Γράφοντας γιὰ τὸν Βασίλειο Μαρκεζίνη

Βασίλειος Μαρκεζίνης:

«Γράφοντας γιὰ τὸν ἑαυτό μου – σταθμοὶ μιᾶς περιπατητικῆς ζωῆς»,

Ἀθήνα: ἐκδοτικὸς ὀργανισμὸς Λιβάνη 2011, σελ.495.

«Γράφοντας γιὰ τὸν ἑαυτό μου», τιτλοφορεῖ τὸ αὐτοβιογραφικό του πόνημα ὁ ἀκαδημαϊκὸς Βασίλειος Μαρκεζίνης, ἐπεξηγώντας ἐξ ἀρχῆς τὸ «δάνειο» τοῦ τίτλου ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Τσάτσο μὰ καὶ τὸ δίσημον αὐτοῦ: ὄχι μόνον «περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου», ἀλλὰ ἀκριβῶς καὶ «γιὰ» τὸν ἴδιο, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ κατανοήσει τὴν ζωή του καὶ τὶς ἐπιλογές του, ἐν εἴδει αὐτοανάλυσης.

Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἂς λεχθεῖ πὼς τὸ βιβλίο παρουσιάζει ἐνδιαφέρον γιὰ ποικίλα εἴδη ἀναγνωστῶν, ὅπως θὰ φανεῖ στὴν συνέχεια: τὸν πολιτικοποιημένο, τὸν ἐραστὴ τῆς πρόσφατης πολιτικῆς ἱστορίας, τὸν φιλόδοξο φοιτητή, τὸν ἐν γένει φιλότεχνο. Διότι παράλληλα μὲ τὴν προσωπικὴ πορεία τοῦ συγγραφέα στὴν ζωὴ θίγονται πάμπολλα ζητήματα.

Οἱ σελίδες του προσφέρουν μιὰ περιήγηση σὲ ὁλόκληρη τὴν μεταπολεμικὴ πολιτικὴ ἱστορία τοῦ τόπου μέχρι σήμερα «ἀπό μέσα», καὶ φυσικὰ κυρίως σὲ σχέση μὲ τὸν πατέρα του συγγραφέα, Σπύρο Μαρκεζίνη. Γιὰ νὰ δελεάσω τὸν ἀναγνώστη, ἂς παραθέσω τὴν ἀκόλουθη ἱστορία ἀπὸ τὴν σελίδα 65 τοῦ βιβλίου: τὴν Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 1973, τὴν βραδιὰ τοῦ Πολυτεχνείου, ὁ Β.Μ. δείπνησε μετὰ συζύγων μὲ τὸν Στέφανο Μάνο, ὁ ὁποῖος «μὴν προβλέποντας τὴν κατάρρευση τῆς κυβέρνησης, οὔτε κἂν σὲ ἐκείνη τὴ δύσκολη στιγμή, ὁ Στέφανος […] ἤθελε νὰ τὸν διορίσει ὁ πατέρας μου εἴτε ὑφυπουργὸ Οἰκονομικῶν εἴτε, τοὐλάχιστον, διοικητὴ τῆς ΕΤΕΒΑ».[1] Ἔχουμε ἐπίσης τὴν σπάνια εὐκαιρία νὰ ρίξουμε μιὰ «ματιὰ» στὴν ζωὴ τῆς ἀνώτερης ἀστικῆς τάξης τῆς χώρας, ἡ ὁποία δὲν περιγράφεται μὲ τὰ ζωηρότερα χρώματα: ὁ Β.Μ. ἐξαντλεῖ τὴν περιγραφή της ὡς «οἱ ἴδιοι καὶ οἱ ἴδιοι 400 ἄνθρωποι ποὺ περιφέρονται στὶς ἐκδηλώσεις καὶ συζητοῦν γιὰ κοινοτοπίες», ἀναφέροντας ἐν παρόδῳ καὶ τὴν ξενομανία της. Κάποιες παρατηρήσεις τοῦ Β.Μ. ἀναφερόμενες σὲ ἄλλες δεκαετίες μοιάζει νὰ γράφτηκαν γιὰ τὸ σήμερα, ὅπως ἡ παρακάτω γιὰ τὶς δεκαετίες τοῦ ’40 καὶ τοῦ ’50: «Ἡ φτώχεια ἐπιδεινωνόταν ἀπίστευτα ἀπὸ τὸ κομματικὸ κράτος, τὸ ὁποῖο ἀπροκάλυπτα ἀγνοοῦσε -ἂν δὲν ταλαιπωροῦσε σκόπιμα- μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ» (σ.57). Ἢ ἡ ἤδη διάσημη κουβέντα τοῦ Γεωργίου Παπανδρέου στὸν μικρὸ Β.Μ., στὴν σελίδα 67: «Βασίλη, νὰ θυμᾶσαι πάντα ὅτι ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα ὑπάρχει ἕνα αὐτοφυὲς φυτὸ ποὺ λέγεται φθόνος. Μιὰ καί, λοιπόν, ἀκούω ὅτι εἶσαι καλὸς μαθητής, καὶ βλέπω πὼς ἔχεις καὶ προσωπικὲς γνῶμες ἀνεξάρτητες τοῦ πατέρα σου, κοῖτα νὰ πᾶς νὰ σταδιοδρομήσεις στὸ ἐξωτερικὸ προτοῦ σὲ φᾶνε ἐδῶ!»

Μὲ τὴν εὐκαιρία τοῦ «θὰ σὲ φᾶνε ἐδῶ»: ὁ φοιτητὴς μὲ «τάσεις φυγῆς» ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἢ ὁ νέος ἐρευνητὴς θὰ βρεῖ συναρπαστικὴ τὴν σὲ μάκρος περιγραφὴ τῆς εἰδυλλιακῆς ἀκαδημαϊκῆς ζωῆς στὴν Ὀξφόρδη καὶ στὸ Κέημπριτζ, ὅπου ὁ Β.Μ. σπούδασε καὶ ἔπειτα δίδαξε γιὰ 25 χρόνια. Μάλιστα, στὶς σελίδες 132-133 ὁ Β.Μ. περιγράφει σὲ μάκρος τὸν ἔρωτα καὶ τὸ δέος του γιὰ τὶς βιβλιοθῆκες αὐτῶν τῶν πανεπιστημίων, καθὼς καὶ… τῆς σκόνης τους, ἡ ὁποία ἀποκτᾶ κι αὐτὴ μιὰν ἱερότητα στὶς ἀτέλειωτες ὧρες τῆς μελέτης. Μαθαίνουμε παράλληλα τὸ πῶς οἱ Ἄγγλοι βλέπουν τὴν Ἑλλάδα, εἴτε ὡς ἁπλοὶ πολίτες εἴτε ὡς λόγιοι ἢ καλλιτέχνες[2].

Ὁ συγγραφέας ἀφιερώνει ἕνα κεφάλαιο στὴν παρακμὴ τῆς Ἀμερικῆς, τὴν ὁποία γνωρίζει μετὰ λόγου γνώσεως καὶ πολυετοῦς πείρας: σ. 281, «Ἡ Ἀμερική, ἐντούτοις, ἂν καὶ δὲν εἶναι νεκρή, ἢ οὔτε κἂν ἑτοιμοθάνατη, παρουσιάζει ὅλα τὰ συμπτώματα τῶν πολλαπλῶν οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν ἀσθενειῶν πού, ὅπως μᾶς δείχνει ἡ ἱστορία, ὑποδηλώνουν τὰ τελευταῖα στάδια μιᾶς παρακμιακῆς πορείας». Καὶ κάνει ἰδιαίτερη μνεία στὴν πανώλη τῆς «πολιτικῆς ὀρθότητας» (political correctness), σ. 310: «Ἐνίοτε ὡστόσο τὸ κακὸ παίρνει νέες μορφὲς καὶ ἀπαιτεῖται χρόνος γιὰ νὰ ἀποτιμήσει κανεὶς τὶς ἐπιπτώσεις του στὴν κοινωνία. Ἡ πολιτικὴ ὀρθότητα ἀποτελεῖ μιὰ τέτοια, πρόσφατη μάστιγα, ἕνα ἰδιαίτερο εἶδος ‘κακοῦ’».

Ὁ συγγραφέας δὲν φείδεται παρατηρήσεων γιὰ τὰ ἑλληνικὰ πολιτικὰ πράγματα, συνεχίζοντας τὸν τρόπο τῶν προηγούμενων βιβλίων του: σ. 288, «Ὄντως, τὸ πρόβλημα τῆς Ἑλλάδας δὲν εἶναι, κυρίως, οἰκονομικό, ἀλλὰ πολιτικό. Ὁ Ρέηγκαν, ὁ Ποῦτιν ἦταν ἡγέτες• ἡ πατρίδα μου ὅμως φαίνεται νὰ μὴ γνωρίζει πιὰ τὴ σημασία τῆς λέξης «ἡγέτης», ἡ ὁποία ΔΕΝ ταυτίζεται μὲ τὴ λέξη ἀρχηγὸς ἢ πρωθυπουργός». Ὑπενθυμίζει συνεχῶς τὶς ἐνδεχόμενες ποινικὲς εὐθύνες ὅσων μᾶς ὁδήγησαν ἕως ἐδῶ, καὶ ὑπόσχεται ὅτι θὰ κάνει ὅ,τι μπορεῖ ὤστε νὰ ἐξετασθοῦν αὐτές. Ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν γεωπολιτικὴ καὶ τὴν Ἑλλάδα προκύπτει ἡ ἀνάγκη ἀνάλυσης τῆς τουρκικῆς πραγματικότητας, καὶ εἰδικὰ τοῦ φαινομένου Ἐρντογὰν-Νταβούτογλου-Γκιουλέν. Ἂς σημειωθεῖ ἐδῶ πὼς οἱ χαμηλὲς ἀπαιτήσεις τοῦ δημόσιου λόγου στὴν Ἑλλάδα ὁδηγοῦν στὴν ἔκλειψη τῆς διάκρισης ἀνάμεσα, ἐπὶ παραδείγματι, στὴν ἀναγνώριση τῆς ἀξίας ἑνὸς ἐναντίου καὶ στὴν συμπαράταξη μαζί του. Ἔτσι, ἄλλοτε ἀδόλως καὶ ἄλλοτε -ἂς τὸ θέσω κομψὰ- λιγώτερο ἀδόλως, ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀξίας τοῦ ἐναντίου –προϋπόθεση σωστῆς κρίσης- ταυτίζεται ἀπὸ καλοθελητὲς μὲ τὴν συμπαράταξη μαζί του, ὅπως ἔγινε μὲ τὸν θρυλούμενο νεοθωμανισμὸ τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ («πὲς-πές, τελικὰ κάτι ἔμεινε», θὰ χαμογελοῦσε ὁ Γιόζεφ). Ἂς λειτουργήσει διδακτικὰ λοιπὸν ἡ τετράγωνη λογικὴ τοῦ Βασίλειου Μαρκεζίνη, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπολύτως σαφὴς καὶ διασώζει τὴν πολύτιμη διάκριση: (σ. 376)

«Κατ’ ἐπανάληψη, σὲ διάφορα πλαίσια, καὶ σὲ ἀντίθεση μὲ πολλοὺς Ἕλληνες συναδέλφους μου πανεπιστημιακούς, ἔχω ἐπαινέσει τὴν ἀξία τοῦ Νταβούτογλου ὡς ἐπιστήμονα, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ βιβλίο του περιέχει ὁρισμένες ἱστορικὰ ἀνακριβεῖς δηλώσεις. Ἐπιπλέον, ἔχω τονίσει μὲ ἔμφαση ὅτι διαχωρίζω τὸν ἐπιστήμονα ἀπὸ τὸν πολιτικό, ἐπιμένοντας ὅτι οἱ διαφωνίες μου ἀφοροῦν τὸν δεύτερο, καὶ ὄχι τὸν πρῶτο. Πράγματι, ὅσον ἀφορᾶ τὸν πρῶτο, λυποῦμαι ποὺ δὲν ἔχω πλέον ἐνεργὸ παρουσία στὸν ἀκαδημαϊκὸ κόσμο, διότι, ἂν εἶχα, δὲν θὰ δοκίμαζα τὸν παραμικρὸ δισταγμὸ νὰ προτείνω τὸν κ. Νταβούτογλου γιὰ μιὰ ἀκαδημαϊκὴ διάκριση.»

Ἀπροπὸ «δημόσιος λόγος στὴν Ἑλλάδα», ἐπιτρέψτε μιὰ παρέκβαση σχετικὰ μὲ τὴν συνέντευξη τοῦ Β.Μ. στὸν τηλεοπτικὸ σταθμὸ ΜΕΓΚΑ γιὰ τὸ νέο βιβλίο. Ἡ συνέντευξη κατέδειξε γιὰ μιὰν ἀκόμα φορὰ πὼς ἡ δημόσια ἀντιπαράθεση στὴν Ἑλλάδα ἑδράζεται στὴν ὑπόσκαψη τοῦ κύρους τοῦ διαφωνοῦντος, στὴν προσπάθεια νὰ ἀποδειχθεῖ ἀνυπόληπτος, ἀνάξιος ἀναφορᾶς, στερούμενος σοβαρότητας. Αὐτὸ ἔχει καταστεῖ «δεύτερη φύση» τῶν χειριστῶν τοῦ δημοσίου λόγου καὶ λαμβάνει χώρα σχεδὸν αὐτοματικά, κάτι ὅμως ποὺ σὲ περιπτώσεις ὅπως ὁ Β.Μ. μετατρέπει τὴν ἀντιπαράθεση σὲ Comedia dell’Arte, ἀφοῦ τὸ ἐγχείρημα νὰ καταστήσει ὁ δημοσιογράφος μεγάλου καναλιοῦ ἀνυπόληπτο τὸν διαπρεπέστατο νομικό, Ἀκαδημαϊκὸ 6 ἐθνῶν καὶ πανεπιστημιακὸ 25 κρατῶν εἶναι μᾶλλον καταδικασμένη στὴν ἀποτυχία (δὲν ὑπενθυμίζουμε τὶς ἰδιότητες γιὰ νὰ «ψαρώσουμε» κανέναν, μὰ γιὰ νὰ ξέρουμε σὲ ποιόν ἀναφερόμαστε). Ἐπὶ τῇ εὐκαιρία τῆς ἀναφορᾶς ἑνὸς ἱστορικοῦ ζητήματος, ὁ δημοσιογράφος «ὡς νάνος τανυόμενος ἐπ’ ἄκρων ὀνύχων» κατέδειξε τὴν ἐπιστημονικὴ ὑπεροπλία του ἔναντι τοῦ Β.Μ. δηλώνοντας στοὺς ἐμβρόντητους μὰ καὶ τάλαινες τηλεθεατὲς ὅτι «ἐγὼ κατὰ βάση εἶμαι ἱστορικός», ἐπιστήμων τῆς ἱστορίας, δευτερευόντως μόνον δημοσιογράφος. Μὰ αὐτὸ ἦταν ἁπλῶς μιὰ πρόγευση, διότι στὴν ἀναφορὰ μιᾶς ἐγκυκλοπαιδικῆς πληροφορίας ἀπὸ τὸν Β.Μ. (ὅτι τὰ πρῶτα τουρκικὰ φύλα ζοῦσαν σὲ στέπες) ὁ αὐτάδελφος τοῦ κυβερνητικοῦ ἐκπροσώπου ἀναφώνησε περιχαρὴς τὸ φανερὰ προκατασκευασμένο «μήπως εἶστε Τουρκοφάγος; Ἐγὼ θὰ σᾶς ὀνόμαζα τουρκοφάγο!» καὶ «ἡ φρασεολογία σας συναντᾶ τὶς ἰδέες τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος» (ἐννοεῖ τὶς ρίζες τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ;). Εἶναι μιὰ γενικώτερη παρατήρηση, νομίζω ὀρθή, ὅτι στὴν περίπτωση τοῦ Β.Μ. (ποὺ εἶναι «ἐθνικιστής», «Ἑλληναρᾶς», «ὑπερπατριώτης» καὶ τὰ λοιπὰ γνωστὰ) οἱ τετριμμένες μέθοδοι σπίλωσης τῶν κυριάρχων τοῦ δημοσίου λόγου μᾶλλον φθάνουν σὲ τέλμα καὶ γελοιοποιοῦνται, φανερώνοντας ἕνα ἀκόμα δεῖγμα τῆς κατάρρευσης τοῦ πλέγματος ἐξουσίας τῆς μεταπολιτευτικῆς κυριαρχίας.

Στὰ ὀψιγενῆ ἐνδιαφέροντα τοῦ Β.Μ., τὴν ἀνάλυση τῆς τέχνης καὶ τὴν «ψυχοβιογραφία» -ἤτοι, τὴν προσπάθεια νὰ ἑρμηνευθοῦν οἱ ἐπιλογὲς κάποιου ἱστορικοῦ ἢ σημαντικοῦ προσώπου μὲ βάση τὴν ψυχολογικὴ ἀνάλυση ποὺ μπορεῖ νὰ προκύψει ἀπὸ ὅσα στοιχεῖα διασώζονται γιὰ τὴν ζωή του- ἀφιερώνεται ἐπίσης ἕνα κεφάλαιο, τὸ ὁποῖο δὲν θὰ περίμενε κανεὶς νὰ συναντήσει σὲ αὐτοβιογραφία καὶ βρίθει ἐνδιαφερουσῶν παρατηρήσεων.

Μιὰ βιβλιο-κριτικὴ δίχως κριτικὴ στερεῖται λόγου ὑπάρξεως (κατὰ λογικὴ προφάνεια), ὁπότε αὐτὴ θὰ ἐπιχειρηθεῖ- κι ἂς καθιστᾶ ἡ διαφορὰ μεγεθῶν μεταξὺ κριτὴ καὶ κρινομένου τὸ ἐγχείρημα αὐθάδες. Ἐντύπωση δημιουργεῖ τὸ πῶς βλέπει αὐτὸς ὁ ἐξαιρετικὰ μορφωμένος στοχαστὴς τὶς διαδοχικὲς φάσεις τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας: μὲ τὰ μάτια μιᾶς δυτικῆς Εὐρώπης ποὺ (εὐτυχῶς) ἔχει παρέλθει ἀνεπιστρεπτί. Σὲ μιὰ ἐποχὴ ἄνθησης τῶν βυζαντινῶν σπουδῶν καὶ θαυμασμοῦ γιὰ τὸν πολιτισμὸ αὐτόν, ὁ Β.Μ. μοιάζει νὰ συντάσσεται μὲ τὸν ἀπολιθωμένο ἱδρυτικὸ ὑβριστὴ τῆς Ἀνατολικορωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας Gibbon, στὰ χίλια χρόνια τῆς ὁποίας ἐκεῖνος δὲν εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνει τίποτα ἄλλο παρὰ τὴν «πτώση τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας» (σ. 156): «Ὁ ἔνδοξος κόσμος τοῦ παρελθόντος σὲ κατάσταση ἐρειπίων, καὶ ὁ νέος, πιὸ αὐστηρὸς καὶ ἀπέριττος, νὰ ὑμνεῖ μὲ ἀνατολικὴ δουλικότητα τὸν νέο του Θεό. Τί θὰ ἀποτελοῦσε καλύτερη ἔμπνευση γιὰ νὰ μιλήσει κανεὶς γιὰ ‘τὴν ἄνοδοκαὶ τὴν πτώση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας’;». Τὸ φάντασμα τῆς θέασης τῶν γάλλων διαφωτιστῶν καὶ τῶν κοραϊστῶν, διαρκῶς ἀποκαθηλωνόμενο ἀπὸ τὴν ἐπιστημοσύνη καὶ ἀναστυλούμενο ἀπὸ τὴν ἰδεολογία, ἐμφανίζεται στὸ βιβλίο τοῦ Β.Μ. (σσ. 129-130): «Στὴν Ἑλλάδα, οἱ ἀρχαιότητες ἀποτελοῦν μιὰ πραγματικότητα μὲ τὴν ὁποία εἴμαστε ἀρκετὰ ἐξοικειωμένοι. Τὸ παρελθόν μας ἔχει συμβάλει σημαντικὰ στὴ σύγχρονη αἰσθητικὴ τοῦ ἄλλοτε ἐπονομαζόμενου Δυτικοῦ Κόσμου. Στὴ χώρα μας, ὅμως, τὸ ἀρχαῖο παρελθὸν καὶ τὸ παρὸν χωρίζονται ἀπὸ τὸ μεγάλο χάσμα τοῦ Βυζαντίου, τὸ ὁποῖο, σὲ μιὰ στιγμὴ παράφορου ἐκκλησιαστικοῦ ζήλου κατέστρεψε μὲ τὸν πιὸ ἀστόχαστο τρόπο ἀρκετοὺς παλιοὺς θησαυρούς μας». Μὲ αὐτὲς τὶς παρατηρήσεις, ὁ Β.Μ. γίνεται δυστυχῶς «πιὸ δυτικοευρωπαῖος ἀπὸ τοὺς δυτικοευρωπαίους», ἀφοῦ πρόκειται γιὰ θέαση ποὺ ἔχει πλέον ἐγκαταλειφθεῖ ἀκόμα καὶ στὶς γενέτειρές της καὶ ἐπιβιώνει μόνον στὸ ἐπαγγελματικὰ «φωταδιστικὸ» κομμάτι τῆς ἐγχώριας κρατικοδίαιτης μεταπρατικῆς διανόησης, στὴν ὁποία ὁ Β.Μ. ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ μετέχει. Ἄρα, γιατί;

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐλπίδα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν «γιγαντομαχία περὶ τῆς οὐσίας» θὰ ἔλεγαν ἄλλοι: σ’αὐτὴν ὁ Β.Μ. εἴτε βλέπει ἕναν τρόπο κοινωνικὰ χρήσιμων διδασκαλιῶν, χρησιμότατων καὶ προτεινομένων μεθόδων ἐξημερώσεως τοῦ πλήθους (διότι «ὁ φόβος φυλάει τὰ ἔρημα»), εἴτε τὴν κατανοεῖ τὴν ἀναζήτηση Θεοῦ μὲ τὸν πληκτικὸ τρόπο τοῦ «μεγάλου ὡρολογοποιοῦ», ἑνὸς ἀπρόσωπου Θεοῦ τοῦ δοκιμαστικοῦ σωλήνα: σ. 88, «Ἐξακολουθῶ νὰ βλέπω στὴ θρησκεία ἕναν κώδικα κοινωνικῆς ἠθικῆς καὶ μιὰ πηγὴ μοναδικῆς καλλιτεχνικῆς ἔμπνευσης». Σ. 491, «Ὅπως εἶπα καὶ προηγουμένως, ποτὲ δὲν ἀντιλήφθηκα τὴ θρησκεία μὲ ἀνθρωπομορφικοὺς ὅρους• […] Καὶ οὔτε, ἀσφαλῶς, μπορῶ νὰ ἀναγκάσω τὸ ἐπιστημονικὸ μυαλό μου νὰ δεχθεῖ τὴν ἰδέα τῆς ἀμώμου συλλήψεως καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπο πέραν τῆς μεταφορικῆς λειτουργίας της. Ὁ τρόπος ποὺ ἀντιλαμβάνομαι τὴν θρησκεία συνίσταται ἐν πολλοῖς σὲ ἕνα σύνολο ἰδεῶν καὶ ἠθικῶν κανόνων ποὺ καθιστοῦν τὴν κοινωνικὴ ἐπαφὴ πιὸ πολιτισμένη, πιὸ ἀνθρώπινη, πιὸ δίκαιη». Τὸ θάμβος τῆς «πραγματικῆς πραγματικότητας» ὑπόκειται ἀδήριτα καὶ συρρικνώνεται στὶς κανονιστικὲς διατάξεις τοῦ νεωτερικοῦ «ἐπιστημονικοῦ μυαλοῦ», στοιχειοθετώντας μιὰ πολιτικῶς ὀρθὴ (politically correct) κοσμοθεώρηση, χωρὶς διακινδύνευση πλημμελοῦς ἐπιστημονικότητας. Ἂν τὸ «Ἄσαρκος γὰρ ὢν, ἐσαρκώθη ἑκών, καὶ γέγονεν ὁ Ὢν, ὃ οὐκ ἦν δι’ ἡμᾶς• καὶ μὴ ἐκστὰς τῆς φύσεως, μετέσχε τοῦ ἡμετέρου φυράματος […] ἐξῆλθε Λόγος εἰς ἀνάπλασιν λαῶν» λέγεται μεταφορικά, καλύτερα νὰ μὴ λεχθεῖ καθόλου, ὅση «ἔμπνευση» ἢ «ἠθικὴ» κι ἂν παρέχει. Τὸ βιβλίο κλείνει μὲ ἀναφορὰ στὴν πίστη σὲ Θεὸ ὡς ἀπρόσωπη «Δύναμη»: τὴν θεότητα τοῦ γαλλικοῦ διαφωτισμοῦ. Αὐτὴ ἡ κριτικὴ δὲν ἐπικεντρώνεται φυσικὰ στὸ τί πιστεύει ὁ Β.Μ.: πῶς θὰ μποροῦσε ἄλλωστε. Διατυπώνει ὅμως τὸ ἐνδεχόμενο, ἄλλα νὰ σημαίνει ἡ ἐκκλησιαστικὴ μαρτυρία, (ἄλλα οἱ ἀμερικάνοι τηλε-εὐαγγελιστὲς τοῦ «εὐφυοῦς σχεδιασμοῦ») καὶ ἄλλα νὰ καταλαβαίνει ὁ Β.Μ. Ὅμως μὴν «στέλνουμε τὸν λογαριασμὸ» στὸν Β.Μ., διότι ὅλο αὐτὸ μπορεῖ καὶ νὰ σχετίζεται γενικώτερα μὲ τὰ βιώματα τῆς ἀνώτερης ἀστικῆς τάξης στὴν Ἑλλάδα (σ. 273): «Τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, ἀκούγαμε τὸν Μεσσία τοῦ Χέντελ […] σταματώντας μόνο γιὰ νὰ ἀκούσουμε τὸν Πάπα νὰ ἀναγγέλει τὴν χαρμόσυνη εἴδηση τῆς ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ σὲ διάφορες, δὲν ξέρω πόσες, γλῶσσες».

Κλείνοντας τὸ ἀναγκαῖο ἂν καὶ θρασὺ κομμάτι τῆς -ἐλπίζω γόνιμης- κριτικῆς, ἂς σημειωθεῖ κάτι γιὰ τὴν γλωσσικὴ ἐπιμέλεια τοῦ βιβλίου, καθ’ ὅτι παρατηρήθηκαν κάποιες ἀδόκιμες φράσεις καὶ μερικὰ μὴ-τυπογραφικὰ λάθη. Ἐπὶ παραδείγματι, συστηματικὰ στὸ βιβλίο –σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις- χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη «τέως» (δηλαδή, ὁ ἀμέσως προηγούμενος, ὁ τελευταῖος πρὶν ἀπὸ τὸν σημερινὸ) ἐκεῖ ποὺ ἐννοεῖται ἡ λέξη «πρώην» (ὁ ἄλλοτε, ὁ κάποτε), π.χ. «ὁ τέως Ἀμερικανὸς πρόεδρος Μ. Κλίντον»[3] (σ. 440)- κάτι τέτοια δὲν λογίζονται ὡς λάθη γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἁπλοὺς θνητούς, μὰ ὅσοι ἐμπλέκονται στὸν θαυμαστὸ κόσμο τῆς τυπογραφίας ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ τὰ προσέχουν, ἀφοῦ τὸ βιβλίο ὑπέστη γλωσσικὴ ἐπιμέλεια, ὅπως σημειοῦται.

Ἐν συνόψει, τὸ βιβλίο ἀποτελεῖ ἕνα συναρπαστικὸ ἀνάγνωσμα πορείας στὴν πρόσφατη ἑλληνικὴ πολιτικὴ ἱστορία ἀλλὰ καὶ στὴν ἐξαιρετικὰ ἐπιτυχῆ σταδιοδρομία τοῦ συγγραφέα, τὴν βασισμένη σὲ σκληρὴ δουλειά, πεποικιλμένο μὲ σχόλια γιὰ τὴν τέχνη καὶ τὴν ἀνθρώπινη ψυχοσύνθεση• καθὼς καὶ μιὰ συλλογὴ πολύτιμων παρατηρήσεων γιὰ τὴν πολιτικὴ καὶ πολιτισμικὴ κατάσταση στὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἀμερική, τὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Τουρκία.

Φθάνοντας κανεὶς στὸ τέλος τοῦ βιβλίου, γοητευμένος ἀπὸ τὴν ἐξιστόρηση τῆς σταδιοδρομίας τοῦ ἐκλεκτοῦ ἀκαδημαϊκοῦ δασκάλου τοῦ Δικαίου, καταλήγει στὴν ἀφοπλιστικὴ ἐξομολόγηση τοῦ Β.Μ.: «ἐγὼ πάντως τὸ μετάνιωσα, ἤθελα νὰ γίνω ζωγράφος»!

Θὰ κλείσω αὐτὴν τὴν παρουσίαση μὲ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὶς σελίδες 394-395, μὲ ἕναν τελευταῖο λόγο τοῦ Βασιλείου Μαρκεζίνη:

«Βασικὸ καθῆκον τῆς νέας γενιᾶς πολιτικῶν εἶναι νὰ ξεκινήσουν ἄμεσα τὸ ἔργο τῆς ἀναδόμησης αὐτῆς τῆς χρεοκοπημένης χώρας –χρεοκοπημένης πολιτικά, οἰκονομικά, πολιτισμικὰ- ἐμπνέοντας στὸν ἑλληνικὸ λαὸ κατὰ πρῶτο καὶ κύριο λόγο ἕνα αἴσθημα ἐθνικῆς ὑπερηφάνειας καὶ σαφοῦς προορισμοῦ, ἀνάλογο μὲ τὸ αἴσθημα ποὺ κίνησε πολλὲς ἄλλες χῶρες κατὰ τὸ παρελθὸν στὶς δικές τους στιγμὲς ὑπαρξιακῆς κρίσης.

Ὀφείλουμε λοιπὸν νὰ ἐξαλείψουμε τὸ σύμπλεγμα κατωτερότητας ποὺ μᾶς κάνει νὰ πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε «μικροί»• νὰ ἐξαφανίσουμε ἅπαξ διὰ παντὸς τὴν οἰκογενειοκρατία στὴν πολιτική• νὰ στηλιτεύσουμε τὴν ὐποτακτικότητα πρὸς τὴν ἀμερικανική, ἢ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐξωτερικὴ βούληση• νὰ ξανακάνουμε μεγάλα ὄνειρα. Ἡ πραγματικὴ ἑνότητα καὶ ἡ αὐτοπειθαρχία θὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ξεπεράσουμε ὅλα τὰ ὑπόλοιπα προβλήματα. Ἀναμφίβολα, βάσανα θὰ συνεχίσουν νὰ ὑπάρχουν ἐπὶ πολλὰ χρόνια ἀκόμη• ἂν ὅμως τὰ μοιραστοῦμε, ὅπως ὀφείλουμε, ἡ ἀλληλεγγύη καὶ ἡ ἀνιδιοτέλεια θὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴ σκοτεινὴ σπηλιά μας καὶ νὰ ξαναδοῦμε τὸν ἥλιο!»

Γένοιτο!

Σωτήρης Μητραλέξης

ὑπ. Δρ. Φιλοσοφίας, Freie Universität Berlin

 



[1] Μᾶς δίνεται ἔτσι μιὰ εἰκόνα τοῦ ἐν Ἑλλάδι πολιτικοῦ γενικῶς, ὁ ὁποῖος -ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου, ἀκόμα καὶ στὶς πλέον δύσκολες καὶ κρίσιμες στιγμὲς- ἁπλῶς ἐπιχειρεῖ νὰ καταλάβει καρέκλες (ἀκόμα καὶ οἱ σημαιοφόροι τῆς μὴ-φαυλοκρατίας).

[2]Παρεμπιπτόντως, καὶ σχετικὰ μὲ τὴν προοδευτική μας λογοκρισία ποὺ ξεπερνᾶ κι αὐτὴν ἀκόμα τὴν πραξικοπηματική: στὴν σ. 241, ὁ Β.Μ. παραθέτει τὴν περιγραφὴ ἑνὸς Ἄγγλου: «In the dazzle of the bay stands Mouse island whose romance of line and form (white monastery, monks, cypresses) defies paint and lens, as well as the feebler word» (Lawrence Durrell, Prospero’s Cell. A Guide to the Landscape and Manners of the Island of Corfu, London: Faber and Faber, 1945, ἀνατ. 1983, σ. 60). Ἡ ὁποία ὅμως περιγραφὴ στὴν ἑλληνικὴ ἐκδοχή τῆς ἀπὸ τὸ «Μεταίχμιο» ἐμφανίζεται…. κομμένη: «Στὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς τοῦ κόλπου ξεχωρίζει τὸ Ποντικονῆσι. Τὸ εἰδύλλιο ποὺ πλέκουν τὸ σχῆμα καὶ οἱ γραμμές του [(Σ.τ.Σ.) περιέργως, ἀπουσιάζει ἐδῶ ἡ φράση τοῦ Ντάρελ «τὸ λευκὸ μοναστήρι, οἱ καλόγεροι, τὰ κυπαρίσσια»] περιφρονεῖ κάθε ἀπόπειρα πινέλου ἢ φωτογραφικοῦ φακοῦ, πόσῳ μᾶλλον τὰ λόγια, πού’ναι ἀκόμα ἀσθενέστερα», Λόρενς Ντάρελ, Ἡ Σπηλιὰ τοῦ Πρόσπερου, Ἀθήνα: ἐκδόσεις Μεταίχμιο 2006, σ. 97!

[3] ὅπου παρεμπιπτόντως τὸ ὀρθότερο σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες θὰ ἦταν Μπ. Κλίντον καὶ ὄχι Μ. Κλίντον, ὡς Μπίλ, εἰδάλλως κινδυνεύουμε νὰ τὸν μπερδέψουμε μὲ κάποιον Μάθιου, Μανώλη ἢ Μάριο.

(863) αναγνώσεις

20 comments

  1. Ναι, το πρόβλημα με το υπάρχον πολιτικό μας σύστημα είναι αυτό ακριβώς που επισημαίνει ο Β. Μαρκεζίνης, δηλαδή: ότι δεν διαθέτει φρόνημα. Εμφανέστατο στα ζωγραφισμένα χαμόγελα δουλικότητας, στις απανωτές αναπάντητες ταπεινώσεις, στις παλινωδίες και εξάρσεις του τύπου «θα σου κάνω μία δήλωση και θα σου δείξω» (αλλιώς: τζαμπαμαγκιές), στο απόλυτο σκοτάδι στον τομέα της στρατηγικής, στο βαριεστημένο σύρσιμο εξαναγκασμένων απαντήσεων σε προ-σχεδιασμένα τετελεσμένα τα οποία αντιμετωπίζουμε με περισσή έκπληξη, στην ανυπόφορα παιδαριώδη υποχωρητικότητά μας στο παραμικρό γάβγισμα κοκ.

    Ανδρέας.

  2. Κατὰ τοὺς ψηφοφόρους καὶ τὸ φρόνημα.

  3. Ανδρέα, οι ημέρες που διανύουμε επιβεβαιώνουν τον Μαρκεζίνη για το φρόνημα. Πριν 16 χρόνια, η Πατρίδα μας διασύρθηκε στα Ίμια κι έκτοτε καλλιεργείται ηττοπαθές κλίμα στον ελληνικό λαό. Ο αρχιτέκτονας της ψοφοδεούς πολιτικής, αλλά και της εθνικής μειοδοσίας των Ιμίων, περιφέρεται ανά τας Ευρώπας, παριστάνοντας τον τιμητή και διακηρύσσοντας ότι ένας πόλεμος με την Τουρκία θα ήταν θέμα δύο τριών ωρών. Κι όμως, εκείνο τον ίδιο χρόνο, το 1996 τον Σ/μβριο, ο «κυρίαρχος» λαός ψήφισε τον νεκροθάφτη του για πρωθυπουργό. Και ξανά στις 9/4/2000, αδιάφορο για τα όσα είχαν στο μεταξύ μεσολαβήσει.

    Τον ξεφώνισαν στο Βερολίνο, αλλά τι θα βγει; Η ζημιά έχει γίνει προ πολλού και πόνεσε αυτούς που ήταν σε θέση να νιώσουν ντροπή. Δεν τους πόνεσε τότε μόνο, αλλά τους πονά καθημερινά, βλέποντας την χώρα να καταρρέει όχι μόνον οικονομικά, αλλά ηθικά και πολιτικά. Και υπάρχουν ακόμη ηλίθιοι, ή μάλλον πολλαπλώς «ευεργετηθένετες» από τον εν λόγω καραγκιόζη, που προσπαθούν να του φτιάξουν υστεροφημία.

  4. Στὴν Κύπρο τὸ 1967 δοξάσθηκε, λέτε, ἠ πατρίδα μας ; Καὶ τὸ 1974 τὸ ἴδιο ; Καὶ τὸ 1985, τὸ 1987, τὸ 1988 (Νταβὸς) μὲ τὸ «Χόρα» ; Εἴχαμε, τότε, φρόνημα ; Ἀλλὰ ἀφήνει ὁ φθόνος νὰ δοῦμε πάρα πέρα ;

  5. Το φρόνημά της ψηφοφόρων ακολουθεί αυτό της ηγεσίας, πολίτικης, εκπαιδευτικής και πνευματικής.

    Όσο για το δεύτερο σχόλιό σας, προτιμώ να στέκομαι -και να υποκλινομαι – σε κάτι πιο πρόσφατο, στο 2004.

    Ανδρέας.

  6. Φαντάζομαι θεωρεῖτε ἐθνικὴ ἐπιτυχία τὴν εἰσδοχὴ τῆς Κύπρου στὴν Εὐρωπαικὴ Ἕνωση τὸ 2004. Ἀλλὰ ποῦ φθάνει ὁ φθόνος ἔ ;
    Ἐὰν δεχθοῦμε ὅτι τὸ φρόνημα ἐκπηγάζει τὸ πρῶτον ἐκ τῆς ἠγεσίας, τότε πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἡ δημοκρατία δὲν εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος κυβερνήσεως τῶν ἀνθρὼπων. Αὐτὸ ἀντίκειται σ’ αὐτὸ ποὺ παρατηροῦμε ἐμπειρικῶς στὴν πράξη, ὅτι δηλαδή , ὅλες οἱ ἄλλες μέθοδοι διακυβερνήσεως καταλήγουν νὰ ἀποδίδουν ἀκόμη λιγώτερο καὶ ἀπὸ τὶς πλέον φαῦλες δημοκρατίες.
    Δέχομαι ὅτι ἡ ἡγεσία ἐπιδρᾶ στὸν λαό καὶ ὁ λαὸς στὴν ἡγεσία, ἀλλὰ τὸ πρῶτον κινοῦν εἶναι τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ. Ἄλλωστε, στὴν δημοκρατία (καὶ στὴν τυραννία μὲ ὑψηλότερο τίμημα), ὁ λαὸς μπορεῖ νὰ ἀλλὰξει τὴν ἡγεσία. Ἡ ἡγεσία δέν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει λαό.

  7. Όχι ακριβώς, εννοώ την υπερήφανη στάση του Τάσσου Παπαδόπουλου. Δηλαδή την εισδοχή της Κύπρου στην ΕΕ ως ένα αξιοπρεπές κράτος με αυτοσεβασμό, και όχι ένα κράτος τραβεστί.

    Για το δεύτερο εννοώ κάτι πάλι λίγο διαφορετικό. Εννοώ ότι οι πυλώνες τους οποίους ανέφερα, δηλαδή πολιτική, εκπαιδευτική και πνευματική ηγεσία, έχουν και οι τρεις κυριευτεί τις τελευταίες 3 δεκαετίες από μία συγκεκριμένη νομενκλατούρα. Ένα από τα έργα της είναι η αποδυνάμωση του φρονήματος σε όλα τα επίπεδα.

    Ανδρέας.

  8. Ἐνδιαφέρον ἔχει νὰ συγκρίνει κανεὶς τὶς δύο βιβλιοκρισίες ποὺ δημοσιεύθηκαν γιὰ τὸ βιβλίο στὸ «Ἀντίβαρο». Νομίζω ὅτι ἡ παροῦσα ὑπερέχει ἐμφανῶς αὐτῆς τοῦ κυρίου Μελετοπούλου.

  9. Μᾶλλον ἄδικο, δὲν βρίσκετε, νὰ ἀποδίδουμε ὅλη τὴν ἐπιτυχία στὸν Τάσσο Παπαδόπουλο ; Ἀφῆστε πού, μὲ ἀντίθετη τὴν ψῆφο τοῦ λαοῦ, τοῦ δῆθεν ἀγομένου καὶ φερομένου ἀπὸ τὴν νομενκλατούρα, ἡ εἰκόνα τοῦ δακρυσμένου προέδρου θὰ γινόταν νούμερο σὲ ἐπιθεώρηση. Ἀλλὰ ποιός ἐπέτυχε νὰ τεθεῖ τὸ θέμα στὸν Κυπριακὸ λαό ; Οἱ προδότες Κληρίδης καὶ Σημίτης. Χωρὶς τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴν εὐφυΐα τῶν προδοτῶν, ὁ Τάσσος Παπαδόπουλος θὰ ἔμενε ὁ μονίμως περισαίνων τὶς παγκόσμιες λέσχες συζητήσεων ἐκλιπαρῶν τὸ ἔλεος τῶν ἰσχυρῶν γιὰ τὴν ἀδικία ποὺ τοῦ ἔγινε. Ὅταν ἀδικοῦμε ἔτσι τοὺς ἡγέτες μας, εἶναι ἀντιαισθητικὸ νὰ ἀξιώνουμε νὰ ἔχουν καὶ φρόνημα. Τὸ μόνο ποὺ κατορθώνουμε εἶναι νὰ δικαιώνουμε τὴν περιφρόνηση ποὺ νοιώθουν γιὰ μᾶς.
    Ἡ νομενκλατούρα ποὺ λέτε, βρίσκει καὶ κάνει. Ἔχει τόση πίστη στὰ λεγόμενα καὶ πραττόμενά της, πού, ἀσμένως θὰ ἔλεγε καὶ θὰ ἔκανε τὰ ἀπολύτως ἀντίθετα, ἀρκεῖ νὰ ἦταν βεβαία ὅτι ὁ λαὸς αὐτὰ ἐπιθυμοῦσε.

  10. >ἡ εἰκόνα τοῦ δακρυσμένου προέδρου θὰ γινόταν< Δεν έγινε, όμως. Και υπέστη αφόρητες πιέσεις και εκβιασμούς. Ακόμη και δωροδοκίες αντιπάλων καταγγέλθηκαν, αλλά αυτός δεν λύγισε. Πέρασε στην Ιστορία σαν ο τελευταίος Έλληνας Ηγέτης. >Χωρὶς τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴν εὐφυΐα τῶν προδοτῶν< Αυταπάρνηση; Ποια αυταπάρνηση; Και οι δύο κόπτονταν για δημοψήφισμα, διότι περίμεναν το “ΝΑΙ”, το οποίο και υποστήριξαν. Ο Σημίτης, μαζί με τον Γιωργάκη, βγήκαν, ως μη όφειλαν, το μεσημέρι της 7ης Απριλίου 2004 και προσπάθησαν να προκαταλάβουν το αποτέλεσμα. Δεν κράτησαν ούτε τα προσχήματα, οι πουλημένοι. Γιατί το ίδιο εκείνο βράδυ θα απηύθυνε το Διάγγελμά του ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας προς τον κυπριακό λαό. Γιατί, λοιπόν, τόση πρεμούρα, τα στρατιωτάκια; Αυτοί όντως γελοιοποιήθηκαν, εν αντιθέσει προς τον Παπαδόπουλο και ο Σημίτης (δεν θέλω να σχολιάσω για τον Κληρίδη), θα περάσει στην Ιστορία με το … φυσικό του ανάστημα. Το ίδιο και χειρότερα ο Γιωργάκης….

  11. Ξέφυγε λίγο η συζήτηση. Αμφισβητώ ότι ο Κληρίδης και ο Σημίτης ήταν αυτοί που «πέτυχαν» να τεθεί το θέμα στον Κυπριακό λαό. Και απορώ πώς το ισχυρίζεστε σοβαρά. Η πρόταση ήρθε από έξω, ώστε να εμφανιστεί, εφόσον ψηφίζονταν, ότι αντικατόπτριζε το σχέδιο λύσης την βούληση ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων για ένωση. Αυτό που έκαναν ο Κληρίδης και ο Σημίτης ήταν να υποσχεθούν ότι θα κάνουν το παν να ψηφιστεί. Εξ ου και οι δηλώσεις διαφόρων διαπραγματευτών ότι «μας πούλησαν οι ηγέτες της ελληνοκυπριακής πλευράς». Αυτό που δεν πρόσεξαν ήταν ότι ούτε ο Κληρίδης, ούτε ο Σημίτης βρισκόταν στην εξουσία την κρίσημη στιγμή.

  12. Καμιά φορά (ο λόγος το λέει, διότι μάλλον αυτό γίνεται συνήθως) ξεφεύγει η συζήτηση. Αλλά καλό είναι να θυμόμαστε μερικά πράγματα, γεγονότα ιστορικά. Από κει και πέρα, ο καθένας έχει τις προτιμήσεις του.

    Αυτός με εκφράζει. Τούτος εδώ, καθόλου. Ο ένας εμπνέει φρόνημα, ο άλλος σου λέει “κάτσε φρόνιμα” 🙂

  13. Μᾶλλον δέν γνωρίζετε πῶς ἐπιτυγχάνει κανένας τοὺς ἐθνικούς του στόχους στὸ πεδίο τῆς διπλωματίας. Ὅταν βρίσκεται σὲ θέση ἀδυναμίας, πρέπει πρῶτα νὰ πείσει τοὐλάχιστον τοὺς τρίτους καὶ τοὺς μεσολαβητὲς ἂν ὑπάρχουν καί, ἐν μέρει τοὺς ἀντιπάλους, ὅτι διαπραγματεύεται καλοπίστως. Αὐτὸ ποτὲ δὲν θὰ τὸ ἐπετύγχανε ὁ Τάσσος Παπαδόπουλος. Ἀντιθέτως, τὸ ἐπέτυχαν τόσον ὁ Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς τὸ 1439 καί, 500 χρόνια ἀργότερα, ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς. Μὲ Χριστιανικὴ ὑπομονὴ ἀνέχθηκαν τὶς προσβολὲς τόσο τῶν ἀντιπάλων, ὅσο καὶ τὶς πολλαπλῶς πιὸ δόλιες προδοσίες τῶν τυπικῶς συμμάχων. Ἔτσι, διατηρεῖ κανεὶς τὴν εὐχέρεια τῶν κινήσεων μέχρι νὰ ἀποσπάσει, ἐὰν αὐτὸ εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν, ἐκεῖνο ποὺ ἐπιζητεῖ διὰ τῶν διαπραγματεύσεων. Ἔτσι μόνον μπορεῖ κανεὶς νὰ μετριάσει τὶς συνέπειες ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ ἀδυναμία μὲ τὴν ὁποία ξεκινᾶ τὶς διαπραγματεύσεις. Ἀλλιῶς, κατὰ τὸν ἀθάνατο λόγο τοῦ Γεωργίου Γεμιστοῦ Πλήθωνος, ἄγεται εἰς βεβαίαν κατάκρισιν. Ὁ ὅλος χειρισμός τοῦ 2004, λοιπόν, εἶναι ἔργον τὸ ὀποῖον μόνον ὁ Κληρίδης καὶ ὁ Σημίτης μπόρεσαν νὰ φέρουν εἰς πέρας. Στὴν διεθνῆ διπλωματία οἱ κορῶνες γιὰ λαϊκὴ κατανάλωση καὶ ἐθνικὴ συγκίνηση προκαλοῦν εἰρωνικὰ γέλια. Ἀσφαλῶς ὁ κόσμος εἶναι σκληρός καὶ ὅποιος ἰσχυρίζεται τὸ ἀντίθετο αὐταπατᾶται.

    Σημ. Ἂν ἡ κρίση στὰ Ἴμια εἶχε ὁδηγήσει σὲ πόλεμο καὶ ἧττα (βεβαία ὅπως ἀπέδειξε ἡ σύγχυσις τῆς τυπολατρικῆς καὶ γραφειοκρατικῆς στρατιωτικῆς ἡγεσίας ποὺ ἐξ ἀμελείας δὲν κατέλαβε τὴν γειτονικὴ στὰ Ἴμια νησῖδα) τῆς Ἑλλάδος τὸ 1996, πόσο πιθανὴ θὰ ἦταν ἡ ἐπιτυχία τοῦ 2004 ;

  14. Εξαρτάται τι εννοεί κανείς «επιτυχία του 2004». Για μένα η επιτυχία συνίσταται στην αποφυγή εφαρμογής του Σχεδίου Ανάν στην Κύπρο. Αν έχετε διαφορετική άποψη επ’αυτού, τότε πρέπει να συντονιστούμε. Με το δικό μου σκεπτικό, αδυνατώ να δω πώς μπορεί να χρεωθεί αυτή η επιτυχία στο δίδυμο Κληρίδη-Σημίτη. Αναφερθήκατε στο δάκρυ. Ξεχάσατε μάλλον το δάκρυ του Κληρίδη, ο οποίος σε συνέδριο του ΔΗΣΥ έλεγε «πρέπει να πούμε ναι στην επανένωση», λίγες ημέρες πριν το δημοψήφισμα, εκβιάζοντας ψυχολογικά τους ψηφοφόρους του κόμματός του. Παρόμοιο εκβιασμό έκανε και ο τότε αρχηγός της Αξ. Αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, ο οποίο καταστρατηγώντας κάθε έννοια σεβασμού, δύο ώρες πριν το προγραμματισμένο διάγγελμα του Τάσσου Παπαδόπουλο, βιάστηκε να τοποθετηθεί πρώτος. Το σκεπτικό σας θα είχε νόημα μόνο αν πιστεύατε στη σωτηρία της Κύπρου μέσω της λύσης.

    Θα μου επιτρέψετε όμως να σας ευχαριστήσω που θέτετε κομψά τα άρθρα και τα σχόλια στη βάσανο της αμφισβήτησης.

  15. Ο Μεταξάς ανέχθηκε προκλήσεις, έως ότου ετοιμαστεί για το ΟΧΙ, το οποίο είπε, όταν ήλθε η ώρα. Ο Σημίτης, αφού υπέστειλε την Σημαία μας στα Ίμια, πήγε τον επόμενο χρόνο (1997) στην Μαδρίτη και ανεγνώρισε “ζωτικά συμφέροντα” των Τούρκων στο Αιγαίο. Ποιος τον πίεσε; Γιατί το έκανε αυτό, αν όχι για να προχωρήσει η μοιρασιά του Αιγαίου;

    Ο Μεταξάς και ο Παπαδόπουλος είπαν ΟΧΙ, έδειξαν στάση υπερήφανη, κάτι που ασφαλώς ποτέ δεν μπόρεσε να κάνει ο ψοφοδεής εντολοδόχος Σημίτης, ο ενδοτισμός (το λένε και “πολιτική κατευνασμού”) του οποίου ακολουθήθηκε και από τους διαδόχους του, με αποτέλεσμα την αποθράσυνση των Τούρκων και τα σημερινά χάλια. Ας μην επαναλαμβάνομε γνωστά και χιλιοειπωμένα.

    Στο Κυπριακό, η επικράτηση της πλεκτάνης Αννάν ισοδυναμούσε με διάλυση της Κύπρου, χωρίς καμμία δυνατότητα επανορθώσεως, κάτι που είχε επισημάνει ο αείμνηστος Τάσσος Παπαδόπουλος. Το “ΟΧΙ”, αν αποδεικνυόταν λάθος, θα μπορούσε αργότερα να γίνει “ΝΑΙ”, όχι όμως και το αντίστροφο. Οι Σημίτης και Κληρίδης γιατί στήριξαν την βρετανικής εμπνεύσεως πλεκτάνη; Γιατί θέλησαν την διάλυση της Κύπρου;

    Όλα τα άλλα είναι περιττολογίες για να δικαιολογήσουμε τα αδικαιολόγητα.

    ΥΓ: “Ἂν ἡ κρίση στὰ Ἴμια εἶχε ὁδηγήσει σὲ πόλεμο καὶ ἧττα…” Με τα “ΑΝ” δεν γράφεται Ιστορία και δεν βλέπω γιατί θα οδηγούσε σε ήττα. Ιδού η σημίτιος ηττοπάθεια, ή κατά τον Γιωργάκη “δώσε λίγα στρέμματα να κοιμάσαι ήσυχος”. Μονάχα που τότε είναι ακριβώς που δεν θα κοιμηθείς ποτέ ήσυχος, διότι άπαξ και ενέδωσες μία φορά, οι απαιτήσεις του άλλου δεν έχουν τέλος, μέχρι να σου τα πάρει όλα.

    ΥΓ 2: Επειδή η συζήτηση ξεκίνησε από το φρόνημα του λαού, θα ήθελα να προσθέσω ότι ο μεν Μεταξάς έκανε τις υποχωρήσεις που έκανε, αλλά καλλιεργούσε ταυτοχρόνως το φρόνημα του ελληνικού λαού, προετοιμάζοντάς τον για τα χειρότερα, αλλά διαβεβαιώνοντάς τον ότι στο τέλος θα ακολουθούσε η νίκη. Γι αυτό και ο τόσος ενθουσιασμός και η πίστη στον Αγώνα, όταν έφευγαν για το μέτωπο την 28/10/1940. Έκανε ποτέ ο εθνομηδενιστής, ηττοπαθής και εθελόδουλος Σημίτης τίποτε παρόμοιο; Πώς μπορεί να συγκρίνει κανείς τις δύο εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις ηγετών; Φρόνημα καλλιέργησε σαφώς ο Τάσσος Παπαδόπουλος, διαφορετικά ίσως ο Ελληνισμός της Κύπρου να είχε τρομοκρατηθεί από τις έξωθεν πιέσεις, να είχαν πιάσει τόπο τα λαδώματα και να είχε ενδώσει. Ένα Έπος στην Πίνδο και ένα “ΟΧΙ” του 76% (75,83%) δεν επιτυγχάνονται χωρίς την κατάλληλη ψυχολογική στήριξη του λαού από τον ηγέτη του. Αν αυτός δεν έχει φρόνημα, δεν έχει ούτε ο λαός.

  16. Συγγνώμην, τί ἄλλαξε συγκεκριμένως τὸ 2004 ; Πρὸ αὐτοῦ, ἡ Ἑλληνικὴ πλευρὰ ἀπέρριπτε τὴν ἐπανένωση τῆς Κύπρου μὲ ὅρους ποὺ θὰ ἀντικατόπτριζαν τὴν στρατιωτική της ἧττα τοῦ 1974. Μετὰ τὸ 2004, ἡ Ἑλληνικὴ πλευρὰ συνέχισε νὰ άπορρίπτει τὴν ἐπανένωση τῆς Κύπρου μὲ ὅρους ποὺ θὰ ἀντικατόπτριζαν τὴν στρατιωτική της ἧττα τοῦ 1974. Συνεπῶς, μὲ τὴν λογική σας, δὲν ἄλλαξε τίποτε τὸ 2004 καὶ αὐτὸ ἦταν ἐπιτυχία τῆς Ἑλληνικῆς πλευρᾶς. Φυσικά, δεδομένου τοῦ καθεστῶτος στὴν Κύπρο, ἡ ἀκινησία πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ἐπιτυχία καὶ τῆς Τουρκικῆς πλευρᾶς, ἀφοῦ ἔτσι διατήρησε ἀκέραια τὰ ὅποια κεκτημένα τοῦ 1974 καὶ τὰ διατηρεῖ μέχρι σήμερα. Αὐτὴ εἶναι, λοιπόν, ἡ ἐπιτυχία ποὺ σᾶς κάνει ὑπερήφανο σὲ προηγούμενο σχόλιό σας ; Τὸ ὅτι καταλήξαμε ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ξεκινήσαμε ;
    Ἐν τάξει, νὰ δεχθῶ ὅτι τὸ 2004 κινδυνεύσαμε νὰ συμβιβασθοῦμε μὲ ζημία μας, ἀλλά, εὐτυχῶς, οἱ προδότες κατατροπώθηκαν πρῶτα άπὸ τὸν ἥρωα Τάσσο Παπαδόπουλο καί, μετά, άπὸ τὸν ἡρωϊκὸ καὶ μαρτυρικὸ Ἑλληνικὸ Κυπριακό λαό. Νὰ σημειωθεῖ ὅτι καὶ ὁ προδότης Ταλαὰτ ἀποδοκιμάσθηκε ἀργότερα ἀπὸ τὸν ἐξ ἴσου ἡρωϊκὸ καὶ μαρτυρικὸ Τουρκικὸ Κυπριακὸ λαό.
    Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ πιστεύω ὅτι ἡ ἀνωτέρω διήγησις περιέχει σημαντικὰ κενά, τὰ ὁποῖα ἐγώ τοὐλάχιστον δὲν θέλω νὰ παραβλέψω. Θεωρῶ ὅτι κάτι ἄλλαξε τὸ 2004. Ἂν κάτι ἄλλαξε, αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἑπέτυχε αὐτὸς ποὺ ἀγωνίσθηκε γιὰ νὰ μὴν ἀλλάξει τίποτε. Μένει λοιπόν τὸ μόνο λογικὸ ἐνδεχόμενο τὸ ὁποῖο εἶναι τὴν ὅποια ἀλλαγή, θετικὴ ἢ ἀρνητική, νὰ πρέπει νὰ τὴν πιστωθοῦν ἢ νὰ τὴν χρεωθοῦν οἱ προδότες !

    ΥΓ Ἂν δὲν ἀποδίδω καλὰ τὴν θέση σας, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ ὑποδείξετε ποῦ σφάλλω.

  17. Ὅποιος κάτι γνωρίζει ἀπὸ τὴν Κύπρο, ξέρει πολὺ καλὰ ὅτι ὁ Τάσσος Παπαδόπουλος δὲν ἐπεχείρησε νὰ καλλιεργήσει κανενὸς εἴδους φρόνημα στὴν Κύπρο καὶ κάθε σύγκρισις μὲ τὸν Μεταξᾶ μόνον ὡς ἀνέκδοτο μπορεῖ νὰ ἐκληφθεῖ.

  18. Πρώτον, εγώ δεν μίλησα για καλλιέργεια φρονήματος αλλά για ηγέτες με φρόνημα.

    Δεύτερον, σε ό,τι με αφορά, ναι, είναι υπεραπλουστευτική η διήγησή σας. Το 2004 απετράπη η έγκριση ενός «σχεδίου λύσης», οι πρόνοιες του οποίου περιέγραφαν ένα κράτος-τραβεστί. Ίση συμμετοχή στην εκτελεστική εξουσία (εκ περιτροπής πρόεδρος, αντιπρόεδρος) με διαιτητή ξένους επιτρόπους (το ανώτατο όργανο του κράτους θα ήταν 9μελές με 3 Ε/Κύπριους, 3 Τ/Κύπριους και 3 άσχετους ξένους), βέτο στη νομοθετική εξουσία στην Τ/Κυπριακή πλευρά (2 κοινοβούλια, των οποίων η σύμφωνη γνώμη θα ήταν απαραίτητη, σε ένα από τα οποία η εκπροσώπηση θα ήταν 50-50), το νέο κράτος του οποίου η οικονομία κατά 90% θα προέρχονταν από την Ε/Κυπριακή πλευρά, θα ήταν αρμόδιο για να ικανοποιεί τα αιτήματα αποζημιώσεων (συν ένα «διεθνές ταμείο» με ασαφή χαρακτηριστικά). Επίσης, ο Τουρκικός στρατός θα έμενε σχεδόν για πάντα, οι έποικοι ομοίως, οι Ε/Κύπριοι θα επέστρεφαν μετά από καμιά δεκεατία και μετά, και σε πολύ μικρό ποσοστό, κοκ. Ρίξτε μια ματιά εδώ http://www.oxistosxedioanan.com, ένα αφιέρωμα του Αντίβαρου.

    Με μία λέξη: η ταφόπλακα της Κύπρου απετράπη, παρά τις ασφυκτικές πιέσεις από Βρετανία και ΗΠΑ. Παρά τις πιέσεις από τους δύο προκατόχους των κατόχων την εξουσία σε Ελλάδα και Κύπρο. Απετράπη, χάρη στο φρόνημα που διέθετε ο Παπαδόπουλος και δε μάσησε να «υποχρεωθεί» να συμφωνήσει για να δίξει ότι είναι «καλό παιδί».

    Επίσης, είχε τη διορατικότητα να ορίσει μονομερώς την ΑΟΖ της Κύπρου, ώστε σήμερα οι καρποί της να φαίνονται Μάννα εξ ουρανού.

  19. Αγαπητέ Ανδρέα,

    Δεν θα ήθελα να επανέλθω, διότι θεωρώ άσκοπη την συζήτηση με τον παραπάνω («στου κουφού την πόρτα…»), αλλά θέλω να διευκρινίσω ένα-δυο πράγματα, σχετικά μ’ αυτά που γράφεις:

    “Πρώτον, εγώ δεν μίλησα για καλλιέργεια φρονήματος αλλά για ηγέτες με φρόνημα” .. “Απετράπη, χάρη στο φρόνημα που διέθετε ο Παπαδόπουλος και δε μάσησε να «υποχρεωθεί» να συμφωνήσει για να δίξει ότι είναι «καλό παιδί». “

    Ακριβώς. Το φρόνημα του ηγέτη πέρασε και στον λαό. Αυτό ήθελα να πω με την φράση «Φρόνημα καλλιέργησε σαφώς ο Τάσσος Παπαδόπουλος, διαφορετικά ίσως ο Ελληνισμός της Κύπρου να είχε τρομοκρατηθεί από τις έξωθεν πιέσεις, να είχαν πιάσει τόπο τα λαδώματα και να είχε ενδώσει.» Και συνεχίζω … Ένα Έπος στην Πίνδο και ένα “ΟΧΙ” του 76% (75,83%) δεν επιτυγχάνονται χωρίς την κατάλληλη ψυχολογική στήριξη του λαού από τον ηγέτη του. Αν αυτός δεν έχει φρόνημα, δεν έχει ούτε ο λαός.

    Δεν θεωρώ ότι λέμε διαφορετικά πράγματα, έστω και αν η δική μου φράση δεν ήταν εντελώς ακριβής. Ας μην παίζουμε με τις λέξεις: Αν δεν ήταν ο Παπαδόπουλος, σήμερα η Κύπρος δεν θα έβγαζε πετρέλαια, διότι, χωρίς την έγκριση της Τουρκίας ουσιαστικά, δεν θα μπορούσε ούτε ΑΟΖ να καθορίζει, ούτε συμφωνίες με κράτη και εταιρείες να συνάπτει. Κοντός ψαλμός, αλληλούια.

    Κάτι «λεβέντες» σαν τον Σημίτη, Γιωργάκη, Κληρίδη, Μητσοτάκη και πολλούς άλλους (ολόκληρη λίστα «ανανιστών» υπάρχει με τις υπογραφές τους υπέρ του «σχεδίου»), ακριβώς αυτήν την δυνατότητα της ενιαίας Κυπριακής Δημοκρατίας ήθελαν να ανακόψουν, αλλά δεν τους «έκατσε», κατά το κοινώς λεγόμενον.

    Τώρα, αν ο από πάνω θέλει να αγιογραφεί τέτοιου είδους «ηγεσίες», πρόβλημά του. Για μένα σημασία έχει ότι έγινε αυτό που έπρεπε να γίνει και ότι η αντρίκεια στάση του Τάσσου Παπαδόπουλου συνέβαλε τα μέγιστα σ’ αυτό.-

  20. Ἀγαπητὲ κύριε Σταλίδη,
    Ἐνδιαφέρουσες οἱ πληροφορίες ποὺ παραθέτετε, ἀλλὰ πῶς ἀλλάζουν τὴν διήγηση ; Μοναχὰ τὴν μακραίνουν κάπως. Θὰ μποροῦσα κάλλιστα νὰ τὶς ἐνσωματώσω ἀκέραιες ἐκεῖ ποὺ γράφω ὂτι ἀπετράπη ἡ προδοσία χωρὶς νὰ ἀλλάξω τὴν κεντρικὴ ἰδέα. Συνεπῶς, συμπεραίνω ὅτι θεωρεῖτε ὂτι τίποτε δὲν ἄλλαξε τὸ 2004 στὴν Κύπρο. Ἁπλῶς διετηρήθη ἡ προτέρα κατάστασις, ἠ ὁποία εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς στρατιωτικῆς νίκης τῆς Τουρκίας του 1974. Ἤ, μήπως, ἄλλαξε κάτι ; Τί ὅμως ;

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *