Περί Ελληνικότητας

Εκείνο που η λέξη ελληνικότητα φέρνει αμέσως στο νου είναι η άμεση εμπειρία. H γλώσσα, ο τόπος και η ιστορική μνήμη, αλλά και οι τρόποι που τη χαρακτηρίζουν είναι άμεση εμπειρία. Αυτά είναι πράγματα δεδομένα, που δύσκολα περιγράφονται. Πρόκειται για ζώσες ιστορικές μορφές και για καθημερινή πρακτική. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για όλα αυτά που γενικά αντιλαμβανόμαστε ως «πολιτισμικά χαρακτηριστικά». Τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και το πολιτισμικό περιβάλλον προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Οι μακραίωνες εμπειρίες και παραδόσεις του Ελληνισμού μας υποχρεώνουν στη θεώρηση της πολιτισμικής πραγματικότητας ως θεμελιώδους χαρακτηριστικού του. Η κοσμοϊστορικών διαστάσεων παρουσία μας, τα επιτεύγματά μας, οι αγώνες μας, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες μας μπορούν να γίνουν κατανοητά ως ιδιαίτερες συμπεριφορές και χαρακτήρες μέσα σε ένα κόσμο μεγάλης πολιτισμικής πολυμορφίας, όπου οι αξίες, οι παραδόσεις και οι αντιλήψεις μπορούν πάντα να αναιρεθούν από το διαφορετικό, το παράδοξο και το τυχαίο.

Όσον αφορά τη γλώσσα, αυτή αποτελεί τη ζώσα ελληνικότητα, της οποίας η παράδοση συνεχίζεται και παραδίδεται σταθερά και μόνιμα κάθε στιγμή. Η γλώσσα αποτελεί το βέβαιο, αλλά άυλο σώμα της παράδοσης και αυτή μας κάνει ικανούς να γνωρίσουμε και να κοινωνήσουμε στην ελληνικότητα. Ιδιαίτερη αξία της ελληνικής γλώσσας είναι η από την αρχαιότητα δομή της, που προσφέρεται στην προσέγγιση του κόσμου ως μεταφυσικής πραγματικότητας. Η ελληνική γλώσσα είναι η γλώσσα της φιλοσοφίας κατ΄ εξοχήν. Αλλά και η ελληνική γραφή είναι μοναδική και γεμάτη ιδιορρυθμίες, που βέβαια αποτελούν στοιχεία ταυτότητας. Μέσα από τη γλώσσα και με τη στήριξή της μπορούμε να αντιληφθούμε την ύπαρξη και τη σημασία του τόπου.

Τόπος, χώρος, χρόνος είναι έννοιες που αποκτούν σημασία με την ανθρώπινη πολιτισμική παρουσία. Αποτελούν δηλαδή πολιτισμικά και κοινωνικά αποτελέσματα. Ο χώρος από άξενος και χαώδης μετατρέπεται σε τόπο με την ανθρώπινη παρουσία. Η αντίληψη για τον τόπο είναι, βέβαια, μία αντίληψη υποκειμενική. Ο τόπος δεν είναι μία συγκεκριμένη οπτική παράσταση, ένας χώρος πού μπορεί να μετρηθεί ή ένα τοπογραφικό σύστημα, αλλά μία διανοητική κατασκευή, μία επέκταση της ατομικής και της συλλογικής ύπαρξης. Ο τόπος περιγράφεται και γίνεται κατανοητός με υποκειμενικό τρόπο. Τίποτε δεν είναι πιο χαρακτηριστικό για την υποκειμενικότητα του τόπου από τις καλλιτεχνικές περιγραφές και τα εγκώμια. Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε πόσο βαθιά σχέση έχει ο τόπος με την ταυτότητα, πόσο ουσιαστικά συνδέεται με την ιστορία και με τα συστήματα έκφρασης – γλώσσα, γραφή και τέχνη. Ο τόπος είναι αντικείμενο και εμπειρία, αφού ως παλίμψηστο συσσωρεύει και εκθέτει την ιστορική εμπειρία. Ο τόπος γίνεται συγκεκριμένος ως ιστορική εμπειρία και βοηθά την αντίληψή μας, ώστε αυτή να επιβεβαιωθεί ως ιστορική μνήμη.

Ωστόσο, ο τόπος βρίσκεται μόνιμα σε αμφισβήτηση: κάθε στιγμή κάποια από αυτά τα ίχνη και τα μνημεία της παράδοσης και της ιστορικής εμπειρίας αίρονται από το ετερόδοξο, το αλλότριο και το τυχαίο. Αλλά και ο χρόνος καταστρέφει, ενώ εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να διατηρούμε. Τους τελευταίους αιώνες, μάλιστα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι, όχι μόνον με τον χρόνο, αλλά και με τη θύελλα μιας πολιτισμικής αλλοτρίωσης.

Η ιστορική μνήμη μας δίνει το μέτρο της κρίσης και της σύγκρισης, μας οδηγεί και μας υποχρεώνει σε μια ατομική στάση, που δεν είναι συγκεκριμένη και δεν είναι δυνατό να περιγραφεί, αλλά θέτει τα όρια και τις κατευθύνσεις των συμπεριφορών. Κάθε πτυχή της συμπεριφοράς μας κάθε ιδιομορφία μας έχουν σχέση με κάποιες ισχνές ιστορικές καταβολές. Η ιστορική μνήμη αποτελεί την πραγμάτωση της ελληνικότητας μέσα στον χρόνο και αν χαθεί, σημαίνει και το χάσιμο της ελληνικότητας. Το ίδιο σημαίνει και κάθε αλλοτρίωση της γλώσσας και του τόπου. Οι αιτιάσεις για το τέλος του Ελληνισμού θα πραγματοποιηθούν μόνο μετά την εξαφάνιση του τελευταίου ίχνους ελληνικότητας.

Η ελληνικότητα βρίσκεται συνεχώς σε συγκριτιστική αντιπαράθεση με άλλες στάσεις και άλλες συμπεριφορές. Η ελληνικότητα θα αντιμετωπίζει μόνιμα το αλλότριο και θα πασχίζει μόνιμα να αφομοιώσει και να εσωτερικεύσει το καινοφανές και το ξένο. Όσοι μιλούν την ελληνική γλώσσα είναι πάντα λίγοι και οι ελληνικές χώρες είναι μικρές σε έκταση, ενώ βρίσκονται σε χώρους αντιπαράθεσης λαών και πολιτισμών. Η ελληνικότητα βρίσκεται, λοιπόν, σχεδόν μόνιμα σε κατάσταση άμυνας και αμφιβολίας, δηλαδή σ’ αυτό που πολύ γενικά και αόριστα ονομάζουμε «κρίση ταυτότητας».

Μέσα από τις συμπεριφορές μας ξεχωρίζουν έτσι η αντίληψή μας για την αξία της προσωπικής ελευθερίας, η περιφρόνηση κάθε οργανωμένης καταπίεσης και η απόρριψη της απαίτησης του λογικού να συλλάβει και να χρησιμοποιήσει το πραγματικό. Αυτό εξηγεί τη μόνιμη τάση μας από το εμπειρικό στο νοητικό και μας οδηγεί στον πλούτο των ιδεών και τη βαθύτητα των αισθημάτων. Πρόκειται με λίγα λόγια για τον ιδιαίτερο εκείνο αυθορμητισμό, την έλλειψη συστήματος και την τάση προς το στιγμιαίο που περιφρονητικά αποκαλούμε «Ρωμηοσύνη». Ξεχωρίζουν, επίσης, η αίσθηση του τραγικού, που υποβάλλει ο μονίμως και πανταχόθεν απειλούμενος ελληνικός χώρος, όπως και η προσέγγισή μας προς τη ζωή και τον κόσμο, που είναι κατά βάση αισθητική, αλλά και αγαπητική και παραμυθητική, όπως και πολλά ακόμη.

Η ελληνικότητα επίσης περιγράφεται και αποφατικά, δηλαδή μπορούμε να πούμε τί δεν είναι. Έτσι, η επίκαιρη πρόταση: «Η Ελλάδα δεν είναι ούτε Δύση, ούτε Ανατολή, ούτε βρίσκεται ανάμεσά τους, αλλά είναι αυτό που είναι», διατυπώνει ουσιαστικά τη διαχρονική κρίση ταυτότητας που μας τυραννά και προτείνει τον δρόμο για την άρση της. Δεν είναι λοιπόν ο ελληνικός χώρος, χώρος ενδιάμεσος μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αλλά χώρος ιδιαίτερος, αφού αποτελεί ο ίδιος ένα ιδιαίτερο πολιτισμικό σύνολο. Ανάλογα, η φράση: «Δεν ανήκουμε στη Δύση, αλλά ανήκουμε μόνο σ’ αυτό που είμαστε», απαντά στο γνωστό πολιτικό αίτημα, αλλά και ελευθερώνει τα όρια της ταυτότητάς μας. Όσον αφορά την κρίση ταυτότητας που μας χαρακτηρίζει συνεχώς από τους τελευταίους βυζαντινούς αιώνες, αυτή ξεκινά από την αντιπαράθεσή μας την Δύση, της οποίας όμως έχει εξαντληθεί ο ενδογενής δυναμισμός.

Μέσα από τα ερωτήματα για την γλώσσα, τον τόπο και την ιστορία αναδεικνύονται σύμβολα και πραγματικότητες με ιδιαίτερες και χαρακτηριστικές σημασίες. Η πολιτισμική ιδιαιτερότητα αναγνωρίζεται ως το υπόβαθρο της ελληνικής ζωής. Ο ελληνικός χώρος δεν βρίσκεται ούτε σε Ανατολή, ούτε σε Δύση, αλλά ως ιδιαίτερος αποτελεί την εστία μιας πολιτισμικής επιβεβαίωσης. Η αναγέννηση μέσα από τα χαλάσματα και από τις καταρρεύσεις αποκαλύπτεται ως διήγηση-σύμβολο της ελληνικής ιστορίας. Όλα αυτά είναι πράγματα και νοοτροπίες που υφίστανται αόριστα και χωρίς καταναγκασμό, αλλά μας υπερβαίνουν. Αυτό σημαίνει ότι είμαστε με κάποιο ανεξήγητο τρόπο δεμένοι μαζί τους, με τρόπο που δεν διασπάται και με τρόπους που μας υποχρεώνουν να πράττουμε σε συμφωνία μ’ αυτά.

Απέναντι στην ελληνικότητα βρίσκονται οι σύγχρονες πραγματικότητες της αναγκαστικής και εμπορικής πληροφόρησης και της παγκόσμιας καταναλωτικής αγοράς. Αυτές έχουν κάθε συμφέρον να καλλιεργούν τη λήθη και την αποξένωση και να επιδιώκουν ένα παγκόσμιο και παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, μέσα στο οποίο δεν θα υπάρχουν αντιστάσεις προς τη χειραγώγηση που επιχειρείται. Πρόκειται για τον παγκόσμιο πολιτισμό, που είναι αδύνατος ως πολιτισμός και που διαδίδεται από την σύγχρονη «Βιομηχανία του Πολιτισμού». Η Βιομηχανία του Πολιτισμού είναι παντού παρούσα μέσα από τα πανίσχυρα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης τα οποία ελέγχει.

Μας λένε ότι η χώρα μας θα πρέπει να εγκαταλείψει τη νοσηρή και έμμονη προσήλωση σε κάποιο παρελθόν που δεν σημαίνει για τους άλλους τίποτα. Μας λένε ότι το μέλλον και η πράξη απαιτούν τη λήθη και τον εκσυγχρονισμό. Η ιστορικότητα θεωρείται ότι είναι μία μορφή καθυστέρησης και μία τροχοπέδη της προόδου και της ανάπτυξης. Πρέπει, λένε, να προσαρμοστούμε, αφού απαλλαγούμε από όλα όσα δυσχεραίνουν την προσαρμογή μας. Ο τόπος παρουσιάζεται να είναι στενός και να εμποδίζει την ανάπτυξη. Αυτοί που προβάλλουν ως παράδειγμα, επιμένουν στο ότι ο χώρος είναι κενός από σημασίες και πεδίο της υποταγής και εκμετάλλευσης της φύσης. Κάθε άλλη αντίληψη θεωρείται αναχρονιστική και επιζήμια.

Δεν πιστεύουμε ότι είναι έτσι. Αντίθετα, είναι απόλυτη ανάγκη να επιχειρήσουμε ένα εκσυγχρονισμό που θα έχει την μορφή που μας αρμόζει. Άλλωστε, η υπέρβαση της καθολικής κρίσης του Ελληνισμού επιβάλλει την αναγέννησή του. Πρέπει να επιχειρήσουμε να επιτύχουμε κάτι ανάλογο με αυτό, που και σε άλλες κρίσιμες στιγμές της ιστορίας μας έχουμε με χαρακτηριστικό τρόπο κατορθώσει. Και, μάλιστα, σε μια εποχή κατά την οποία φαίνεται ότι κορυφώνεται η διαχρονική αντιπαράθεσή μας με την Δύση και αποτυγχάνει η προσπάθειά μας να συμπορευθούμε μαζί της. Παράλληλα, οι ανατολικοί μας γείτονες εκδηλώνουν σαφείς επεκτατικές διαθέσεις εις βάρος μας και απειλούν την εθνική μας ύπαρξη. Μπροστά στις δυσχέρειες του παρόντος ένα εγχείρημα, όπως η αναγέννηση του Ελληνισμού, φαίνεται σε πολλούς ακατόρθωτο. Μόνον μέσα από την ελληνικότητα θα κατορθώσουμε να αντλήσουμε τα αναγκαία για την ένταξη και την επιβίωση μας στον σύγχρονο κόσμο. Μπορεί αυτά να φαίνονται χίμαιρες , άλλος δρόμος όμως δεν υπάρχει.

Δημήτρης Μαυρίδης

(974) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *