Πληγές στο σώμα της ελληνικής δημοκρατίας


 

Η παρακμή της παιδείας, η υπονόμευση της έρευνας, η απαξίωση της δημόσιας διοίκησης και της δικαιοσύνης, η ελλειψη σοβαρών πρωτοβουλιών  για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής (της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της βιοτεχνίας και βιομηχανίας), τα διαρκή φαινόμενα κακοδιοίκησης και κακοδιαχείρισης των κρατικών πόρων, η χωρίς σχεδιασμό προβληματική απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων, η διαρκής αύξηση ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου, το εκρηκτικό δημόσιο έλλειμμα, η διόγκωση του δημόσιου χρέους, σε συνδυασμό με τη διαχρονική απουσία αποφασιστικής πολιτικής βούλησης για ουσιαστικό εκσυγχρονισμό του κοινοβουλευτικού συστήματος και προ πάντων για την αντιμετώπιση των ανησυχητικών φαινομένων της αδιαφάνειας, της διαφθοράς, της διαπλοκής, της ανεξέλεγκτης δράσης του παρακράτους, που μοιάζουν να κρατούν σε ομηρεία το πολιτικό σύστημα, και εν γένει την κρατική λειτουργία, αποτελούν σαφείς ενδείξεις της βαθιάς κρίσης που κατατρύχει τα τελευταία έτη το ελληνικό κράτος και κατ’ επέκταση την ελληνική δημοκρατία. Η σωρεία πολιτικών σκανδάλων που καταιγίζουν τα τελευταία χρόνια την επικαιρότητα μαρτυρούν τόσο τη θεσμική και ηθική κρίση του πολιτικού συστήματος, όσο και την απόσταση που χωρίζει την ελληνική πολιτεια από τις πραγματικές ανάγκες και απαιτήσεις της κοινωνίας.


Φτάνει σταδιακά και νομοτελειακά το πλήρωμα του χρόνου, όπου η χρόνια αδράνεια των πολιτικών φορέων δεν θα είναι δυνατό να επικαλυπτεται πίσω από δημαγωγικά συνθήματα και επίπλαστες παροχές με δανεικά του κράτους. Η διεθνής οικονομική κρίση, αλλά και η συνεχιζόμενη αξιακή κρίση των σύγχγρονων κοινωνιών σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο, φαίνεται ότι  επιταχύνει τις εξελίξεις προς την ανωτέρω κατεύθυνση. Δίδει μάλιστα αφορμή στο να γίνουν περισσότερο από ποτέ ορατές,  πληγές που για χρόνια μάστιζαν και συνεχίζουν να μαστίζουν το σώμα της ελληνικής δημοκρατίας και ταλανίζουν τον ιστό της ελληνικής δημοκρατίας και κοινωνίας.


  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να γίνει παραδεκτό ότι βασικοί δημοκρατικοί θεσμοί στη σύγχρονη Ελλάδα βρίσκονται σε σοβαρή δοκιμασία, χωρίς βέβαια αυτό να συνεπάγεται απαραίτητα ότι απειλείται να καταλυθεί η ίδια η θεσμική υπόσταση της συντεταγμένης ελληνικής δημοκρατίας από κάποιο απολυταρχικό κινημα. Γίνεται όμως αντιληπτό ότι θεμελιώδεις δημοκρατικοί θεσμοί είτε έχουν περιπέσει σε αδράνεια, οπότε κινδυνεύουν να ατονήσουν, είτε εφαρμόζονται άστοχα, οπότε αντί να υπηρετούν τη δημοκρατία, θίγουν ή στρεβλώνουν το βαθύτερο περιεχόμενό της.


 Η λειτουργία της δημοκρατίας στην Ελλάδα πλήττεται κυρίως από το γεγονός ότι, κυρίως με ευθύνη των εκάστοτε πολιτικών φορέων, αλλά και με τη συναίνεση των κοινωνικών φορέων, διαμορφώθηκαν σταδιακά στην ελληνική πολιτική σκηνή τέτοιες συνθήκες, οι οποίες περιορίζουν τελικα την ουσιαστική άσκηση της δημοκρατίας. Ενδεικτικές εκφάνσεις αυτής της δυσλειτουργίας αποτελούν η εσωστρεφής λειτουργία των κομμάτων, η ανεξέλεγκτη δράση του παρακράτους, τα έντονα φαινόμενα αδιαφάνειας, διαπλοκής και διαφθοράς, η απουσία ειλικρινούς διαλόγου μεταξύ πολιτείας και πολιτών, σε συνάρτηση με την απουσία τεκμηριωμένων πολιτικών θέσεων και μακροπρόθεσμων στρατηγικών σχεδίων για καίρια ζητήματα της χώρας, η απαξίωση του κοινοβουλευστισμού και εν γένει των πολιτικών στα μάτια του λαού.  


 Οι πληγές αυτές στο σώμα της ελληνικής δημοκρατίας έχουν μεταξύ άλλων τη ρίζα τους: Στη διαχρονική επικράτηση της ιδιοτελούς, δημαγωγικής λογικής του ελάσσονος πολιτικού κόστους, σύμφωνα με την οποία ο ευκολότερος δρόμος εκλογής ή επανεκλογής είναι η τέρψη των ψηφοφόρων με ανεδαφικές υποσχέσεις ή με πελατειακού τύπου εξυπηρετήσεις (ρουσφέτια).  Στην απρόσφορη λειτουργία των κομματικών μηχανισμών, που έχουν ταυτίσει την άσκηση της πολιτικής με τις κομματικές τους σκοπιμότητες, που προωθούν στελέχη χωρίς αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια, χωρίς αξιακή πυξίδα και όραμα, ενώ αυτάρεσκα «λιβανίζουν» με κενολογίες τους οπαδούς τους, θέτοντας σε δεύτερη προτεραιότητα την επίμοχθη εργασία για τη συλλογική πρόοδο. Έχουν τη ρίζα τους στο γεγονός, ότι σήμερα το σύγχρονο κομματικό σύστημα εξαρτάται από ισχυρά συμφέροντα, όπως υποδηλώνει η εκκωφαντική σιωπή των μεγάλων κομμάτων απέναντι στις ύποπτες συναλλαγές τους με επιχειρήσεις-κολοσσούς, όπως πρόσφατα αποκαλύφθηκε με βάση το σκάνδαλο Siemens, χωρίς όμως μέχρι σήμερα η διερεύνησή του να φτάσει σε βάθος, παρά το γεγονός ότι η υπόθεση είναι γνωστή εδώ και σχεδόν 2 χρόνια στις αρμόδιες αρχές (γιατί άραγε;). Είναι ενδεικτικό ότι η χρηματοδότηση των κομμάτων είναι πλήρως αδιαφανής, ενώ τ δε διαθέτουν ούτε Α.Φ.Μ. κι επομένως τα οικονομικά τους δεν μπορούν να ελεγχθούν από την εφορία, όπως ισχύει για τα υπολοιπα νομικά ή φυσικά πρόσωπα.


Δίδεται έτσι η εντύπωση στο λαό ότι το σύγχρονο πολιτικό σύστημα παράγει πολιτικούς αναλώσιμους που αποφεύγουν στην πράξη να αναμετρηθούν αποφασιστικά με φλέγοντα ζητήματα, που θίγουν καίρια τη λειτουργία της ελληνικής δημοκρατίας, όπως η διαφθορά, η διαπλοκή, η παραοικονομία κ.ο.κ.. Σοβαρό μερίδιο ευθύνης για τη διαμόρφωση των σημερινών συνθηκών έχει και η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας, η οποία σε κατάσταση σύγχυσης και αξιακού αποπροσανατολισμού συμβιβάζεται παθητικά και με τη στάση της συνεργεί άκριτα στη διατήρηση αυτής της νοοτροπίας, συναινεί σιωπηρά στη συνέχιση αυτόυ του φαύλου κύκλου.     


 

ΙΙ. Η λειτουργία των κομμάτων

Ο μέσος πολίτης αισθάνεται σήμερα ότι η Ελλάδα στην παρούσα περίσταση δεν διαθέτει πολιτικούς άνδρες, οι οποίοι πονούν ειλικρινά και μοχθούν για την τύχη του τόπου. Μοιάζει σήμερα να μην υπάρχουν πολιτικές προσωπικότητες, οι οποίες να διαθέτουν ζωντανό όραμα για τη χώρα και προ πάντων τη βούληση και την ικανότητα να το υλοποιήσουν. Θεωρούν το ρόλο τους μάλλον ως διαχειριστικό μέσο για την εκλογή ή επανεκλογή τους ή εισιτήριο για την ανάδειξη μελών του στενού οικογενειακού ή φιλικού τους περιβάλλοντος, παρά ως εργαλείο υλοποίησης ενός εθνικού οράματος ή επίλυσης φλεγόντων προβλημάτων της κοινωνίας. Στη σύγχρονη Ελλάδα είναι εξαιρετικά σπάνιο να συναντήσει κανείς ενεργούς πολιτικούς που χωρίς καιροσκοπισμούς θέτουν ανιδιοτελώς το κοινό συμφέρον της χώρας πάνω από τις προσωπικές τους μικροφιλοδοξίες. Είναι μάλλον αδύνατο στο σημερινό πολιτικό προσκήνιο να συναντήσει κανείς προσωπικότητες κατάλληλες να σηκώσουν στις πλάτες τους επάξια το ιστορικό βάρος του ονόματος της Ελλάδας και του ανεκτίμητου πολιτισμού που πρεσβεύει.    


Το πολιτικό ήθος, η πολιτική παρακαταθήκη ηγετών της νεοελληνικής ιστορίας, όπως λ.χ. ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Νικόλαος Πλαστήρας, φαίνεται πως έχει ξεθωριάσει υπό τις συνθήκες του παρόντος πολιτικού σκηνικού. Δεν μπορεί όμως να γίνει παραδεκτό ότι η πολυσχιδής και πολυτάλαντη ελληνική κοινωνία δε διαθέτει σήμερα ικανές προσωπικότητες, που θα μπορούσαν να υπηρετήσουν επάξια τον τόπο. Το ερώτημα είναι όμως: Γιατί τέτοιες προσωπικότητες δεν συμμετέχουν στο σημερινό πολιτικό σύστημα;


Τέτοιες προσωπικότητες, υπό τις παρούσες συνθήκες, αναγκάζονται να απέχουν από την άσκηση της πολιτικής. Υποχρεώνονται σήμερα πολίτες με ήθος, ικανότητες και δίψα για συλλογική προσφορά να παροπλιστούν πολιτικά, για να διαφυλάξουν την αξιοπρέπεια τους από την πολιτική ευτέλεια και την πολιτική βαρβαρότητα. Προτιμούν οι άνθρωποι του μόχθου και της συνέπειας να διεξάγουν τον προσωπικό τους αγώνα μακριά από τη δυσοσμία του σύγχρονου πολιτικού στίβου. Το αρτηριοσκληρωτικό σύστημα που ελέγχει και ορίζει το σύγχρονο πολιτικό γίγνεσθαι της ελληνικής δημόσιας ζωής, άλλοτε αποτρέπει ή συστηματικά αποθαρρύνει και άλλοτε αποδιώχνει την προσφορά ανθρώπων, που πραγματικά διψούν και μπορούν να προσφέρουν στον τόπο. Εξάλλου, η συμμετοχή τέτοιων προσωπικοτήτων θα έθετε σε κίνδυνο το κυρίαρχο status quo των κραταιών κομματικών μηχανισμών.


Είναι φανερό από την κρατούσα κατάσταση ότι τα πολιτικά κόμματα της χώρας μας πάσχουν από σοβαρότατο έλλειμμα εσωκομματικής δημοκρατίας. Σε πολλές περιπτώσεις, τα πρόσωπα που προωθούνται σε κομματικές θέσεις-κλειδία πρέπει συνήθως να ανήκουν σε στενούς οικογενειακούς, φιλικούς ή μικροσυμφεροντικούς κύκλους και να εξυπηρετούν υπάκουα αντίστοιχα συμφέροντα.. Πρέπει, αν θέλουν να ανελιχθούν στις υψηλές τάξεις της κοματικής ιεραρχίας, να συμβιβάζονται με το εξουσιολάγνο «αλισβερίσι» που λαμβάνει χώρα στα κομματικά γραφεία και να υποτάσσονται πειθήνια στις εντολές των ανώτερων τους, ανεξαρτήτως της σκοπιμότητας που αυτές υπηρετούν. Αποτελούν σήμερα οι κομματικές παρατάξεις σε μεγάλο βαθμό χώρο, όπου αναφύεται ένα διαπλεκόμενο σύμπλεγμα ιδιοτελών σχέσεων μεταξύ κομματικών «σογιών», οικονομικών παρογόντων, ΜΜΕ κ.α..


Δίδεται η εντύπωση στο μέσο πολίτη ότι τα σύγχρονα ελληνικά κόμματα λειτουργούν με τη νοοτροπία της «κάστας». Θεωρεί ο μέσος πολίτης ότι τόσο στους κομματικούς μηχανισμούς όσο και στην πολιτική σκηνή η εξουσία ασκείται και οι αποφάσεις λαμβάνονται από μια κλειστή ομάδα  ανθρώπων, η οποία αποδέχεται μόνο τις με αδιαφάνεια σχεδιαζόμενες από την ίδια αναδιανομές εσωκομματικής εξουσίας. Νιώθει ο μέσος πολίτης ότι τα σημερινά κόμματα, με πρακτικές ολοκληρωτικού τύπου που ενδύονται το μανδύα της δημοκρατίας, σπεύδουν να  εξοστρακίσουν το διαφορετικό, δηλ. ό,τι εν γένει δεν ελέγχουν πλήρως ή κάθετι που φαίνεται ότι απειλεί ή τείνει να απειλήσει την κυριαρχία της διοικούσας «κάστας», με αποτέλεσμα να αποθαρρύνεται η συμμετοχή σε αυτά ενεργών πολιτών με ελεύθερη και ανεξάρτητη σκέψη και δίψα για συλλογική προσφορά.


Μπορεί ορισμένα κομματικά στελέχη να εκφράζουν κατά καιρούς την ανησυχία τους για την σημερινή απαξίωση της πολιτικής, στην πραγματικότητα όμως είναι τα ίδια τα κόμματα που εξωθούν τους πολίτες στην ιδίωτευση. Είναι ουσιαστικά η αδιέξοδη, χωρίς όραμα προσφοράς λειτουργία των κομματικών οργανισμών και οι παρενέργειες αυτής που έχει μετατρέψει τον Έλληνα πολίτη σε ιδιώτη.   


  

ΙΙΙ. Επιπτώσεις

Μεσα σε αυτό το πλαίσιο, αναπόφευκτα περιορίζονται οι δυνατότητες να υπάρξουν γνήσιες και παραγωγικές κοινωνικοπολιτικές ζυμώσεις.  Τα περιθώρια ισότιμου, ειλικρινούς και ουσιαστικού διαλόγου ανάμεσα στα κομματικά στελέχη και όργανα, αλλά και μεταξύ κομμάτων και κοινωνίας εξανεμίζονται. Ομοίως, περιορίζεται και η δυνατότητα κατάρτισης επεξεργασίας και εφαρμογής ουσιαστικής πολιτικής πρότασης για την επίλυση των καθημερινών, αλλά και των εθνικών προβλημάτων. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τον στείρο δημόσιο λογο που εκφέρουν τα κομματικά στελέχη και άκριτα προωθούν τα ΜΜΕ, για να διαπιστώσει ότι πρωταρχικός στόχος αυτών είναι η εξυπηρέτηση ατομικών ή μικροκομματικών φιλοδοξιών και όχι η αντικειμενική εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος. Οι αριθμοί αποπροσανατολιστικών δημοσκοπήσεων, που επιμένουν να εξετάζουν μονομερώς την ευκαιριακή δημοφιλία πολιτικών προσώπων και κομμάτων, έχουν για τους σημερινούς πολιτικούς μεγαλύτερη αξία από τα φλέγοντα, καθημερινά ζητήματα που αντιμετωπίζει ο μέσος πολίτης. 


Οι σύγχρονοι όμως κομματάνθρωποι παγιδευμένοι στη μικρόνοια διατήρησης της υπάρχουσας στείρας, αλλά πρόσκαιρα βολίκης γι’ αυτούς καθιερωμένης κατάστασης, αδυνατούν να αντιληφθούν τις τραγικές για τη χωρά και κατ’ επέκταση για τους ίδιους συνέπειες των πράξεων ή των παραλείψεων τους.Τα προβλήματα που έχει συσσωρεύσει η εν λόγω πολιτική συμπεριφορά, υπονομεύουν στην ουσία, εκτός από το συμφέρον της χώρας και της κοινωνίας και την ίδια την υπόσταση του πολιτικού συστήματος.


Η δυσλειτουργία του ελληνικού κομματικού σύστηματος, έχει στερήσει τη χώρα από φρεσκάδα παραγωγικών ιδεών και τη ζωντανή έκφραση αντικειμενικών, πολιτικών προτάσεων. Επειδή τα κόμματα και τα στελέχη τους ενεργούν έχοντας ως αυτοσκοπό την κοντοπρόθεσμη αύξηση της εξουσίας τους, με το μικρότερο δυνατό προσωπικό και πολιτικό κόστος, αδυνατούν εκ των πραγμάτων να διακρίνουν τις αντικειμενικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, αλλά και το γνήσιο εθνικό συμφέρον. Όντας τα ίδια σε μεγάλο βαθμό ρίζα και πάσχων φορέας των εγχώριων πολιτικοκοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων, έχουν χάσει την επαφή τους με τις απαιτήσεις της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Αδυνατούν, επομένως, να διατυπώσουν πρόσφορες προτάσεις επίλυσης των προβλημάτων, με αποτέλεσμα αυτά να εντείνονται ανεξέλεγκτα.


Είναι εξαιρετικά θλιβερό, να συνειδητοποιεί κανείς σήμερα, σχεδόν 35 χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, ότι προβληματικά ζητήματα που απασχολούσαν άμεσα τον μέσο πολίτη (όπως π.χ.: ο έλεγχος της παραοικονομίας, ο περιορισμός της ακρίβειας και του δημοσίου ελλείμματος, η ενίσχυση της επιχειρηματικής ανταγωνιστικότητας, η θωράκιση της εθνικής ασφάλειας και των εθνικών συνόρων, η ορθολογική και αειφόρος ανάπυξη του νευραλγικού κλάδου της γεωργίας και κτηνοτροφίας, ο περιορισμός της παραπαιδείας, η αντιμετώπιση της μάστιγας των ναρκωτικών,  η ενίσχυση του θεσμού της οικογένειας, η ενίσχυση της δημόσιας τάξης, ο εκσυγχρονισμός του εθνικού συστήματος υγείας και της δικαιοσύνης, ο εξανθρωπισμός του σωφρονιστικού συστήματος, ο περιορισμός της βίας στα γήπεδα και τα πανεπιστήμια, ο περιορισμός φαινομένων κακοδιοίκησης, γραφειοκρατίας και κρατικής διαφθοράς, η επαρκής διαχείριση και προστασία του εθνικού πλούτου των δασών και γενικότερα η διαφύλαξη της εθνικής χωροταξίας, η αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης και της παράνομης εργασίας, η ουσιαστική καλλιέργεια και ανάδειξη στο εσωτερικό και εξωτερικό της εθνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, της εθνικής ιστορίας και γλώσσας κ.α.) φαίνεται ότι δεν  αντιμετωπίστηκαν με τη δέουσα σοβαρότητα από τους πολιτικούς εκπροσώπου. Αντί τα προβληματικά αυτά ζητήματα να έχουν σήμερα έστω και στοιχειωδώς αμβλυνθεί, παρατηρείται ότι η προβληματική τους έχει σημαντικά οξυνθεί στους περισσότερους τομείς, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τη χώρα μας. Οι ευθύνες που βαρύνουν την πολιτική ηγεσία από τη Μεταπολίτευση και μετά, αλλά και συνακόλουθα την ελληνική κοινωνία για την καταφαινόμενη αδράνεια της, είναι προφανείς .


 

Οι πρόσφατες ταραχές του Δεκεμβρίου του 2008, που εξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα και συγκλόνισαν το πανελλήνιο και τη διεθνή ειδησεογραφία, υπήρξαν ένα έντονο σημείο που υποδήλωσε τον προχωρημένο βαθμό της σημερινής κοινωνικοπολιτικής αποσάθρωσης.Εγκλωβισμένη η ελληνική νεολαία και εν γένει ο μέσος σκεπτόμενος πολίτης σ’ ένα  στείρο περιβάλλον, σ’ ένα νοσηρό πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και εκπαιδευτικό σύστημα, που ευνουχίζει τη δημιουργικότητα, υποτιμά την κριτική ικανότητα και τη νοημοσύνη, υπονομεύει την παιδεία, στερεί στον ενεργό πολίτη το δικαίωμα ουσιαστικής συμμετοχής στους θεσμούς της δημοκρατίας, αλλά και την ευχέρεια να αντικρίζει με ελπίδα, χωρίς φόβο το μέλλον και να πραγματοποιεί με αξιοπρέπεια τα όνειρα του. Βιώνοντας ένα περιβάλλον που απαξιώνει μεθοδευμένα τα αυθεντικά πρότυπα και αντί αυτών θεοποιεί το ψεύτικο, το εφήμερο και ανούσιο, κατοικώντας σε μια πολιτεία που ενεργεί χωρίς επαρκή διαφάνεια και διάλογο, όπου υπερλεονάζει η υποκρισία, η κενολογία και η ασυνέπεια μεταξύ λόγων και έργων, ήταν ζήτημα χρόνου η νεολαία να εκδηλώσει εκρηκτικά, την απόγνωσή της απέναντι στη σαθρή αυτή κατάσταση.


Τα πρόσφατα επεισόδια του Δεκεμβρίου δεν κατέπεσαν επομένως ως κεραυνός εν αιθρία στο τοπίο της ελληνικής πραγματικότητας. H ίδια η πολιτεία τα προετοίμαζε τις τελευταίες δεκαετίες με την ανεύθυνη, ξένη προς τις ουσιαστικές ανάγκες της κοινωνίας στάση της. Η πολιτεία καλλιέργησε τα επεισόδια, ανεχόμενη τη συστηματική άσκηση τυφλής βίας στα γήπεδα και ενίοτε στα πανεπιστήμια και σε διαδηλώσεις διαμαρτυρίας από τις συνήθεις παρεισφρύουσες ομάδες των γνωστών-αγνώστων.


Αν οι σύγχρονοι πολιτικοί και κομματικοί παράγοντες δεν αντιληφθούν τη χρεοκοπία της νοοτροπίας τους και δεν μεταστρέψουν τη συμπεριφορά τους, αναγνωρίζοντας με θάρρος τα βαριά τους σφάλματα και τις διαχρονικές ευθύνες τους. Αν δεν ξεκινήσει έμπρακτα από τους υψηλούς κομματικούς μηχανισμούς μια συνειδητή, ειλικρινής και ανιδιοτελής, χωρίς μικρόψυχες σκοπιμότητες, προσπάθεια στροφής των κομμάτων στα φλέγοντα ζητήματα που πραγματικά απασχολούν τον ελληνικό λαό. Αν δεν γίνει σοβαρή προσπάθεια, ώστε ο ισοπεδωτικός, ξύλινος, αποπροσανατολιστικός πολιτικός λόγος, που κυριαρχεί σήμερα, να γίνει πιο αυθεντικός και ειλικρινής, έτσι ώστε να ομιλεί γνήσια στην καρδιά της νεολαίας και του μέσου σκεπτόμενου πολίτη. Αν προ πάντων η κίβδηλη πολιτική γλώσσα δεν μετουσιωθεί άμεσα σε πράξη που θα εκφράζει ενσυνείδητα το συλλογικό συμφέρον,  τότε η φυσική εξέλιξη των γεγονότων θα προκαλέσει περαιτέρω κλυδωνισμούς στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας και πιθανότατα θα οδηγήσει μεσοπρόθεσμα σε κατάρρευση των υφιστάμενων πολιτικών ηγεσιών που για χρόνια κυριαρχούν στην πολιτική σκηνή της χώρας. Είναι πιθανό όμως, εφόσον αναδειχτούν με συντονισμένη και συνεπή δράση οι έως τώρα πολιτικά παροπλισμένες υγιείς δυνάμεις της χώρας, να οδηγήθούμε και σε μια ριζική αναδιάρθρωση των δομών του σημερινού πολιτικού συστήματος που θα δώσει ζωογόνα πνοή στην ελληνική δημοκρατία. Πρέπει οι εκπρόσωποι των σύγχρονων πολιτικών σχηματισμών πρέπει να αλλάξουν ριζικά και χωρίς χρονοτριβή την υφιστάμενη κυρίαρχη νοοτροπία που τους, αν επιθυμούν να ανασχέσουν το σημερινό τέλμα και τη δική τους καθοδική πορεία.


 

ΙV.  Η στάση της κοινωνίας

Οι ευθύνες των κομμάτων για την πρακτική που εφαρμόζουν δεν εξαντλούνται μόνο στην κρίση που ταλανίζει το πολιτικό σύστημα της χώρας, επεκτείνονται πολύ περισσότερο στο ευρύτερο πεδίο της κοινωνικής ζωής. Η κοντόφθαλμη κομματοκεντρική λογική λειτουργεί ως πρότυπο συμπεριφοράς στον μέσο πολίτη. Η νοοτροπία τους μεταδίδεται επιδημικά και στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας. Παρεισφρύει στον κοινωνικό βίο, δηλητηριάζοντας το κοινωνικό ήθος. Καθώς ο μέσος πολίτης βιώνει έμπρακτα στην καθημερινότητά του την ασυδοσία του κράτους και των κομματικών μηχανισμών, εθίζεται σε αυτή και σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα την υιοθετεί.


Είναι ενδεικτικό ότι οι σύγχρονοι πολιτικοί και κόμματικοί φορείς υπό την ανοχή του νόμου αποφεύγουν να αναγνωρίσουν έμπρακτα τα σφάλματα και τις ευθύνες τους, δε λογοδοτούν για τις πράξεις και τις παραλείψεις τους, υιοθετούν την αδιαφάνεια στις αποφάσεις τους.. Οι πραγματικές τους προθέσεις και σκοποί συνήθως αποσιωπούνται. Αποκρύπτουν από το λαό τις πηγές από τις οποίες αντλούν τους οικονομικούς τους πόρους. Δημιουργείται επομένως η πεποίθηση στον μέσο πολίτη ότι για τους εν λόγω φορείς όλα επιτρέπονται.


Μιμούμενος συνειδητά ή ασυνείδητα το αρνητικό παράδειγμα της κομματικής νοοτροπίας, ο μέσος Έλληνας πολίτης αποκτά και στη δική του καθημερινότητα αντίστοιχη νοοτροπία. Στη βάση αυτή, ο μέσος πολίτης υιοθετεί συνήθως μια στείρα στάση απέναντι στα υφιστάμενα προβλήματα, γιατί ο ίδιος τελικά, ακόμα και με τις απλές πράξεις ή παραλέιψεις της καθημερινότητάς του, γνωρίζει κατά βάθος ότι αποτελεί μέρος του προβλήματος κι έτσι συνειδητά ή ασυνείδητα συμβιβάζεται με το υφιστάμενο τέλμα. Υπό αυτές τις συνθήκες  αισθάνεται ο ίδιος απογοητευμένος και αδύναμος να αξιοποιήσει τις σημαντικές πολιτικές δυνατότητες που του προσφέρει η δημοκρατία. Βρίσκεται σε αξιολογική σύγχυση και αδυνατεί να κρίνει με νηφαλιότητα τους πολιτικούς εκπροσώπους που επιλέγει. Παγιδεύεται σε μια στείρα στασιμότητα, τηρεί εσωστρεφή στάση απέναντι σε κάθε κοινωνική ή πολιτική πρόταση, γιατί δεν εμπιστεύεται πλέον τους δημοκρατικούς θεσμούς και τα πρόσωπα που τους εκφράζουν. Δεν γνωρίζει όμως καμία εναλλακτική λύση ούτε αγωνίζεται για την επίτευξη της. Αποφέυγει να ενεργήσει αποφασιστικά, αναλόγως της θέσης του για τη βελτίωση της σημερινής αποσαθρωμένης κατάστασης. Οπως και οι πολιτικοί εκπρόσωποι του μοιάζει ο μέσος πολίτης σήμερα να έχει χάσει την αξιακή του πυξίδα και το κοινωνικό του αισθητήριο. Μοιάζει να έχει εγκλωβιστεί σε μια ατομιστική νοοτροπία που τον έχει ωθήσει στον ομφαλοσκοπισμό, δυσκολεύεται επομένως να εξέλθει από το άτομο του και να δράσει ουσιαστικά για τη βελτίωση του υπερατομικού συνόλου, έστω και του μικρόκοσμου του.


Τείνει έτσι ο μέσος πολίτης να αποδέχεται ή σιωπηρά την αυθαιρεσία του κοινωνικοπολιτικού βίου. Σε πολλές περιιπτώσεις, λειτουργεί ο μέσος πολίτης με γνώμονα το στενό ατομικό συμφέρον. Αποβάλλει έτσι σταδιακά κάθε ορθολογικό κριτήριο αξιολογικής ιεράρχησης προτεραιοτήτων στην κοινωνική και πολιτική ζωή. Στόχος των περισσοτέρων αποτελεί το προσωπικό βόλεμα με τον μικρότερο δυνατό κόπο και κόστος, ανεξαρτήτως της τύχης του συνόλου. Σε συμφωνία με την κομματική νοοτροπία, κυριαρχεί σε πολλούς το δόγμα : «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», «Εμείς να είμαστε καλά κι ας χαθέι ο κόσμος».


Αντίστοιχα απουσιάζει η αυτοκριτική και η έμπρακτη αναγνώριση προσωπικών ευθυνών και σφαλμάτων. Για τα εκάστοτε προβλήματα που προκύπτουν, υιοθετεί ο μέσος πολίτης τη νοοτροπία του: «Φταίνε οι άλλοι για τα κακώς κείμενα, όχι όμως εγώ». Αποφεύγει να αναλάβει δράση για την επίλυση ακόμα και απλών, καθημερινών προβλημάτων. Αποφεύγει να στηρίξει πρωτοβουλίες, που μπορεί μεν να τις θεωρεί εκ πρώτης όψεως σωστές, από την άλλη όμως δυσπιστεί για την υλοποίησή τους.  Μεταθέτεi τις κοινωνικές και ατομικές του ευθύνες επ’ αόριστον σε τρίτους. Έτσι, ο πολίτης αισθάνεται εγκλωβισμένος σε έναν αδιέξοδο φαύλο κύκλο χωρίς αρχή και τέλος.


Τείνει να εδραιωθεί στον μέσο πολίτη και ιδιαίτερα στη νεολαία η επιπόλαια αντίληψη ότι το κράτος είναι εχθρός τους. Αυτό λειτουργεί ως άλλοθι που δικαιολογεί την παθητική στάση των πολιτών απέναντι στα κακώς κείμενα. Κατά συνέπεια, ο πολίτης  αποθαρρύνεται και δεν αναλαμβάνει δράση για τη βελτίωση της κατάστασης. Υιοθετείται έτσι μια παχύδερμη λογική που τον ωθεί στην αδιαφορία και την παθητική αδράνεια, ακόμα και όταν έρχεται αντιμέτωπος με την εξόφθαλμη ανικανότητα και άλλοτε την αυθαιρεσία των πολιτικών του εκπροσώπων. Η παθητική αυτή στάση συμπυκνώνεται στο λαοφιλές ρητό: «Δε θα βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα» ή «Ένας κούκος δε φέρνει την άνοιξη».  Έτσι έφτασε σημέρα ο πολίτης στο σημείο να ανέχεται παθητικά και στην ουσία αδιαμαρτύρητα, ακόμη και βίαιες πρακτικές μειοψηφικών ομάδων ή υποομάδων, που ανά πάσα στιγμή, ανεξαρτήτως της υπόστασης και της σοβαρότητας των αιτημάτων τους, παρακωλύουν την ομαλή καθημερινή ζωή της πλειοψηφίας.


Καταχρώμενες βάναυσα το περιεχόμενο του συνταγματικού δικαιώματος του συνέρχεσθαι και του διαδηλούν μειοψηφικές ομάδες σε πολλές περιπτώσεις ταλαιπωρούν «ετσιθελικά» το μέσο πολίτη, είτε αποκλείοντας αυθαίρετα κεντρικούς δρόμους πόλεων ή εθνικών οδικών αξόνων, είτε καταλαμβάνοντας και καταστρέφοντας χωρίς διάκριση κτίρια δημοσίων υπηρεσιών, σχολεία, πανεπιστήμια, αρχαιολογικούς χώρους, εμπορικά καταστήματα, οχήματα κ.ο.κ. Η στάση αυτή, σημάδι κοινωνικοπολιτικής απαιδευσιάς και ανωριμότητας, υποδηλώνει την απουσία αισθήματος συλλογικής ευθύνης εν ονόματι συντεχνιακών ή άλλων συμφερόντων. Υποδηλώνει ακόμα την απουσία βούλησης για σοβαρό κοινωνικό διάλογου από την πλευρά της πολιτείας που θα μπορούσε να γεφυρώσει έγκαιρα και αποτελεσματικά τις διαφορές.


Τη γενικότερη σήψη τη ελληνικής πολιτείας και κοινωνίας ενστικτωδώς διαισθάνεται και βιώνει κατεξοχήν η ελληνική νεολαία. Ασχέτα αν εκ των πραγμάτων δε διαθέτει την ωριμότητα να τη συνειδητοποιήσει και να την επεξεργαστεί  πλήρως, οι ευαίσθητες κεραίες της που δεν έχουν ακόμα σκοτιστεί από τη λογική του συμβιβασμού, είναι ικανές να συλλαμβάνουν τα δύσοσμα κύματα αποσύνθεσης της σύγχρονης κοινωνικοπολιτικής κατάστασης. Μέσα στην απόγνωση της για το ζοφερό παρόν που βιώνει, εξωθείται σε αυθόρμητες, αλλά σπασμωδικές αντιδράσεις με πιο πρόσφατο αποκορύφωμα τα γεγονότα που ακόλούθησαν το φόνο του μαθητή από πυρά αστυνομικού το Δεκέμβρη του 2008.


 

V. Η στάση των ΜΜΕ

Σε συνάρτηση με τα παραπάνω, μια ακόμη πυορροούσα πληγή που μαστίζει τη σύγχρονη ελληνική δημοκρατία κι εν γένει το κοινωνικοπολιτικό σύστημα αποτελεί η νοσηρή στάση σημαντικού μέρους των ΜΜΕ απέναντι στα γεγονότα. Ειδικότερα στην περίπτωση των επεισοδίων του Δεκεμβρίου είναι ενδεικτικός ο τρόπος που ιδίως τα τηλεοπτικά μέσα τα πρόβαλαν. Δημιουργήθηκε διάχυτα η αίσθηση ότι κατά τη συνήθη πρακτική τους επιδίωξαν να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη από τη βαθύτερη αιτία της κοινωνικής έκρηξης, (δηλαδή τη γενικότερη σήψη του πολιτικοκοινωνικού συστήματος). Πολλά τηλεοπτικά ΜΜΕ έσπευσαν να ρίξουν λάδι στη φωτιά. Εκμεταλλευόμενα επικοινωνιακά το εκρηκτικό θυμικό της νεολαίας,  έδωσαν έμφαση κυρίως στα έκτροπα που προκάλεσε μια ελάχιστη μειοψηφία γνωστών-αγνώστων, υποβαθμίζοντας τις ειρηνικές διαδηλώσεις της πλειοψηφίας της νεολαίας.


Οι τραυματισμοί εκατοντάδων αστυνομικών -πολλοί από τους οποίους υπήρξαν σοβαροί-, αλλά και οι δολοφονικές απόπειρες εναντίον τους, θεωρήθηκαν μάλλον δικαιολογημένες παρενέργειες στο επικρατόν χάος και η σημασία τους υποβαθμίστηκε. Η κολοβωμένη, επιλεκτική ενημέρωση της κοινής γνώμης είχε για μια ακόμη φορά ως αποτέλεσμα να γίνεται ορατό το δέντρο, αλλά να χάνεται από τον οπτικό ορίζοντα της κοινής γνώμης το δάσος. Το μονοπώλιο του ενδιαφέροντος κατέκτησε και πάλι η δράση των γνωστών-αγνώστων κουκουλοφόρων. Το φωτεινό πρόσωπο της ελληνικής νεολαίας, που στη συντριπτική της πλειοψήφία θέλησε να διαδηλώσει ειρηνικά την ανησυχία της για το διαφαινόμενο αδιέξοδο παρόν και μέλλον της, επισκιάστηκε από τις σκοτεινές φιγούρες των κουκουλοφόρων που μονοπώλησαν το ενδιαφέρoν των τηλεοπτικών ΜΜΕ. 


   Σε πολλές περιπτώσεις τα γεγονότα εκτέθηκαν, με τρόπο ισοπεδωτικό σε ύφος πολεμικής ανταπόκρισης, χωρίς να γίνεται στοιχειωδώς διάκριση ανάμεσα στα αίτια, τα αποτελέσματα και τις συνέπειες των γεγονότων και χωρίς να δίδεται σε αυτά καμία προοπτική. Αξίζει να σημειωθεί ότι αμέσως μετά το χαμό του άτυχου μαθητή, χωρίς καν να έχουν διευκρινιστεί επακριβώς οι συνθήκες θανάτου του, μεγάλο μέρος των ΜΜΕ έσπευσαν άκριτα να τον ηρωοποιήσουν, καπηλευόμενα τη μνήμη του. Συνέτειναν έτσι στην όξυνση των πνευμάτων.


Με ακατάσχετες φωνασκίες, λαϊκίστικες κορώνες και εμπρηστικές συνθηματολογίες στοχοποίησαν την αστυνομία  και ουσιαστικά υποδαύλισαν σε μεγάλο βαθμό την αναταραχή. Εμμέσως πλην σαφώς ενθάρρυναν τις ακραίες συμπεριφορές, παρασύροντας ευάλωτους πολίτες -κυρίως νέους- στη δίνη άστοχων βιαιοπραγιών, με αποτέλεσμα για εβδομάδες να παραλύσει μεγάλο μέρος των αστικών κέντρων της χώρας, ενώ τα πανεπιστήμια και σχολεία -με πρόσχημα το ακαδημαϊκό άσυλο- κατάντησαν και πάλι σε οπλοστάσια και κρησφύγετα μιας ελάχιστης μειοψηφίας επιδρομέων και πλιατσικολόγων. Παράλληλα, επωφελούμενες από τις συνθήκες χάους βρήκαν την ευκαιρία να ανασυσταθούν και να εξαπολύσουν άνανδρες δολοφονικές επιθέσεις τρομοκρατικές ομάδες, ζοφερά φαντάσματα του παρελθόντος.  Αν και δεν πρέπει να παραβλέπονται οι σοβαρές ευθύνες που διέπουν την Κυβέρνηση, για τη φοβική στάση που έδειξε, αλλά και των κομμάτων της Αντιπολίτευσης για τις ως επί το πλείστον άνευρες παρεμβάσεις τους απέναντι στα έκτροπα, τα επεισόδια αυτά δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ανεξάρτητα από τη στάση που τήρησαν τα περισσότερα τηλεοπτικά ΜΜΕ απέναντι τους.


Παρατηρώντας τον αχαλίνωτο οίστρο των τηλεοπτικών ΜΜΕ να καλύψουν ομοθυμαδόν κάθε πτυχή των εκτρόπων, εύλογα γεννιέται στον μέσο πολίτη η απορία: Πώς εξηγείται το γεγονός ότι έως τώρα δεν υπήρξε αντίστοιχη κινητοποίηση για συναφή γεγονότα, κατά τα οποία πολλοί άνθρωποι χάνουν καθημερινά τη ζωή τους από την αδράνεια και την υποκρισία πολιτικών ή κοινωνικών φορέων ;


Γιατί π.χ. τα ελληνικά ΜΜΕ και η ελληνική κοινωνία δεν αντιδρά με τον ίδιο ζήλο και προσήλωση απέναντι στο καθημερινό φαινόμενο της ανεξέλεγκτης εμπορίας ναρκωτικών που με τη συνέργεια του παρακράτους λαμβάνει χώρα ακώλυτα στο κέντρο των πόλεων, στα ελληνικά σχολεία, τα πανεπιστήμια, τις φυλακές, τα στρατόπεδα, τα νυχτερινά κέντρα, αλλά και την ύπαιθρο, εξαιτίας του οποίου δολοφονούνται οι ζωές και τα όνειρα χιλιάδων νέων;


Γιατί δεν υπάρχει ανάλογη κινητοποιήση, όταν άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους καθημερινά σε δημόσια νοσοκομεία, είτε λόγω έλλειψης προσωπικού και σύγχρονου εξοπλισμού είτε επειδή δεν έχουν να πληρώσουν το καθιερωμένο «φακελάκι»; Όταν εκατοντάδες άνθρωποι σκοτώνονται στις εθνικές οδούς και τις λεωφόρους εξαιτίας ελλιπούς σήμανσης και κακοτεχνιών από έργα που ανέλαβαν μεγαλοεργολάβοι. Όταν πολλοί άνθρωποι πέφτουν θύματα της ασύδοτης περιβαλλοντικής μόλυνσης, οι επιπτώσεις της οποίας στον ευρύτερο πληθυσμό δεν διερευνώνται επαρκώς ή συχνά αποσιωπάται η γνωστοποίησή τους π.χ. στην περίπτωση των κατοίκων της λεκάνης του Ασωπού, τα Λιόσια, την Πτολεμαϊδα κ.α. Όταν εκατοντάδες πολίτες καταρρακώνονται ηθικά και σωματικά από το απάνθρωπο σωφρονιστικό σύστημα της χώρας, που εδώ και χρόνια διατηρείται υπό τις ευλογίες του παρακράτους. Ακόμη, όταν σε παγκόσμια κλίμακα δεκάδες χιλιάδες παιδιών ή ενηλίκων πεθαίνουν στις αναπτυσσόμενες χώρες από την πείνα, την κακομεταχείριση, την προσφυγιά ή τον πόλεμο, στη σημερινή  εποχή της υπεραφθονίας του αναπτυγμένου κόσμου.


Το ότι δεν υπάρχουν έως τώρα κινητοποιήσεις αντίστοιχης έκτασης και ζήλου για τα ανωτέρω μείζονος σημασίας ζητήματα σε σύγκριση με τα πρόσφατα επεισόδια του Δεκεμβρίου, επιβεβαιώνει τη δύναμη που ασκούν τα ΜΜΕ στη λαϊκή μάζα. αλλά και τον καθοριστικό ρόλο που διαδραμάτισε η στάση τους απέναντι στην εξέλιξη των πρόσφατων επεισοδίων. Εδραιώνεται η αντίληψη ότι οι φορείς των ΜΜΕ στη συγκεκριμένη περίπτωση κάθε άλλο παρά λειτούργησαν αποσκοπώντας στην αντικειμενική ενημέρωση των πολιτών, αλλά ενέργησαν ευκαιριακά με δύο μέτρα και σταθμά, προκειμένου να εξυπηρετήσουν δικές τους σκοπιμότητες. Σε μια χώρα όπου το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο (ΕΡΣ) έχει, όπως δείχνουν τα γεγονότα, επουσιώδη ρόλο, τα ΜΜΕ βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στο να προβάλλουν γεγονότα και εν γένει τα προγράμματά τους, δίχως επαρκή αξιολογικά κριτήρια και ορθολογική στάθμιση προτεραιοτήτων. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνουν νοσηρά πρότυπα που διαμορφώνουν επηρεάζοντας αρνητικά την κοινή γνώμη και ενίοτε παρασύροντας κυρίως την ευάλωτη νεολαία στην άκριτη υιοθέτησή τους.


    Αν η πλειοψηφία των ΜΜΕ είχε έστω και στοιχειώδη διάθεση να αποτελέσει μοχλό πραγματικής πολιτικής και κοινωνικής προόδου, θα αντιμετώπιζαν ισότιμα, με τα ίδια μέτρα και σταθμά, με τον ίδιο ζήλο και τα προαναφερθέντα φλέγοντα ζητήματα της επικαιρότητας. Θα προέτρεπαν εξίσου την πολιτεία και την κοινωνία σε δυναμικές κινητοποιήσεις για την εξάλειψη ή τον περιορισμό των φαινομένων διαφθοράς και πολιτικοκοινωνικής σήψης. Όπως καταδεικνύουν τα γεγονότα, φαίνεται ότι τα ΜΜΕ για δικούς τους λόγους δεν έχουν τέτοια πρόθεση. Παρά τις όποιες εξαιρέσεις, που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, η στάση τους φαίνεται ότι κατά κανόνα εξυπηρετεί τον αποπροσανατολισμό της κοινωνίας.     


 

VI. Τα επεισόδια του Δεκεμβρίου και οι ευθύνες της Πολιτείας


Όπως οι ίδιοι οι εκπρόσωποι της αστυνομίας ισχυρίζονται στα επεισόδια του Δεκεμβρίου η αστυνομία, χωρις βέβαια να στερείται ευθυνών, χρησιμοποιήθηκε ως «σάκκος του μποξ» από την κατεξοχήν υπεύθυνη πολιτική ηγεσία.  Η αστυνομία επιδεικνύοντας αμυντική στάση απέναντι στα βίαια επεισόδια δεν κατόρθωσε να διατηρήσει τη δημόσια τάξη. Το ελληνικό κράτος φοβούμενο τα χειρότερα έδειξε απράδεκτη ανοχή στη βία. Τις κρίσιμες ώρες εγκατέλειψε τη δημόσια και ιδιωτική περιουσία και εν γένει την κοινωνική ειρήνη στο έλεος των διαθέσεων μιας ελάχιστης θερμοκέφαλης μειοψηφίας, η οποία βρήκε πρόσφορο έδαφος να στρέψει απερίσκεπτα την οργή της κυρίως στην καταστροφή της  εύκολης λείας: των ανυπεράσπιστων εξαιτίας του καθεστώτος ασυλίας πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, των σχολείων, των μικρομεσαίων καταστημάτων ή των οχημάτων που έτυχε να βρεθούν μπροστά της. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν θα έπρεπε τα εν λόγω επεισόδια να θεωρούνται ως πολιτικοκοινωνική εξέγερση. Και τούτο, διότι η έννοια εξέγερση προϋποθέτει ότι  βίαιες ομαδικές ενέργειες πρέπει να στρέφονται οργανωμένα ενάντια στην υφιστάμενη κρατική εξουσία, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δε συνέβη.


 Η εξαγγελία της πολιτείας ότι οι παθόντες θα αποζημιωθούν από το υστέρημα του φορολογούμενου είναι ενδεικτική της λογικής με την οποία αντιμετωπίζονται τα προβλήματα από το σύγχρονο πολιτικό σύστημα. Η πολιτεία χωρίς δεύτερη σκέψη μετακυλύει τις ευθύνες της στους ίδιους του πολίτες, ούτε λόγος για σύλληψη ή τιμωρία των δραστών της καταστροφής. Η πολιτεία αποδεικνύεται ανήμπορη να προστατεύσει τους πολίτες, να τηρήσει τη δημόσια τάξη και το κράτος δικαίου, δεν αναλαμβάνει όμως ούτε τις στοιχειώδεις ευθύνες που τις αναλογούν. Όλοι οι αρμόδιοι παραμένουν στη θέση τους. Η πολιτεία δίδει ακόμη μια φορά το μήνυμα, ότι σήμερα καθένας μπορεί να δρα αυθαίρετα στη χώρα μας, χωρίς να υφίσταται καμία συνέπεια. Παρόμοια τακτική είχε εξάλλου ακολουθηθεί και στις πυρκαγιές του καλοκαιριού του 2007 και σε άλλες περιπτώσεις της σύγχρονης ιστορίας.


 

VII. Ανάγκη αλλαγής νοοτροπίας

Οι ταραχές του περασμένου Δεκέμβρη συντέλεσαν τουλάχιστον στο να ξεσκεπαστούν  αποκαλυπτικά οι κουκουλωμένες πληγές που τις τελευταίες δεκαετίες μαστίζουν το σώμα της ελληνικής δημοκρατίας, οι οποίες ναι μεν βαθαίνουν, αλλά παραμένουν χωρίς θεραπεία. Η βασικότερη ίσως αιτία των πληγών της ελληνικής δημοκρατίας είναι ίσως η προεκτεθειμένη νοσηρή νοοτροπία που διέπει την πλειοψηφία των πολιτικών, κομματικών φορέων, των ΜΜΕ και τελικά της κοινωνίας απέναντι στα φλέγοντα προβλήματα και τις αδήριτες ανάγκες της χώρας. Επειδή τα προβλήματα αυτά έχουν πλέον επικίνδυνα θεριέψει, απαιτείται άμεσα η ανάληψη αποφασιστικών πρωτοβουλιών πρωτίστως από τους πολιτικούς παράγοντες, ικανών να πείσουν έμπρακτα τους πολίτες ότι η αρμόδια πολιτεία αποκτά επιτέλους επίγνωση της πραγματικής διάστασης της κρίσης των πολιτικοκοινωνικών θεσμών. Απαιτείται όμως και ο μέσος πολίτης να αποβάλλει την ιδιωτεύουσα νοοτροπία του. Πρέπει από ιδιώτης να αποκτήσει τη νοοτροπία συνειδητού πολίτη, να συναισθανθεί δηλ. αναλόγως της θέσης του την προσωπική του ευθύνη για τη σαθρή κατάσταση του σημερινού πολιτικοκοινωνικού σκηνικού. 


Με δεδομένο το σοβαρό έλλειμμα δημοκρατίας στην ελληνική πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, που υποδηλώνεται από το πλήθος των σκανδάλων που συνεχώς πλήττουν την ελληνική δημοκρατία και κοινωνία, με πιο πρόσφατο παράδειγμα, τις ταραχές του Δεκεμβρίου του 2008, θα ανέμενε κανείς εδώ και καιρό σύσσωμες οι αρμόδιες πολιτικές εξουσίες να επιστρατεύσουν και τις δυνάμεις τους, ώστε με διάθεση συνενόησης να εγκαινιάσουν ανοιχτό διάλογο στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας για στοιχειώδη τουλάχιστον ζητήματα που αφορούν σε νευραλγικούς τομείς της ελληνικής δημοκρατίας και κατ’ επέκταση της ελληνικής κοινωνίας. Φαίνεται όμως ότι οι Έλληνες πολιτικοί εξακολουθούν να κωφέυουν απέναντι στις επιτακτικές ανάγκες των καιρών και εμμενουν στη γνώριμη αδιέξοδη νοοτροπία τους.


Θα πρέπει προ πάντων τα κομματικά στελέχη που νέμονται την εξουσία να αντιληφθούν ότι ο μέσος πολίτης έχει κουραστεί από ανόητες πολιτικές κοκκορομαχίες για το μοίρασμα της πίτας. Ο μέσος πολίτης έχει πλεόν εμπεδώσει ότι η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού και όχι του ανέφικτου. Δεν περιμένει από τους πολιτικούς θαυματουργίες, ούτε όμως πείθεται από αβάσιμες συνθηματολογίες του τύπου: «Επανίδρυση του κράτους», « Mε σεμνότητα και ταπεινότητα», «Καταπολέμηση της διαπλοκής και της διαφθοράς», «Κυβέρνηση νέας αλλαγής», «Κοινωνική απελευθέρωση και σοσιασλιστικός μετασχηματισμός», «Λίγα από τους πλούσιους, λιγότερα από τους φτωχούς» κ.ο.κ. Έχει κουραστεί από τις εύκολες πολιτικές εξαγγελίες και το εμπόριο μη υλοποιήσιμων βαρύγδουπων υποσχέσεων. 


Θα πρέπει να αντιληφθούν τα κομματικά στελέχη ότι στην σύγχρονη εποχή ιδεολογικού αποχρωματισμού, τα ιδεολογικά μυθεύματα έχουν υποχωρήσει, ενώ οι παλιές διαχωριστικές γραμμές έχουν ξεθωριάσει στις συνειδήσεις των πολιτών και θεωρούνται παρωχημένες. Για να διατηρήσει επομένως η πολιτική το νόημά της ως υπόθεση των πολιτών, θα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν τα πολιτικά όρια, οι πολιτικές προτεραιότητες και αξίες με σύγχρονους όρους στις ανάγκες του σήμερα. Αυτό που προέχει είναι ο στρατηγικός σχεδιασμός ενός μακρπρόθεσμου εθνικού πολιτικού οράματος που δε θα εξαρτάται από κομματικές μικροπολιτικές.


Προέχει η έμπρακτη εφαρμογή μιας εθνικής ρεαλιστικής πολιτικής που θα έχει ως γνώμονα την εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος και δεν θα αρκείται απλώς σε μια αυτοματική διαχείριση των προβλημάτων που έχει κληρονομήσει κάθε Κυβέρνηση από την προηγούμενη. Η εργασία των κομμάτων θα πρέπει να επικεντρώνεται στον ολοκληρωμένο σχεδιασμό και διατύπωση των καταλληλότερων προτάσεων για την υλοποίηση ενός εθνικού οράματος και προ πάντων στον αποτελεσματικό συντονισμό του σχεδιασμού της, αφού πρώτα θα έχουν εξετάστεί και διακριβωθεί με πληρότητα οι πραγματικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας.  Δεν μπορεί να συνεχιστει άλλο ο εξευτελισμός του πολιτικού λόγου, με τη διατύπωση προχειρόλογων, ατεκμηρίωτων φληναφημάτων, που γίνονται απλώς και μόνο για το θεαθήναι σε τηλεοπτικά παράθυρα, εκπομπές και ενίοτε ακόμα και στο Κοινοβούλιο.


 Απαιτείται η άρση των ιδεολογικών προκαταλήψεων μεταξύ των κομμάτων που καλλιεργούν αδικαιολόγητα την κοινωνικοπολιτική εμπάθεια. Επιβάλλεται η στενή μεταξύ τους συνεργασία σε κλίμα συνενόησης. Θα ήταν ίσως σκόπιμη η συγκρότηση ενός διακομματικού, εθνικού μετώπου που μέσα από ειλικρινή διάλογο θα επιδιώξει να επιτύχει σύγκλιση απόψεων ή έστω τη μεγαλύτερη δυνατή διακομματική συναίνεση σε φλέγοντα ζητήματα.


Βασικό προαπαιτούμενο όλων των προηγούμενων είναι η μεταβολή της υπάρχουσας νοσηρής νοοτροπίας, η αλλαγή των αξιακών σταθερών από τις οποίες εμφορείται η πλειοψήφία των σύγχρονων κομματικών-πολιτικών φορέων. Και τούτο, διότι, αν δεν επέλθει η αλλαγή νοοτροπίας του ατόμου, δε είναι δυνατό να επιτευχθεί έμπρακτη αλλαγή ούτε στους κοινωνικοπολιτικούς θεσμούς και τον τρόπο εφαρμογής τους, ούτε βεβαίως είναι δυνατό να επιτευχθεί ουσιαστική ανατροπή των κακώς κειμένων.   


 

VΙΙΙ. Ενδεικτικές προτάσεις βασικών μέτρων


Θα ήταν μάλλον υπέρμετρα αισιόδοξο -αν και ευκτέο- υπό τις παρούσες συνθήκές να ανοίξει ένας ευρύς διακομματικός διάλογος πάνω σε ζητήματα νευραλγικών τομέων της χώρας, όπως η παιδεία, η οικονομια, η δημόσια διοίκηση, η εξωτερική πολιτική. Με αφορμή όμως τα γεγονότα της επικαιρότητας, θα ήταν σοβαρό σφάλμα να μη συζητηθεί η λήψη στοιχειωδών μέτρων που θα μπορούσαν άμεσα να αποτέλεσουν βάση για τη λήψη περαιτέρω πρωτοβουλιών και να συμβάλλουν στην εξυγίανση της ελληνικής δημοκρατίας. Η καταιγιστική επικαιρότητα εξάλλου ευνοεί την προοπτική άμεσης κινητοποίησης προς αυτη την κατεύθυνση. Τα εν λόγω στοιχειώση μέτρα, που άλλωστε συβαδίζουν και με τις απαιτήσεις της ελληνικής κοινωνίας  θα πρέπει να αποσκοπούν κατ’ αρχήν:


α) Στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας της εσωτερικής λειτουργίας των κομμάτων, με ιδιαίτερη έμφαση στην ενίσχυση της διάφανειας και της δημοκρατικότητας.


β) Στην προάσπιση της έντιμης λειτουργίας των φορέων του κοινοβουλευτισμού.


γ) Στη θωράκιση της φερεγγυότητας της δημοσιονομικής και παραγωγικής λειτουργίας των υπουργείων και των δημόσιων οργανισμών.


δ) Στην προστασία του πανεπιστημιακού ασύλου από περαιτέρω εξευτελισμό.


ε) Στη διατήρηση ενός στα μέτρα του δυνατού αξιοπρεπούς επιπέδου και ποιότητας ενημέρωσης της κοινής γνώμης από τα ΜΜΕ.


 Για την αντιμετώπιση των ανωτέρω ζητημάτων θα μπορούσαν να διατυπωθούν ορισμένες προτάσεις, οι οποίες βεβαίως χρήζουν εξειδίκευσης μέσα από τη διεξαγωγή υπεύθυνου διαλόγου. Οι προτάσεις αυτές, οι οποίες παρατίθενται σε αντιστοιχία με τα προεκτεθειμένα ζητήματα, είναι:  


 

α) – Η θεσμοθέτηση ενός αυστηρού νομικού πλαισίου που θα ελέγχει με διαφάνεια τις πηγές χρηματοδότησης όλων των κομμάτων, καθώς και τη διαχείριση των οικονομικών τους πόρων. Θα ήταν σκόπιμη η ίδρυση αρμόδιας, φερέγγυας αρχής που θα αναλάμβανε τη διεκπεραίωση αυτού του έργου. Είναι αναγκαίο οι οικονομικές πηγές και συναλλαγες των κομμάτων να δίδονται στη δημοσιότητα. Στη δημοσιότητα πρέπει να δίδονται και οι πηγές χρηματοδότησης των πολιτευτών, όπως π.χ.συμβαίνει στις ΗΠΑ και σε άλλες προοδευτικές χώρες. Θα ήταν πρόσφορο μάλιστα να τεθεί ανώτατο όριο στο ποσό που θα μπορούσαν να δαπανήσουν τα κόμματα και οι πολιτευτές τους κατά την προεκλογική περίοδο, έτσι ώστε να περιοριστούν οι αποκλίσεις μεταξύ φτωχότερων και πλουσιότερων υποψηφιών. Αυτό το μέτρο θα μπορούσε να αμβλύνει τη δικαιολογημένη δυσπιστία που διακατέχει την κοινωνία απέναντι στα κόμματα.  


– Θα ήταν ακόμα θεμιτό ένα ουσιαστικό άνοιγμα των ελληνικών κομμάτων στην κοινωνία των πολιτών, με ενίσχυση της εσωκομματικής δημοκρατίας μέσω της υιοθέτησης αξιόπιστων ανοιχτών διαδικασιών, όπου θα μπορούν να συμμετέχουν ελεύθερα και πολίτες εκτός κομματικών φυτωρίων. Είναι απαραίτητη η εντατική ανάληψη ουσιωδών κοινωνικών πρωτοβουλιών, ώστε να γίνει υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών που χωρίζουν τους κομματικούς οργανισμούς από τη βάση της κοινωνίας.


 

β) –   Η μεταβολή του νομικού καθεστώτος βουλευτικής ασυλίας. Είναι γνωστό ότι όλα σχεδόν τα δημοκρατικά οργανωμένα κράτη προβλέπουν κάποια μορφή βουλευτικής ασυλίας, καθώς ο θεσμός αυτός αποβλέπει στην εξουδετέρωση μεθοδευμένων ποινικοποιήσεων της πολιτικής ζωής κι επομένως στην ακώλυτη πολιτική δράση των βουλευτών. Η πάγια όμως  τακτική της ελληνικής Βουλής, που αθρόα απορρίπτει τις εισαγγελικές προτάσεις για άρση της βουλευτικής ασυλίας προσβάλλει το περί δικαίου αίσθημα του λαού, μειώνει την αξιοπιστία του Κοινοβουλίου και οδηγεί στην απαξίωση της βουλευτικής ιδιότητας.


Κυρίως όμως πρέπει να αναληφθούν συντονισμένες πρωτοβουλίες για την αναθεώρηση του άρθρου 86 Συντ. που ορίζει τις προύποθέσεις διερεύνησης της ποινικής ευθύνης Υπουργών, αλλά και για την τροποποίηση του ν. 3126/2003 «περί ποινικής ευθύνης των Υπουργών»  ιδίως σε ό,τι έχει σχέση με το ζήτημα της παραγραφής αυτής. Είναι ενδεικτικό ότι το άρθρο 3 παρ. 2 του παραπάνω νόμου ορίζει ότι: «Το αξιόποινο των πράξεων των Υπουργών…εξαλείφεται με το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης…» Ο μικρός χρόνος παραγραφής των αδικημάτων που έχουν τελέσει μέλη της Κυβέρνησης δημιουργεί στο λαό την εντύπωση ότι το συγκεκριμένο νομικό καθεστώς εξασφαλίζει στα κυβερνητικά μέλη το απυρόβλητο από τον ποινικό νόμο, καθώς και ότι το κοινοβουλευτκό σύστημα συνεργεί εν γένει στη συγκάλυψη καίριων υπουργικών ευθυνών, ευλογώντας στην ουσία τη διαφθορά και την αδιαφάνεια.


Είναι αδιανόητο υπό τις παρούσες συνθήκες,  με άλλοθι τα παρωχημένα φαντάσματα του μετεμφυλιακού ρεβανσισμού, η σύγχρονη ελληνική πολιτεία να εμμένει στη διατήρηση του υπαρχοντος νομικού  καθεστώτος περί βουλευτικής ασύλίας και υπουργικής ευθύνης.


–    Η θέσπιση αυστηρότερων, σαφέστερων διατάξεων που θα ορίζουν το περιεχόμενο της πολιτικής ευθύνης των πολιτικών φορέων και θα επιβάλλουν συγκεκριμένες κυρώσεις σε όσους αποφευγουν να αναλάβουν πολιτικές ευθύνες, ιδιαίτερα όταν αυτές είναι προφανείς. Επειδή τα τελευταία χρόνια το περιεχόμενο και η σημασία της πολιτικής ευθύνης έχει παραγνωριστεί, είναι επιτακτική η περαιτέρω θεσμική εξειδίκευσή της, ώστε να ενισχυθεί και η έμπρακτη εφαρμογή της.  


    Η έννοια της πολιτικής ευθύνης πρέπει να θεωρείται διευρυμένα, καθότι αποτελεί βαθύτατα πολιτική έννοια, η οποία περιλαμβάνει και την ηθική και την κοινωνική και τη διοικητική ευθύνη Πρέπει να γίνει σαφές ότι η πολιτική ευθύνη δεν είναι μια αφηρημένη έννοια αλλά έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και δυνατότητα πρακτικής εφαρμογής. Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι κάθε πρακτική που αντιμετωπίζει την πολιτική δράση ως απλή διαχείριση και διεκπεραίωση μηχανισμών εξουσίας είναι αντισυνταγματική.


Η θέση αυτή θεμελιώνεται άλλωστε στο άρθρο 85 Συντ. που προβλέπει ότι: «Τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, καθώς και οι υφυπουργοί, είναι συλλογικώς υπεύθυνοι για τη γενική πολιτική της κυβέρνησης και καθένας από αυτούς για τις πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητάς του...». Αντίστοιχα, το άρθρο 35 υπογραμμίζει τη βαρύτητα που ενέχει η υπουργική υπογραφή.Ακόμη, το άρθρο 42 του Π.Δ. 63/2005 ορίζει ρητά: «Οι υπουργοί υπέχουν κοινοβουλευτική ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις τους, καθώς, επίσης, και για πράξεις ή παραλείψεις των υφυπουργών του υπουργείου στο οποίο προΐστανται, ακόμα και αν στους υφυπουργούς αυτούς έχουν ανατεθεί κοινοβουλευτικές αρμοδιότητες και νομοθετική πρωτοβουλία».


–   Σε συνάφεια με τα προηγούμενα απαιτείται και η θέσπιση συγκεκριμένων, ειδικών κανόνων που θα ρυθμίζουν με σαφήνεια τη λογοδοσία των κομμάτων και των πολιτικών εκπροσώπων ενώπιον του ελληνικού λαού. Οι εν λόγω φορείς θα πρέπει σε τακτά χρονικά διαστήματα να δημοσιοποιούν τα πεπραγμένα τους στον ελληνικό λαό, τα οποία θα πρέπει να είναι  προσβάσιμα σε όλους τους πολιτες.


 

γ) –   Η εισαγωγή ακόμη πιο αυστηρών ελέγχων σε σχέση με τη διάθεση των κονδυλίων των Υπουργείων και εν γένει των δημόσιων οργανισμων, που πρέπει να τελούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα και με αδιάβλητες διαδικασίες. Είναι νώπες ακόμα οι μνήμες του σκανδάλου των Ομολόγων, αλλά και των ύποπτων συναλλαγών της Siemens με δημόσιους οργανισμούς, όπως ο ΟΣΕ, ο ΟΤΕ κ.α., η διαλεύκανση των οποίων κωλυσιεργεί απαράδεκτα.  Απαιτείται η ίδρυση εξειδικευμένης, ανεξάρτητης αρχής, ( π.χ. σε οιονεί αντιστοιχεία με την Ειδική Επιτροπή Ελέγχου και Εποπτείας Διαχείρισης των Ασφαλιστικών Οργανισμών, η λειτουργία της οποίας όμως έχει παύσει από τον Μάιο του 2004.- Γιατί άραγε;) η οποία θα αναλαμβάνει με διαφάνεια και φερεγγυότητα τους ανωτέρω ελέγχους.  


–   Η ορθολογική αναδιάρθρωση της λειτουργίας υδροκεφαλικών οργανισμών του δημοσίου τομέα, οι οποίοι υπολογίζεται ότι συντηρούν δεκάδες χιλιάδες μη οργανικές θέσεις υπαλλήλων, επιβαρύνοντας ανεπίτρεπτα τον κρατικό προϋπολογισμό. Η λογική του ασύδοτου βολέματος, πρέπει να σταματήσει.


–   Η εισαγωγή ενός αξιόπιστου συστήματος τακτικής αξιολόγησης του έργου δημοσίων υπαλλήλων, ιδιαίτερα όσων υπηρετούν σε νευραλγικούς τομείς, όπως π.χ. η δημόσια και εθνική ασφάλεια, η παιδεία κ.ο.κ.  


 

δ) –   Η περιστολή του πανεπιστημιακού ασύλου μέσα σε θεμιτά πλαίσια, έτσι ώστε αφενός να μην καταστρατηγείται με την παραμικρή αφορμή, αλλά και αφετέρου να διασφαλίζεται η λειτουργία των πανεπιστημίων ως ελεύθερος χώρος διακίνησης ιδεών. Απαιτείται άμεσα η τροποποίηση του ν. 1268/1982 σχετικά με τις ακαδημαϊκές ελευθερίες και το πανεπιστημιακό άσυλο. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο θεσμός του πανεπιστημιακού ασύλου αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία για τη χώρα μας. Στις υπόλοιπες δημοκρατικές χώρες η αρχή προστασίας της ακαδημαϊκής ελευθερίας θεωρείται εκ των ουκ άνευ δεδομένη. Οι βασικοί λόγοι που οδήγησαν στη θεσμοθέτηση του πανεπιστημιακού ασύλου, δηλ. τα επεισόδια στο Πολυτεχνείο το ’73 και εν γένει ο περιορισμός της ελευθερίας του λόγου την περίοδο της δικατατορίας, έχουν ξεθωριάσει στη σημερινή εποχή, καθώς το δημοκρατικό πολίτευμα έχει πλέον  εδραιωθεί και δεν κινδυνεύει από τέτοιου είδους πρακτικές. 


Ούτως ή άλλως η θέσπιση νόμων από μόνη της ποτέ δεν εμπόδισε την αντιδημοκρατική δράση απολυταρχικών εξουσίων. Σε αντίθεση μάλιστα με τους σκοπούς που υπηρετεί το πανεπιστημιακό άσυλο έχει γίνει σήμερα μέσο περιστολής την ακαδημαϊκής ελευθερίας. Εξαιτίας του, τα πανεπιστημιακά ιδρύματα έχουν καταντήσει σε πεδία διακίνησης ναρκωτικών. Ενίοτε η λειτουργία τους διακόπτεται από ομάδες που το καταλαμβάνουν «ετσιθελικά» και οι πανεπιστημιακοί χώροι μετατρέπονται σε κοιτίδες βίας, σε ορμητήρια και κρησφύγετα κουκουλοφόρων ή άλλων εξωπανεπιστημιακών παραγόντων που σε κάθε ευκαιρία καταστρέφουν τις υποδομές τους. Ας γίνει επιτέλους αντιληπτό ότι η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι έννοια που δεν προστατεύεται με την καλλιέργεια της εγκληματικότητας και της βίας μέσα στο πανεπιστήμιο με πρόσχημα το ακαδημαϊκό άσυλο.    


ε) –   Η λήψη πρόσθετων μέτρων (π.χ. πρόσθετες διοικητικές, ποινικές και αστικές κυρώσεις) για την έμπρακτη εφαρμογή του άρθρου 15 παρ. Συντ.,  ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ουσιαστική αναβάθμιση του ρόλου του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, ώστε όντως να υπηρετούνται οι επιταγές του Συντάγματος σε σχέση με τον έλεγχο λειτουργίας των ΜΜΕ. Είναι ανάγκη να διασφαλιστεί η ποιοτική στάθμη των προβαλλόμενων ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων, αλλά και να προστατευτεί από τα ΜΜΕ ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, αλλά και να προωθηθεί μέσω των ΜΜΕ η πολιτιστική  ανάπτυξη της χώρας, όπως το Σύνταγμα ορίζει.


 

ΙX. Προοπτική

Tα ανωτέρω προτεινόμενα μέτρα δεν αποτελούν ασφαλώς κάποια καινοτόμο πρόταση, υπαγορεύονται απλώς από τη στοιχειώδη κοινή λογική. Τα μέτρα αυτά, αν κάποτε υλοποιηθούν με σοβαρότητα, θα μπορούσαν ίσως να αποτελέσουν ένα πρώτο έρεισμα μιας μακράς, κοπιαστικής πορείας, που πρέπει να σημαδευτεί από σκληρούς αγώνες για την αλλαγή της υπάρχουσας πολιτικοκοινωνικής νοοτροπίας και την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, των μετόχων και κοινωνών του. To αν οι πληγές της ελληνικής δημοκρατίας, είναι δυνατό να επουλωθούν, εξαρτάται σε κάθε περίπτωση από το βαθμό ενεργής δραστηριοποίησης και αφύπνισης που θα επιδείξουν οι φορείς της πολιτικής σκηνής και της κοινωνίας. Θα είναι προς όφελος όλων μας να υπάρξει άμεση, ουσιαστική, υπεύθυνη αντίδραση χωρίς χρονοτριβή κάθε αρμόδιου πολιτικού, αλλά και κάθε σκεπτόμενου πολίτη, αναλόγως της θέσης του, ώστε να ανασχεθεί κατά το δυνατό πιο αποτελεσματικά η χρόνια κρίση που ταλανίζει τους θεσμούς της χώρας μας, προ πάντων χάρην της νέας γενιάς.


Αν αυτό δε συμβεί άμεσα -και όπως δείχνει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, δηλ. η στείρα ανακύκλωση συγκεκριμένων προσώπων και του στενού περίγυρου τους στην εξουσία, η υπερχρέωση της χώρας, οι ευκαιριακές προεκλογικού τύπου παροχές χωρίς διάθεση διεξόδου από το τέλμα, αλλά και τα δείγματα γραφής των επίδοξων μνηστήρων της εξουσίας, δεν πρόκειται να συμβεί κοντοπρόθεσμα- η φθίνουσα πορεία της πολιτικοκοινωνικής ζωής θα συνεχιστεί, εώς ότου μεσοπρόθεσμα το σαθρό οικοδόμημα της υφιστάμενης βολεμένης νοοτροπίας νομοτελειακά γκρεμιστεί. Ας ελπίσουμε μονάχα η διάδοχη κατάσταση να μην οδηγήσει τη χώρα σε ακόμη πιο δυσάρεστες περιπέτειες, αλλά να σηματοδοτήσει την είσοδο στο πολιτικό και κοινωνικό προσκήνιο – σε μεγαλύτερη κλίμακα από πριν – υγιών δυνάμεων του τόπου, που εξαιτίας της αδιέξοδης σημερινής πολιτικής κατάστασης έχει πολιτικά παροπλιστεί.  Η χώρα μας έχει ανάγκη σήμερα περισσότερο από ποτέ από υπευθυνους πολιτικούς και πολίτες που θα πονούν πραγματικά τον τόπο και θα πορεύονται μπροστάρηδες στον δύσβατο δρόμο εξυπηρέτησης του κοινού συμφέροντος παρά τα υπαρκτά εμπόδια.


Αποτελεί μονόδρομο για τη σημερινή νέα γενιά να οικοδομήσει μια καλύτερη πολιτεία και κοινωνία από αυτή που έχτισε η γενιά της Μεταπολίτευσης, η οποία επαναπαύτηκε στις δάφνες των δημοκρατικών της κατακτήσεων, χωρίς όμως να φροντίσει επαρκώς για την ποιότητα της εφαρμογής τους,  με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε στη σημερινή ατονία του πολιτικού συστήματος. Τούτο όμως απαιτεί αυτοσυνειδησία και κοπιώδη εργασία, ώστε να εξέλθει από τη σημερινή χίμαιρα του εύκολου κέρδους χωρίς προσωπικό αγώνα και ανάληψη προσωπικών ευθυνών. «΄Αμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρωνες» αναφωνούσαν με ελπίδα και πίστη οι νέοι της αρχαίας Σπάρτης απέναντι στους γηραιότερους, δηλ. «Εμείς θα γίνουμε καλύτεροι σας».    


Μακριά από ψευδαισθήσεις και αυταπάτες, οφείλει κάθε πολίτης χωριστά να αντιληφθεί ότι η μεταβολή της πολιτικοκοινωνικής κατάστασης δεν επέρχεται απλώς και μόνο με θεσμικές μεταβολές, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και με την αλλαγή του προσωπικού τρόπου ζωής του. Σε τελική ανάλυση, οι πολιτικοί εκπρόσωποι είναι δημοκρατικά εκλεγμένοι από τους ίδιους τους πολίτες. Εκτός από τους εκάστοτε πολιτκούς εκπροσώπους πρέπει και ο μέσος πολίτης να ασκήσει σοβαρά την αυτοκριτική του. Πρέπει να  αναλάβει υπεύθυνα τις υποχρεώσεις του απέναντι στον μικρόκοσμο του εαυτού του, των γύρω του και κατ’ επέκταση απέναντι στην πολιτεία. Με αυτό τον τρόπο θα αποκτήσει την παρρησία να αγωνιστεί ουσιαστικά και να διεκδικήσει υπεύθυνα την ουσιαστική βελτίωση του υπάρχοντος κοινωνικοπολιτικού συστήματος που είναι προφανές ότι υπό τις παρούσες συνθήκες δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του.


Χρειάζεται όμως πρωτίστως ο πολίτης να εξέλθει από τη στενή ατομοκεντρική λογική με την οποία γαλουχείται από το κυρίαρχο εκπειαδευτικό, κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό σύστημα. Για να το πετύχει αυτό πρέπει  επαναπροσεγγίσει και υιοθετήσει έμπρακτα θεμελιώδεις κοινωνικές αξίες που σήμερα οδέυουν στην απαξίωση. Αξίες και αρετές, όπως η πολιτικοκοινωνική αλληλεγγύη, η εντιμότητα, η ανιδιοτελής προσφορά,η εμπιστοσύνη στο συνάνθρωπο,η καλοπροαίρετη συνεργασία, η συνέπεια λόγων και έργων, το πολιτικό και κοινωνικό θάρρος, δεν συντελούν μόνο στην ηθική αυτοπραγμάτωση της προσώπικότητας του εκάστοτε πολίτη, αλλά συμβάλλουν κατεξοχήν στη συλλογική πρόοδο και ολοκλήρωση. Ανεξάρτητα από τις προφανείς δυσκολίες, χρειάζεται προ πάντων κοπιαστική, υπεύθυνη εργασία από τον κάθενα χωριστά τόσο απέναντι στον εαυτό του, όσο και αντανακλαστικά απέναντι στο κοινωνικό σύνολο ως αντιστάθμισμα στη κρατούσα ατομιστική νοοτροπία


Παραμένει πάντοτε επίκαιρος ο στίχος από το «Άξιον εστί» του εθνικού ποιητή Οδυσσέα Ελύτη: «Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλη…».Αποτελεί επιτακτικό καθήκον κάθε σκεπτόμενου πολίτη (πολιτικού εκπροσώπου ή μη) να γίνει ο άξιος «ζευγολάτης» που θα οργώσει με υπομονή την «καμένη γη» -κατ’ αρχήν της προσωπικότητάς του και κατ’ επέκταση του κοινωνικού του περίγυρου- και θα την μετατρέψει σε καρποφόρο χώμα. Στην κρίσιμη καμπή στην οποία έχει περιέλεθει ο εγχώριος -και όχι μόνο- πολιτικός και κοινωνικός βίος δεν υπάρχουν περιθώρια για διεξοδικά λόγια, παρά μόνο για συνεπή έργα. 


Ελευθέριος Δικαίος (Δικηγόρος, LL.M., υπoψ. Δ.Ν.) 


 
.

(817) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *