Έξαρση της παγκόσμιας πείνας – Λύση;

Ι. Η αδράνεια των ισχυρών 


To γεγονός ότι το έτος 2008 ο αριθμός των πεινασμένων συνανθρώπων μας ανήλθε τουλάχιστον σε 963 εκατομμύρια ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο όριο, δεν φαίνεται να συγκίνησε ιδιαίτερα ούτε τις πολυάσχολες πολιτικές ηγεσίες, ούτε όμως και τις σε βαθύ λήθαργο μακάρια κοιμώμενες κοινωνίες πολιτών του αναπτυγμένου κόσμου. Σημειώνεται ειδικότερα ότι το 65% του συνόλου των πεινασμένων συγκεντρώνεται σε 7 χώρες (Ινδία, Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Ινδονησία, Κίνα, Αιθιοπία, Δημοκρατία του Κονγκό). Η περιοχή όμως που πλήττεται από την πείνα περισσότερο από κάθε άλλη είναι η Υποσαχάρια Αφρική, καθώς 1 στους 3 κατοίκους της (περίπου 235 εκατομμύρια άνθρωποι) υποφέρει από χρόνιο υποσιτισμό. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι οι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, αλλά και οι συγκρούσεις στο Λίβανο και την Παλαιστινή εκτόξευσαν σημαντικά τον αριθμό των πεινασμένων στην Εγγύς Ανατολή και τη Β. Αφρική. Έτσι, ο αριθμός των υποσιτισμένων ανθρώπων στη συγκεκριμένη περιοχή ανήλθε από 15 εκατομμύρια, όπου κυμαινόταν κατά τη διετία 1990-1992, σε τουλάχιστον 37 εκατομμύρια το 2007, σημειώνοντας αύξηση περίπου 150%.  


Με  βάση πρόσφατα στοιχεία του ΟΗΕ, ο συνολικός άριθμός των ανθρώπων που βιώνουν την πείνα, αυξήθηκε κατά 75 εκατομμύρια το 2007 και κατά 40 περίπου εκατομμυρία το 2008. Εκτιμάται επίσης ότι κάθε 1 ώρα, τουλάχιστον 1.000 συνάνθρωποί μας -σε μεγάλο ποσοστό παιδιά- πεθαίνουν εξαιτίας της πείνας. Παράλληλα, υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις, ότι η παρούσα οικονομική κρίση θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη αύξηση των πεινασμένων του κόσμου. Ο στόχος που το 1996 είχε θέσει ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO), ο παγκόσμιος αριθμός των πεινασμένων να μειωθεί στα 500 εκατομμύρια μέχρι το 2015, μοιάζει υπό τις παρούσες συνθήκες καταδικασμένος σε πρόωρη και πλήρη αποτυχία. Ακόμα όμως και ο παραπάνω στόχος πρέπει να θεωρείται απαράδεκτος, κατά την άποψη του διευθυντή της FAO, δρ. Ζ. Ντιούφ. Στη σημερινή εποχή της ραγδαίας επιστημονικής και τεχνολογικής ανάπτυξης είναι αδιανόητο να υπάρχουν λιμοκτονούντες. Όπως άλλωστε επισημαίνουν ειδικοί επιστήμονες, εφόσον γινόταν ορθή διαχείριση και κατανομή  του γήινου φυσικού πλούτου, ο πλανήτης Γη θα μπορούσε να θρέψει με βάση τα σύγχρονα δεδομένα τουλάχιστον 12 δισεκατομμύρια ανθρώπους.  


Εκτιμάται ότι για να επιτευχθεί στοιχειώδης μείωση του παγκόσμιου αριθμού των υποσιτισμένων,  απαιτούνται από τη διεθνή κοινότητα ετήσιες επενδύσεις ύψους τουλάχιστον 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την ανάπτυξη της γεωργίας και της κοινωνικής προστασίας του πληθυσμού των φτωχών χωρών. Διαχρονικά όμως το ποσό αυτό δεν καθίσταται δυνατό να συγκεντρωθεί παρά τις προφανείς επιτακτικές ανάγκες και τις εκκλήσεις των υπευθύνων. Είναι ενδεικτικό ότι το εν λόγω χρηματικό ποσό αποτελεί μόλις το 8% των αντίστοιχων επιχορηγήσεων που δίδονται στις χώρες του ΟΟΣΑ, αλλά κι ένα ελάχιστο ποσοστό των χρημάτων που δαπανώνται από τις αναπτυγμένες χώρες για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης.


Από τα σύγχρονα δεδομένα , καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει η απαραίτητη πολιτική βούληση από τις αναπτυγμένες χώρες να αναλάβουν αποτελεσματική δράση για την εξάλειψη της παγκόσμιας πείνας. Απόλυτη προτεραιότητα δίδεται στην ενίσχυση του νοσούντος από το άπληστο κυνήγι του κέρδους χρηματοπιστωτικού συστήματος του αναπτυγμένου κόσμου και όχι στη στοιχειώδη έστω βελτίωση των συνθηκών ζωής των πεινασμένων ανθρώπων των φτωχών χωρών. Στον βωμό μιας ηδονιστικής, ατομιστικής – επίπλαστης όμως – ευημερίας των κατοίκων του επονομαζόμενου αναπτυγμένου κόσμου, έχει θυσιαστεί ο αγώνας για μια πιο δίκαιη κατανομή του παγκόσμιου πλούτου. Στο όνομα μιας αδιέξοδης και ανούσιας ομφαλοσκοπίας των φορέων του αναπτυγμένου κόσμου έχει ξεθωριάσει το ιδανικό της αλληλεγγύης και έμπρακτης συμπαράστασης στον ευρισκόμενο σε ανάγκη συνάνθρωπο .




ΙΙ. Υπερκαταναλωτισμός



Το ότι περίπου 1 στους 6,5 συνανθρώπους μας λιμοκτονεί ήταν ούτως ή άλλως  «ψιλά γράμματα» μπροστά στις καθημερινές, αδήριτες έγνοιες των πολιτών των αναπτυγμένων χωρών, π.χ. για καλύτερους μισθούς και εν γένει για πιο άνετη ζωή. Οι επιπτώσεις που επιφέρει η σύγχρονη κρίση των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, οι πτωτικές τάσεις των αναπτυξιακών δεικτών, που προβάλλονται με δραματικό τρόπο από τα ΜΜΕ, η εποχή οικονομικής ύφεσης που προμηνύεται ότι θα βιώσει ο αναπτυγμένος κόσμος απομακρύνει ακόμα περισσότερο την πιθανότητα, οι σύγχρονες αναπτυγμένες κοινωνίες να στρέψουν με τη δέουσα σοβαρότητα την προσοχή τους στο ζωτικής σημασίας για την επιβίωση εκατομμυρίων ανθρώπων ζήτημα της πείνας που πλήττει κυρίως τις αναπτυσσοόμενες ή υπανάπτυκτες χώρες. Το διαχρονικό αυτό ζήτημα αντιμετώπισης της παγκόσμιας πείνας φαίνεται ότι ωχριά μπροστά στον κίνδυνο, ο μέσος καταναλωτής να περιορίσει τις συνήθεις καταναλωτικές δαπάνες του για αγορά αξεσουάρ, οικιακών συσκευών, αυτοκίνητων, ταξιδιών, οικοπέδων κ.ο.κ. ή στη χειρότερη περίπτωση να ελαττώσει τα χρήματα που ξοδεύει για τη διατροφή του.


Για να κατανοηθεί σαφέστερα η ένοχη στάση του μέσου πολίτη των αναπτυγμένων χωρών απέναντι στο εντεινόμενο φαινόμενο της πείνας, αναφέρεται ενδεικτικά ότι το πλουσιότερο 20% του παγκόσμιου πληθυσμού, που κατά κύριο λόγο ανήκει στον δυτικό αναπτυγμένο κόσμο, καταναλώνει περίπου το 80% του συνόλου των φυσικών πόρων του πλανήτη. Η στάση του μέσου Έλληνα πολίτη διόλου δεν αποκλινει από την ανωτέρω νοοτροπία και πρέπει να εξίσου να προβληματίσει κάθε σκεπτόμενο πολιτικό και κοινωνικό φορέα.


Σύμφωνα με επίκαιρα στοιχεία διεθνούς έρευνας της WWF (Living Planet Report 2008, http://www.wwf.gr/images/stories/docs/lpr_2008.pdf), εκτιμάται ότι για να καλυφθούν οι ετήσιες βιοτικές ανάγκες του μέσου Έλληνα απαιτείται η παραγωγική εκμετάλλευση τουλάχιστον 59 στρεμμάτων γης ανά κάτοικο, τη στιγμή που ο παγκόσμιος μέσος όρος κάλυψης των ετήσιων βιοτικών αναγκών ανέρχεται σε 27 στρέμματα ανά κάτοικο, ενώ οι δυνατότητες του πλανήτη για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του συνολικού πληθυσμού της Γης περιορίζονται στην παραγωγική αξιοποίηση 21 στρέμματων ανά κάτοικο. Δεδομένου ότι ο μέσος όρος κατανάλωσης του Έλληνα υπερβαίνει σχεδόν κατά τρεις φορές το όριο δυνατοτήτων του πλανήτη, γίνεται αντιληπτό ότι, αν όλοι οι κάτοικοι της Γης υιοθετούσαν τον τρόπο ζωής του μέσου Έλληνα, θα απαιτούνταν τρεις γήινοι πλανήτες, για να τραφεί ο παγκόσμιος πληθυσμός.


Παράλληλα, η Ελλάδα με ετήσια κατανάλωση νερού που φτάνει τα 2.389 κυβικά μέτρα ανά κάτοικο (εκ των οποίων 87% καταναλώνει η ελληνική γεωργία), κατέχει τη δεύτερη θέση παγκοσμίως στην ετήσια κατανάλωση νερού μετά τις ΗΠΑ. Σημειώνεται ότι ο ετήσιος μέσος όρος παγκόσμιας κατανάλωσης νερού ανά κάτοικο αγγίζει τα 1.243 κυβικά μέτρα. Συνολικά μάλιστα, η Ελλάδα κατά την έρευνα της WWF, μεταξύ 148 χωρών από όλο τον κόσμο, κατατάσσεται στην ενδέκατη χειρότερη θέση ως προς την έκταση παραγωγικής γης, πόσιμου νερού και θάλασσας που είναι απαραίτητη για την κάλυψη των καθημερινών ανθρώπινων αναγκών σε ενέργεια και νερό, συνυπολογίζοντας τις εκπομπές ρύπων ανά άτομο και την έκταση που χρειάζεται για την απόθεση των απορριμμάτων του (Οικολογικό αποτύπωμα –Εcological Footprint).       
      Έιναι αναμφισβήτητο ότι ο εν λόγω υπερκαταναλωτικός τρόπος ζωής του μέσου Έλληνα πολίτη και εν γένει του μέσου πολίτη των αναπτυγμένων χωρών αποβαίνει σε βάρος των ευάλωτων πληθυσμών των αναπτυσσόμενων και των υπανάπτυκτων χωρών και αποτελεί βασικό αίτιο αύξησης του φαινομένου της πείνας σε αυτές. Είναι προφανές ότι ο πλούτος που οι εν λόγω χώρες παράγουν με ελάχιστο κόστος, λόγω του φθηνού εργατικού δυναμικού του ντόπιου πληθυσμού που συχνά εργάζεται σε απάνθρωπες συνθήκες, εξάγεται προς τις αναπτυγμένες χώρες και καταναλώνεται απερίσκεπτα από τους πολίτες των χωρών αυτών, δηλ. από εμάς, χωρίς να συλλογίζόμαστε τις επιπτώσεις του καταναλωτικού μας πάθους. Αυτό έχει ως συνέπεια, οι πληθυσμοί των χωρών αυτών να μαστίζονται από διαρκώς εντεινόμενη φτώχεια και το πείνα.  



ΙΙΙ. Η πείνα ως δείκτης ποιότητας του σύγχρονου πολιτισμού



Αν θεωρήσουμε ότι η ανάληψη πρωτοβουλιών για την αντιμετώπιση της πείνας αποτελεί δείκτη ποιότητας του ανθρώπινου πολιτισμού και των αξιών από τις οποίες αυτός εμφορείται, τότε μπορεί εύκολα να συμπεράνει κανείς ότι ο εντεινόμενος υποσιτισμός εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων ξεσκεπάζει την ηθικοπνευματική γύμνια του σύγχρονου πολιτισμού. Το φαινόμενο ραγδαίας εξάπλωσης της φτώχειας σε μια εποχή υπεραφθονίας ελέγχει την ποιότητα του πολιτισμού μας και την ευαισθησία της συνείδησης μας.


Η ηθικοπνευμτική φτώχεια (ημών) των ισχυρών είναι χαρακτηριστικό σύμπτωμα, αν όχι πνευματικής νέκρωσης, τουλάχιστον βαριάς πνευματικής νόσου της προσωπικότητας μας και εν γένει του πολιτισμού που διαθέτουμε. Εκθέτει αφενός την εθελότυφλη, ανάλγητη υποκρισία των πολιτικών ηγεσιών απέναντι στον ανθρώπινο πόνο. Αφετέρου αποκαλύπτει και την αδιαφορία της κοινωνίας των πολιτών και εν γένει όλων των προσώπων που τις απαρτίζουν. Στη συντριπτική μας πλειοψηφία προσηλωμένοι στην δική μας ατομιστική ευημερία, δεν κινητοποιούμαστε -έστω και στοιχειωδώς- για την αντιμετώπιση της κοινωνικής αδικίας της άνισης κατανομής του πλούτου, και δεν ασκούμε στις εκάστοτε κυβερνήσεις την απαραίτητη πίεση για την αντιμετώπιση του κορυφαίου αυτού προβλήματος.


Η προβληματική αυτή αποτυπώνει την αδυναμία έμπρακτης εφαρμογής των θεμελιωδών ανθρωπιστικών αρχών που γέννησε ιστορικά ο δυτικός πολιτισμός, όπως π.χ. ο σεβασμός στο δικαίωμα της ζωής, η προστασία της ανθρώπινης προσωπικότητας της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Το νομικό επίτευγμα θέσπισης της Χάρτας για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ομοιάζει με μια θεωρητική άσκηση μπροστά στη δραματική έξαρση του φαινομένου της πείνας. Στην πράξη αποδεικνύεται αδύναμο και αλυσιτελές για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας πείνας, αλλά και των παρενεργειών της.



ΙV. Η κοινωνική αδικία και οι Τρεις Ιεράρχες



Υπό αυτές τις συνθήκες, η ηθικοπνευματική πενία των δυνατών αυτού του κόσμου πρέπει να θεωρείται ακόμα πιο ανησυχητικό φαινόμενο και από την υλική ανέχεια των αδυνάτων. Ο λόγος των αγίων Τριών Ιεραρχών, ως διανοητών οικουμενικής εμβέλειας, πάνω σε αυτό το ζήτημα θεμελιώνει την παραπάνω άποψη. Όπως παρατηρεί, ο Ρώσος φιλόσοφος  Ν.  Μπερντιάγιεφ, η κοινωνική αδικία ως αποτέλεσμα της άνισης κατανομής του πλούτου κρίνεται στο έργο τους  με τέτοια δριμύτητα που δεν την είχαν ούτε και οι θεωρητικοί φιλόσοφοι του σοσιαλισμού στα πρώιμα έργα τους. Για του λόγου το αληθές αναφέρουμε ενδεικτικά ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το ανεκτίμητο έργο τους.


Συγκεκριμένα, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στο έργο του «Περί Φιλοπτωχείας» διαγιγνώσκει με πρωτόγνωρη σαφήνεια, ότι η κοινωνική αδικία είναι κοινωνική αρρώστια, η οποία αντιβαίνει στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Είναι δομικό κοινωνικό πρόβλημα που σχετίζεται τόσο με τον τρόπο που λειτουργεί και αναπτύσσεται μια κοινωνία όσο και με το ποιόν των προσώπων που την διαχειρίζονται. Παράλληλα, επισημαίνει πως αυτοί που συσσώρευσαν τον πλούτο, έγιναν και ισχυροί πολιτικά, αρπάζοντας ή υφαρπάζοντας την εξουσία, με αποκλειστικό σκοπό να κατοχυρώσουν και με νόμο το προϊόν της αδικίας που διέπραξαν. Διασάλευσαν όμως εν τέλει τη φυσική τάξη των πραγμάτων «Πενία και πλούτος ύστερον επεισήλθον τω γένει των ανθρώπων ώσπερ αρρωστήματα.», «και το της φύσεως ευγενές, πλεονεξία κατέτεμε, προσλαβούσα και νόμον, της δυναστείας επίκουρον».


Από την άλλη πλευρά, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος καυτηριάζει τη σπάταλη διοίκηση εν μέσω λαού πένητος, ανυπόδητου και αναξιοπαθούντος, στον οποίο όμως ο ίδιος, όπως και οι άλλοι δύο άγιοι Ιεράρχες, είχαν προσφέρει ολόκληρη την περιουσία τους. Δε δίσταζει μάλιστα να κατακεραυνώσει ακόμη και την αυτοκράτειρα Ευδοξία, επισημαίνοντας της ότι την εξουσία και τον πλούτο της πρέπει να τον διαθέτει για να υπηρετεί τη δικαιοσύνη  και όχι για να καλλιεργεί τη διαφθορά (Πρβλ. ενδεικτ. την ομιλία «Περί του κατά Θεόν πολιτεύεσθαι»). Η επικριτική αυτή στάση οδήγησε μάλιστα τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο σε καθαίρεση και σε θανατηφόρο εξορία στην Αρμενία.    


  Στο ίδιο πλαίσιο, ο Μέγας Βασίλειος στην ομιλία του «Καθελώ μου τας αποθήκας» καταγγέλλει τόσο τους εκμεταλλευτές που σφετερίζονται τα κοινά αγαθά «τα γαρ κοινά προκατασχόντες, ίδια ποιούνται», όσο και την αδιαφορία μπροστά στην ανθρώπινη δυστυχία. Υποστηρίζει μάλιστα ότι και η αδιαφορία μας και η σιωπή μας μπροστά στο ζήτημα της κοινωνικής αδικίας, μας καθιστά εξίσου συνένοχους. Κλέφτες κατά το Μέγα Βασίλειο δεν είναι μόνο όσοι ξεγυμνώνουν τους ντυμένους, αλλά και όσοι, αν και μπορούν, εν τούτοις δεν ντύνουν τους γυμνούς. «Ή ο μεν ενδεδυμένον απογυμνών λωποδύτης ονομασθήσεται, ο δε γυμνόν μη ενδύων, δυνάμενος τούτον ποιείν, άλλης τινός προσηγορίας άξιος; Του πεινώντος εστιν ο άρτος, ον συ κατέχεις, του γυμνητεύοντος το ιμάτιον ο συ φυλάσσεις εν αποθήκαις, του ανυποδήτου το υπόδημα ο παρά σοι κατασήπεται, του χρήζοντος το αργύριον ο κατορύξας έχεις. Ώστε τοσούτους αδικείς, όσους παρέχειν ηδύνασο». Ο Μέγας Βασίλειος εύγλωττα και θαρραλέα προσωποποιεί την κοινωνική αδικία, καταδεικνύει τη συνυπευθυνότητά μας απέναντι στην ύπαρξη της ανέχειας, φέρνει στην επιφάνεια τη βαθιά αλλοτρίωση στην οποία έχουμε πέσει ως πρόσωπα. Επισημαίνει εν ολίγοις, ότι τόσους αδικούμε, όσους θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε.


Πράγματι, ο Μέγας Βασίλειος δείχνοντας το δρόμο στην ανθρωπότητα, μετέπλασε την περιφέρειά του σε χώρο αλληλεγγύης και ανθρωπιάς, σε χώρο κοινωνικής δικαιοσύνης, υποστηρίζοντας έμπρακτα όλα τα θύματα της κοινωνικής αναλγησίας, χωρίς να ξεχωρίζει χριστιανούς και ειδωλολάτρες, καταγγέλλοντας ταυτόχρονα και τους εκμεταλλευτές τους. 30.000 άνθρωποι περιεθάλποντο καθημερινώς στη Βασιλειάδα, στο συγκρότημα του ιδρύματός του στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. «Ως πότε», αναρωτιέται στην ομιλία του «Προς πλουτούντας», «θα είναι παντοδύναμο το χρήμα, ως πότε θα κυβερνά ο πλούτος, η αιτία όλων των πολέμων, για τον οποίο κατασκευάζονται τα όπλα και ακονίζονται τα ξίφη;»




V. Λύση;



Μοιάζει ο σύγχρονος άνθρωπος με την πλειοψηφία του γερμανικού πληθυσμού, την εποχή που το Γ΄ Ράιχ συγκροτούσε τον εφιάλτη των φονικών στρατοπέδων συγκέντρωσης σε απομονωμένες περιοχές της υπαίθρου, ώστε ο πληθυσμός να μη βλέπει το δράμα που συντελούνταν εκεί. Παρά ταύτα, αν και οι περισσότεροι μπορούσαν να φανταστούν την τύχη των αιχμαλώτων σε αυτά τα στρατόπεδα, την αποδέχονταν όμως σιωπηρά έχοντας υποστεί πλύση εγκεφάλου από το καθεστώς και άλλοι ίσως από φόβο, μην πάθουν τα ίδια.


Στο ίδιο μήκος κύματος, εμείς, οι πολίτες των αναπτυγμένων κοινωνιών είμαστε πλέον σχετικά ενημερωμένοι για το δράμα της λιμοκτονίας εκατοντάδων εκατομμυρίων συνανθρώπων μας. Παρά ταύτα, όσο δεν το αντκρίζουμε ζωντανά στο στενό μας περίγυρο, συνεργούμε με τη στάση μας σε αυτό το έγκλημα. Η στάση μας είναι ίσως ακόμα πιο ένοχη από αυτή που τηρούσε η πλειοψηφία των κατοίκων του Γ΄ Ράιχ, διότι σε καιρό ειρήνης και υπεραφθονίας αγαθών συνεργούμε στο έγκλημα λιμοκτονίας των συνανθρώπων μας, και ας μην επικρεμάται για εμάς ο φόβος της τιμωρίας από κάποιο απολυταρχικό καθεστώς.


Το πρόβλημα έξαρσης της παγκόσμιας πείνας δεν έχει να κάνει απλώς με την ελλιπή χρηματοδότηση των υπανάπτυκτων χωρών από τη διεθνή κοινότητα και τις αναπτυγμένες χώρες. Αυτό αποτελεί μάλλον την κορυφή του παγόβουνου. Το πρόβλημα είναι ασφαλώς βαθύτερο και έχει να κάνει με τη απουσία αξιολογικών σταθερών, από την οποία πάσχει ο σημερινός σύγχρονος άνθρωπος. Έτσι, έχουν εξασθενήσει οι ηθικές αντιστάσεις του σύγχρονου ανθρώπου. Οι κοινωνικοπολιτικές ευαισθησίες και τα συνειδησιακά του αντανακλαστικά έχουν επικίνδυνα ατονήσει.


     Ο διαχρονικός λόγος των Τριών Ιεράρχών επισημαίνει με νηφαλιότητα ότι η έμπρακτη εφαρμογή της κοινωνικής δικαιοσύνης, η αλλαγή δηλαδή των άδικων κοινωνικών δομών, χωρίς αλλαγή συνειδήσεων, χωρίς θυσιαστικό-σταυρικό φρόνημα είναι ματαιοπονία. «Το σον και το εμόν, τούτο δη τα πάντα ανατρέπον» τονίζει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. «Τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε τα πάντα καινά, αλλοιώθητι» σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στο λόγο του «Εις την Καινήν Διαθήκην». «Αλλοιώθητι», με την έννοια της μεταμορφωτικής ανακαίνισης της ανθρώπινης συνείδησης συνιστούν και στον σύγχρονο άνθρωπο οι Τρείς Ιεράρχες, «για να σταματήσουν οι ισχυροί να σφάζουν, οι πλούσιοι να συσσωρεύουν, οι φτωχοί να πεθαίνουν από την πείνα και οι σοφοί να παραληρούν» όπως τονίζει επιγραμματικά και ο νομπελίστας βιολόγος Φρανσουά Ζακόμπ.


Πολιτικές ηγεσίες, αλλά και η κοινωνία των πολιτών ιδίως των αναπτυγμένων χωρών, δηλ. καθένας από μας που ζει σε συνθήκες υπεραφθονίας υλικών αγαθών, οφείλουν να αναθεωρήσουν τις αξιολογικές τους προτεραιότητες. Οφείλουν να παύσουν να εθελοτυφλούν και με τη δέουσα σοβαρότητα να θέσουν σε πρώτη προτεραιότητα την ουσιαστική αντιμετώπιση του ζητήματος της παγκόσμιας πείνας. Για να επιτευχθεί αυτό όμως πρέπει να υιοθετήσουμε έμπρακτα σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο ξεχασμένες αξίες, όπως η υπερατομικότητα, η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη, η έμπρακτη φιλανθρωπία.  Αυτός είναι μάλλον και ο ασφαλέστερος δρόμος που μπορεί να οδηγήσει σε δημιουργική εξυγίανση του σύγχρονου ανθρώπινου πολιτισμού, αλλά και σε έμπρακτη αποκατάσταση της κοινωνικής αδικίας, προϊόν της οποίας αποτελεί και η έξαρση του φαινομένου της παγκόσμιας πείνας.

.

(1232) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *