Τσερνομπίλ τσέπης

Πριν την πρόσφατη πυρηνική καταστροφή στο εργοστάσιο Φουκουσίμα της Ιαπωνίας η παραγωγή ενέργειας από πυρηνικά εργοστάσια γνώριζε κάποια αναγέννηση. Οι εντυπώσεις από το πυρηνικό δυστύχημα και την καταστροφή στο Τσερνομπίλ της Ουκρανίας φαινόταν να ξεπερνιούνται. Ο περιορισμός των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα είχε γίνει απαραίτητος, ώστε η απουσία τέτοιων εκπομπών κατά την διαδικασία παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνικά εργοστάσια τα έκανε και πάλι ελκυστικά. Παράλληλα, η αύξηση της παγκόσμιας παραγωγής είχε προξενήσει και αύξηση των τιμών των ορυκτών καυσίμων. Τα οικονομικά και περιβαλλοντικά δεδομένα για τη χρήση της ενέργειας από πυρηνικά εργοστάσια φαινόταν ευνοϊκά.

Τα 450 συνολικά εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με πυρηνική διάσπαση που έχουν εγκατασταθεί σε 30 χώρες παράγουν σήμερα το 15% περίπου της παγκόσμιας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό σημαίνει ότι εξοικονομείται η εκπομπή περίπου δύο δισεκατομμυρίων τόνων διοξείδιου του άνθρακα ετησίως από την αποφυγή καύσης πετρελαίου ή άνθρακα. Το ποσό αυτό είναι ισοδύναμο με τις εκπομπές διοξείδιου του άνθρακα από όλα τα επιβατικά αυτοκίνητα των ΗΠΑ για τρία χρόνια.

Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με ελεγχόμενη πυρηνική διάσπαση αρχίζει τη δεκαετία του 1950, όταν επικρατούσε η άκρατη αισιοδοξία του προγράμματος «το άτομο για την Ειρήνη» που οργάνωσε η προεδρία Αϊζενχάουερ στις ΗΠΑ. Υπήρχε τότε η εντύπωση ότι το παγκόσμιο ενεργειακό πρόβλημα βρισκόταν στα πρόθυρα της επίλυσής του. Πίστευαν τότε ότι οι πυρηνικοί αντιδραστήρες σχάσης θα ήταν δυνατόν να κινούν όλα τα μηχανήματα, από τα αυτοκίνητα, μέχρι τα αεροπλάνα. Κατά τη δεκαετία του 1970 η πυρηνική ενέργεια γνώρισε τις δόξες της, αφού η αισιοδοξία της εποχής εκείνης ενισχύθηκε από την ενεργειακή κρίση του 1973. Ωστόσο, τα πυρηνικά ατυχήματα στην Πεννσυλβάνια των ΗΠΑ το 1979 και στο Τσερνομπίλ της Ουκρανίας το 1986 ανέκοψαν τις τάσεις εκείνες. Ακολούθησε κάποια ανάκαμψη λόγω του προβλήματος της υπερθέρμανσης του πλανήτη, της διαφαινόμενης εξάντλησης των πετρελαϊκών αποθεμάτων και της ραγδαίας αύξησης της τιμής του πετρελαίου. Σήμερα, μετά τη Φουκουσίμα, η κατάσταση έχει πάλι μεταβληθεί.

Την αισιοδοξία της δεκαετίας του 1950 αντανακλούν άκαιρα τα σχέδια του κρατικού εργαστηρίου έρευνας Los Alamos των ΗΠΑ, τα οποία έχουν μελετήσει ένα πρωτοποριακό πυρηνικό αντιδραστήρα διάσπασης με μέγεθος που δεν είναι μεγαλύτερο από ένα οικιακό ψυγείο. Ο αντιδραστήρας αυτός θα μπορεί να μεταφερθεί με ένα αυτοκίνητο. Το μηχάνημα αυτό θα μπορεί να παραγάγει ένα κλάσμα της παραγωγής ενός συμβατικού αντιδραστήρα από αυτούς που χρησιμοποιούνται σήμερα. Το κόστος του θα είναι ανάλογα μικρό, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας για μικρές πόλεις, για αφαλάτωση θαλάσσιου ύδατος και για την κίνηση πλοίων. Η ιδέα φαίνεται σε πολλούς ελκυστική, τόσο ώστε η διάδοση αυτών των μηχανημάτων να προβάλλεται ως λύση στο πρόβλημα των εκπομπών διοξείδιου του άνθρακα, αλλά και ως δελεαστική οικονομικά πρόταση. Αντιμετωπίζεται επίσης με αυτές τις διατάξεις και η αδυναμία πολλών φτωχών χωρών να εγκαταστήσουν εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας, όχι μόνο λόγω του κόστους τους, αλλά και γιατί δεν διαθέτουν τα εκτεταμένα δίκτυα διανομής που είναι απαραίτητα για να διαχειριστούν την μαζική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Είναι προφανές ότι τέτοιες πυρηνικές κατασκευές μικρών διαστάσεων θα πολλαπλασιάσουν τους κινδύνους διάδοσης των πυρηνικών όπλων και την πιθανότητα πυρηνικοποίησης εξτρεμιστικών ομάδων ή κρατών.

Εκτός από τον κίνδυνο πυρηνικού ατυχήματος, ο πολλαπλασιασμός των πυρηνικών αντιδραστήρων σημαίνει και αυξημένες ποσότητες πυρηνικών καταλοίπων. Τα κατάλοιπα αυτά παραμένουν ραδιενεργά για χιλιάδες χρόνια. Δεν έχει βρεθεί ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα πέρα από την αποθήκευση ή ταφή των καταλοίπων βαθιά μέσα στη γη, πράγμα που είναι άγνωστο που μπορεί να καταλήξει. Οι υποστηρικτές της πυρηνικής ενέργειας απαντούν ότι οι πυρηνικοί αντιδραστήρες δεν παράγουν τοξικά απόβλητα, ανάλογα με αυτά που παράγουν τα εργοστάσια καύσης.

Οι τεχνικές κατασκευές δεν είναι δυνατόν να αποκλείσουν το ανθρώπινο σφάλμα. Ανεξάρτητα από την τελειότητα των μελετών και των κατασκευών, η πολλαπλότητα των λειτουργικών ενεργειών και κινήσεων και ο τεράστιος αριθμός των επαναλήψεων δεν είναι δυνατόν να αποφύγουν την εκδήλωση κάποιου σφάλματος, όπως συνέβη στο Τσερνομπίλ. Αντίστοιχα, η πολυπλοκότητα του φυσικού κόσμου και οι περιορισμοί των οικονομικών θεωρήσεων οδηγούν σε υπερβάσεις των συντελεστών ασφαλείας, όπως έγινε στη Φουκουσίμα. Ο πολλαπλασιασμός των πυρηνικών αντιδραστήρων σημαίνει και πολλαπλασιασμό των πιθανοτήτων αστοχίας.

Τα διλήμματα αυτά δεν μας κάνουν μόνο «να σκεφτούμε το αδιανόητο», όπως η πυρηνική ισορροπία του Ψυχρού Πολέμου μας υποχρέωνε να κάνουμε. Σήμερα, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, αφού καλούμαστε «να αποδεχθούμε αυτό που είναι απαράδεκτο». Σήμερα μας ζητούν δηλαδή να συμβιώσουμε με μια κατάσταση που είναι δυνατόν να ξεφύγει σε κάθε στιγμή από τον έλεγχό μας και να εξελιχθεί σε τερατώδη μόνιμα διογκούμενη απειλή μέχρι την τελική καθολική καταστροφή. Με άλλα λόγια ζητείται μια νέα «ισορροπία τρόμου».

Υποστηρίζεται ότι η πυρηνική ενέργεια αποτελεί τη λύση στο πρόβλημα της υπερθέρμανσης και της αλλαγής του κλίματος. Αυτό είναι παράλογο, αφού η πυρηνική ενέργεια συνεπάγεται τη δημιουργία μιας άλλης μορφής οικολογικής ανισορροπίας. Το οικολογικό πρόβλημα είναι πρόβλημα μεταφυσικής, πολιτισμικής, αλλά και πολιτικής τάξης. Δεν είναι δυνατόν να λυθεί με την εφαρμογή μιας τεχνολογικής ουτοπίας. Το οικολογικό πρόβλημα αντιμετωπίζεται μόνο με αναθεώρηση της στάσης μας απέναντι στη φύση, στην αλλαγή της έννοιας της προόδου και στην ισορροπημένη ανάπτυξη, ενώ απαιτεί ριζική αναθεώρηση της ιεράρχησης των αναγκών.

(960) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *