Πρόσκληση για άρθρα: πώς αντιλαμβανόμαστε την ελληνικότητα;

Το Αντίβαρο καλεί όλους τους φίλους, συνεργάτες και αναγνώστες να συμμετέχουν στον διάλογο αναζήτησης της συλλογικής μας ιδιοπροσωπείας με θέμα γύρω από τα εξής ερωτήματα:

  • Στην κρίση αξιών που περνάμε, τι θέλουμε να διασωθεί;
  • Πώς αντιλαμβανόμαστε την ελληνικότητα, την ελληνική ταυτότητα;
  • Ποια στοιχεία συνθέτουν την ελληνική ταυτότητα;
  • Ανήκουμε, τελικά, στη Δύση;
  • Υπάρχει ζήτημα επιβίωσης του ελληνισμού;
  • Ποια η ελληνική ετερότητα;
  • Μας αρκεί να είμαστε «τρόφιμοι σε ένα οικουμενικό πανδοχείο»; (Σεφέρης, δεκαετία του 1960)
  • Ποια πρόταση θέλουμε να κομίζουμε σήμερα στον κόσμο;

Στέλνετε τα κείμενά σας στη διεύθυνση: antibaro [παπάκι] antibaro [τελεία] gr

(1230) αναγνώσεις

22 comments

  1. Γίνε λίγο πιο σαφής σε παρακαλώ διότι η «συλλογική ιδιοπροσωπεία» μπερδεύει.

  2. Καλώς, πρόσθεσα παρεμφερή ερωτήματα. Ελπίζω τώρα να είναι σαφέστερο.

  3. Ο ορισμός του Γιανναρά για την Ελληνικότητα είναι αυτή που δίνει την πραγματική διάσταση της σε ότι αφορά το πώς την αντιλαμβανόμαστε:« Η Ελληνικότητα είναι συνείδηση, με την πρωτογενή ελληνική σημασία της λέξης: συνείδηση, σύνολο των «ειδήσεων», των όσων η όραση εποπτεύει και συγκροτεί σε διαυγή ενοείδεια επιγνώσεων. Επιγνώσεων κοινωνούμενου λόγου και Ιστορίας, επομένως ήθους και επιτευγμάτων αλήθειας (επιστήμης και τέχνης) – αυτό που ήταν πάντοτε η ελληνικότητα πέρα από εθνοφυλετικές ιδιοτέλειες.»

    Η Ελληνική ταυτότητα θα μπορούσα να πω ότι είναι η σύνθεση της «εθνικής συνειδητότητας(εθνικότητα)» και της «Πολιτιστικής ταυτότητας» που έχουν τα μέλη που αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες.
    Δηλαδή είναι μία συνεχής αναπαραγωγή και επανερμηνεία, των σχημάτων των σύμβολων, αξιών, μύθων, μνημών και παραδόσεων που συνθέτουν το διακριτικό της Ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς , και η μεταβαλλόμενη Ελληνική προσδιοριστική ταυτότητα με την εν λόγω κληρονομιά και των πολιτιστικών στοιχείων.
    Η «εθνική συνειδητότητα(εθνικότητα)» είναι ένα φαινόμενο συγγένειας, μια συνέχεια μέσα στον εαυτό του και μέσα σε εκείνους που μοιράζονται μια διαγενεακή σύνδεση με τους κοινούς προγόνους.

    Αυτά για αρχή.

  4. [Επαναυποβάλλω εδώ το σχόλιό μου που αναρτήθηκε με αφορμή το πρωτότυπο άρθρο του κ. Γιανναρά και στο τελικό ερώτημα που υπέβαλε ο κ. Σταλίδης
    «Στην κρίση αξιών που περνάμε, τι θέλουμε να διασωθεί;»
    Τα παρεμφερή ερωτήματα μου φαίνονται ορθότερα προς συζήτηση]

    Μια στιγμή, μια στιγμή κ. Σταλίδη!
    Εάν η -ατυχής κατ’ εμέ- εκδοχή που περιέγραψα ανωτέρω δεν ισχύει, υποχρεώνομαι να ανασυνταχθώ πλήρως στην όχθη μου, με ότι διαθέτω και να δηλώσω ότι δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου πλέον το θέμα, ούτε σαν διαλεκτική άσκηση, παρατηρώντας πριν αποχωρήσω τούτα τα ολίγα:

    Επειδή εγώ είμαι του πάλαι ποτέ “πρακτικού” και σήμερα “οικοδόμος” (αλήθεια!) θα παρακαλέσω τους φιλτάτους του “κλασσικού” με πολύ καλύτερες γνώσεις ιστορίας και φιλοσοφίας από εμένα να μου απαντήσουν πρώτα το εξής απλό:
    Ποιόν πολιτισμό γνωρίζουν να αναπτύχθηκε και να άκμασε υπό καθεστώς κατοχής και οικονομικής εξαρτήσεως;
    Ο Ιουδαϊκός, ας πούμε, επειδή γνωρίζουν και καλύτερα Παλαιά Διαθήκη από εμένα, επί Βαβυλωνίων, επί Αιγυπτίων ήταν στο “φόρτε” του ή ξεπεταγόταν κάθε φορά που πεινασμένοι αλλά ελεύθεροι διέσχιζαν ξανά την έρημο; Τον Φαραώ να ευχαριστούν ή τον Δαυίδ και τον Σολομώντα; Τι ακμή γνώριζε επί ρωμαϊκής εποχής που δεν προκύπτει ότι πεινούσε;
    Ο Ελληνικός, έγινε διάσημος για την αρχαία, ή για την ρωμαϊκή εποχή του ή όποια άλλη;
    Ποιές θεωρείτε καλύτερες στιγμές για τη Ρώμη, τις χειρότερες επί Καισάρων ή τις καλύτερες επί Καρλομάγνου;

    Προσωπικά επιλέγω λοιπόν να “δογματίσω” οικειοθελώς (πως καταντάει άνθρωπος!) επιστρέφοντας άρδην στις εκ του “πρακτικού” καταβολές μου, δηλώνοντας ότι θα δώσω πλέον προτεραιότητα στα του βίου μου και στα της αυτοδιαθέσεώς μου.
    Επισημαίνοντας την πεποίθησή μου ότι άνθρωπος στην φυλακή, όση διάθεση χρόνου και “ελευθερία” πνεύματος κι αν διαθέτει, το προϊόν θα είναι αποτέλεσμα απόγνωσης, πλάνης και αποχαύνωσης και μόνο ως τέτοιο το εξετάζω!
    Ότι αν είχα τάσεις “καλογερισμού” θα είχαν εκφρασθεί ήδη, αλλά παραμένω πεπεισμένος “κοσμικός”!

    Στο δε ερώτημα του θέματος: τι είναι αυτό που θέλουμε να διασωθεί από την κρίση; (Παραπλανητικό κατά τη γνώμη μου!)
    Η δική μου απάντηση είναι ήδη σαφής και αδιαπραγμάτευτη!
    Ο ΕΑΥΤΟΣ μας! Στην ΠΛΗΡΗ του ΟΝΤΟΤΗΤΑ! (Παρατηρώντας ότι η υλική μπορεί να υπάρχει και αυτοτελής ενώ η πνευματική ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ χωρίς της πρώτη!)
    Και δεν το συζητώ πλέον!

  5. Σωστά. Ποια λοιπόν στοιχεία απαρτίζουν τον «εαυτό μας»; Ιδού το βήμα!

  6. Θα γράψω άρθρο για την «εθνική ταυτότητα» όταν όμως διαβάσω και δύο σχετικά βιβλία(Jenkings και Eriksen), ώστε να είμαι πιο ενημερωμένος για το θέμα.

  7. Συγκλονιστική η πρόσκληση του φίλου Ανδρέα. Μου έρχεται στο μυαλό ένα είδος κάψουλας διαφυγής. Μια κιβωτός.

    Ως εάν να βρισκόμαστε στον Τιτανικό στο τέλος της δεξίωσης. Να αναγγέλλεται η βύθιση εντός δύο ωρών. Και να καλούμεθα να πάρουμε στη σωστική λέμβο μόνο τα απαραίτητα. Αισθάνομαι αμηχανία που δεν είμαι έτοιμος να απαντήσω.

    Μπορώ – όπως συμβαίνει με την πλειοψηφία των διαλόγων που αναρτώνται στο Αντίβαρο – να επισημάνω με απόλυτη άνεση “τι πήγε στραβά”.

    – Τα λάθη στη ναυπήγηση. Τα ελαττωματικά καρφιά.
    – Την έμφαση στην πολυτέλεια αντί στην λειτουργικότητα του σκάφους
    – Την επιπολαιότητα στην πλοήγηση, στη χάραξη της διαδρομής
    – Την ανεπάρκεια στις σωστικές λέμβους
    – Την έλλειψη προετοιμασίας, την πλεύση με ανοικτές τις μπουκαπόρτες στεγανοποίησης.
    – Το πρόβλημα ηγεσίας την κρίσιμη ώρα – ο καπετάνιος ενεργούσε ως υπνωτισμένος έστω κι αν προς τιμήν του τελικώς δεν απέδρασε.
    – Την σύγχυση των παραπλεόντων σκαφών. Τα λάθη συνεννόησης μαζί τους.

    Μπορώ επίσης να προβλέψω:

    – Ότι οι έχοντες την δυνατότητα θα διαφύγουν πρώτοι – σε μισοάδειες βάρκες.
    – Ότι οι βάρκες με καλύτερη κατανομή θα μπορούν να σώσουν πολύ περισσότερους αλλά ο πανικός δεν θα το επιτρέψει.
    – Ότι τελικά θα την πληρώσουν κυρίως οι επιβάτες της τρίτης θέσης.
    – Ότι προς το τέλος θα δημιουργηθεί τέτοια αναταραχή που ορισμένοι θα πυροβοληθούν από μέλη του πληρώματος που θα κρίνουν ότι αυτό είναι το καθήκον τους.

    Μα βλέπω κι άλλα πράγματα. Βλέπω τον μεγαλειώδη κ. Γιανναρά να αντιπροσωπεύει τον καλλιτέχνη που με ηρωισμό έπαιζε μέχρι το τέλος. Δεν ξέρω πόσο βοήθησε “πρακτικά” αυτούς που σώθηκαν. Ξέρω ότι διέσωσε την Αξιοπρέπεια αυτών που πέθαναν.

    Η σπαρακτική σκηνή των νερών που κατακλύζουν το κατάστρωμα, που παρασύρουν τους φτωχότερους και τους καλλιτέχνες που κάνουν την δουλειά τους μέχρι τέλους, είναι η συγκλονιστικότερη στιγμή αυτής της τραγωδίας.

    Κι ίσως αυτή ακριβώς η μακρινή εικόνα να είναι που πρέπει να διασώσουν όσοι με περισσότερη ή λιγότερη αξιοπρέπεια, έχοντας κάνει ή έχοντας παραλείψει το καθήκον τους, καταφέρουν τελικά να μπούν στις βάρκες.

    Και περισσότερο απ’ όλα τα «πρακτικά», αυτός να πρέπει να είναι ο οδηγός τους για το πώς πρέπει να ζήσουν τη ζωή τους μετά. Και για το πώς να ναυπηγήσουν το νέο τους πλοίο.

    Φιλικά,
    Γιάννης Μικρός

  8. Κε. Μικρέ, νά σας συγχαρώ διά την παρομοίωσιν και τήν ανάλυσιν του “Τιτανικού”. Επιτρέψατέ μου, όμως, να επισημάνω ότι η βύθισις του σκάφους ωφείλεται κυρίως εις την επιθυμίαν της πλοιοκτρίας εταιρείας, White Star Line, να θέση νέον ρεκόρ εις τον διάπλου του Ατλαντικού. Βάσει αυτής της επιθυμίας το πλοίον ηγνόησε τας προειδοποιήσεις περί παγόβουνων και έπλεε σχεδόν “πάσει δυνάμει” (21 kts επί 23 μεγίστης) αντί, ή της μειώσεως ταχύτητος, ή της αναμονής της αυγής, κατά την σόφρωνα τακτικήν της εποχής. Ακολουθών την σκέψιν σας μήπως θα έπρεπε να διερωτηθώμεν τις μας έστειλε εις το παγόβουνον; Τις ώρισε τον κυβερνήτην όστις αγνόησε προειεδοποιήσεις και πρακτικάς αποφυγής προσκρούσεως; Δεδομένου ότι αυτό έχει εν πολλοίς απαντηθεί, μήπως θα έπρεπε να διερωτηθώμεν και επί της φύσεως του”παγόβουνου”;

  9. Κύριε Κατσαρέ δέχομαι τις – όπως πάντα εύστοχες – παρατηρήσεις σας και σας ευχαριστώ. Tελώ εν γνώσει του γεγονότος ότι η αντιστοίχιση είναι ημιτελής. Πληθώρα περαιτέρω αναλογιών, που δεν κατεγράφησαν, μου έρχεται στο μυαλό – με το συμβολισμό του παγόβουνου φυσικά να κυριαρχεί.

    Όμως δεν θα επεκταθώ για ένα λόγο: το να ξέρεις την απάντηση στο «γιατί;» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ξέρεις την απάντηση στο «και τώρα;». Οι έγκυρες διαπιστώσεις ως προς τις αιτίες που φθάσαμε ως εδώ είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για να αποφασίσουμε τι κάνουμε εφ’ εξής. Κατακλυζόμαστε από διαπιστώσεις κι αυτό είναι ασφαλώς υγιές ειδικά καθώς πολλές εξ’ αυτών είναι ακριβέστατες. Δυστυχώς όμως η αλήθεια είναι απλή: πραγματεύονται τα εύκολα.

    Δέχομαι την πρόκληση του κ. Σταλίδη και προσπαθώ να κινηθώ στο πνεύμα της – με συναίσθηση της ανεπάρκειάς μου να ανταποκριθώ – κυρίως γιατί την βρίσκω χρήσιμη στο να κωδικοποιήσουμε τις υποψήφιες διαδρομές ενώπιον των οποίων βρισκόμαστε.

    Θα βρεθούν πολλοί να πουν ότι «τα πράγματα είναι απλά: ή κάνουμε αυτό ή κάνουμε εκείνο με τις εξής κατ’ αντιστοιχίαν επιπτώσεις» αλλά δεν έχω καθόλου πειστεί.

    Τα ερωτήματα του Ανδρέα (αγενές; δεν μπορώ να αποφασίσω αν θα αναφέρομαι σ’ αυτόν στον ενικό ή όχι!) μπορούν να εκληφθούν ως «υπαρξιακά» κάτι που έχει ούτως ή άλλως αρκετή σημασία για να τα προσέξει κανείς.

    Κάτι μου λέει όμως ότι οι πιθανές απαντήσεις μπορεί να έχουν συνάμα και πολύ άμεση και πολύ πρακτική σημασία.

    Είτε έτσι είτε αλλιώς είναι ερωτήματα που δεν περιστρέφονται γύρω από «το εύκολο πρόβλημα». Κι αυτό είναι κάτι που, μέσα στη πολύ φασαρία, το χρειαζόμαστε.

    Φιλικά,
    Γιάννης Μικρός.

  10. Μία παρέμβαση ἐκτὸς θέματος :
    Ἑλληνικότητα, συμφωνοῦμε ὅλοι, σημαίνει διάλογος. Τὰ ἀλλεπάλληλα μακροσκελῆ σχόλια ποὺ πολλαπλασιάζονται τελευταίως μοῦ θυμίζουν τὴν τακτικὴ καταστροφῆς, διὰ τῆς πολυλογίας, τοῦ διαλόγου τῶν φοιτητικῶν ἀμφιθεάτρων καὶ τῶν τηλεπαραθύρων. Ἅς ἐξασφαλίσουμε τὴν Ἑλληνικότητα, τοὐλάχιστον στὸ «Ἀντίβαρο». Ὁ ἱδρυτὴς τοῦ ἱστοτόπου μᾶς ἀνοίγει χῶρο γιὰ ἄρθρα. Ἂς τὰ γράψουμε στὸν χῶρο ὅπου ἀνήκουν καὶ ἂς μὴν τὰ γράφουμε στὰ σχόλια.

  11. Το πιάσαμε το υπονοούμενο κ. Γεώργιε και σας ευχαριστώ για το τάκτ. Τα σχόλια που αναφέρεστε εκτός από τις αναμνήσεις που σας προκαλούν, έχουν ενδεχομένως και περιεχόμενο. Αθλιο πιθανότατα πάντως όχι μονοθεματικό σαν άλλα που έχω υπ’ όψιν μου. Και οπωσδήποτε όχι αγενές.

    Εν πάσει περιπτώσει έχετε όλα τα δίκια να τα προσπεράσετε – ευχέρεια που δεν είχατε στα αμφιθέατρα. Κατά τα άλλα, αν παραβιάζω κάποιο κανόνα του Αντίβαρου, τυπικό ή άτυπο, ευχαρίστως να συμμορφωθώ.

    Γιάννης Μικρός.

  12. Εξαιρετική περιγραφή δια του “Τιτανικού” κ. Μικρέ, ομοίως και οι συμπληρώσεις του κ. Κατσαρού και όσες άλλες μπορεί να έχετε ακόμη στο μυαλό σας ή και μείς στο δικό μας!
    Σημαίνει εξαιρετική ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ καταστάσεων και προβλημάτων! Όχι ικανή, αλλά ΑΝΑΓΚΑΙΑ συνθήκη για εξεύρεση ορθών λύσεων!
    Όποιος κατάλαβε, κατάλαβε! Όποιος δεν κατάλαβε ας “βυζαντινολογεί”!
    Επί του παρόντος δεν έχω να προσθέσω άλλο!

  13. Κε Σταλίδη

    Στο ερώτημά σας κατόπιν σχολίου μου:
    [Σωστά. Ποια λοιπόν στοιχεία απαρτίζουν τον «εαυτό μας»; Ιδού το βήμα!]
    το οποίο μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτό σχολιασμό,
    επιμένετε ότι η συζήτηση αυτή πρέπει να γίνει;

    Δεν έχετε την εντύπωση ότι μπορεί να αναλωθούμε σε ατέλειωτες κοινοτυπίες για ένα θέμα που η ομήγυρις τουλάχιστον, πιστεύω διαθέτει ήδη τις απαντήσεις; Οι αρχικές σας ερωτήσεις μου φαίνονται πιό τελέσφορες!

    Δεν υπεκφεύγω της τοποθετήσεως και ιδού, αν θέλετε, ο βασικός ο άξονας των όσων θα μπορούσα να αναλύσω μιλώντας για τον ΕΑΥΤΟ μας. (Όχι “ταυτότητα” και άλλες παρερμηνίες)

    Ο εαυτός μας ΔΕΝ ΔΙΧΑΖΕΤΑΙ! Δεν διαιρείται σε δύο συστατικά μέρη! Δεν είναι υλικός αφ’ ενός και πνευματικός αφ’ ετέρου!
    Αναγκαία συνθήκη για το δεύτερο είναι το πρώτο! Το αντίστροφο δεν ισχύει!
    Δεν υπάρχει λοιπόν “πολιτισμός”, “κουλτούρα” χωρίς μέλημα εξυπηρέτησης βιοτικών αναγκών και ενασχόλησης με τα καθημερινά, τα “τετριμμένα”! Είναι στοιχεία και αυτά πολιτισμού, κουλτούρας!
    Κάθε προσπάθεια διαχωρισμού αντιβαίνει στους νόμους της ΦΥΣΗΣ! Η οποία, ως γνωστόν, “εκδικείται” με τραγικά αποτελέσματα!
    Οι απανταχού γής θρήσκοι θα το πούν παράβαση του ΘΕΙΟΥ ΝΟΜΟΥ! Και “θεία” τιμωρία!
    Το ίδιο είναι, τα ίδια λέμε!

  14. Ναι. Να διευκρινήσω όμως ότι δεν εννοούσα με εύκολα σχόλια, αλλά με κείμενα που θα προκύψουν με κόπο και σκέψη, και πάντα γύρω από τις κεντρικές ερωτήσεις.

  15. Βεβαίως και είχα καταλάβει τι εννοούσατε, άλλωστε γι αυτό παρατήρησα ότι οι αρχικές σας ερωτήσεις μου φαίνονται πιό τελέσφορες!
    Απλώς, θεώρησα καλό να μην εμπλακούμε με το συγκεκριμένο θέμα!
    Εάν μπορέσω σε κάποιο θέμα να αναπτύξω κάτι θα το κάνω μετά χαράς, αλλά έχω και εχθρό τον διαθέσιμο χρόνο! Ίσα-ίσα αυτόν του σχολιασμού και όχι πάντοτε!
    Αν και βρίσκω ότι μας ρίχνετε λίγο απότομα στα βαθιά όταν αναλογιζόμαστε τους τίτλους, την τεκμηρίωση και την εμπειρία που έχουν οι λοιποί αρθρογράφοι. Δεν πειράζει όμως, ίσως η καλή προαίρεσή μας να αρκεί!

  16. Κύριε Χονδρογιάννη σας ευχαριστώ. Εν όψει του ναυαγίου η αγωνία για την φυσική διάσωση είναι φυσιολογική. Και λογική προτεραιότητα. Συγχρόνως ισχύει ότι σε καταστάσεις επιβίωσης όσοι ξέρουν γιατί θέλουν να ζήσουν, έχουν και τις καλύτερες τύχες. Η νοσταλγία της δεξίωσης δεν είναι αρκετή.

    Τώρα βέβαια, όπως πράγματι αρμόζει, πρέπει να κοπιάσουμε περισσότερο.

    Φιλικά,
    Γιάννης Μικρός.

  17. Η συζήτηση για την ελληνικότητα είναι σημαντική. Δεν ξέρω εάν είναι επείγουσα. Και το βέβαιο είναι ότι δεν μπορεί να συζητηθεί “επειγόντως”. Ίσως όμως όντως πρέπει. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να οριοθετήσει τη συζήτηση που προκαλεί ο κ. Σταλίδης ως εξής:

    Έναντι ποίων τρεχουσών ή μεσοπροθέσμων (πιπέρι!) αποφάσεων η επίγνωση των στοιχείων της ελληνικότητάς μας είναι χρήσιμη; Δηλαδή μπροστά σε τι είδους συγκεκριμένες επιλογές ή διλήμματα βρισκόμαστε, στα οποία η διεξαγωγή της συζήτησης περί ελληνικότητας είναι απαραίτητη;

    Προφανώς δεν θέτω το ερώτημα για να ακυρώσω την συζήτηση – ακριβώς το αντίθετο. Βρίσκω ότι συνιστά καλό κριτήριο για το ποιες θέσεις θα επιλεγούν να αναπτυχθούν. Θα βοηθήσει να σκεφτούμε ενεργητικά το γιατί συζητάμε ό,τι συζητάμε και βέβαια μπορεί να προσθέσει και αρκετό νεύρο στη συζήτηση.

    Ερωτώ λοιπόν: Τι συγκεκριμένο καλούμεθα να κάνουμε (ή να απορρίψουμε) το οποίο επιβάλλει να συζητήσουμε όσα (άριστα πράττοντας) θέτει ο κ. Σταλίδης;

    Φιλικά,
    Γιάννης Μικρός.

  18. Το άρθρο που ζητάτε να γραφτεί, κ. Σταλίδη, είναι
    στην ουσία πρακτικά ολόκληρου συνεδρίου.

    Αλλά παρόλα αυτά, γνωρίζω ότι πονάτε για την κατάντια
    του Γένους, όπως πονά κάθε υγειής άνθρωπος, μ’ αυτά
    που ζούμε σ’ αυτές τις μέρες, σ’ αυτές τις ώρες…

    Θα σας γράψω σύντομα, κάνοντας ειλικρινή προσπάθεια
    να συμπυκνώσω κάποια πράγματα, σε δυο-τρεις σελίδες.
    Θα πρέπει να ξέρετε όμως, και είμαι σίγουρος ότι το
    γνωρίζετε, πως μια κουλτούρα, ένας πολιτισμός, είναι
    κενός χωρίς μουσική, χωρίς ζωγραφική, χωρίς τέχνη…για
    να γράψει κανείς για την ταυτότητά μας, πρέπει να
    γνωρίζει πολλά πράγματα…για παράδειγμα, πόσα άραγε
    γνωρίζουμε για την μουσική μας στον Μεσαίωνα; Αν ρωτήσετε
    κάποιον να σας πει για την μουσική του (δήθεν) “Βυζαντίου”
    (του Βασιλείου των Ρωμαίων δηλαδή), θα σας πει
    ότι η μουσική ήταν “βυζαντινή”, όντας σχεδόν σίγουρος
    ότι οι άνθρωποι πατούσανε στην οκτάηχο. Πόσα άραγε
    δεν γνωρίζουμε, για την μουσική των αυλικών τελετών,
    για την επίδραση της Δύσης, από τον 8ο αιώνα (δειλά-δειλά)
    μέχρι και τα χρόνια των Μεδίκων, στον 15ο αιώνα. Πόσα
    δεν γνωρίζουμε για την επίδραση της φραγκικής λογοτεχνίας
    στην δική μας: μα πολλές φορές Φράγκοι γράψανε στην
    ελληνική (στην των Ρωμαίων γλώσσα): θεωρείται σχεδόν
    σίγουρο ότι Φράγκος συνέγραψε το χρονικόν του Μωρέα.
    Φράγκος συνέγραψε και τον Ιμπέριο και την Μαργαρώνα…
    εκρωμαϊσμένος Φράγκος και τον Ερωτόκριτο…
    Καμιά φορά θαρρούμε πως οι πολιτισμοί είναι απομονωμένοι,
    αγνοώντας ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: δεν υπάρχουνε
    ατόφιοι πολιτισμοί, “καθαροί” πολιτισμοί.

    Το μυστικό της “επιτυχίας”, της μακροζωίας και της
    μακροημέρευσης ενός έθνους είναι ο σεβασμός του
    για το διαφορετικό. Δεν είναι τυχαίο ότι όταν
    υπήρξαν τάσεις διχασμού ή και ακραίες συγκρούσεις,
    στην Αυτοκρατορία μας, αποσχίστηκαν τμήματά της.
    Άλλoτε μας δίχασαν οι Φράγκοι, άλλoτε οι ανθενωτικοί,
    άλλoτε οι νεο-πλατωνιστές. Οι δε τελευταίοι εισήγαγαν
    και τον φυλετισμό, με ολέθρια αποτελέσματα, που
    τα πληρώνουμε ακόμη και σήμερα στα Βαλκάνια.
    Θα αναφερθώ με βιβλιογραφία στους Πληθωνικούς,
    που υπήρξαν μοιραίοι για την Ρωμαιοσύνη, σε μια
    περίοδο που αγκομαχούσε.

    Νομίζω λοιπόν πως η απάντηση σε όλα τα ερωτήματα που θέσατε
    πρέπει να έρθει μετά την απάντηση στις εξής ερωτήσεις:

    (Ι) Ποιοί ήμαστε (ή καλύτερα ποιοί ήταν οι κοντινότεροι
    πρόγονοί μας) τον 15ο αιώνα;

    (ΙΙ) Ήταν οι άνθρωποι του 15ο αιώνος οι “ίδιοι”,
    πολιτισμικά τουλάχιστον, με αυτούς του 13ου αιώνος;

    (ΙΙΙ) Ήταν οι άνθρωποι του 13ου αιώνος οι “ίδιοι”,
    τουλάχιστον πολιτισμικά, με αυτούς του 8ου αιώνος;

    (ΙV) Ήταν οι άνθρωποι του 8ου αιώνος οι “ίδιοι”,
    πολιτισμικά τουλάχιστον, με αυτούς του 4ου αιώνος;

    (V) Ήταν οι άνθρωποι του 4ου αιώνος οι “ίδιοι”,
    τουλάχιστον πολιτισμικά, με αυτούς των πρωτοχριστιανικών χρόνων;

    (VI) Ήταν οι άνθρωποι των πρωτοχριστιανικών χρόνων οι “ίδιοι”,
    πολιτισμικά τουλάχιστον, με αυτούς που ζούσαν
    στα προ Χριστόν ρωμαϊκά κι ελληνιστικά χρόνια;

    (VII) Ήταν οι άνθρωποι των ελληνιστικών χρόνων οι “ίδιοι”,
    τουλάχιστον πολιτισμικά, με τους ανθρώπους που
    ζούσαν στα προ των Μακεδόνων χρόνια;

    (VIII) Ήταν ο προ των Μακεδόνων αρχαίος κόσμος όμοιος
    παντού, σε όλες τις περιόδους και σε όλους τους τόπους;

    Αφού λοιπόν απαντηθούν, κατά προσέγγιση, οι παραπάνω
    ερωτήσεις, θα πρέπει να αναρωτηθούμε τί διασώζεται,
    όλα αυτά τα χρόνια, αν διασώζεται, μεταξύ των ανθρώπων;
    Εδώ θα πρέπει να προσέξουμε _ιδιαίτερα_, και να μην
    δώσουμε αφελείς απαντήσεις του στυλ “η γλώσσα επιβίωσε,
    ανέπαφη” κλπ. κλπ.

    Και εάν αποφασίσουμε, τελικά, για το πόσο κακό μας
    έκανε η Τουρκοκρατία, από τον 15ο αιώνα μέχρι και
    τις μέρες μας (διότι ας μην ξεχνούμε ότι η Ρωμηοσύνη
    δεν ελευθέρωσε ποτέ τα εδάφη της!), θα πρέπει να
    αποφασίσουμε ποιά κουλτούρα μας “ταιριάζει” περισσότερο.
    Αν όντως μακελεύτηκε η γλώσσα μας και ο πολιτισμός μας
    μέσα στο Ισλαμ, τότε με ποιούς “προγόνους” θα μπορούσαμε
    να ταυτιστούμε, έτσι που να συνταιριάζει αυτή η ταύτιση
    με το σήμερα, και να μην φουσκώνουμε σαν παγώνια υπερηφανευόμενοι
    σαν τους φτωχούς μουσουλμάνους, στα προάστια του Καϊρου,
    που θαρρούν πως είναι απόγονοι των Φαραώ…

    Στην απάντηση, που σκοπεύω να σας στείλω προσεχώς,
    όταν βρεθεί χρόνος, θα σας παραθέσω την δική μου άποψη.
    Η οποία είναι ότι είμαστε γέννημα θρέμμα Ρωμαίοι. Ο αρχαίος
    κόσμος συνάντησε τον Χριστιανισμό, σε μια περίοδο που
    η ελληνική γλώσσα ήτανε κοινή, στην Μεσόγειο τουλάχιστον.
    Δεν πέθανε ο αρχαίος πολιτισμός: καταρρέοντας, άφησε πολλά
    στοιχεία του στον νέο πολιτισμό που αναδυόταν: στον ρωμαϊκό.
    Οι ελληνόφωνοι λαοί, οι Έλληνες/Ελληνιστές, γίνανε Ρωμαίοι,
    και αδελφοί με τους Λατίνους, τους Κέλτες, τους Γαλάτες,
    τους Θράκες…όλοι γίνανε Χριστιανοί, κρυπτοχριστιανοί,
    κι αργότερα,με τον Διάταγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου,
    υπερήφανοι Χριστιανοί Ρωμαίοι.

    Βέβαια η ιστορία δεν είναι τόσο απλή, ούτε τόσο ρόδινη,
    σαν παραμύθι: ένα σωρό πολιτισμοί, από Ανατολή, Δύση,
    Βορρά και Νότο συγκρούστηκαν με το των Ρωμαίων Βασίλειο.
    Άλλοι αφομοιώθηκαν και άλλοι (μας) αφομοίωσαν. Σαν ποτάμια
    που συναντιώνται, και ανακατεύονται τα νερά τους.

    Πιστεύω, από τα κείμενα που διαβάζω, αλλά και από τα λείψανα,
    τ’ απομεινάρια που βρίσκονται στην επικράτεια της χώρα μας
    (κάστρα, εκκλησιές, σπίτια…) οι άνθρωποι
    του 15ου αιώνα είναι πολύ κοντά σε μας. Όχι μόνον χρονικά,
    αλλά και πολιτισμικά.

    Ας αφήσω, προς το παρόν, τον ανώνυμο συγγραφέα, στα μέσα
    του 15ου αιώνα, να μιλήσει:

    (t.) [ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΜΟΝΩΔΙΑ
    ΕΠΙ ΤΩ ΘΑΝΑΤΩ ΘΕΟΔΩΡΟΥ Βʹ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ].
    (177.) Ἄνδρες Ῥωμαῖοι, μᾶλλον δὲ τῶν ποτὲ Ῥωμαίων λείψανα
    δυστυχῆ, πῶς ποτε τὰ τοῦ παρόντος ἔχει πάθους ὑμῖν καὶ τί
    παρίσταται φρονεῖν ὑμᾶς ἐπὶ τοῖς ἄρτι συμβεβηκόσιν; Ἆρα δοκεῖ
    τισιν ἐπὶ μετρίοις ἡμᾶς ἐζημιῶσθαι; Ἆρα νομίζει τις ὑπερβολήν
    τινα τὸ δεινὸν ὑπολελοιπέναι; Ἐμοὶ μέν, τῆς ὑμῶν καταστοχαζομέῳ (5)
    γνώμης ἐκ τῆς ὁρωμένης κατηφείας καὶ σκυθρωπότητος, πάντα
    μᾶλλον ἢ τὸ νῦν κατειληφὸς ὑμᾶς μέτριον δοκεῖτε νομίζειν· οὕτω
    πέρα δεινῶν δυστυχοῦμεν· ὑμεῖς δὲ φράσατέ μοι λοιπὸν τί χρησό-
    μεθα τῷ καιρῷ, ἢ καὶ ὑμῖν ἐν ἀπόρῳ τοῦτο καθέστηκεν, ὁμοίως @1
    (178.) τῷ δεινῷ νικωμένοις καὶ μηδ’ ὃ πάσχειν ἐστὶ σχεδὸν εἰπεῖν ἔχουσι.
    Πότερα σιγῆ κλαίωμεν μόνον, τοῦτο δὴ τὸ τῶν πολλῶν, ἢ καὶ
    λόγῳ δοτέον χώραν κἀν τῷ θρηνεῖν; Ἐμοὶ μὲν οὖν ἄμεινον τὸ
    δεύτερον εἶναι δοκεῖ, εἰ δὲ καὶ ὑμῖν συνδοκεῖ, ἔξεστι λοιπὸν ἀπο-
    λαύειν τῆς γνώμης. Ἀλλὰ δέδοικα μὴ οὐκ ἐξαρκέσω πρὸς τὸ (5)
    δεινόν, δέδοικα μὴ οὔτε λόγος εἴη μοι τῷ πάθει κατάλληλος μήτε
    πνεῦμα καὶ φωνῆς εὔσημος τόνος, ἡττωμένῳ τῇ συμφορᾷ.
    Ἔμελλες ἄρα τῷ χρόνῳ, θειότατε δεσποτῶν, ἔμελλες, οἴμοι,
    καὶ αὐτὸς τῷ λοιμῷ παρανάλωμα ἔσεσθαι. Διὰ τοῦτ’ οὐ πρὶν ἡμᾶς
    ἀπολέλοιπε πρὶν ζημιῶσαι τὰ μέγιστα, οὐ πρὶν τοῦ Ῥωμαίων (10)
    δυστυχοῦς ἀπέστη γένους πρὶν τῷ Ῥωμαίων ἐνσκήψας ἄρχοντι
    τοῦτον τοῦ ζῆν ὑπεξείλετο. Ἰοὺ τῶν κακῶν, βαβαὶ τῆς συμφορᾶς,
    ὢ τῆς ζημίας, φεῦ τοῦ πάθους, ὡς χαλεπόν, ὡς μέγα, ὡς ὑπὲρ πᾶν.
    Πρότερον μὲν ἔφευγες τὴν πατρίδα, δεινῶς ἐνοχλουμένην τῷ πάθει,
    καὶ ἡμεῖς ἐπὶ τούτοις ἦμεν εὐέλπιδες. Νῦν δὲ τίς ἡ καταναγκάσασα (15)
    τύχη πόλιν οἰκεῖν ἐπιεικῶς πολιορκουμένην τῇ συμφορᾷ; τί μὴ καὶ
    ταύτην ἔφευγες; τί μὴ μετετίθεις τὴν οἴκησιν; τί μὴ τὴν ἐρημίαν
    ἐδίωκες, καὶ τάχ’ ἂν ἀπέστη σου τὸ δεινόν; Σὺ μὲν ἔνδον ἦσθα τῶν
    συμφορῶν, καὶ ἡμεῖς ἐδεδίειμεν περὶ σοί, ὡς ὤφελεν καὶ σοὶ περὶ @1
    (179.) σαυτῷ· ἦ γὰρ ἂν ἄμεινόν τι περὶ τῶν καθηκόντων σοι ἐβουλεύσω· νῦν
    δὲ πράγματος κατατολμήσας λίαν ἐπισφαλοῦς πένθος ἡμῖν ἀπαρα-
    μύθητον ἀντὶ σαυτοῦ ὑπολέλοιπας. Ὢ δειλίας ἐπαινετῆς, ἣ τὴν ψυχήν
    σου εἰσῄει. Ὢ τόλμης, ἣν μόνην οὐ γενναίαν ἔξεστι προσειπεῖν, ἥ σε
    κατέσχεν ἐν δυσχερέσιν. Ἃ λόγῳ πρὶν ἐξητάζομεν, ἔργοις νῦν ἐδι- (5)
    δάχθημεν εἶναι καὶ δειλίαν ἐπαινετὴν καὶ τόλμαν ἐπισφαλῆ. Διδά-
    σκαλος δὲ σὺ καθέστηκας τούτων ἡμῖν, ταῦτα παραδείξας ἐν
    σεαυτῷ. Ὢ οἵοις νῦν ἐπιβατηρίοις ἐξένισέ σε πόλις ἡ βασιλίς.
    Οἷον ὕμνον ἔμελψεν ἐπὶ σοί. Οὐκ ἀνέθηκέ σοι λόγον ἐπεισόδιον,
    οὐδὲ τὰ τῆς ἀρετῆς ὕμνησέ σου πλεονεκτήματα, ἀφῆκε δὲ μᾶλλον (10)
    ὕμνον ἐξόδιον καὶ προπεμπτηρίους ἀνῆψε λαμπάδας ἐπὶ ταφῇ
    καὶ θροῦν ἀνήγειρε μέγαν καὶ κλαυθμὸν ἐπὶ σοί, πᾶσαν ἡλικίαν
    ἐπὶ τοῦτο καὶ πᾶν κεκινηκυῖα ἀξίωμα. Τοιαῦται ἡμῖν αἱ ἐλπίδες;
    Ἐπὶ τούτοις ἐκ Πελοποννήσου πρὸς ἡμᾶς πάλαι ἀνήγου; προσεδό-
    κησε δέ τις ἄν ποτε τὸ νῦν ἤδη γεγενημένον; Πάντα μᾶλλον ἢ (15)
    τοῦτό τις ἂν ἔβαλεν ἐπὶ νοῦν. Εἰ μάντεών τις ἢ προφητῶν τὸ
    παρὸν προεῖπε κακόν, ἴσως ἂν οὐκ ἀκινδύνως ἡμῶν ἀπηλλάγη,
    πρὸ ὀφθαλμῶν δ’ ὁρᾶν ἔχοντες ὃ λόγῳ πρὶν ἂν οὐ μέτρια τὰς
    ἡμετέρας ψυχὰς ἔθραξε, πῶς ἀνεχόμεθα, πῶς δὲ τὸν ἥλιον ὁρᾶν
    στέργομεν, σοῦ μηκέτι παρόντος. Καίτοι καὶ ἡλίῳ σέ τις ἂν εἴρηκεν (20)
    ἐμφερῆ· οὕτω διὰ πάντων ὑπῆρχες τοῖς καλοῖς διαπρέπων· ἀλλ’ ὁ
    μὲν δύνων καὶ τὴν γῆν ὑπιὼν αὖθις ἀνίσχει καὶ διαυγάζει ταῖς
    ἀκτῖσι τὴν κτίσιν, σὺ δέ, καθάπαξ δύνας εἰς γῆν καὶ τῶν ἡμετέρων
    ψυχῶν ἀχλύν τινα καὶ ζόφον κατασκεδάσας, οὐκέτι πρὸς ἡμᾶς @1
    (180.) ἐπανήξεις. Τοῦτο ἡμῖν ὁ κολοφὼν τῶν κακῶν· τοῦτο παθῶν ἁπάν-
    των ὑπέρτερον, οὐδὲ παραθυμίας γοῦν ἀνεχόμενον.
    Ὢ φήμης, ἣ τὴν σὴν πατρίδα καταλαβοῦσα, τὸν ἀδελφὸν μέν σοι
    πρῶτον, τὸν ἐν βασιλεῦσι θειότατον, πρὸς κλαυθμὸν καὶ πένθος
    παρώξυνεν, ἡμᾶς δὲ μετὰ τοῦτο οὐδ’ ἔστιν εἰπεῖν ὡς διέθηκεν. (5)
    Ἡ δὲ σὴ μήτηρ, ἡ βασιλίδων θειοτάτη τε καὶ εὐσεβεστάτη, τοιαύτην
    πῶς ἤνεγκεν ἀγγελίαν, πῶς δ’ ἠνέσχετο ταφῇ παραπέμπουσα,
    ὃς αὐτῇ γήρως τε βακτηρία ὑπῆρχες καὶ ὑφ’ οὗ ταφήσεσθαι προσε-
    δόκα; Αὕτη μιχρὸν ὕστερον ἡ φήμη καὶ πᾶσαν διαδραμεῖται τὴν
    οἰκουμένην καὶ πάντας συγκαλέσει θρηνεῖν ἐπὶ σοί, ἄρχοντας, (10)
    ἰδιώτας, νέους, πρεσβύτας, τοὺς ἐν ἡλικίᾳ, τοὺς ὑπερήλικας, τὸ
    γυναικεῖον φῦλον, μικροῦ καὶ οἷς μὴ ὅλως ἐστὶν αἴσθησις, καὶ
    ταῦτα δοκοῦσί μοι παθεῖν ἄν τι πρὸς τὸ δεινόν. Ἥξουσι τοῖς
    ἀδελφοῖς ἀγγελιαφόροι, τί σφίσιν ἐροῦντες; οὐχ ὡς ἐν τῷ ζῆν
    τοῖς καλοῖς διαπρέπεις, οὐδ’ ὡς συνδιαφέρεις τἀδελφῷ καὶ βασιλεῖ (15)
    τὰ τῆς βασιλείας μετὰ βασιλικοῦ τοῦ φρονήματος, οὐδ’ ἄλλο τῶν
    τοιούτων οὐδέν, ἀλλ’ ὡς οἴχῃ θανών, ὡς ὑπὸ γῆν ἔδυς, ὡς παρανά-
    λωμα γεγένησαι τῷ λοιμῷ. Ποίοις ὀφθαλμοῖς αὐτοὺς ὄψονται,
    ποίοις δὲ καὶ ὠσὶ τοὺς σφῶν ὑποδέξονται λόγους; Πῶς δὲ καὶ
    διατεθήσονται, ἃ οὐκ ἄν ποτε προσεδόκησαν, ταῦτ’ ἐξαίφνης οὕτω (20)
    καὶ παρ’ ἐλπίδα πᾶσαν ἀκούοντες; Μικρὸν αὐτοῖς δόξει τὰ δά-
    κρυα, οὐ μέγα ὁ κλαυθμός, ὁ κωκυτὸς μέτριον, ὅ τι ἂν εἴποι τις @1
    (181.) τῶν εἰωθότων οὐχ ἱκανὸν τῷ δεινῷ. Ἴσως τι καὶ μεῖζον δρᾶσαι
    διανοήσονται ἢ μᾶλλον εἰπεῖν προαχθήσονται τῶν ἀήθων τε
    χρήσονταί τινι πρὸς τὴν συμφοράν· ἀλλ’ ἀπείη γε τοῦτο, τοῦ ὀρθοῦ
    κρατήσαντος λογισμοῦ.
    Ἐκείνων οὖν πέρι ταῦθ’ ἡμῖν στοχάζεσθαι ἔξεστιν. Ὑμεῖς δὲ (5)
    δεῦτε περιστάντες πᾶς τὸν θρῆνον τῷ κειμένῳ κατάλληλον πλέξατε,
    ἀπόδοτε τὴν τελευταίαν ἀμοιβὴν αὐτῷ, διέξιτε λόγῳ τὰ αὐτῷ
    προσόντα πλεονεκτήματα, ἑτέρων ἀκοαῖς παραπέμψατε ἅπερ αὐτὸν
    ἀκούειν οὐκ ἔτι λοιπόν. Ἐγὼ δὲ μᾶλλον ἀνθ’ ὑμῶν ὡς οἷόν τε διὰ
    βραχέων, εἰ δοκεῖ, τοῦτο ποιήσω, οὐκ ἐπεξεργαζόμενος, ἀλλ’ ἐπὶ (10)
    μνήμην ἄγων ἔνια μόνον τὴν ὑμετέραν, καίτοι καὶ αὐτὸ τοῦτο
    οὐ τοῦ παρόντος καιροῦ. Οἷς γὰρ θρηνεῖν πρόκειται πῶς ἀσφαλῶς
    ἐπαίνων χρήσονται λόγοις; Τὸ δ’ ὑπερβάλλον ἴσως τοῦ πάθους
    ἐξάγει με τοῦ προσήκοντος, καὶ θαῦμα οὐδέν, εἴ γε καὶ ὑμεῖς ταὐτὸ
    τοῦτο πεπόνθατε. (15)
    Ἀλλὰ γὰρ ποῖον τῶν αὐτῷ προσόντων προθείς, θρηνήσω πρὸς
    ἀξίαν αὐτόν, μᾶλλον δὲ τίνος τῶν αὐτοῦ μνησθεὶς μακαρίσω μὲν
    ἀξίως αὐτόν, τῆς δυστυχίας δ’ ἐμαυτόν τε καὶ ὑμᾶς ἀποκλαύσομαι;
    Ἐκόσμει μὲν αὑτόν, ἵν’ ὡς ἐν βραχεῖ συντεμὼν καὶ κεφαλαιωδῶς
    εἴπω, τῇ τετρακτύι τῶν ἀρετῶν, ὡς, εἴ τις εἴποι τὸν φρόνιμον (20)
    ἢ δίκαιον ἢ ἀνδρεῖον ἢ τὰ τοιαῦτα, τοῦτον ἔχειν εὐθέως νοεῖν, @1
    (182.) τοῖς δὲ τῆς εὐσεβείας ἠγλαΐζετο δόγμασι, καὶ τὸ μὲν σῶμα τοῖς
    ἐκ γῆς ἔτρεφε γινομένοις, τὴν δὲ ψυχὴν ἀπὸ πηγῆς τῆς τοῦ
    λειμῶνος τῶν Γραφῶν ἐξερχομένης ἐπότιζεν, τὰ αὐτῆς ἀνερευνώ-
    μενος βάθη ἀκριβέστερον ἢ οἱ τὴν χρυσῖτιν γῆν πολυπραγμονοῦν-
    τες, οὗ πολὺ εἰκὸς ἐκεῖναι τὸ ψῆγμα. Ἐντεῦθεν καὶ βίον ἐκόσμει (5)
    καὶ ἦθος ἐρρύθμιζε καὶ σύνεσιν ἐπλούτει καὶ λόγον ἐκάλλυνε καὶ
    πᾶν προσεπεκτᾶτο τῶν ἀγαθῶν, ὡς τὸν αὐτὸν βασιλικόν τε εἶναι
    ἅμα καὶ ἐμφιλόσοφον, καὶ οὐκ ἐκεῖνο μᾶλλον ἢ τοῦτο, ἀλλ’ ἐπ’ ἴσης
    καὶ ἄμφω, μᾶλλον δ’ ἡγεμονικὸν μὲν ἐν φιλοσόφοις, ἐν δ’ ἡγεμόσι
    φιλόσοφον. Ἐντεῦθεν φίλος μὲν αὐτῷ τοῦ καλοῦ φίλος πᾶς, οὐ (10)
    φίλος δέ· οὐ γὰρ ἐχθρός γ’ ἂν εἴποιμι, ὅτι περ μηδεὶς αὐτῷ τῶν
    ἁπάντων ἐχθρός· ὃς οὐδὲ τῷ καλῷ φίλος.
    Πρᾶος ἦν, χαρίεις, εὐπρόσιτος, ἡμερότητι τὸν τῆς ἀρχῆς τε
    καὶ τοῦ ἀξιώματος ὄγκον κιρνῶν, φιλότιμος, στρατηγικός, εἰρηνι-
    κός, εἰ καί τισιν ἄλλο μᾶλλον ἢ τοῦτο ἔδοξεν ὕστερον οὐκ ἐξ ὧν (15)
    αὐτὸς ἐποίει, ἀλλ’ ἐξ ὧν ὑπέβαλλον ἄλλοι, οἷς εἰρήνη μὲν ἐχθρόν,
    μάχη δὲ φίλον καὶ τὸ διιστάναι τοὺς εἰρηνικῶς ἀλλήλοις ἔχοντας
    ἡ σπουδή, καίτοι τἀναντία προσποιουμένοις· οἳ ῥητὰ καὶ ἄρρητα
    πλάττοντες καὶ τί μὲν οὐ ποιοῦντες, τί δ’ οὐ λέγοντες οὐκ ἐπαύ-
    σαντο, μέχρις οὗ τοὺς ἀδελφοὺς οὐκ ἀδελφὰ ἀλλήλοις σχεδὸν (20)
    φρονεῖν παρεσκεύασαν, κυκεὼν ἄντικρυς ὄντες, τελχίνων δέ τινων
    σχῆμα μᾶλλον ὑπεισελθόντες καὶ χρηστὸν οὐδὲν οὔτ’ αὐτοὶ ποιεῖν
    εἰωθότες, ὑφ’ ἑτέρων τε μὴ συγχωροῦντες γινόμενον. Οὗτοι τοὺς
    πάντων μᾶλλον εἰρηνικῶς ἀλλήλοις καὶ φιλίως ἔχοντες ὑποδύντες,
    αὐτῶν οὐκ ἀπέστησαν, ἕως τὴν τῆς μάχης φλόγα ἀνῆψαν καὶ (25)
    λοιπὸν ἔργου ἔχεσθαι καὶ βελῶν παρέπεισαν ἅπτεσθαι. Οὕτω τοι
    χαλεπόν τι χρῆμα ἀνδρῶν δόλια χείλη καὶ καρδία διεστραμμένη, @1
    (183.) μάχαιρα δίστομος ἄντικρυς καὶ ῥομφαία ὀξέως ἠκονημένη, διχοτο-
    μοῦσα οὐ κατὰ τὸ ἐν Γραφαῖς τὸν πιστὸν καὶ τὸν ἄπιστον, ἀλλὰ
    τὸν ἀδελφὸν καὶ φίλον τοῦ ὁμαίμονος καὶ συνήθους, μᾶλλον δὲ
    τοῦτό τε κἀκεῖνο πονηρίᾳ γνώμης ποιοῦσα. Εἶχον μὲν οὖν οὕτω
    πρὸς ἀλλήλους οἱ βασιλεῖς τε καὶ ἀδελφοὶ μέχρι τοῦ φαινομένου, (5)
    τὸ δ’ ἀφανὲς καὶ κρυπτόμενον, μᾶλλον δὲ πολλοῖς καὶ τοῦτο φανε-
    ρόν, ἑτοίμως εἶχον καὶ πρὶν εἰς χεῖρας ὅλως ἐλθεῖν, πρὸς διαλλαγὰς
    αὖθις χωρῆσαι καὶ τὴν κουροτρόφον εἰρήνην ἀσπάσασθαι καὶ ἐκ
    παντὸς αὐτὴν τρόπου ζητῆσαι. Οὐ γὰρ οὐκ ἂν ὑπέμειναν πολέμῳ
    καὶ χειρὶ τὴν ἔριν κριθῆναι γνώμης τε χρηστότητι καὶ τοῦ μὴ τὴν (10)
    χεῖρα φόνῳ χρᾶναι τῶν ὁμογνίων, μηδ’ αὑτῶν ἕνεκα πολλοὺς εἰς
    ἀνάγκην καταστῆναι ποιεῖν ἅπερ ἄλλως βουλομένοις οὐκ ἦν, ὡς
    ἔγωγε πέπεισμαι, καὶ περιόντος ἔτι τοῦ νῦν, φεῦ, κειμένου οὐκ ἂν
    προχωρῆσαί ποτε τοῖς χαιρεκάκοις καὶ πονηροῖς τὸ πανούργημα,
    φιλίως, ἀλλ’ οὐ πολεμίως τοῖν βασιλέοιν συναφθείσης τῆς ξυνωρίδος. (15)
    Καὶ δὴ καὶ ηὐξάμην ἄν, ὡς, εἴπερ νῦν πάντως ἀποθανεῖν ἔδει
    τὸν ἡμῖν εἰς πένθος ἤδη προκείμενον, ἢ πρὸ τούτου μικρὸν τοῦτο
    παθεῖν ἢ μετὰ ταῦτα, ἵν’ ἡμεῖς τε πεῖραν ἔργῳ τῆς αὐτοῦ ἔσχομεν
    γνώμης καὶ τοῖς συκοφάνταις καὶ πονηροῖς πρόφασις προσῆν
    μηδεμία τῇ σφετέρᾳ χρήσασθαι γνώμῃ. Ὧν ἔνιοι τάχα καὶ φιλο- (20)
    σοφοῦντες ἐροῦσιν, ἤδη δὲ καὶ εἰρήκασιν τὸ Ἡρπάγη μὴ κακία
    ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτοῦ ἢ δόλος ἀπατήσῃ ψυχὴν αὐτοῦ, ὃ καὶ αὐτὸ
    οὐ κατηγορούντων ἐστὶ μᾶλλον ἢ ἐπαινούντων καὶ μέχρι μὲν τοῦ
    νῦν ἀρετὴν αὐτῷ καὶ ἀγαθὸν ἅπαν ἐπιψηφιζομένων, περὶ δὲ τῶν
    ἐσέπειτα δεδιότων. Ἀλλ’ ἐγὼ οὐδὲ τὸ προσδοκᾶν αὐτὸν ποτ’ ἂν @1 (25)
    (184.) δεδολιεῦσθαι προσίεμαι, καίτοι γε, καὶ εἴ τις ταῦτα δὴ καὶ τὰ τοιαῦτα
    προσφέρει, τῇ ’κείνου δόξῃ λυμανεῖται οὐδέν· οὐ γὰρ ἐξ ὧν τινες
    λέξουσι τὸ εὖ τε καὶ ὡς ἑτέρως κριθήσεται, αὐτὸ δὲ καθ’ αὐτὸ τὸ
    πρᾶγμα δώσει, μᾶλλον δὲ προδήλως δίδωσι πᾶσιν τὸν ἔλεγχον·
    εἰ μὴ καὶ τοῦ ἡλίου τις ὡς ζοφώδους κατηγοροίη, ὅτι δὴ τοῦτο (5)
    δόξειεν ἄν τισι τῷ τοῖς νέφεσιν ἔσθ’ ὅτε καλύπτεσθαι ἢ νυκτὸς
    ἐπιούσης εἴργεσθαι τῇ γῇ τὰς ἰδίας ἡμῖν προσβάλλειν ἀκτῖνας·
    ἀλλ’ οὔτε τοῦτο φαίη τις ἂν νοῦν ἔχων καὶ κριτηρίῳ ὑγιαίνοντι
    δυνάμενος χρῆσθαι ἐκεῖνό τε πᾶς τις ἂν ἀποφήσαι λοιπόν.
    Ἀλλ’ ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος ἐμαυτοῦ τε ἀνεμνήσθην (10)
    καὶ ὑμᾶς οἶδα τῇ τύχῃ βαρυνομένους καὶ βούλεσθαι μὲν καὶ τῶν
    λοιπῶν ὑμᾶς αὐτοῦ κατ’ εἶδος μνησθῆναι καλῶν, μὴ δύνασθαι
    δ’ ἀκούειν τοῦ λόγου, ἡττωμένους τῇ συμφορᾷ. Δι[ὸ δὴ] ταῦτα
    μὲν καιρὸν εἰς ἕτερον ἄλλοις τεταμιεύσθω· ἡμεῖς δέ, βραχύ τι
    προσθέντες τοῖς εἰρημένοις καὶ πεπενθηκότες τὸν ἐξ ἡμῶν ἀπελ- (15)
    θόντα, τοῦ λόγου τὴν ὁρμὴν καταλύσομεν, εἴξομεν δὲ μᾶλλον
    τῷ μεγέθει τῆς συμφορᾶς, αὐτὸν ἐπεχούσης καὶ οὐκ ἐώσης ἐπὶ
    πλέον χωρεῖν.
    Ὢ νόσος ἀναιδής, ὢ λοιμὸς ἀεικής, ὢ βάσκανος δαίμων, τί
    οὐκ ᾐδέσθης τὸν αἰδοῦς ἄξιον πάσης; τί οὐκ ἐφείσω οὗπερ, εἰ (20)
    καὶ μηδενὸς γοῦν ἄλλου, μόνου φείσασθαι ἔδει; Ἑνὶ τούτῳ μόνῳ
    πάθει πάντα ἠμαύρωσας, μιᾷ ταύτῃ πληγῇ πάντων συγκατακλι-
    θῆναι ἐποίησας τὰς ψυχάς. Οὐκ ἦν εὑρεῖν ᾧ μεῖζον λυπήσαις
    ἡμᾶς, οὐκ ἔσχες ᾧ ζημιώσαις ἂν μάλιστα· τὰ μέγιστα ἀφείλου, τὰ @1
    (185.) τιμιώτατα, τὰ πάντων ἀντάξια. Οὔπω κόρον ἔσχες τοῦ λυπεῖν ἡμᾶς;
    οὐκ ἀρκούντως πεπλήγμεθα; οὐ τοσούτων ἐστερήθημεν, ὅσους
    οὐδ’ ἀπαριθμήσασθαι εὐχερὲς ᾖ; εἰ μὴ καὶ τῶν βασιλέων ἅψαιο
    γένους, μικρόν τι ἢ οὐδὲν ἐζημιωκέναι δοκεῖς; Καὶ δή σοι τὸ δει-
    νὸν εἴργασται, τῶν ἄλλων ἀπόσχου· λοιπὸν ἔχεις ὅπερ ἐπόθεις· (5)
    ἀπήνεγκας ὃν ἥκιστα ἐχρῆν, καὶ τοῦτο ἐν ἀκμῇ τῆς ἡλικίας, ὅτε
    καὶ μορφῆς ἄνθει διαπρεπὴς ἦν καὶ ῥώμῃ σώματος εὐσθενὴς καὶ
    καταστάσει ψυχῆς ἀμετάπτωτος.
    Ὦ θειότατε δεσποτῶν, σὺ μὲν εἰς Ἰβηρίαν ἔπεμπες πρέσβεις,
    σαυτῷ μνημονευόμενος τὰ λυσιτελέστατα, ὁ καινοτόμος δὲ ἄρα (10)
    χρόνος ἐξ ἐκείνου σοι ταφὴν ἐμνηστεύετο· ἦ που καλὴν σφίσιν
    ἥξει φέρων τὴν ἀγγελίαν, οὐ ζῆν σε καὶ τῶν γαμικῶν φροντίζειν
    μηνύων, τεθνηκέναι δὲ μᾶλλον καὶ ταφῇ παραδεδόσθαι καὶ τῶν
    ἐν βίῳ μέλειν σοι μηδενός. Ὢ οἵαν ἀφήσει φωνὴν ἡ μνηστευο-
    μένη σοι, ἀντὶ λαμπρᾶς ἀθρόον καὶ περιφανοῦς ἀμαυρὰ καὶ (15)
    κατηφὴς γενομένη. Οὐχ ὑμέναιον ᾄσεταί τις αὐτῇ, οὐδὲ γαμήλιον
    ἀνάψει λαμπάδα, γοερὸν δὲ μέλος αὐτῇ καὶ κουρὰ πένθιμος ἔσται
    καὶ ὀλολυγὴ πολλῶν μάντις κακῶν, ἃ δὴ πάντα σοῦ θανόντος
    εὕρατο δυστυχῶς.
    Ὦ θειότατε δεσποτῶν, ποῦ τὸ κάλλος ἔδυ σοι τῆς μορφῆς, (20)
    ποῦ ἡ τῆς ψυχῆς ὡραιότης, τοὺς δὲ σοὺς ἅπαντας τουτουσὶ ποῦ
    καταλέλοιπας δούλους; Οὐχ ὁρᾷς, ὡς μεθ’ ὅσης εὐνοίας ἐπιζητοῦσί @1
    (186.) σε, ὡς ἐπὶ σοὶ μέγα βοῶσιν, ὡς ἀποδύρονται ἑαυτούς, ἡμᾶς πάντας,
    γένος τῶν Ῥωμαίων τὸ δυστυχές, οἷς πᾶσι κόσμος ἦσθα καὶ
    σύστασις οὐ μικρά. Τί χρήσονται ἢ μᾶλλον φάναι χρησόμεθα;
    Τίς πρὸς τὸ πάθος ἡμῖν ἐξαρκέσει; Τίς αὐτῶν προστήσεται, τίς
    προνοήσεται, τίς ἔσται σφίσιν ἀντὶ σοῦ; Σὺ καὶ ζῶν αὐτοῖς (5)
    ὑπῆρχες ἀναπνοή, ζωή, φῶς, καὶ θανὼν σφᾶς συγκατήνεγκας
    πάντας. Οὐκέτι βιωτὸν αὑτοῖς ἡγοῦνται τὸν βίον· μεθ’ ἡδονῆς
    γὰρ λοιπὸν ὁρᾶν οὐκ ἔστι τὸν ἥλιον τουτονί, τὴν ἡδίστην ὄψιν,
    τὸ διαυγὲς ὄμμα, τὸ πᾶσιν αἰσθητοῖς ποθεινόν. Διὰ τί μέλαινά τις
    ἀχλὺς ἐπιπροσθεῖ τοῖς σφῶν ὀφθαλμοῖς; Ζόφος τῶν ψυχῶν (10)
    κατεσκέδασται· νεφέλη, οὐκ ἐκ τῶν γῆς ἀρθεῖσα λαγόνων ἢ τῆς
    μαλακῆς τε καὶ ὑγρᾶς φύσεως, ἀλλ’ ἐξ ὀφθαλμῶν τοῖς καταρρέουσι
    δάκρυσι συμπαγεῖσά τε καὶ συστᾶσα, ταῖς ἀκτῖσιν ἐπισκιάζει· νὺξ
    αὐτοῖς παρ’ ἡμέραν, καὶ σκότος, φεῦ, οὐκ ἐν ἀπουσίᾳ φωτός· ἡ σὴ
    γὰρ οὐκ ἐπιλάμπει σφίσιν ἀκτίς. (15)
    Ἀλλ’ ὦ παρόντες, ἐκεῖνον μὲν κόσμον ἄλλος ἔχει λοιπόν· χῶρον
    γὰρ λοιπὸν ὁρᾶν οὐκ ἔστι τὸν ἥλιον τουτονί, τὴν ἡδίστην ὄψιν,
    τὸ διαυγὲς ὄμμα, τὸ πᾶσιν αἰσθητοῖς ποθεινόν. Διὰ τί μέλαινά τις
    ἀχλὺς ἐπιπροσθεῖ τοῖς σφῶν ὀφθαλμοῖς; Ζόφος τῶν ψυχῶν (10)
    κατεσκέδασται· νεφέλη, οὐκ ἐκ τῶν γῆς ἀρθεῖσα λαγόνων ἢ τῆς
    μαλακῆς τε καὶ ὑγρᾶς φύσεως, ἀλλ’ ἐξ ὀφθαλμῶν τοῖς καταρρέουσι
    δάκρυσι συμπαγεῖσά τε καὶ συστᾶσα, ταῖς ἀκτῖσιν ἐπισκιάζει· νὺξ
    αὐτοῖς παρ’ ἡμέραν, καὶ σκότος, φεῦ, οὐκ ἐν ἀπουσίᾳ φωτός· ἡ σὴ
    γὰρ οὐκ ἐπιλάμπει σφίσιν ἀκτίς. (15)
    Ἀλλ’ ὦ παρόντες, ἐκεῖνον μὲν κόσμον ἄλλος ἔχει λοιπόν· χῶρον
    εἰς ἕτερον μετετάξατο· εἰς βίον ἄλλον μεθέστηκε· πόλιν ἄλλην οἰκεῖ,
    ἥτις ποτέ ἐστιν αὕτη, πασῶν ὑψηλοτέραν τῶν παρ’ ἡμῖν πόλεων·
    σύνεστιν ἐκεῖ τῷ πατρί, τἀδελφῷ, τοῖς λοιποῖς ἅπασι καὶ βασι-
    λεῦσι καὶ ἰδιώταις. Ἡμῖν δὲ τί ποιητέον ἢ πάντως θρηνητέον τε (20)
    καὶ πενθητέον, ἐκεῖνον μὴ ἔχουσι. Καὶ δὴ κλαίωμεν· τοῦτο γὰρ
    ἡμῖν ὑπολέλειπται. @1

    S.P. Lampros, Παλαιολόγεια καὶ Πελοποννησιακά, Δ. Athens: B.N. Gregoriades, 1930: 177-186.

  19. Αγαπητέ κ. Μικρέ,

    όπως γνωρίζετε, επειδή συμμετείχατε στη συζήτηση, η ιδέα για αυτήν την πρόσκληση ήρθε από τον διάλογο που ακολούθησε ένα πρόσφατο άρθρο του Γιανναρά (http://www.antibaro.gr/node/3118 ) όταν η φανερά προκλητική του άποψη «αφήστε μας να ασχοληθούμε με τα ουσιώδη» ερέθισε, όπως σκόπευε, τους αναγνώστες και έφερε ορισμένες παρανοήσεις ως προς τον λόγο του. Πιστεύω ότι δεν μπορεί κανείς εύκολα να ασκήσει κριτική σε τέτοιου είδους κείμενα, αν πρώτα δεν έχει ξεκαθαρίσει απαντήσεις σε ερωτήματα σαν κι αυτά που έθεσα εδώ. Αλλιώς κάνει τρύπες στο νερό, κατά το κοινώς λεγόμενο. Και αντιδρά για να αντιδρά. Ανούσια.

    Με αφορμή αυτό λοιπόν, αλλά και έναν από τους θεμελιώδεις στόχους του Αντίβαρου από το 2001 ακόμα (δείτε το πρώτο εισαγωγικό κείμενο) για αναζήτηση της (χαμένης μας) συλλογικής ταυτότητας, έδωσε το έναυσμα για τη συζήτηση αυτή, η οποία είναι διαχρονική και ασφαλώς καθόλου «χρήσιμη». Θυμίζω τον Αριστοτέλη: «το ζητείν πανταχού το χρήσιµον, ήκιστα αρµόζει τοις µεγαλοψύχοις και τοις ελευθέροις»

    Το θέμα είναι ανοιχτό – εδώ απαντώ και στον Κυριάκο Π. Ο καθένας ελεύθερα μπορεί να θέσει τις πτυχές που νομίζει ότι αξίζει να τεθούν. Είναι αδύνατον να τεθεί σε ένα κείμενο, από έναν άνθρωπο το «ζητούμενο». Αυτό είναι σαφές. Αντί όμως να σχολιάζουμε, περιμένω συμμετοχές με επεξεργασμένα κείμενα!

    Θυμίζω στους νέους αναγνώστες το παρεμφερές αφιέρωμα του περιοδικού Monthly Review, στο οποίο είχα την τιμή να συμμετέχω κι εγώ κατόπιν πρόσκλησης των εκδοτών τους. Μία συλλογή των κειμένων εκείνων βρίσκεται εδώ

    http://www.antibaro.gr/node/804 – Αφιέρωμα Monthly Review: Ελληνικότητα και ελληνικά κόμματα

    Ανδρέας.

    ΥΓ. (ο ενικός είναι μια χαρά αγαπητέ Γιάννη Μ.)

  20. Δεν διαφωνώ αγαπητέ Ανδρέα – άλλωστε κατά τίποτα δεν απέρριψα την πρόκληση Γιανναρά ούτε συμμερίζομαι την αγανάκτηση που προκάλεσε. Το κατά πόσον βέβαια μπορώ να συνεισφέρω τελικώς με κάποιας ποιότητας επεξεργασμένα κείμενα ελέγχεται, λόγω περιορισμών μόρφωσης κυρίως. Κάνει ο καθ’ ένας την προσπάθειά του όπως μπορεί.

    Πίστευα ότι “το χρήσιμον” θα μπορούσε να είναι μιά (ακόμα) πύλη εισόδου στη συζήτηση ή μάλλον ένα (ακόμα) κριτήριο κατανομής (όχι περιορισμού!) του περιεχομένου της. Ετέθη δε ως «σχολιασμός» και όχι ως «επεξεργασμένο κείμενο» ακριβώς επειδή η ανάρτηση πραγματεύεται ένα ζήτημα μεθόδου – δεν επιχειρεί να διατυπώσει «θέση» επί του περιεχομένου.

    Άλλωστε και η διατύπωση του δικού σου ερωτήματος («Στην κρίση αξιών που περνάμε, τι θέλουμε να διασωθεί;») δεν επιχειρεί καθόλου να κρύψει την επίκαιρη δραματικότητά του – ούτε υποθέτω ότι κινεί την σκέψη προς αποκλειστικά «αφαιρετικές» οδούς.

    Εάν Ανδρέα υπάρχει διάσταση «διανόησης και λαού» όπως σημειώνεις, ένας καλός τρόπος να γεφυρωθεί θα ήταν να επιχειρήσει η πρώτη μια λυτρωτική απάντηση στα ερωτήματα που θέτει ο δεύτερος. Βεβαίως η αναδιατύπωση των ερωτημάτων επιτρέπεται. Βεβαίως η εμβάθυνση ή η διεύρυνση ή η ανατοποθέτηση της συζήτησης επιβάλλεται. Ωστόσο δεν πρέπει να αποσυνδέεται το ερώτημα περί ελληνικότητας από τα τρέχοντα. Όχι μόνο επειδή κάτι τέτοιο θα απομάκρυνε «το λαό» από τη συζήτηση αυτή, αλλά κυρίως γιατί κάτι τέτοιο δεν (πιστεύω ότι) είναι σωστό. Αναζητώ λοιπόν τις συνδέσεις.

    Δεν διαβάζω αρκετά, δυστυχώς. Σε μια από τις εξαιρέσεις του κανόνα, βρήκα κάποτε σε ένα βιβλίο (υπό τον τίτλο «Ελλάδος Σήμα») μια παράγραφο που θα αντιγράψω εδώ και συγχωρέστε μου το μονοτονικό:

    […Ο Ελλην αλλάσσει. Αρέσκεται στο τρέπειν. Ο τρόπος (modus και μόδα) τον γοητεύει. Στην έννοια του αλλάσσειν υπόκειται το άγειν (όθεν η αγωγή). Αλλάσσω γίνεται από άλλον (άγjω). Αυτό σημαίνει ότι θέτω κάτι στην θέση άλλου, δηλ. κάνω ριζική μεταβολή και τροποποίηση. Το αλλάσσειν και τρέπειν δίδουν κινητικότητα στον Ελληνικό κόσμο. Το άγειν, αγωγή, αγών γίνονται στοιχεία θεμελιακά του Έλληνος. Η πολυπραγμοσύνη και το νεωτερίζειν ως τάσεις μόνιμες δεν επιτρέπουν ανάπαυλα. Επανθεί καινότης. Τα πάντα είναι εν ροή…].

    Προσωπικά βρίσκω σημαντικό μέρος της (ελληνικής;) ταυτότητάς μου σ’ αυτή την παράγραφο. Μετέχω της ιδέας της και την βιώνω έντονα μέσα μου.

    Κι έξω μου όμως! Θα δώ το παρελθόν αλλά θα αλλάξω το τώρα. Θα δω το χθες για να δράσω σήμερα. Τα πρώτα είναι αναγκαία. Ναι. Αλλά έχουν σκοπό τα δεύτερα.

    Η σχέση αυτή «σηματοδοτεί!» Είναι (ελπίζω) θέμα ταυτότητας! Αυτό (ελπίζω ότι) είμαι – και μακάρι αυτό να είναι πράγματι ένα στοιχείο της ελληνικότητας μας.

    Για όλους αυτούς τους λόγους αγαπητέ Ανδρέα, υποθέτω ότι κι ο (απλοϊκός αναμφισβήτητα) σχολιασμός, από τις ταπεινές κι ίσως και σαθρές αφετηρίες που εξηγώ πιο πάνω, έχει κι αυτός την σημασία του.

    Φιλικά,
    Γιάννης Μικρός.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *