταγωγής των κατοίκων της Ελλάδος.Το Πρακτικό κατακλείεται  με  προσευχή της τον Θεόν υπέρ του Έθνους των
Ελλήνων: «Καιρός είναι, λοιπόν, να 
διαλυθή  σήμερον  η Συνέλευσις αύτη, ευχομένη της Θεόν τον
ζώντα τύχην αγαθήν, χάριν του  του έθνους
των Ελλήνων»[21] . Το
Πρακτικό υπογράφεται από τον πρόεδρο της Εθνικής Συνελεύσεως, Πετρόμπεη
Μαυρομιχάλη .

Στη διακήρυξη
του Προέδρου (Γ. Σισίνης) της Τρίτης Εθνοσυνελεύσεως –  στην Τροιζήνα, την 5η Μαΐου 1827,
μετά το πέρας της Εθνοσυνελεύσεως-  οι
απελευθερωθέντες πολίτες  προσφωνούνται
,έξη φορές ! « Έλληνες» και μία μόνο φορά «Συμπολίτες». Η μεν χώρα ονομάζεται
«Ελλάς» και το σύνταγμά της «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος»,  η δε κυβέρνηση «Αντικυβερνητική της
Ελλάδος Επιτροπή
».  Πουθενά δεν
υπάρχει ο όρος «Γραικός» [22].
Ἡ προφανώς περιορισμένη χρήση του όρου «πολίτης», που θα εταύτιζε ιδεολογικώς την
ελληνική επανάσταση με τη Γαλλική υποδηλώνει την ενσυνείδητη ιδιαιτερότητα της ελληνικής.

Την ίδια ημέρα, ο
πρόεδρος της Γ΄ Εθνοσυνελεύσεως (Γ. Σισίνης) απευθύνεται εγγράφως «Της άπαντας της πιστεύοντες εις Χριστόν». Η
προσφώνηση αυτή είναι θρησκευτική και συνεχίζεται  με 
πεποιθήσεις χριστιανικής ανθρωπολογίας « Ως πλάσματα του Θεού, ως άνθρωποι έχοντες τ’ αυτά δικαιώματα, όσα ο
Θεός εχάρισεν εις τον άνθρωπον, πολεμούμεν ….. Ως χριστιανοί, ούτε ήτον, ούτε
είναι  δυνατόν να πειθαρχήσωμεν,
δεσποζόμενοι από της θρησκομανείς μωαμεθανούς….», « της εβίαζον
ήτοι  να γένωμεν θύματα της μαχαίρας των,
αποθνήσκοντες χριστιανοί, ή να ζήσωμεν Τούρκοι, αρνηταί του Χριστού και οπαδοί
του Μωάμεθ∙  πολεμούμεν της
της
εχθρούς του Κυρίου της
….». Άλλο ένα επίσημο δείγμα της ορθοδόξου θεολογίας της
απελευθερώσεως από Εθνοσυνέλευση!

Το 1827 η
Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος (πρόεδρος ο Ανδρέας Ζαϊμης, και μέλη οι Σ.
Τρικούπης, Κ. Ζώτος , Π.Δ. Δημητρακόπουλος, Α.Χ. Αναργύρου, Δ. Τσαμαδός, Π. Μαυρομιχάλης,
Αν. Μοναρχίδης, Ιωάνν. Βλάχος) απευθύνει στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση, από τον Πόρο
(26 Μαρτίου 1827) έγγραφο στο οποίο ομιλεί συνεχώς περί έθνους και «υπέρ
ελευθερίας και πολιτικής υπάρξεως των Ελλήνων» [23]
Στο ίδιο έγγραφο σημειώνεται ότι «Αι
ελπίδες της [=της επιτροπής] εθεμελιούντο
εις την εξ Ύψους αντίληψιν [= βοήθεια], η
οποία ποτέ δεν εγκατέλειψε την Ελλάδα».
Τέλος, η απελευθέρωση χαρακτηρίστηκε ως  νεκρανάσταση
ή με τη γραφίδα τοῦ στρατηγού Μακρυγιάννη «.. την ἐσπλαχνία τοῦ μεγάλου Θεού,
οπού έκαμεν νεκρανάσταση  σε της της
χαμένους και σβησμένους τόσες αιώνες από τον
κατάλογο του κόσμου, να της
αναστήσει
». Τα παρατεθέντα αποτελούν μικρό μόνο δείγμα της ελληνικής αυτοσυνειδησίας
και της αποσιωπουμένης Ορθοδόξου Θεολογίας της Απελευθερώσεως.

 

Σημείωση. Η πολυτονική έκδοση του άρθρου
δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ (Αθηνών) 
το Σάββατο 16 Απριλίου 2011

 

 



[1] Ὁ Μακρυγιάννης διέσωσε
το σχόλιο ξένου επισκέπτου του, ο οποίος του επεσήμανε ως μειονέκτημα των Ελλήνων   την  ύπαρξη
ισχυρών θρησκευτικών πεποιθήσεων. Είναι γνωστόν 
άλλωστε ότι επί αιώνες ρωμαιοκαθολικοί και διαμαρτυρόμενοι ιεραπόστολοι
εργάσθηκαν με έντονους ρυθμούς για να μετατρέψουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις
των υποδούλων Ελλήνων

 [2] Βλ. Χρ.Ανδρούτσου,
Δογματική της Ὀρθοδόξου Ανατολικῆς Εκκλησίας, Εν Αθήναις 1907, σελ.218-406,
καί    Π. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμ.2ος
, σσ.2-11,219-237, ιδιαιτέρως  οι  σελ. 237-259

[3] Αξιοπρόσεκτο είναι το
γεγονός της περιορισμένης  αναφοράς στη
μυθική αντίληψη της αναστάσεως του εκ της τέφρας του αναγεννωμένου Φοίνικος και
η μηδενική χρήση του επίσης μυθικοῦ Αδώνιδος, πού ανεβίωνε  κάθε  Ανοιξη.

[4] Αυτές ανερχόμενες μόνο στην απελευθερωθείσα
Ελλάδα (Πελοπόννησο και Στερεά σε περισσότερες από τρεις εκατοντάδες, ὅπως
τεκμαίρεται ἀπό τήν λεηλασία τους τήν ὀθωνική περίοδο   με το ψευδεπίγραφο ἐκκλησιαστικό ταμείο, ἐχρησίμευσαν
ὡς βάσεις ἐξορμήσεως, «καταφύγια» κ.λπ. τῶν Ἑλλήνων ὅπως συνάγεται τόσο ἀπό τίς
ἄμεσες[4]
ὅσο καί ἀπό τίς παρεμπίπτουσες στά κείμενα πληροφορίες .

 

[5] Ἠλία
Β.Οἰκονόμου, «Κείμενα Πίστεως και Ελευθερίας. Αυθεντικαί μαρτυρίαι επωνύμων και
ανωνύμων Ελλήνων περί της  Εθνεγερσίας
του 1821 , Ἀθῆναι 1985 . Ἔκδοση του περιοδικού «ΕΚΚΛΗΣΙΑ». Ἐφεξῆς ἀναφέρεται ὡς
Κ.Π.Ε.

 

[6] .Ρήγα Φεραίου,
«Εγκόλπιον» β¨ Κατήχησις Δημοκρατική, εν ΑΠΑΝΤΑ Ρ.ΦΕΡΑΙΟΥ, Αθήνα 1970, τόμ.Β΄
σελ.756-58

[7] Ε.Γ. Πρωτοψάλτη, Ἡ
Φιλική Ἑταιρεία. Ἀναμνηστικόν τεῦχος ἐπί τῇ 150ετηρίδι  [Ακαδημία Αθηνών], Αθήναι 1964, σελ.142 και
252

[8]  ΚΠΕ,σελ.38.

[9] Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις
συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836, εν Κ.Π.Ε.  σελ.50

[10]
Ηλία
Φωτεινού, Οι άθλοι τῆς εν Βλαχία Ελληνικής Επαναστάσεως το 1821 έτος .  εν Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21, εφεξής
σημειώνονται ως  ΑΑ (επιμέλεια εκδόσεως
Εμμ. Πρωτοψάλτης ) [Έκδοση  Γ. Τσουκαλά
,Αθήνα 1955],τόμ.9ος,σελ.83-8

[11]  Ηλία Φωτεινού, Οι άθλοι.. εν Κ.Π.Ε.,σελ.
68-69.

[12] Αρχεία  της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821-1832. Αι
Εθνικαί Συνελεύσεις, τόμ. πρώτος ,σελ. 143-146 [ Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής
των Ελλήνων, Αθήναι 1971] , εφεξής ΑΡΧΕΙΑ και εν  Κ.Π.Ε.,σελ, 95-96.

[13] ΑΡΧΕΙΑ τόμ.πρῶτος,
σελ.41 εξ. Και εν Κ.Π.Ε., σελ.100

[14] ΑΡΧΕΙΑ, τόμ.πρώτος ,
σελ.293εξ. και εν Κ.Π.Ε.,σελ.154.

[15]  Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως. Αθήναι
1859, τόμ.Α΄. σελ.3-4

[16] Άπαντα Ρ. Φεραίου, Αθήνα
1970, τομ. Β, σελ.756-8

[17] Επαναστατικά Τραγούδια, εν
ΑΠΑΝΤΑ ΡΗΓΑ ΦΕΡΑΙΟΥ, τομ. Β΄, σελ.771

[18] Μονόφυλλα του αγώνος,
τόμ. Ι (Α-12), σελ.68

[19]
Βλ. Μονόφυλλα
του αγώνος. Προκηρύξεις-Θεσπίσματα-Διατάγματα 1821-1827, τόμ.1, Α-4 .

[20] Όπ. π.

[21] ΑΡΧΕΙΑ. Αι  Εθνικαί Συνελεύσεις, τόμ. πρώτος, σελ.143-146

[22] ΑΡΧΕΙΑ ,τόμ.πρώτος
,σελ.560 εξ. Και εν
Κ.Π.Ε.,σελ127 εξ.

[23] ΑΡΧΕΙΑ, τόμ.πρώτος,
σελ.438εξ. και εν
Κ.Π.Ε,σελ.137  εξ.

(888) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *