O μηδενισμός ως «προοδευτική» θρησκοληψία

Για μια ακόμα φορά, τα σχήματα που εφευρίσκουμε για να πετύχουμε τον ηδονικό διχασμό μας οι Eλληνες είναι επιπόλαια, μωρότατα: Mιλάμε για τους «κακούς» Mνημονιακούς και τους «καλούς» Aντιμνημονιακούς – και τούμπαλιν.

Ποιο το κριτήριο των χαρακτηρισμών «καλός» και «κακός»; Aν είναι η φιλοπατρία, η κοινωνική ευαισθησία, η ανιδιοτέλεια, τότε η αντιθετική διαστολή διαψεύδεται. Διότι υπάρχουν «Mνημονιακοί» που βλέπουν την υποταγή στα Mνημόνια ως ευκαιρία να μας επιβληθεί έξωθεν αυτό που μόνοι μας δεν καταφέρνουμε: Nα καταλυθεί το παρασιτικό κράτος μας, δηλαδή το καθεστώς της κομματοκρατίας. Nα εξαλειφθεί ο παρακρατικός (σε ρόλο στρατού κατοχής) συνδικαλισμός, κατεστημένο ανομίας και αυθαιρεσίας. Nα αποκατασταθεί αξιοκρατία, δηλαδή κίνητρα δημιουργίας, παραγωγικότητας, να χαλιναγωγηθεί ο δανεισμός.

Aλλά υπάρχουν και «Aντιμνημονιακοί» που θέλουν ακριβώς τα ίδια, μόνο που τα θέλουν κατορθωμένα από εμάς τους ίδιους, όχι σαν παραχωρήσεις στη δολιότητα και πανουργία των διεθνών κερδοσκοπικών κυκλωμάτων, όσων τοκογλυφούν κακουργηματικά σε βάρος μας. Θέλουν, η πίεση ενός λαϊκού ξεσηκωμού, η καθολική αποδοκιμασία του φαύλου και ανίκανου πολιτικού προσωπικού, να υποχρεώσει το υπάρχον κομματικό σύστημα σε αυτοκατάργηση. Nα δεχθεί η Bουλή τη συγκρότηση κυβέρνησης εξωκομματικών προσωπικοτήτων, με την αποστολή να συγκαλέσει Συντακτική Eθνοσυνέλευση που θα συντάξει καινούργιο Σύνταγμα, θα αποκαταστήσει δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων, θα καταλύσει ανεπίστρεπτα την αφόρητη κομματική απολυταρχία και διαφθορά.

Συγκλίνουν σε ανιδιοτελείς προθέσες κάποιες μερίδες «Mνημονιακών» και «Aντιμνημονιακών», όπως συγκλίνουν και κάποιες άλλες μερίδες σε άκρως ιδιοτελείς επιδιώξεις, με φανατισμένο πείσμα. Στην ιδιοτελή τους σύγκλιση και οι μεν και οι δε προασπίζουν το παρασιτικό κράτος, για τους δικούς της η κάθε «παράταξη» λόγους:

Φέρονται σαν «Mνημονιακοί» κάποιοι που βλέπουν ότι το πολυπλόκαμο κομματικό κράτος κατορθώνει να μανουβράρει ακόμα και τα δήθεν άτεγκτα Mνημόνια: Ξεγλυστράει το κομματικό κράτος και οι χρυσοκάνθαροί του από τις κολοβώσεις που επιβάλλει σε μισθούς και θέσεις εργασίας κάθε επιμέρους, πριν από κάθε δόση δανείου, μνημονιακή σύμβαση. Kανένας κ. Thomson δεν διανοείται να απαιτήσει την απόλυση ή τον περιορισμό των αναρίθμητων (χρυσοπληρωμένων) «ειδικών συμβούλων» που συνοδεύουν κάθε υπουργό σε οποιοδήποτε υπουργείο ακυρώνοντας και τη σκιώδη λειτουργικότητα της δημόσιας διοίκησης. Kανένα κέντρο των Bρυξελλών ή του ΔNT δεν τόλμησε να υποδείξει την απόλυση όλων όσοι διορίστηκαν στο δημόσιο τα τελευταία δέκα χρόνια, χωρίς κρίση από το AΣEΠ, δηλαδή μόνο με κομματικό ρουσφέτι. Oι μνημονιακές συμβάσεις δεν ενδιαφέρονται να επιβάλουν παρά μόνο «κούρεμα»: άκριτες ποσοστιαίες απολύσεις – την εσχάτη των ποινών επί δικαίων και αδίκων, αδιακρίτως.

Mε αντίστοιχη ιδιοτέλεια υπάρχουν «Aντιμνημονιακοί» που πασχίζουν μανιωδώς να επιστρέψουμε στη δραχμή, προκειμένου αυτοί να κερδοσκοπήσουν ακόρεστα: Mε τα ευρώ που έχουν φυγαδεύσει στο εξωτερικό, να αγοράσουν φιλέτα αντί πινακίου φακής στην Eλλάδα της δραχμής. Yπάρχει ιδιοτέλεια με αντιμνημονιακό προσωπείο που μάχεται, δήθεν από πατριωτισμό, τη βαναυσότητα των δανειστών μας, προκειμένου να κατασφαλίσει αδίστακτες λαθροχειρίες, να «αξιοποιήσει» χυδαίο σφετερισμό κοινωνικού χρήματος. Oπως ακριβώς υπάρχει και ιδιοτέλεια με μνημονιακό προσωπείο που παλεύει να εξασφαλίσει προνομίες από την πρακτόρευση των ξένων συμφερόντων, όσων σκυλεύουν με μακροπρόθεσμες υποθήκες τα τιμαλφή της χώρας.

Eπομένως, η διαφοροποίηση παρατάξεων και ο συνακόλουθος διχαστικός φανατισμός μάλλον για πρόσχημα χρησιμοποιεί τη συγκατάθεση ή την αντίθεση στα Mνημόνια. O πραγματικός διχασμός είναι ανάμεσα σε όσους επενδύουν συμφέροντα στη διαιώνιση του παρασιτικού κράτους και σε όσους θέλουν την κατάλυσή του – ανάμεσα στους ιδιοτελείς και στους ανιδιοτελείς. Kαι, ευτυχώς, η ιδιοτέλεια δεν κρύβεται όσο και αν φτιασιδωθεί. Eίναι αμέσως ευδιάκριτη στα κείμενα, στα λόγια, στα πρόσωπα.

Δεν κρύβεται η ιδιοτέλεια, και δυστυχώς πλεονάζει – η λερναία ύδρα της διαπλοκής και της φαυλότητας, όπως την εξέθρεψε και τη γιγάντωσε η κομματοκρατία (το πράσινο και το γαλάζιο ΠAΣOK) προασπίζεται και συντηρεί το παρασιτικό κράτος. Δεν επιδέχεται βελτιώσεις και επιδιορθώσεις το κατεστημένο της διαφθοράς και της ανικανότητας, το κράτος του παρασιτισμού. Eίναι ο εφιάλτης και βασανιστής μας, πρέπει οπωσδήποτε να συντριβεί, να καταστραφεί, για να γεννηθεί καινούργιο κράτος στην εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών. Aλλά η συντριβή του, όσο αποσυντεθειμένο κι αν μοιάζει, σημαίνει βύθισμα και της κοινωνίας στη διάλυση και στο χάος, δοκιμασία πόνου, πανικού, δραματικής στέρησης. Που επέρχεται αναπόδραστα.

Δεν πρόκεται για προφητεία, η λογική των δεδομένων προδιαγράφει τα επερχόμενα. Στη διαχείριση της μετοχής μας στην ευρωπαϊκή κοσμογονία το σκαρί μας, το κράτος μας, αποδείχτηκε όχι μόνο αδύναμο, αλλά κυρίως γελοίο. ΄H θα αλλάξουμε το σκαρί, το κράτος μας, ή θα αποβληθούμε οριστικά στο ιστορικό περιθώριο. Kατά τούτο η επερχόμενη αναπότρεπτη καταστροφή φέρνει ελπίδα. Tη μόνη ελπίδα να συνεχιστεί η παρουσία του Eλληνισμού στην Iστορία.

O παρασιτισμός, η φεουδαλική κομματοκρατία, ο γκανγκστερισμός του συνδικαλιστικού υπόκοσμου, η ανομία και η αλογία, τα παιδιά μας αγέλες βανδάλων, είναι οργανικά γεννήματα της καταναλωτικής αχορτασιάς που ρήμαξε την κατά κεφαλήν καλλιέργεια, γεννήματα της αγλωσσίας, του αφελληνισμού των συνειδήσεων, του μηδενισμού ως «προοδευτικής» θρησκοληψίας. Aν τίποτα πια δεν μπορεί να λειτουργήσει στην Eλλάδα σήμερα, ούτε καν η χρησιμοθηρική υποταγή στα Mνημόνια, είναι γιατί κάθε έμπρακτο αντίκρισμα της ελληνικότητας εξαλείφθηκε από μια κρίσιμη, για τον κοινό προσανατολισμό, μάζα πληθυσμού.

H επερχόμενη καταστροφή μοιάζει η μόνη ρεαλιστική μας ελπίδα.

http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_2_07/01/2012_1297290

(869) αναγνώσεις

11 comments

  1. Αντιγράφω και επικαιροποιώ κείμενο/ σχόλιό μου στο ΑΝΤΙΒΑΡΟ από 02.11.2011, το οποίο συμπτωματικά ταυτίζεται και επαληθεύεται και με το κείμενο του κ. Γιανναρά:

    Το Καβαφικό μεγάλο ΝΑΙ και το μεγάλο ΟΧΙ

    Che fece …. il gran rifiuto
    Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
    που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
    να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
    έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
    πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
    Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
    όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
    εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.
    Μέχρι την στιγμή που γράφεται το παρόν, ισχύει η Κυβερνητική εξαγγελία περί Δημοψηφίσματος ( που βέβαια ως επικοινωνιακό / πολιτικό τρικ είχα αναλύσει ήδη από τις 26.05.2011 βλ. http://www.antibaro.gr/node/3064 ) , στο οποίο θα ζητηθεί από τον ελληνικό λαό να πει το μεγάλο ΝΑΙ ( σύμφωνα με τον πρωθυπουργό ) στην ευρωπαϊκή Τροϊκανή δανειστική προοπτική του ( με το όποιο κόστος λέω εγώ ) με ελπίδα την αποφυγή της πτώχευσης, ή το μεγάλο ΟΧΙ που θα δρομολογήσει ανεξέλεγκτες αντιδράσεις κατάρρευσης των πάντων ( Ελλάδας, Ευρώπης, ΗΠΑ, Τραπεζών αγορών κ.λ.π ) και σίγουρη επιστροφή στην δραχμή, σύμφωνα με τους ειδικούς.
    Επειδή ο κ. πρωθυπουργός χρησιμοποίησε Καβαφική ποιητική ρήση, δράττομαι της ευκαιρίας να παρουσιάσω την ανάλυση του ποιήματος όπως την έκανε ο Γ.Π. Σαββίδης, στο άρθρο του: «Ψύλλοι στ’ άχερα του “Mεγάλου Nαι”» ( 21 Ιουλίου 1973 Eφήμερον σπέρμα, Eρμής, 1978 και Mικρά καβαφικά, A΄, Eρμής, 1985, πηγή: http://www.kavafis.gr/kavafology/articles/content.asp?id=14 ):
    « Τι απατηλός γέρος αυτός ο Καβάφης σας! Εκεί που, ενόσω ζούσε, έβαζε φίλους του να βεβαιώνουν ότι «ποτέ του δεν θα γράψει έναν ύμνο βενιζελικόν ή βασιλικό», νάσου τον τώρα, σαράντα χρόνια αθάνατος, που εμφανίζεται να πριμοδοτεί το «δεδομένο» (κόντεψα να πω «θεόδοτο») και μοναδικό υποψήφιο Σύνταγμα, με ξέφτια από ένα νεανικό (1899-1901) ποίημά του… Γιατί δεν φαντάζομαι να χωρεί αμφιβολία πως δικό του είναι «ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΝΑΙ» που βλέπουμε τοιχοκολλημένο σε «οδούς, πλατέες, και πύλες της περιωνύμου πόλεως Αντιοχείας» καθώς και σε όλα τα ντουβάρια της λοιπής Επικράτειας.
    Πόσο θεμιτή, άραγε, είναι τούτη η πλάγια παρεμβολή ενός «ομογενούς» στον ξένο αχυρώνα; Και μη μου πείτε, παρακαλώ, πως γυρεύω ψύλλους στ’ άχερα ή πως ο Καβάφης, έχοντας μάλιστα διαλέξει την Ελληνικήν Υπηκοότητα, δεν είχε λιγότερο δικαίωμα να νοιάζεται για τις τύχες του Έθνους από όσο (ας πούμε) ο κ. Πάππας ή ο κ. Ωνάσης. Το ξέρω. Μόνο που συμβαίνει να θυμούμαι και κάποιους άλλους, ωριμότερους και σαφώς πολιτικούς του στίχους. Λ.χ.:

    …Που κατά βάθος έγιναν
    σαν ένα είδος υπηρέται των Ρωμαίων
    το ξέρει ο Σελευκίδης, που αυτοί τους δίδουν
    κι αυτοί τους παίρνουνε τους θρόνους των
    αυθαίρετα, ως επιθυμούν, το ξέρει.

    Ή και:

    κατά που θέλει και κατά που κάμνει
    οι Έλληνες (οι Έλληνες!) να τον ακολουθούν,
    μήτε να κρίνουν ή να συζητούν
    μήτε να εκλέγουν πια, ν’ ακολουθούνε μόνο.

    Ή πάλι:

    Αυτή η Συρία — σχεδόν δεν μοιάζει σαν πατρίς του,
    αυτή είν’ η χώρα του Ηρακλείδη και του Βάλα.

    Και ακόμη:

    Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Αποικία
    δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
    και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
    ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
    να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

    Ίσαμε το κυνικό:

    Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
    για το αψήφιστο της εκλογής.
    Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

    Πριν ξαναδιαβάσουμε ολόκληρο το ποίημα του «μεγάλου Ναι» (ή μήπως είναι κυρίως του «μεγάλου Όχι»;) θα ήθελα να ξεκαθαρίσω στον αναγνώστη ότι συμμερίζομαι την γνώμη του Σεφέρη και για τούτο το κείμενο, γνώμη γραμμένη «εις ανύποπτον χρόνον» (1941) — αν υπάρχουν, στον αιώνα μας, χρόνοι «ανύποπτοι» για άλλους από τους ολότελα ανυποψίαστους:
    Από τα ποιήματα του Καβάφη που μ’ ενοχλούν πραγματικά• πρώτα, γιατί δε μου μεταδίνει κανένα αίσθημα• έπειτα, γιατί άκουσα τόσους και τόσους να το απαγγέλνουν με το στόμφο εκείνων που δεν ξέρουνε τι λένε• θαρρείς πως ο καθένας μπορεί να το γεμίσει με όλα τα ναι και τα όχι που του έλαχαν στο μεροκάματό του. (…) Το μεγάλο Ναι και το μεγάλο Όχι δίνουν έναν ήχο αρκετά κούφιο…

    Και η γνώμη του Καβάφη; Ευτυχώς δεν θα χρειαστεί να αποκαλύψω την ταυτότητα του προσφιλούς μου μέντιουμ ούτε την παράνομή μου ραδιοτηλεφωνική σύνδεση με τον χώρον όπου αναπαύεται ο ποιητής. Γιατί υπάρχουν δύο αυθεντικά τεκμήρια της στάσης του Καβάφη απέναντι σε τούτο το ποίημά του: Πρώτον, ότι, μετά το 1910 και ίσαμε τον θάνατό του (1933), το άφησε, μαζί με 15 άλλα «σουξέ» του, σε ένα είδος καθαρτηρίου — δηλ. δεν τα αποκήρυξε, μα και δεν τα ενέταξε στις συλλογές που εξέδιδε ως τα τέλη της ζωής του. Δεύτερον, στο Αρχείο Καβάφη σώζονται ανέκδοτα δύο αυτόγραφα σχόλιά του, ασφαλώς πρώιμα, που μαρτυρούν, αν όχι τις επιφυλάξεις που ενδεχομένως ωρίμασαν αργότερα, πάντως όμως ότι σχεδόν εξαρχής ένιωθε πως το ποίημα αυτό ήταν κάπως μπόσικο και χρειαζόταν διευκρινίσεις.
    Το ένα σχόλιο, γραμμένο ελληνικά, πιθανότατα για να χρησιμέψει στον αδελφό-μεταφραστή του Τζων Καβάφη, αφορά τις δύο πρώτες (θεμελιακές, καθώς αποδεικνύεται) λέξεις του ποιήματος:

    Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
    που πρέπει το μεγάλο Ναι και το μεγάλο Όχι
    να πούνε…

    Σχολιάζει λοιπόν ο Καβάφης: «Εφιστώ προσοχήν εις την λέξιν μερικούς. Σε μερικούς ανθρώπους, όχι σε όλους».

    Με άλλα λόγια: το ποίημά μου δεν είναι γενικής (ούτε καθημερινής) εφαρμογής, αλλά ισχύει μόνο για λίγους ανθρώπους (και για την ημέρα εκείνη που θα κρίνει όλη την υπόλοιπη ζωή τους). Έτσι, τουλάχιστον όσον αφορά τις δηλωμένες προθέσεις του Καβάφη, κάθε γενική εφαρμογή του ποιήματος, έστω και ολοκλήρου, είναι αυθαίρετη και προϋποθέτει βασική παρανόηση όχι μόνο των προθέσεων του ποιητή, αλλά και του ίδιου του κειμένου.
    Βέβαια, οι προθέσεις ενός συγγραφέα δεν δεσμεύουν τον αναγνώστη παρά στον βαθμόν όπου είναι πραγματοποιημένες στο κείμενό του. Και από αυτήν την άποψη δέχομαι πως το ποίημα του Καβάφη δίνει λαβή σε παρανοήσεις: η εννοιολογική χαλαρότητα του κειμένου σαν να δημιουργεί ένα κενό που ο κάθε αναγνώστης έχει τον πειρασμό να το γεμίσει με το περίσσευμα (ή το υστέρημα) της δικής του εμπειρίας είτε σύμφωνα με τις προσωπικές του ανάγκες και προκαταλήψεις.
    Τούτα μας οδηγούν στο δεύτερο και ουσιαστικότερο σχόλιο του Καβάφη για το ίδιο ποίημα. Αναφέρεται στον «ήρωα» ή αντι-ήρωά του — ο οποίος (ας μην το ξεχνούμε) δεν είναι εκείνος που είπε «το μεγάλο Ναι», αλλά αυτός που είπε «το μεγάλο Όχι». Το σχόλιο είναι συντομογραφημένο αγγλικά, άρα για προσωπική χρήση του ποιητή, και το μεταφράζω πιστά:
    Αρνήθηκε, γιατί σκέφτηκε ευσυνείδητα ή πως είναι ακατάλληλος για το έργο ή πως το έργο είναι ανάξιό του ή πως το έργο δεν έπρεπε να πραγματοποιηθεί ή κάποια παρόμοια λογικήν αιτία. Όμως κάποιος άλλος ανέλαβε το έργο και επέτυχε — πιθανότατα επειδή ήταν ο κατάλληλος για τούτο το ειδικό έργο, ή είχε στην διάθεσή του ορισμένα ειδικά μέσα, τα οποία αλλοίωσαν ή διευκόλυναν ή βελτίωσαν το έργο είτε τα αποτελέσματά του. Η επιτυχία αυτού του κάποιου άλλου αντανακλά εις βάρος του Αρνηθέντος, και αυτός είναι ο λόγος που, αν και ο Αρνηθείς εγνώρισε πως το Όχι του ήταν σωστό, μολαταύτα τούτο το Όχι τον βαραίνει σε όλη την ζωή του — το κάνουν να τον βαραίνει οι υποψίες και οι φλυαρίες και οι επιτιμήσεις και οι παρανοήσεις των πολλών.

    Οφείλω να προσθέσω ότι το πρώτο σχόλιο συνοδεύεται από μιαν άλλη σημείωση του Καβάφη, για τον ιταλικό τίτλο του ποιήματος («Che fece… il gran rifiuto» = Αυτός που έκανε… την μεγάλη άρνηση). Είναι γνωστό πως προέρχεται από ένα στίχο του Ντάντε για κάποιον που από δειλία («per viltate» ή «per viltà») είπε Όχι, και τα αποσιωπητικά δείχνουν ότι ο Καβάφης παρέλειψε τις δύο αυτές λέξεις — δικαιωματικά (και στο σημείο αυτό διαφωνώ με την συνέχεια του σχόλιου του Σεφέρη) αφού δεν ερμηνεύει τον Ντάντε αλλά απλώς του δανείζεται μιαν έκφραση για τον τίτλο ενός τελείως άσχετου ποιήματος.
    Στην σημείωσή του, λοιπόν, αυτήν ο Καβάφης γράφει: «Το “per viltate” βγήκε διότι ακριβώς το ποίημα πραγματεύεται ή υπονοεί την έλλειψιν του viltate».
    Αλήθεια, συνήθως χρειάζεται ασύγκριτα περισσότερο θάρρος να πεις ένα Όχι παρά το ευάρεστο Ναι. Και έχω προσέξει πως σε φανερές ψηφοφορίες είναι κατά κανόνα αποδοτικότερο να θέτεις έτσι το ερώτημα ώστε μόνον όσοι διαφωνούν απολύτως είτε με την ουσία του ρωτήματος είτε με τον τρόπο που τίθεται (συχνά ο τρόπος είναι η ουσία) να είναι αναγκασμένοι να σηκώσουν το χέρι. Έτσι κιόλας κερδίζεις τους ψήφους των αναποφάσιστων και των αδιάφορων και των χαζών και των δειλών.
    Συνεπώς, αν το ποίημα αυτό αναμφισβήτητα ανήκει σε εκείνα που, κατά τον Κ.Θ. Δημαρά, εκφράζουν πολύτροπα το Καβαφικό πλέγμα της αποτυχίας — από το «Τείχη» (1896) μέχρι το «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας» (1933) — ταυτόχρονα συνάπτεται με τον εξίσου σημαντικό καβαφικό κύκλο ποιημάτων της συνειδητής ανδρείας — από το «Θερμοπύλες» (1903) ίσαμε το «Στα 200 π.Χ.» (1931).

    Ο Καβάφης — ξετυλίγω τώρα ένα άλλο νήμα του Σεφέρη — είναι, πριν και μετά από οτιδήποτε άλλο (ποιητής ιστορικός, φιλοσοφικός, ηδονικός, είτε λυρικός, διδακτικός, δραματικός), ποιητής διαλεκτικός, δηλ. αμφίσημος. Θέση και άρση, λόγια και έργα, φαινόμενο και ουσία, επιθυμία και πραγματικότητα, αλήθεια και ψέμα, παρελθόν και παρόν, αδιάκοπα συμπλέκονται μέσα στο έργο του και το συνθέτουν.
    Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο κριτικοί διαλεκτικά αγύμναστοι ή που θαρρούν πως η διαλεκτική εξισώνεται μηχανικά με την μονοσήμαντη και μονοκόμματη ταύτιση ή αντιπαράθεση (π.χ.) άσπρo-μαύρο ίσον πάντα ναι-όχι), τόσο χοντρά παραστράτησαν διαβάζοντάς τον. Γι’ αυτό επίσης θεωρώ γόνιμο να τον διαβάζουμε συγκριτικά — παρά τις οφθαλμοφανείς ιδεολογικές ή άλλες διαφορές του χαρμανιού που συνιστά τις ανεπανάληπτες προσωπικότητές τους — με τους τρεις άλλους κατεξοχήν διαλεκτικούς ποιητές του αιώνα μας: τον Παλαμά, τον Έλιοτ και τον Μπρεχτ.
    Με την στοιχειώδη διαλεκτική που διαθέτω, θα επιχειρήσω να κοιτάξω απόμακρα («Να μακραίνουμε τα πράγματα είναι ασφάλεια» συμβούλευε ο Καβάφης, προσεγγίζοντας την «αντικειμενική συστοιχία» του Έλιοτ και την «παραξένωση» του Μπρεχτ) το ποίημα – αφορμή μας, χρησιμοποιώντας παραδείγματα από τους άλλους τρεις ομότεχνούς του.
    Αρχίζοντας από τον Παλαμά. Η ποιητικά σημαντικότερη διαλεκτική του σύνθεση είναι, βέβαια, Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (1899-1906). Διαβάζοντας, λοιπόν, το κείμενο αυτό μαζί με τους φοιτητές μου, βεβαιώθηκα πόσο πιο θετικοί, ποιητικά, είναι οι λεγόμενοι «αρνητικοί» Λόγοι, σε σύγκριση με τους «ανοικοδομητικούς». Γιατί άραγε; Για να το πω συνοπτικά: νομίζω, γιατί ο Παλαμάς ένιωθε πολύ οξύτερα ― ύστερα μάλιστα από την εθνική ντροπή του 1897 και πριν από την εμφάνιση του Βενιζέλου — τι δεν ήθελε και τι τον πλήγωνε, παρά εκείνο που αόριστα επιθυμούσε ή που ενόμιζε πως όφειλε να θέλει. Και με αυτήν την ευκαιρία, έλεγα στα παιδιά:

    Μην υποκύπτετε στον ψυχολογικόν εκβιασμό, όταν σας λένε πως η αρνητική στάση είναι πάντα στείρα, και πως για να αρνηθείς κάτι πρέπει να έχεις άλλο να προτείνεις στη θέση του. Ο νέος άνθρωπος είναι φυσικό να μην ξέρει ακριβώς τι θέλει, αλλά εξίσου φυσικό είναι να νιώθει εντονότερα τα στραβά που τον περιτριγυρίζουν. Αν η άρνησή σας αφορά κάτι που είναι ή κατάντησε αρνητικό, έχετε κάνει μια πράξη θετική και δυνάμει γόνιμη. Λέγοντας: Δεν θέλω τούτο το στραβό, είναι σαν να λέτε: Θέλω το σωστό. Ποιο είναι το σωστό, πιθανόν να μην το ξέρετε ή και να μην υπάρχει ακόμη — και πάντως, πολύ πριν να το ζητήσουμε από σας, έχετε το δικαίωμα να το ζητήσετε από μας. Ωστόσο, ήδη το Όχι σας απέναντι στο υπαρκτό στραβό είναι η προϋπόθεση για να βρεθεί το σωστό. Και από αυτή την άποψη, ο Γύφτος του Παλαμά μού φαίνεται σαν πρόδρομος των χίππηδων…

    Καιρός να προχωρήσουμε στον Έλιοτ. Στο Φονικό στην Εκκλησιά (1935), αυτό το υψηλό πολιτικό και αγγλοκαθολικό δράμα, ο αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ, για να μην αφήσει πια ορφανό το ποίμνιό του στην βίαιη κοσμικήν εξουσία του βασιλιά και των φεουδαρχών, επιστρέφει στην Αγγλία ύστερα από εφτά χρόνια εξορίας, αποφασισμένος να αντιμετωπίσει ακόμα και μαρτυρικό θάνατο. Στην ψυχική του προετοιμασία, έχει να δοκιμαστεί από τρεις κοσμικούς Πειρασμούς: της ανέμελης αισθησιακής ζωής• της εξουσίας που συνεπάγεται υποταγή της Εκκλησίας στον βασιλιά• ή της εξουσίας με προϋπόθεση να συμμαχήσει με τους φεουδάρχες για να προδώσουν μαζί τον βασιλιά.
    Απροσδόκητα, εμφανίζεται και ένας τέταρτος Πειρασμός. Είναι ο άλλος εαυτός του Θωμά, και τον παρακινεί να επιδιώξει με κάθε τρόπο το πιθανό μαρτύριο, δηλ. την εξασφάλιση όχι τόσο της μεταθανάτιας κοσμικής δόξας όσο του επουράνιου μεγαλείου. Εκείνο που βοηθάει τον Θωμά να νικήσει και τούτον τον Πειρασμό, είναι η φωνή λαού των απλών γυναικών της Καντερβουρίας: «Κατάστρεψε τον εαυτό σου και χαθήκαμε!». Τότε η φωνή του Θωμά αντηχεί γεμάτη διαλεκτική και χριστιανική σοφία:

    Ο τελευταίος πειρασμός είναι η πιο μεγάλη προδοσία:
    να κάνεις το σωστό για τη στραβήν αιτία…

    Τούτα τα λόγια μάς οδηγούν, διαλεκτικά πάντα, σε μιαν από τις κορυφώσεις ενός άλλου δράματος, μείζονος, πολιτικού και ανθρώπινου: στον Βίο του Γαλιλαίου (1938-39) του Μπρεχτ. Έχοντας απαρνηθεί (για να σώσει την ζωή του και για να ολοκληρώσει το έργο του), μπροστά στην Ιερά Εξέταση, αυτό που είναι βέβαιος πως αποτελεί τον θεμελιακό φυσικό νόμο του Σύμπαντος, ο Γαλιλαίος ακούει την πικρή κραυγή του αγαπημένου μαθητή του:

    Αλίμονο στον τόπο που δεν έχει ήρωες!

    Και του αποκρίνεται:

    Όχι. Aλίμονο στον τόπο που έχει ανάγκη από ήρωες…

    Πόσο σχετική είναι η δήθεν απόλυτη αξία του «μεγάλου Ναι» όταν το κοιτάξουμε στην προοπτική των εκάστοτε συμφραζομένων του και γυμνωμένο από τα κούφια κεφαλαία του — «τες οικογενειακές του παραδόσεις, το χρέος προς την πατρίδα, κι άλλα ηχηρά παρόμοια» — θαρρώ πως φαίνεται ακόμη πιο καθαρά σε ένα άλλο μπρεχτικό παράδειγμα:
    Στα 1930, ο Μπρεχτ είχε γράψει μια σχολικήν όπερα (με μουσική του Κουρτ Βάιλ) που είχε τίτλο: Αυτός που λέει ναι. Το λιμπρέτο βασιζόταν σε κάποιο φεουδαρχικό γιαπωνέζικο δράμα. Πρωταγωνιστής είναι ένα παιδί που σε μια σχολικήν εκδρομή αρρωσταίνει και βάζει σε κίνδυνο τους συμμαθητές του. Σύμφωνα με μιαν «αρχαία μεγάλη συνήθεια», ο άρρωστος δέχεται να τον ρίξουν στον γκρεμό, για να γλιτώσουν οι άλλοι.
    Τα παιδιά που έπαιξαν και είδαν την όπερα διαμαρτυρήθηκαν, λέγοντας στον Μπρεχτ πως το δίλημμα ήταν πλαστό. Ταυτόχρονα, το έργο προκάλεσε ενθουσιασμό σε αντιδραστικούς κύκλους του Βερολίνου, οι οποίοι το θεώρησαν υπόδειγμα τάχα χριστιανικής, είτε βουδιστικής αρετής ή μάλλον ενσάρκωση του πρωσικού ιδανικού υπακοής, πειθαρχίας και αυτοθυσίας.
    Παρευθύς ο Μπρεχτ έκατσε και ξανάγραψε το λιμπρέτο της όπερας, σύμφωνα με πιο ρεαλιστικά και σύγχρονα δεδομένα, και την τιτλοφόρησε: Αυτός που λέει όχι! Τελειώνω, μεταφράζοντας περικοπές από την απόκριση του παιδιού προς εκείνους που τον πιέζουν να πει «ναι» στην απάνθρωπη και παράλογη «αρχαία μεγάλη συνήθεια», επικαλούμενοι την καταφατική απάντηση που τους είχε δώσει όταν, πριν ξεκινήσουν, τον είχαν ρωτήσει αν συμφωνεί με όλους τους όρους συμμετοχής στην εκδρομή:

    Η απάντηση που έδωσα ήταν ψεύτικη, μα η ερώτησή σας ήταν πιο ψεύτικη. Όποιος λέει Α, δεν είναι υποχρεωμένος να πει Β. Μπορεί και να διαπιστώσει πως το Α ήταν ψεύτικο… Και όσον αφορά την αρχαία μεγάλη συνήθεια, δεν βλέπω δα να έχει καμιά λογική βάση. Μάλλον χρειάζομαι μια νέα μεγάλη συνήθεια, που να την εφαρμόσουμε αμέσως τώρα — εννοώ: την συνήθεια, σε κάθε κατάσταση, να ξανασκεφτόμαστε με νέο τρόπο.»

    Τι να πω και τι να συμπληρώσω στα παραπάνω εγώ ο ελάχιστος ( Δ.Σ / γράφων );

    Το μόνο που θα κάνω είναι μία υποκειμενική κατάθεση ψυχής, μετά το σκίρτημα που ένιωσα ξαναδιαβάζοντας τα παραπάνω επ’ αφορμή της Κυβερνητικής εξαγγελίας Δημοψηφίσματος:

    Λέω ΝΑΙ στο δημοψήφισμα, γιατί είναι το γνησιότερο μέσο έκφρασης της άμεσης δημοκρατίας , το οποίο ως Πολίτης ζητούσα επί χρόνια και ποτέ δεν μου εδόθη, μιας και τα κόμματα και οι κυβερνώντες, με θεωρούσαν «ανώριμο πιθηκάνθρωπο» να κρίνω για τα μεγάλα εθνικά ή οικονομικά θέματα των περασμένων δεκαετιών, αλλά ώριμο και σοφό λαό όταν ψήφιζα τα κόμματά τους !!!
    Λέω ΝΑΙ και στο άκαιρο ( κατόπιν εορτής ) εξαγγελθέν Δημοψήφισμα γιατί θα είναι το πρώτο ( και ελπίζω όχι το μοναδικό ) της γενιάς μου ( γενν. 1964 ), προκειμένου να τους πω το μεγάλο ΟΧΙ !!!!
    Και τι θα κερδίσω με αυτό ;
    1) Την εμπειρία και τη δημιουργία «νομολογίας» να ζητάω σαν πολίτης συχνότερα Δημοψηφίσματα.
    2) Να αποδείξω πως αφενός επρόκειτο για ένα κυβερνητικό τρικ, αποφυγής των πιθανολογούμενων ευθυνών και μεταθέσεώς τους στον λαό, την ανικανότητα όλων των κομμάτων να διαχειριστούν την άμεση ψήφο του λαού, χωρίς κομματικές παρωπίδες , καθώς και να μάθουν να μας δέχονται σαν ενιαίο σύνολο και όχι με κομματικές ταυτότητες και πελατειακές ψήφους. Κάτι για το οποίο είναι απροετοίμαστοι και γι’ αυτό δεν θέλουν να γίνει μιας και διαιρημένοι είμαστε ευκολομεταχείριστοι , ενώ ενωμένοι …. !!!
    3) Γιατί το ΟΧΙ μου, τελικά θα είναι ένα γονιμοποιό ΝΑΙ στη δρομολόγηση νέων άγνωστων προς το παρόν καταστάσεων , που όπως λένε και όλοι οι ποιητές και φιλόσοφοί μας: « μην υποκύπτετε στον ψυχολογικόν εκβιασμό, όταν σας λένε πως η αρνητική στάση είναι πάντα στείρα, και πως για να αρνηθείς κάτι πρέπει να έχεις άλλο να προτείνεις στη θέση του. Ο νέος άνθρωπος ( παραφράζω και οι αεί παίδες έλληνες ) είναι φυσικό να μην ξέρει ακριβώς τι θέλει, αλλά εξίσου φυσικό είναι να νιώθει εντονότερα τα στραβά που τον περιτριγυρίζουν. Αν η άρνησή σας αφορά κάτι που είναι ή κατάντησε αρνητικό, έχετε κάνει μια πράξη θετική και δυνάμει γόνιμη. Λέγοντας: Δεν θέλω τούτο το στραβό, είναι σαν να λέτε: Θέλω το σωστό. Ποιο είναι το σωστό, πιθανόν να μην το ξέρετε ή και να μην υπάρχει ακόμη — και πάντως, πολύ πριν να το ζητήσουμε από σας, έχετε το δικαίωμα να το ζητήσετε από μας. Ωστόσο, ήδη το Όχι σας απέναντι στο υπαρκτό στραβό είναι η προϋπόθεση για να βρεθεί το σωστό»
    4) Γιατί η Κύπρος μετά το δικό της μεγάλο Όχι στο σχέδιο Ανάν δεν ζημιώθηκε, τουναντίον η «διεθνής κοινότητα» ξαφνικά βρήκε τρόπο να την αναβαθμίσει , ως σαν άλλος μάγος που έβγαλε το «κουνέλι από το καπέλο». Έτσι ελπίζω ( δεν ξέρω ) να συμβεί και με την Ελλάδα.
    Ίσως με το μεγάλο μας ΟΧΙ να έχουμε πει το μεγάλο ΝΑΙ στη δρομολόγηση κάτι νέου και ως δια μαγείας να αναβαθμιστούμε εκτός από πανεπιστημιακό παράδοξο case study , σε χώρα ευδαιμονίας. Αλλά γι’ αυτά θέλει «αρετή και τόλμη» και να μην φοβάσαι να φοβηθείς .
    Πειραιάς 02.11.2011

    Δημ. Σταθακόπουλος

    * Σημ. ( 09.01.2012 ): Ουσιαστικά είναι μονόδρομος η πτώση μας ( θα έχει πόνο ), προκειμένου να έρθει η άνοδος ( ανάσταση ) , όπως λέει και ο Χ.Γ

  2. H επερχόμενη καταστροφή μοιάζει η μόνη ρεαλιστική μας ελπίδα.

    Έτσι ακριβώς και για πολλούς λόγους.
    – Δεν μπορούμε να αντέξουμε το δυσβάσταχτο φορτίο παραμένοντας όρθιοι. Είναι απολύτως αδύνατο.
    – Δεν υπάρχουν τα ποιοτικά στοιχεία για ομαλή αλλαγή πλεύσης, αυτή η κρίσιμη μάζα πληθυσμού δηλαδή που γνωρίζει που και πως να οδηγήσει το καράβι.
    – Ακόμα και αν το επιχειρήσει δεν θα μπορέσει να το πάει με ησυχία και συμφωνία. Κάθε στιγμή θα στασιάζουν κάποιοι για το μακρύ τους και το κοντό τους.
    – Και οι καπετάνιοι που το έριξαν στην ξέρα δεν θα δεχθούν ποτέ ότι καλύτεροι ναυτικοί μπορεί να είναι οι μούτσοι! Θα φερθούν δικαιωματικώς σαν αξιωματικοί γαλέρων της Αλβιώνος, ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία όποιου αμφισβητεί την αυθεντία τους.

    Άρα μια ολική καταστροφή μας σώζει!
    – Θα επιταχύνει τις εξελίξεις τερματίζοντας ένα αργό βασανιστήριο καθόδου.
    – Θα συντρίψει όσους είναι υπεύθυνοι για αυτήν την εξέλιξη. Και όσοι από την μάζα συνέβαλαν με ανοχή, συνενοχή ή διαπλοκή θα υποχρεώθούν να κρύψουν τα μούτρα τους. Όχι να έχουν και γνώμη! Μόνον έτσι θα καθαρίσουμε απ’ όλους, απ’όλη την κόπρο του Αυγείου.
    – Θα ζημιώσουμε όλοι! Αλλά πιό πολύ αυτοί που έχουν. Και όσο πιό πολλά έχουν τόσο η απόκτησή τους παραπέμπει σε γνωστές συστημικές διαδικασίες. Ορθό είναι λοιπόν να πληρώσει ο καθένας την κρίση στο ποσοστό που ωφελήθηκε από το φαύλο σύστημα μέχρι τώρα. Όποιος δεν έχει τίποτα, δεν θα χάσει τίποτα. Αλλά δεν θα του ζητάνε και από πάνω. Κάθε μία νέα δεκάρα θα μπορεί να την βάζει ίσως στην τσέπη του πλέον. Το νόμισμα να απεικονίζει συμβολικά ότι και κείνο το παλιό, το πρώτο. Τον Φοίνικα!
    – Εκ των πραγμάτων θα υποχρεωθούμε σε ριζική αλλαγή σκηνικού. Νέοι άνθρωποι θα έρθουν πλέον στο προσκήνιο, νέες ιδέες και μέθοδοι θα δοκιμαστούν. Θα ξαναεγκατασταθεί ελπίδα, προσδοκία και σιγά-σιγά ενθουσιασμός στη θέση της σημερινής απελπισίας και ηττοπάθειας.

    Δύσκολο να το δηλώνω ευθέως όταν όλοι δοκιμάζονται, ανησυχούν και πολλοί υποφέρουν ήδη, αλλά πλέον είμαι οπαδός του απόλυτου μπάχαλου, της ολικής καταστροφής! Διότι όπως είναι πλέον τα πράγματα, μόνον μετά από αυτήν μπορεί να υπάρξει ανοδική πορεία. Όλα τα άλλα είναι ματαιότητες για να μην πω κοροϊδία!
    Η παράγκα μας δεν γίνεται σπίτι! Και πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι χρειάζεται ολική κατεδάφιση. Με εκ θεμελίων νέο, σωστό σπίτι η ζωή μας αλλάζει!

  3. Συγχαρητήρια στον αξιόλογο σκεπτόμενο επιφυλλιδογράφο και στους φίλτατους σχολιαστές. Πράγματι, είναι χίλιες φορές προτιμότερο για οιονδήποτε αξιοπρεπή άνθρωπο να υπηρετεί ως μούτσος σε αυτόνομο αλιευτικό, παρά ως καπετάνιος ή τουρίστας σε ρυμουλκούμενο κουφάρι κρουαζιερόπλοιου. Στην παρούσα φάση, στο χέρι όσων διαβλέπουν το επερχόμενο ναυάγιο είναι να λάβουμε τα κατάλληλα μέτρα ώστε να μην παρασυρθούμε στον βυθό από την αναπόφευκτη δίνη. Διαταγή εγκατάλειψης δεν αναμένεται να δοθεί διότι η γέφυρα και το πλήρωμα έχουν προ πολλού παρατήσει το καθήκον τους, αφού έχουν πλήρως διασφαλίσει το αντικείμενο του αποκλειστικού τους ενδιαφέροντος : τα συμφέροντα τα προσωπικά τους και εκείνα των εντολέων τους. Χωρίς να γίνομαι κουραστικός ας επαναλάβω ότι ο καθένας στον χώρο του πρέπει να διασφαλίσει την ύπαρξη των κατάλληλων ψυχικών και πνευματικών εφοδίων για όσους επιθυμούν την συνέχιση του ελληνισμού, ώστε να αντέξουν το σοκ του ναυαγίου και της πρόσκαιρης εγκατάλειψης. Οι υπόλοιποι μπορούν να συνεχίσουν την διαρκή γιορτή στο σαλόνι μέχρι την τελευταία στιγμή. Σ’ αυτές τις ώρες δεν χωρούν δημοκρατικές διαδικασίες, προέχουν οι προσωπικές επιλογές. Εκείνο που δίστασε να αναφέρει ο αρθρογράφος, και δεν πρέπει να λησμονούμε στο εξής, είναι πως η κρίσιμη μάζα του πληθυσμού ενίοτε ήταν η πλειοψηφία του. Το νέο καράβι δεν χρειάζεται να είναι μεγάλο, αλλά δεν μπορεί να κατασκευασθεί από υλικά ναυαγίου, ούτε το νέο σπίτι από υλικά κατεδαφίσεων. Απαιτούνται επειγόντως νέα ανθεκτικά υλικά και εντελώς διαφορετικός σχεδιασμός, με βασικό κριτήριο την αυτάρκη αντοχή αντί της δανεικής πολυτέλειας.

  4. Ἐὰν ἡ πρόταση «[η] επερχόμενη καταστροφή μοιάζει η μόνη ρεαλιστική μας ελπίδα» δὲν εἶναι μηδενισμός, τότε ἡ ἔννοια μηδενισμὸς εἶναι ἐντελῶς κενὴ περιεχομένου. Διερωτῶμαι μάλιστα πῶς κανένας σχολιαστὴς δὲν παρετήρησε τὴν κραυγαλέα αὐτὴ ἀντίφαση τῆς ἀρχικῆς ἀναρτήσεως, ἐνῶ, ἀντιθέτως, τὴν ἐπεδοκίμασαν καὶ τὴν συμπλήρωσαν ! Ὁ ἐπιφυλλιδογράφος ἐμφανίζεται νὰ κηρύσσει τὴν μηδενισμὸ τὸν ὁποῖο καταγγέλλει ! Διανοητικὴ χρεωκοπία …

  5. Ο Μωάμεθ ο Πορθητής έξω απ’τα τείχη και κάποιοι “βυζαντινολογούσαν” για το φύλο των αγγέλων…
    Για να αποφύγουν την διανοητικὴ χρεωκοπία …

  6. Το 626 μΧ οταν η Κωνσταντινουπολη πολιορκηθηκε απο τους Αβαρους οι κατοικοι αντιμετωπησαν την επικειμενη πτωση της Πολης πνευματικα, επικαλουμενοι την βοηθεια της Παναγιας. Το θαυμα εγινε, οι Αβαροι αποδεκατισθηκαν και ο πατριαρχης Σεργιος συνεθεσε τον Ακαθιστο Υμνο εις ευχαριστιαν. Εκτοτε οι Χαιρετισμοι της Θεοτοκου ψαλλονται αδιαληπτα απο ολους τους Ορθοδοξους.

    Οταν οι Οθωμανοι πλησιαζαν να πολιορκησουν την Πολη, ο Ιωαννης Παλαιολογος και ο πατριαρχης Ιωσηφ αντιμετωπησαν τον επερχομενο κινδυνο διανοητικα και στηριξαν την ελπιδα τους στην βοηθεια του Παπα Ευγενιου και της Δυσης. Ο Θεος σεβομενος το αυτεξουσιο μας, δεν απεσοβησε την πτωση.

    Ας ελπισουμε οτι στην σημερινη τραγικη περιοδο της Ελλαδας δεν θα παραμεινουμε πνευματικα χρεωκοπημενοι αλλα θα βρουμε δρομο ματανοιας και οι προσωπικες και συλλογικες εκλογες μας θα ειναι αναλογες.

  7. Αχ! κύριε Ελότανε!
    Αν είναι θέλημα θεού να καταστραφούμε, να μας το πεί να μην παιδευόμαστε τζάμπα! Έχει τόσους αντιπροσώπους του επί της γής, κάποιοι ισχυρίζονται ότι επικοινωνούν και κατ’ευθείαν μαζί του!
    Ή πόσες μετάνοιες και πόσες γονυκλισίες πρέπει να κάνουμε τέλος πάντων για να συμβεί το θαύμα!

  8. Οἱ Μωαμεθανοὶ ὁμόλογοι τοῦ Ελοτανου (sic) ὑποστηρίζουν ὅτι ἀπὸ Θεοῦ προῆλθε ἡ διαμάχη Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αύτοκρατορίας καὶ Περσῶν, ὥστε νὰ ἐξαντληθοῦν καὶ οἱ δύο αὐτοκρατορίες καὶ νὰ μπορέσει νὰ προοδεύσει ὁ Μωαμεθανισμός … Ἀλλὰ καὶ ὁ Πατριάρχης Σέργιος, ὁ ὁποῖος εἶχε γυμνώσει ἐκκλησίες καὶ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα γιὰ νὰ ἐνισχύσει τὸ κράτος σὲ περίοδο ἐκτάκτου ἀνάγκης, θά φαινόταν ἀνάλγητος καὶ κατεδαφιστὴς τοῦ κοινωνικοῦ κράτους στοὺς σημερινοὺς κατ’ ἐπάγγελμα κοινωνικῶς εὐαισθήτους. Ἀφῆστε ποὺ καὶ δογματικῶς ἦταν πολὺ αἱρετικώτερος τῶν Ἑνωτικῶν τῆς Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας. Διότι ἐκεῖνοι κατόρθωσαν νὰ ἐξαναγκάσουν τοὺς Δυτικοὺς νὰ ὀμολογήσουν ὅτι μία εἶναι ἡ προέλευσις καὶ ἐκπόρευσις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνῶ ὁ Πατριάρχης Σέργιος εἰσήγαγε τὴν αἵρεση τοῦ μονοθελητισμοῦ καὶ τοῦ μονενεργητισμοῦ. Καὶ ὅμως, ἡ δική του προσευχὴ εἰσακούσθηκε, ἐνῶ τῶν ἄλλων ὄχι ! Βέβαια, ἡ χαλαρὴ ἀσφάλεια στὶς ἐπικοινωνίες τῶν ἐπιδρομέων Ἀβάρων καὶ Περσῶν ἐπέτρεψε στοὺς πολιορκημένους νὰ ὑποκλέψουν τὸ σύνθημα τῆς ἐπιθέσεως, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν φαίνεται νὰ ἦταν ὑπερφυσικὴ παρέμβασις.
    Αὐτὰ παθαίνει ὅποιος ἐπιμένει νὰ παραιτεῖται ἀπὸ τὴν κάπως κουραστικὴ λογικὴ σκέψη, ἡ ὁποία εἶναι δώρον τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ στηρίζει ἀκόπως ἐνδομύχους καὶ ἀνομολογήτους ἰδιωτικοὺς πόθους του οἱ ὁποῖοι οὔτε ἰδιαιτέρως Χριστιανικοὶ εἶναι οὔτε ἔχουν καμμία σχέση μὲ τὴν πραγματικότητα.

  9. Κύριε Γεώργιε Ἰάκ. Γ.,

    Αὐτὰ τὰ περὶ “ἀνατολικῆς΄΄ ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας θὰ πρέπει νὰ τὰ ἀναθεωρήσουμε, διότι εἶναι γερμανικῆς ἐμπνεύσεως (oströmischen Reiches). Οἱ Ἄγγλοι ἀποκαλοῦσαν τὴν Αὐτοκρατορία “Late Roman Empire΄΄, καὶ φυσικὰ βρίσκονταν πιὸ κοντὰ στὴν ἀλήθεια. Ἡ κ. Ἀρβελὲρ ἀναφέρει ὅτι τὸ “Bυζαντινὴ΄΄ αὐτοκρατορία ἐπικράτησε στὰ γαλλόφωνα πανεπιστήμια (καὶ πανεπιστημιακὰ-ἐρευνητικὰ συγγράμματα). Οἱ δὲ Γερμανοὶ καὶ Ἄγγλοι σταμάτησαν νὰ ἀναφέρονται στὴν ῥωμαϊκότητα τοῦ “Βυζαντίου΄΄ μετὰ τὴν ἴδρυση τῆς “Ἔδρας Βυζαντινῶν Σπουδῶν΄΄, στὸ πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν.

    Τὰ συμπεράσματα δικά σας!

    Υ.Γ.
    Ὑπήρχε ἕνα καὶ μοναδικὸ ῥωμαϊκὸ Κράτος, ἀπὸ τὸν Καισαραύγουστο μέχρι τὸν Κωνσταντίνο Παλαιολόγο:

    “…πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ἐπολιόρκουν ἀτακτοῦσαν καὶ ἀντιλέγουσαν, ὡς ὁ Καῖσαρ Ἰούλιος, ὡς ὁ θαυμαστὸς Αὔγουστος, ὡς ὁ Τραϊανὸς ἐκεῖνος ὁ περιβόητος,
    ὡς ὁ μέγας ἐν βασιλεῦσι Κωνσταντῖνος καὶ Θεοδόσιος καὶ οἱ μετ’ ἐκείνους τὸν χριστιανισμὸν καὶ τὴν θεοσέβειαν ἀσπασάμενοι. Οὐκ ἦν γὰρ εἰκός, βασιλέως ἐπὶ στρατοπέδου παρόντος, στρατηγὸν διατάττεσθαι• ὑφ’ ἡγεμόνας γὰρ καὶ ταξιάρχας ἐτέλουν καὶ ὅλα τὰ τῶν πολέμων πράγματα ἐπὶ τῇ τοῦ βασιλέως βουλῇ ἀπεκρέ-
    μαντο• καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἕνα καὶ μόνον τὸν βασιλέα ἑώρα. Ὅτε δὲ τοῦ στρατεύειν οἱ βασιλεῖς ἀπεπαύσαντο, τότε καὶ στρατηγοὺς καὶ θέματα διω-
    ρίσαντο.΄΄

    “Νυνὶ δὲ στενωθείσης κατά τε ἀνατολὰς καὶ δυσμὰς τῆς Ῥωμαϊκῆς βασιλείας καὶ ἀκρωτηριασθείσης ἀπὸ τῆς ἀρχῆς Ἡρακλείου τοῦ Λίβυος,οἱ ἀπ’ ἐκείνου κρατήσαντες οὐκ ἔχοντες ὅποι καὶ ὅπως καταχρήσονται τῇ αὑτῶν ἐξουσίᾳ, εἰς μικρά τινα μέρη κατέτεμον τὴν ἑαυτῶν ἀρχὴν καὶ τὰ τῶν στρατιωτῶν τάγματα, μάλιστα ἑλληνίζοντες καὶ τὴν πάτριον καὶ ῥωμαϊκὴν γλῶτταν ἀποβαλόντες.΄΄

    A. Pertusi, Costantino Porfirogenito. De thematibus [Studi e Testi 160. Vatican City: Biblioteca Apostolica Vaticana, 1952]: 59-100.

  10. Δὲν μπορῶ νὰ ἀπαντήσω σὲ σχόλιο τὸ ὁποῖον εἶναι ἑκτὸς θέματος κύριε Παπαδόπουλε. Σὲ ἄλλη συζήτηση εὐχαρίστως νὰ τὸ θέσετε καὶ νὰ τὸ δοῦμε τότε.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *