Tέσσερα χρόνια από την κοίμηση του μακαριστού Χριστόδουλου, Αρχιεπισκόπου Αθηνών … Μας λείπει!

Με αφορμή τη συμπλήρωση (το Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012) τεσσάρων χρόνων από την κοίμηση του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου, ο επί τριετίαν συνεργάτης του για θέματα «εκκλησιαστικής διπλωματίας», δρ. Γεώργιος Μούρτος
(georgemourtos@yahoo.com), παραχώρησε στην εκδότρια του μηνιαίου
πανθεσσαλικού περιοδικού “Imagine”, Κατερίνα Ηλία, την ακόλουθη
συνέντευξη.

Το
κείμενο που ακολουθεί διαμορφώθηκε ειδικά για την ηλεκτρονική έκδοση
του “Imagine”, ενώ συνοπτική εκδοχή αυτής της συνέντευξης θα δημοσιευτεί
στη μηνιαία έκδοση (Φεβρ. 2012) του εν λόγω περιοδικού.

——————————————————————-
Κύριε Μούρτο, πώς γνωρίσατε
τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο και τι ήταν αυτό που σας
συνέδεσε, ώστε να αναδειχθείτε σε στενό συνεργάτη του;

Τον πρωτογνώρισα στο Βόλο, λόγω της λευιτικής καταγωγής μου, τη
δεκαετία του ΄80, και με εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή. Έκτοτε,
διατηρήσαμε επαφή δια της ανταλλαγής των δημοσιευμένων γραπτών μας,
άρθρων και βιβλίων, έως ότου δεχθώ τηλεφώνημά του στην Αθήνα προς τα
μέσα της αρχιερατείας του, για να ενταχθώ σε μια πολύ μικρή ομάδα, που
συναντιόταν ανά μήνα για κάνα δίωρο, για να συζητά θέματα ιδιαίτερου
ενδιαφέροντος. Ο μακαριστός έπαιρνε ιδέες, δέχονταν εισηγήσεις,
προβληματίζονταν έτι περαιτέρω για ζητήματα κοινωνικά, διεθνολογικά και
ευρύτερου εθνικού ενδιαφέροντος. Από αυτή τη μικρή «δεξαμενή σκέψης»,
ξεπήδησε η ιδέα της συνεργασίας μας ως υπευθύνου για θέματα
«εκκλησιαστικής διπλωματίας». Μια συνεργασία, που διήρκησε τρία περίπου
χρόνια.

Άρα, τον ζήσατε από πολύ κοντά. Πώς θα σκιαγραφούσατε την προσωπικότητά του;

Ελληνότροπος, είδος προς εξαφάνιση στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης•
αφιλοχρήματος, κολάσιμο προτέρημα στις μέρες μας• ακομπλεξάριστος,
σπάνιο είδος στην εξουσιαστική ελίτ μιας μεταπρατικής χώρας•
εκκλησιαστικός, άθλημα ελληνικό, έννοια εντελώς παρεξηγημένη και μεταξύ
των, κατά τα άλλα, ευσεβών και ηθικολόγων. Και για να γίνω πιο σαφής:
Υπήρξε ελληνότροπος μέχρι το μεδούλι, με βαθειά κατάρτιση στην κλασική, εκτός της Πατερικής, Γραμματείας.
Αφιλοχρήματος, αφού παραχώρησε την όχι και ευκαταφρόνητη οικογενειακή
περιουσία του στην Εκκλησία από την εποχή που ήταν αρχιμανδρίτης, ενώ
δεν ενεπλάκη στα εκκλησιαστικά οικονομικά, πέραν των τυπικών υποχρεώσεών
του, σε αντίθεση με τους Αγίους επικριτές του.
Ακομπλεξάριστος, καθότι γνήσιος και όχι φτειασιδωμένος. Ομιλώ για έναν
άνθρωπο ικανό, σφαιρικά μορφωμένο και όχι απλώς πολυπτυχιούχο,
πολύγλωσσο, κοσμογυρισμένο και προπάντων εκκλησιαστικό. Δηλαδή, για έναν
άνθρωπο της κοινωνίας, άμεσο και προσεγγίσιμο, που σόφαρε μόνος του τα
υπηρεσιακά αυτοκίνητα, καινοτόμος, που δε δίστασε να καθιερώσει γυναίκες
επιτρόπους στους ενοριακούς ναούς με συνέπεια να εγείρει τη μήνη
κάποιων ευσεβιστών στο Βόλο. Τη γυναίκα την ανέδειξε ποικιλοτρόπως. Για
παράδειγμα, γυναίκα ήταν η ιδιαιτέρα του στην Αρχιεπισκοπή, αλλά και
γυναίκες, και δη καλόγριες από τη Ρουμανία, οι οικοδέσποινες στην
Αρχιεπισκοπική κατοικία.
Ξέρετε, άνθρωπος που γελά, που χωρατεύει, που αφηγείται ανέκδοτα, βγάζει
καλοσύνη, εκπέμπει γνησιότητα, προκαλεί αμεσότητα, γι΄ αυτό έμεινε
γνωστός ως Χριστόδουλος, χωρίς τίτλο. Πρώτη φορά συνάντησα άνθρωπο της
εξουσίας να είναι τόσο καταδεκτικός και άμεσος με τον απλό άνθρωπο.
Οιοσδήποτε εξέφραζε την επιθυμία να τον δει, μπορούσε να τον δει στο
λιτό Γραφείο του, να φωτογραφηθεί μαζί του, και αυτό το πλήρωσε με την
έννοια ότι κάποιες από αυτές τις φωτογραφίες χρησιμοποιήθηκαν ιδιοτελώς
και κακοβούλως. Όταν τον συμβουλέψαμε να μην φωτογραφίζεται με τον κάθε
ένα που συναντούσε ήταν αργά, αλλά και πάλι δεν συμμορφώνονταν με τις
ψυχρές υποδείξεις μας.

Τον χαρακτηρίσατε εκκλησιαστικό, ενώ ο λόγος και οι δημόσιες παρεμβάσεις του θεωρήθηκαν ότι ταίριαζαν σε πολιτικό ηγέτη.

Μπράβο, αυτό είναι. Ο μακαριστός ήταν κατεξοχήν γνήσιος
ελληνορθόδοξος. Και η ορθόδοξη παράδοσή μας δεν είναι θρησκευτική,
ευσεβιστική με τους μεγάλους σταυρούς, με τους κατηφείς, αγέλαστους και
σεμνότυφους, αυτούς και αυτές που ο Φώτης Κόντογλου ονόμαζε
«Μεγαλοτετάρτες και Σαρακοστές». Η Ορθοδοξία είναι εκκλησιαστική. Και ως
εκκλησιαστική, είναι πολιτική. Ο Χριστόδουλος ήταν κατ’ εξοχήν πολιτικό
ον, με την αρχαιοελληνική, τουτέστιν εκκλησιαστική της έννοια. Δηλαδή,
συμμετείχε στην πολιτική ζύμωση της «πόλεως», αφού, στην ελληνική
παράδοση, ύψιστη αρχή της πολιτικής είναι η επιρροή και η διαμόρφωση του
ήθους της πόλης.
Διάβασα προσφάτως ένα καταπληκτικό άρθρο του πρωτοπρεσβύτερου και
πανεπιστημιακού, π. Γεωργίου Μεταλληνού, που γράφηκε το 1998 και
ερμηνεύει αυτή την πολιτική διάσταση του γνήσιου εκκλησιαστικού άνδρα.
Αλλά, για να το καταλάβεις αυτό πρέπει να έχεις εκκλησιαστική εμπειρία
και λόγο, και σε αυτό τον τομέα διακρίθηκε ο μακαριστός όσο κανείς άλλος
Ιεράρχης. Ως ελληνότροπος, χάλασε τη σούπα των επαγγελματιών του
είδους, των σπιθαμιαίων, που ήθελαν να μονοπωλούν και να διαμορφώνουν
κατ΄ αποκλειστικότητα το κοινωνικό γίγνεσθαι. Και ερωτώ κάθε λογικό και
καλοπροαίρετο: επιτρεπόταν να έχουν δημόσιο λόγο και να συνδιαμορφώνουν
το κοινωνικό ήθος ο εκδότης ανάλαφρων και γαργαλιστικών εντύπων, όπως
του «Κλίκ» και του “Nitro”, ο τελευταίος δημοσιογραφάκος ή οι
μειοψηφικοί κάθε είδους και ιδιαιτερότητας και όχι ο επικεφαλής ενός
θεσμικού φορέα με ιστορία χιλιετιών; Ωραία δημοκρατία φτιάξαμε
μεταπολιτευτικά, γι΄ αυτό γευόμαστε τους πικρούς καρπούς της σήμερα.
Πιθανώς, αυτήν τη δημοκρατία αξίζουμε, και αυτή θα έχουμε μέχρι να
συνέλθουμε.

Πολιτικά σε πιο χώρο θα τον κατατάσσατε;

Δεν
καταλάβατε. Μίλησα για πολιτική, με την αρχαιοελληνική σημασία της
λέξης, που κοινωνεί και απελευθερώνει και όχι για δέσμευση και υποταγή
στον αρχηγό και στους προστάτες, εγχώριους και ξένους, που συνεπάγεται η
κομματοκρατία. Σας διαφεύγει, ίσως, ότι  «εκκλησία» σημαίνει μάζωξη,
συμμετοχή στο άθλημα της ελευθερίας χωρίς καμία προϋπόθεση, μπαίνεις
βγαίνεις κατά το δοκούν ως μέλος του εκκλησιαστικού Σώματος. Άλλωστε, η
εκκλησία των πιστών είναι η μετεξέλιξη του βουλευτηρίου, της εκκλησίας
του δήμου.
Ο Χριστόδουλος ως εκκλησιαστικός ήταν ον πολιτικό και, ως εκ τούτου, δεν
ήταν κομματικός. Και για να σας προκαλέσω λίγο, θα χρησιμοποιούσα ως
την πλέον ταιριαστή λέξη, αφού θέλετε κάποια ετικέτα που να τον
χαρακτηρίζει, τον παπαδιαμάντειο όρο «χριστιανοειδωλολατρικός», που
συνδυάζει την ελληνικότητα και το εκκλησιαστικό ήθος. Είχε δε και
αξιοθαύμαστο γεωπολιτικό αισθητήριο. Ένα τέτοιο πολιτικό ον δεν
υποτάσσεται σε «χωρικές» δεσμεύσεις που υποβάλλουν τα κόμματα και
επιτάσσουν οι πολιτικές ιδεολογίες. Αυτά είναι για τους ηγετίσκους, για
τους μικρούς και ολίγους.

Και τα περί «Δεξιάς του Κυρίου»…!

Ας μιλήσουμε επί της ουσίας. Πολλοί στενοί συνεργάτες του προέρχονταν
από τον κεντροαριστερό χώρο, όπως η ιδιαιτέρα γραμματέας του, στέλεχος
του ΠΑΣΟΚ και πρώην νομάρχης. Κατά τη διάρκεια της σκανδαλολογίας
πολεμήθηκε λυσσαλέα από τη ναυαρχίδα της Δεξιάς, την «Απογευματινή», με
τους περισσότερους από την ηγετική ομάδα της ΝΔ να σφυρίζουν αδιάφορα.
Διατηρούσε στενή σχέση με βουλευτίνα του ΚΚΕ, χαιρόταν όταν μάθαινε πως
και η Αλέκα παραδεχόταν κατ΄ ιδίαν τη μέγιστη συμβολή της εκκλησιαστικής
γλώσσας στη διατήρηση της εθνικής ιδιοπροσωπίας μας, επισκέφθηκε τον
Περισσό και την Κουμουνδούρου όπου είχε μακρά και θερμή συζήτηση με τον
πρόεδρο του Συνασπισμού, Νίκο Κωνσταντόπουλο.
Θα σας πω και κάτι που δεν γνωρίζετε. Ο Καραμανλής ο πρεσβύτερος δεν
έχει αφήσει και την καλύτερη ανάμνηση μεταξύ των Ιεραρχών, διότι…πώς να
το διατυπώσω, θεωρείτο ότι η σχέση του ανδρός με την Εκκλησία δεν ήταν
καρδιακή, αφού πιστεύετο ότι ανήκε στο γνωστό κλειστό κλαμπ, στο οποίο η
Ορθοδοξία βρίσκεται απέναντι. Δεν γνωρίζω αν αυτό αληθεύει, αλλά εγώ θα
δώσω τη διεθνοπολιτική του διάσταση. Ίσως να είναι τυχαίο ίσως όχι ότι
οι Καραμανλήδες ήταν της γαλλικής σχολής, της χώρας δηλαδή που τυχαίνει
να εδρεύει το ισχυρότερο παρακλάδι αυτού του κλαμπ που προανέφερα, το
οποίο βρίσκεται σε διαρκή αντιπαλότητα με το αγγλοσαξονικό. Άραγε, να
είναι τυχαία γεγονότα η καθοριστική υποστήριξη του Παρισιού προς την
Ελλάδα του Καραμανλή για την ένταξή της στην ΕΕ υπό τον Καραμανλή, η
απόφαση του Καραμνλή για μερική αποχώρηση αλά γαλλικά από το
αγγλοσαξονικό ΝΑΤΟ, η μη πρόσκλησή του να επισκεφθεί την Ουάσιγκτον
μεταπολιτευτικά είτε ως πρωθυπουργού είτε ως Προέδρου της Δημοκρατίας
αλλά και γενικότερα η φημολογούμενη αγγλοσαξονική εχθρότητα προς τον
«μικρό» Καραμανλή;
Επανέρχομαι στην αρχική μου σκέψη, για να διατυπώσω μια ακόμη
επισήμανση. Η Δεξιά, μεταπολιτευτικά, τύποις ήταν λαϊκή και πατριωτική,
ενώ κατ΄ ουσίαν ήταν και παραμένει ένα συνονθύλευμα νοοτροπιών, τάσεων
και ιδεολογικών ρευμάτων, όπως του νεο-φιλελευθερισμού, του νεποτισμού,
της νεο-εποχίτικης αντίληψης και κομπλεξισμού –γι΄ αυτό, επιδόθηκε στη
συστράτευση «εκσυγχρονιστικών» υπολειμμάτων στις τάξεις της-, γεγονός
που δεν άφηνε περιθώρια συγκλίσεων με τα πιστεύω του μακαριστού, εκτός
από ζητήματα συγκυρίας. Γι΄ αυτό, παρεμπιπτόντως το αναφέρω, η Δεξιά της
Μεταπολίτευσης καθηλώθηκε στη β΄ εθνική και προσμένει κάποιο φάλτσο
σφύριγμα του διαιτητή ή κάποια γκέλα του αντιπάλου, για να ανέβει
πολιτική κατηγορία και πάλι όχι για να πρωταγωνιστήσει στην πολιτική
σκηνή αλλά ως κομπάρσος. Μα με κομπάρσους θα πήγαινε ο Ηγέτης και δη ο
εθνεγέρτης;
Θα
αναφέρω και μια προσωπική εμπειρία. Όταν ανέλαβε η κυβέρνηση Καραμανλή,
ρυθμίστηκε, ως είθισται, μια επίσκεψη του μακαριστού στο Πεντάγωνο,
όπου εδρεύει η Διεύθυνση Θρησκευτικού, στην οποία υπάγονται δεκάδες
στρατιωτικοί ιερείς ανά την επικράτεια. Επροτάθη, όπως η εκεί επίσκεψή
του, για να έχει κάποια ουσία και να μην περιοριστεί στα γνωστά
εθιμοτυπικά πλαίσια, συνδυαστεί με ένα σύντομο χαιρετισμό στο αμφιθέατρο
ενώπιον των στελεχών του υπουργείου, δίνοντας έτσι και την ευκαιρία για
μια προσωπική επαφή μαζί τους. Το γνωρίζω το θέμα, γιατί εγώ το
χειρίστηκα. Ο τότε υπουργός, ξενοδοχοεπιχειρηματίας σήμερα στην Πάρο και
εντελώς ξεχασμένος, το είδε το θέμα με ενθουσιασμό, αλλά μία ημέρα πριν
την προγραμματισμένη επίσκεψη, την ακύρωσε χωρίς εξήγηση. Πιθανότατα,
προέβη στην ενέργεια αυτής της μικρότητας, για να μη θεωρηθεί ότι
υστερεί σε προοδευτισμό και επιτρέπει σε κάποιον ελληνότροπο Ηγέτη να
ενσπείρει δαιμόνια, να τονώσει δηλαδή το ηθικό των ανδρών, που είναι το Α
και το Ω στις Ένοπλες Δυνάμεις.
Βεβαίως, η Δεξιά του «μικρού» Καραμανλή θεωρήθηκε και από τον μακαριστό
ως το επίνειο της εκκλησιαστικής ηρεμίας μετά από τη σημιτική θύελλα.
Αλλά, ως εκεί. Οφείλω, ωστόσο, να πω πως ο Καραμανλής, μετά από κάποιες
αμφιταλαντεύσεις, προσέγγισε τον Χριστόδουλο σε ανθρώπινο επίπεδο με
τρόπο συγκινητικό.

Μας
εξηγείτε το ρόλο σας ως υπευθύνου ζητημάτων «εκκλησιαστικής
διπλωματίας»; Ακούγεται ενδιαφέρον αλλά αντιφατικός, αφού φαίνεται να
συνδυάζει δύο αντίθετα: θρησκεία και πολιτική-διπλωματία.

Φαίνεται πως το έχει η μοίρα μου να προκαλώ με τις επιστημονικές και
επαγγελματικές ιδιότητές μου. Επί σειρά ετών ασχολήθηκα με ζητήματα
«στρατιωτικής διπλωματίας» στο υπουργείο Άμυνας και πολλοί με εξέλαβαν
για διπλωμάτη, δίδαξα και έγραψα επί του θέματος και με θεώρησαν ότι
είμαι καθηγητής και όχι στρατηγιστής (αναλυτής στρατηγικής) που στην
πραγματικότητα είμαι. Το ίδιο συνέβη και στον τομέα της «εκκλησιαστικής
διπλωματίας». Μάλιστα, ο Μητροπολίτης Πρόεδρος της Συνοδικής Επιτροπής
που χειρίστηκε υπηρεσιακά την απόσπασή μου στην Αρχιεπισκοπή, με έψεξε
ότι θα την μετέτρεπα σε υπουργείο Εξωτερικών.
Ας μιλήσουμε σοβαρά, γιατί σοβαρά είχε πάρει την αρχιερατική του
ιδιότητα και ο μακαριστός. Πολλοί, ίσως, δεν γνωρίζουν ότι ο επικεφαλής
της Ελλαδικής Εκκλησίας, και δη της προσωπικότητας του Χριστόδουλου,
είχε άπειρες επαφές με ξένους πολιτικούς και θρησκευτικούς ηγέτες.
Μάλιστα, είχε πρόταση να επισκεφθεί και τη μακρινή Μογγολία. Οι
χειρισμοί του, ακόμη και η σιωπή του, είχαν ειδικό βάρος, πέραν και
εκτός των στενών εκκλησιαστικών ορίων. Θα σας αναφέρω μερικά
παραδείγματα που ενεπλάκην προσωπικά.
Ο μακαριστός, ζήτησε την άποψή μου για τον τρόπο που έπρεπε να χειριστεί
την πρώτη, εθιμοτυπικής φύσεως, επίσκεψη του νέου πρεσβευτή των ΗΠΑ
στην Αρχιεπισκοπή. Μου εξέθεσε την πρόθεσή του να εγείρει το φλέγον τότε
θέμα του σκοπιανού ζητήματος με μια αναλυτική παρουσίαση. Του απάντησα
επί λέξει: «Προς θεού, Μακαριώτατε, όχι» και αντ΄ αυτού πρότεινα όπως
καταναλώσει το χρόνο της συνάντησης με φιλοφρονήσεις του τύπου «θαυμάζω
τη χώρα σας, τις οικουμενικές αξίες που πρεσβεύει» και τα παρόμοια
μελιστάλακτα, και προς το τέλος να αναφέρει το ζήτημα με κάποια έμμεση
αναφορά, όπως: «το έθνος μας, και δη ο απόδημος Ελληνισμός που
εκτείνεται σε κάθε γωνιά της γης, μεγάλο μέρος του οποίου βρίσκεται στη
χώρα σας, έχει έντονες ευαισθησίες στα εθνικά θέματα και είμαι σίγουρος
ότι η μεγάλη σας χώρα δεν θα τον απογοητεύσει». Διπλωμάτης είναι,
έξυπνος φαίνεται, θα καταλάβει τη στόχευση. Ενθουσιάστηκε και την
επόμενη της συνάντησής τους μου είπε πως η συζήτηση εξελίχθηκε σε
εξαίρετο κλίμα.
Άξια αναφοράς είναι και μια άλλη περίπτωση. Ενθυμούμαι, πως ένα πρωινό,
μου έδειξε ένα χειρόγραφό του, που το προόριζε για Δελτίο Τύπου και το
είχε συντάξει μεταμεσονύκτια –ξέρετε, κοιμόταν ελάχιστα-, με αφορμή
κάποιο προσωπικό μήνυμα-έκκληση που απεστάλη από τον Πατριάρχη Σερβίας,
Παύλο, για τις πυρπολήσεις εκκλησιών στο Κοσσυφοπέδιο από Κοσοβάρους
Αλβανούς. Το κείμενο ήταν καταπέλτης εναντίον αμερικανών, ευρωπαίων και
φτωχοσυγγενών, και η άμεση αντίδρασή μου ήταν να του εξηγήσω πως δεν
πρέπει να το προωθήσει στα ΜΜΕ. Μετά από αυτά, αποσύρθηκα στο γραφείο
μου, για να γράψω κάποιο άλλο. Την άρνησή μου τη δικαιολόγησα ότι
στοχοποιούσε συλλήβδην τους Αλβανούς, οι οποίοι δεν μας έφταιγαν,
απεναντίας μεγάλος αριθμός ομοεθνών τους ζούσε στην Ελλάδα και δυνάμει
αποτελούν στρατηγικούς μας εταίρους, εκτός του ότι η πιθανότητα να
προκληθεί κάποια διπλωματική εμπλοκή ήταν μεγάλη. Και το σημαντικότερο,
με την ανακοίνωση αυτή υψώνεται ο πήχης πολύ ψηλά για ένα θέμα που δεν
είναι ελληνικό, δεν εντάσσεται στις εθνικές προτεραιότητές μας. Του
υπενθύμισα ότι το Βελιγράδι δεν δίστασε να αναγνωρίσει τα Σκόπια με το
συνταγματικό τους όνομα, όταν το έκρινε εθνικά απαραίτητο και πως εμείς
δεν πρέπει να φανούμε βασιλικότεροι του βασιλέως. Του έθεσα δε τον εξής
προβληματισμό: εάν σηκώνουμε τον πήχη πολύ υψηλά για αλλότρια ζητήματα
τότε για τα θέματα άμεσου εθνικού ενδιαφέροντος θα πρέπει να καλέσουμε
το λαό στα όπλα. Γέλασε και αποδέχθηκε ασμένως την πρότασή μου. Τελικά,
δεν απέστειλε κανένα Δελτίο Τύπου.
Σε μια άλλη περίπτωση, δεν αποδείχθηκα το ίδιο αποτελεσματικός, γιατί το
κακό είχε συντελεστεί σε ομιλία του. Δυστυχώς, ο μακαριστός ομιλούσε
πάντα από στήθους, χωρίς προετοιμασία, και ο λόγος του ήταν φλογερός και
αυθόρμητος, γι΄ αυτό συχνά ήγειρε προβλήματα, όπως στη συγκεκριμένη
περίπτωση που χαρακτήρισε τους Τούρκους «βαρβάρους». Με αυτή την
αναφορά, οι Τούρκοι «τούρκεψαν». Αφού το κακό έγινε, περιορίστηκα στην
επισήμανση «ποτέ προσωπικούς χαρακτηρισμούς». Μπορεί κάποιος να πει τα
ίδια πράγματα με διαφορετικό τρόπο, ώστε να μην οξύνει τα πνεύματα και
ταυτόχρονα να περνά τα μηνύματα, όπως: «κατά το παρελθόν, και υπό όλα τα
καθεστώτα, πολλές πράξεις τους ήταν βάρβαρες, καθότι εμπεριείχαν
διωγμούς και βία και καλό θα ήταν αυτό να παραμείνει στο παρελθόν και να
μην επαναλαμβάνεται, όταν μάλιστα επιδιώκουν ένταξη στην Ευρώπη, που
διέπεται από αρχές και αξίες». Αξίζει να σημειωθεί ότι ο μακαριστός
εκτιμούσε τον απλό Τούρκο πολίτη για τα χαρίσματά του (φιλόξενος,
υπομονετικός, φιλικός) και ο χαρακτηρισμός του αφορούσε στην ηγεσία του.
Ο ίδιος είχε πολλά θετικά ακούσματα και βιώματα, λόγω της καταγωγής του
από την Αδριανούπολη, γι΄ αυτό, θέλοντας να τους γνωρίσει καλύτερα,
μελέτησε την τουρκική  γλώσσα.
Σε ένα άλλο επίπεδο, χειρίστηκα το θέμα τριών προσκλήσεων που είχε λάβει
από ισάριθμους πολιτειακούς και πολιτικούς παράγοντες του Ιράν
–Πρόεδρος του κράτους, Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, υπουργός Εξωτερικών-
να επισκεφθεί τη χώρα αυτή. Υπενθυμίζω ότι Πρόεδρος του Ιράν ήταν τότε
μια εξέχουσα προσωπικότητα, ένας διανοούμενος, ο Μωχάμετ Καταμί, και
ήταν φανερό ότι οι Ιρανοί επιδίωκαν μια επίσκεψη ενός προβεβλημένου
Ιεράρχη της Χριστιανοσύνης, όπως ο μακαριστός, για δικούς τους
πολιτικούς λόγους. Ξεκίνησα τις επαφές με το ελληνικό υπουργείο
Εξωτερικών, στη βάση συγκεκριμένων ερωτημάτων, όπως: εάν η πρόταση γίνει
αποδεκτή θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες για τη χώρα, θα προκληθεί,
λ.χ., ο αμερικανικός παράγοντας, εάν όχι τότε δεν θα δημιουργηθεί
πρόβλημα με τους Ιρανούς, στους οποίους θα δοθεί η εντύπωση ότι τους
απαξιώνουμε, όταν μάλιστα υπάρχει προηγούμενο με τις επισκέψεις του
Οικουμενικού Πατριάρχη αλλά και άλλων θρησκευτικών ηγετών, όπως του
Αρχιεπισκόπου του Καντέμπερυ, ως προπομπού εξομάλυνσης των
αγγλο-ιρανικών σχέσεων; Δυστυχώς, δεν έβγαζα άκρη, αποδείχθηκε για μια
ακόμη φορά η μετριότητα της ελλαδικής διπλωματίας και πρότεινα στον
μακαριστό να παγώσει το θέμα. Η σκανδαλολογία τελικά έθαψε οριστικά αυτή
την ιστορική επίσκεψη, που προσωπικά την έβλεπα όχι απλώς θετικά αλλά
και ως μια εθνική ευκαιρία. Την ίδια άποψη είχε και ο μακαριστός.
Μεταξύ των ζητημάτων ιδιαίτερου ενδιαφέροντος που χειρίστηκα, ως προς τη
διεθνοπολιτική του σκοπιμότητα, ήταν και αυτό της επίσκεψής του στο
Βατικανό, για την οποία κάνω ειδική αναλυτική αναφορά στο βιβλίο μου «Οι
αν-ορθόδοξοι της Ορθοδοξίας».
Θα κλείσω την ενδεικτική απαρίθμησή μου με την εξής περίπτωση, ήσσονος
φαινομενικά σημασίας, που αφορά στην πρόσκληση συμμετοχής του ίδιου του
μακαριστού ή εκπροσώπου του, στη «Συνάντηση της Ρόδου», που διοργάνωνε
το ρωσικό Ίδρυμα «Η Δόξα της Ρωσίας», ενός φαινομενικά ανεξάρτητου
πολιτιστικού φορέα αλλά με κυβερνητική καθοδήγηση και χρηματοδότηση και
με υποστήριξη από το Πατριαρχείο Μόσχας. Ήταν ένα από τα πολλά
πατριωτικά Ιδρύματα που ξεφύτρωσαν επί Πούτιν και το συγκεκριμένο
«στόχευε» τον Ορθόδοξο κόσμο, και δη τη μήτρα της Ορθοδοξίας, τον
ελληνισμό. Γι΄ αυτό, επιλέχθηκε ένα κοσμοπολίτικο ελληνικό νησί της
πνευματικής δικαιοδοσίας του Φαναρίου, η Ρόδος. Την υπόθεση τη δούλεψα
αρκετά και καταλήξαμε στην απόφαση να αρνηθεί την πρόσκληση δια της
σιωπής, διότι: η αποδοχή της νομιμοποιούσε μια δραστηριότητα
οικουμενοποίησης, έστω με έμμεσο τρόπο, του Πατριαρχείου Μόσχας, με
δυνάμει σοβαρές συνέπειες για το Φανάρι.
Ο μακαριστός ήξερε να ιεραρχεί τα θέματα, να τα αποφορτίζει, να μην τα
προσωποποιεί. Άλλο η σύγκρουσή του με το Φανάρι για ύψιστης
εκκλησιαστικής σπουδαιότητας θέματα και άλλο η υπονόμευση του
οικουμενικού ρόλου του, που ούτε σαν σκέψη δεν περνούσε από το μυαλό του
λόγω των οδυνηρών συνεπειών που θα είχε για τον ελληνισμό. Ήταν, όντως
Ηγέτης. Συγκρίνετέ τον με την πολιτική τάξη της χώρας διαχρονικά, με
αυτή δηλαδή που, με ελάχιστες εξαιρέσεις, έχει στο παθητικό της την
πρόταξη του «πατριωτισμού» του προστάτη της έναντι του ελληνισμού. Και
για να το συγκεκριμενοποιήσω: το Μνημόνιο, οι ελληνοτουρκικές φιλίες, η
καλλιεργηθείσα αντίληψη ότι η «Κύπρος είναι μακριά», το δόγμα ανήκουμε
αποκλειστικά στη Δύση ή στην «κόκκινη» Ανατολή, το Σχέδιο Ανάν,
εξυπηρετούν μακροπρόθεσμα τον ελληνισμό ή τους «προστάτες»;
Ειρήσθω εν παρόδω, το εν λόγω ρωσικό Ίδρυμα, που ιδρύθηκε το 2002,
μετεξελίχθηκε σε Κοινωνικό Φόρουμ με το αθώο όνομα «Διάλογος των
Πολιτισμών», έχοντας ως επικεφαλής ένα Ρώσο, προσωπικό φίλο του Πούτιν.
Το Φόρουμ αυτό, που έχει έδρα την Αυστρία, ενώ η νεολαιίστικη πτέρυγά
του εδρεύει στην Τσεχία, συνεχίζει τα ετήσια συνέδριά του στην Καλλιθέα
της Ρόδου. Σκοπός του, απ΄ ό,τι είμαι σε θέση να διακρίνω, είναι το
παγκόσμιο ξεδίπλωμα της Ορθόδοξης Ρωσίας με προκάλυμμα τον πολιτισμό και
με σταθερή εστίαση στον ελληνισμό μέσω των διαπολιτισμικών εκδηλώσεων
και στο πλαίσιο της αποκαλούμενης «ασύνορης αδελφοσύνης» αφενός και,
αφετέρου, με ενέργειες που αποσκοπούν μακροδυναμικά στην άλωση του
Φαναρίου. Το 2010, για πρώτη φορά, συμμετείχε υψηλόβαθμη αντιπροσωπεία
της ελληνικής κυβέρνησης, που αιτιολογήθηκε ότι αποβλέπει στην
προσέλκυση Ρώσων τουριστών στη χειμαζόμενη οικονομικά χώρα μας, ενώ
συλλειτούργησαν Έλληνες και Ρώσοι κληρικοί στον καθεδρικό ναό του
νησιού.
Το συμπέρασμα που συνάγω από τα ανωτέρω είναι το εξής: Εάν υπήρχε
σταγόνα γεωπολιτικής σκέψης στην ελληνική πολιτική ελίτ δεν θα πρότασσε
υπερφιάλους διαλόγους πολιτισμών, που χαμηλώνουν τον ελληνισμό, αλλά
διαλόγους «πολιτιστικών υπερδυνάμεων», που τον εξυψώνουν. Θα υιοθετούσε
την πρόταση και θα πρωτοστατούσε στην υλοποίησή της, όπως αυτή
πρωτοδιατυπώθηκε από τον Ιρανό πρόεδρο Καταμί, για συνεργασία μεταξύ των
πολιτιστικών υπερδυνάμεων (Ελλάδα, Ιταλία, Αίγυπτος, Ιράν, Ινδία,
Κίνα). Μια επίσκεψη του θουκυδίδειου Χριστόδουλου στο Ιράν θα είχε
πολλαπλά οφέλη για το κράτος και το έθνος μας. Καταλαβαίνετε γιατί
γίναμε ο διεθνής «καρπαζοεισπράκτορας»; Εθνικός ξεπεσμός ενός λαού με
αριστοκρατική καταγωγή, αυτό πέτυχε η δημοκρατία της Μεταπολίτευσης.

Αναφερθήκατε στο
γεωπολιτικό αισθητήριο του θουκυδίδειου, όπως τον αποκαλέσατε,
Χριστόδουλου. Τι εννοείτε, γιατί πάλι στην πολιτική βλέπω ότι το πάτε.

Και μόνον ότι εξαναγκάζομαι να δίνω συνεχώς διευκρινίσεις για τα
αυτονόητα που χαρακτηρίζουν τον διαχρονικό Έλληνα στην μακρόσυρτη
ιστορική πορεία του, καταλαβαίνει κανείς το βαθμό απόκλισής μας από τον
ελληνότροπο βίο. Καταλαβαίνει, δηλαδή, το μέγεθος της εθνικής μας
αλλοτρίωσης, που μας οδήγησε, χωρίς ουσιαστικές αντιδράσεις, στην
απεμπόληση του «εθνικού» είτε πρόκειται για την εθνική κυριαρχία είτε
για την εθνική Εκκλησία είτε για την εθνική Παιδεία είτε για εθνική
νοοτροπία. Και επί τω προκειμένω, επί του ερωτήματός σας. Θα αναφέρω τις
ακόλουθες περιπτώσεις, για τις οποίες έχω προσωπική άποψη και
δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό μου.
Στις προτεραιότητες του μακαριστού ήταν η ανέγερση νέου μητροπολιτικού
ναού, όχι για μεγαλεία και φαραωνικές επιδείξεις, που κατηγορήθηκε αλλά,
γιατί γνώριζε όσο λίγοι ότι ο σημερινός αποτελεί σύμβολο μειωμένης
εθνικής κυριαρχίας, εάν όχι εθνικής υποταγής. Για να σας το εξηγήσω όσο
το δυνατόν απλούστερα θα δώσω το λόγο στον πιο μορφωμένο αγράμματο
Έλληνα όλων των εποχών, τον Στρατηγό Μακρυγιάννη: «Έφκιασε και παλάτι η
Μεγαλειότης του (εννοεί τον βασιλιά Όθωνα), και ναόν του Θεού δεν έχει
επιθυμίαν ούτε να φκιάση, ούτε να ιδή με τα μάτια του…Εις την πρωτεύουσα
να μην είναι εκκλησία αναλόγως με την τιμή των υπηκόγων του, μόνο λούσα
και πολυτέλειες –περάσαμεν την Ευρώπη». Ο Στρατηγός τα είπε όλα σε
λίγες αράδες. Θα μου πείτε, φτωχή ήταν τότε η Ελλάδα, πού να βρεθούν
λεφτά για μητροπολιτικούς ναούς. Θα αποδεχόμουν το συλλογισμό αυτό εάν η
εν λόγω παράλειψη δεν υπέκρυπτε σκοπιμότητα. Και εξηγώ.
Οι τότε «προστάτες» μας Βαυαροί έφτιαξαν το τάχα πολεοδομικό σχέδιο της
Αθήνας με τρόπο ώστε να περνά απ΄ όπου υπήρχαν βυζαντινές εκκλησίες και
μοναστήρια• 470 ναοί, ναϋδρια και μοναστήρια καταστράφηκαν. Έτσι, για να
αποχαρακτηρίσουν το θρησκευτικό φρόνημα των Ελλήνων. Και επειδή δεν
μπορούσαν να αγνοήσουν την αναγκαιότητα ενός μητροπολιτικού ναού
προέβησαν στο χτίσιμο του αρχιτεκτονικού τερατουργήματος, του σημερινού,
που σχεδιάστηκε από Γερμανό, εκτελέστηκε από Γάλλο και εικονογραφήθηκε
από Γερμανό. Είναι ο μικρότερος σε μέγεθος ναός από κάθε άλλη ευρωπαϊκή
πρωτεύουσα, ακόμη και από τους περισσότερους  μητροπολιτικούς ναούς της
Ελλαδικής Εκκλησίας, για να αποτελεί σύμβολο της μικρότητας ενός κράτους
και υποταγής στους μεγάλους πάτρωνες. Και, όπως αντιλαμβάνεστε, τα
εθνικά σύμβολα των ραγιάδων δεν πρέπει να λάμπουν, ώστε οι ίδιοι να
φαίνονται και να αισθάνονται μικροί. Μια επίσκεψη στον μητροπολιτικό ναό
των Αθηνών είναι αρκετή να επιβεβαιώσει τα προαναφερόμενα. Πραγματικό
χάλι, με τις μόνιμες πλέον σκαλωσιές και τις φωλιές πουλιών, που έγιναν
λυπηρό αξιοθέατο στο κέντρο των Αθηνών και αυτό, γιατί το κράτος δεν
διαθέτει ένα εκατομμύριο ευρώ για την αναστύλωσή του, όταν για την
αναστύλωση τζαμιών διατίθενται εκατομμύρια. Πραγματικό εθνικό όνειδος,
τι άλλο να πει κανείς.
Αυτά για όσους πιστεύουν ότι η εξέγερση του 1821 έφερε την Ανεξαρτησία
και για να πειστούν ότι η πλήρης αποδοχή του Μνημονίου και των συναφών
συνοδευτικών δεν ήταν ζήτημα αποτροπής της πτώχευσης αλλά υπαγορεύτηκε
από τη νοοτροπία της υποταγής.
Ειδικά για την ανέγερση του μητροπολιτικού ναού των Αθηνών
κατεδαφίστηκαν 72 βυζαντινές εκκλησίες –αρχιτεκτονικά κοσμήματα, εάν
ληφθεί ως μέτρο σύγκρισης ο ναός της Καπνικαρέας, που σώθηκε
συμπτωματικά- με το πρόσχημα της εξασφάλισης χρημάτων από την εκποίηση
των οικοπέδων. Ένα εθνικό ανοσιούργημα, στη συντέλεση του οποίου
σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι εγχώριοι κλασικοί αρχαιολόγοι, που ήθελαν να
αποκόψουν άπαξ δια παντός το νεοσύστατο ελλαδικό κράτος από το Βυζάντιο.
Πρόκειται για κλασική περίπτωση πολιτιστικής γενοκτονίας!
Σήμερα, ό,τι εθνικό απέμεινε, εκποιείται, κατά τα φαινόμενα, με τα
Μνημόνια στους Νεο-βαυαρούς. Πρωταγωνιστές οι ίδιοι πεφωτισμένοι, οι
εκσυγχρονιστές ντε, που κατασυκοφαντούσαν τον μακαριστό για μεγαλομανία
και αλόγιστες δαπάνες, γιατί ως Ηγέτης ήθελε ένα μητροπολιτικό ναό που
θα αντιστοιχούσε σε ένα αυτόφωτο και όχι υπόδουλο κράτος. Πού να
συλλάβουν την γεωπολιτική ιδιοφυία του μακαριστού οι πολιτικά μικρόνοες.
Και κάτι άλλο ακόμη για το εν λόγω θέμα. Ο μητροπολιτικός ναός κάθε
χώρας αποτελεί εθνικό σύμβολο και αφ΄ εαυτού έχει έντονο γεωπολιτικό
συμβολισμό. Εθνικά σύμβολα αποτελούν και τα πολιτιστικά μνημεία, όπως ο
Παρθενώνας των Αθηνών, οι Πυραμίδες στο Κάιρο, καθώς και το θέατρο
Μπολσόι στη Μόσχα, που επί έξι χρόνια ανακαινιζόταν, κόστισε 520 εκ.
δολάρια και στα εγκαίνια που έγιναν προσφάτως παραβρέθηκε σύσσωμη η
πολιτική, εκκλησιαστική και πνευματική ελίτ της χώρας. Βέβαια, ομιλώ για
τη Ρωσία, που η σημαντικότερη Επιτροπή της Βουλής (Δούμα) είναι αυτή
της Γεωπολιτικής και η σημαντικότερη Συνοδική Επιτροπή του Πατριαρχείου
Μόσχας είναι αυτή των Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων με επικεφαλής
τον ικανότερο Ιεράρχη.
Δεύτερη περίπτωση, που φανερώνει τη θουκυδίδεια σκέψη του μακαριστού,
είναι η σύσταση του Γραφείου της Ελλαδικής Εκκλησίας στις Βρυξέλλες, με
επικεφαλής έναν διανοούμενο επίσκοπο, τον Αχαΐας Αθανάσιο, η δημιουργία
του οποίου πολεμήθηκε από το Φανάρι και από πολλούς εγχώριους μεταπράτες
με ξενικό πατριωτισμό. Το Γραφείο αυτό δεν ήταν forum προβολής του
Χριστόδουλου –άλλωστε ο άνθρωπος ήταν τόσο αυτόφωτος, που δεν είχε την
ανάγκη τεχνικού φωτισμού-, αλλά σύμβολο εθνικής ανεξαρτησίας στην καρδιά
της Ευρώπης και, εάν θέλετε, αποτελούσε μια προσπάθεια για την
κατοχύρωση της ελληνικότητας του πνευματικού κεφαλαίου που λέγεται
Ορθοδοξία. Λάβετε υπόψη ότι η Ορθοδοξία έχει ταυτιστεί εν πολλοίς στη
διεθνή κοινή γνώμη με τη Ρωσία, η οποία μετά το 1990 έχει υιοθετήσει μια
επιθετική πνευματική-εκκλησιαστική εξωστρέφεια παγκοσμίως. Βεβαίως,
υπάρχει Γραφείο και του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις Βρυξέλλες αλλά
αυτό δεν έχει εθνική ταυτότητα.
Ψιλά γράμματα θα μου πείτε, εμάς μας απασχολεί η πάρτη μας, οι περικοπές
στο μισθό μας, το γεγονός ότι δεν μπορούμε να συντηρήσουμε το τριώροφό
μας και δεν προλάβαμε να αγοράσουμε και το νέο μοντέλο της Mercedes.
Σωστά, γι΄ αυτό πρέπει να υπάρχουν Ηγέτες να νοιάζονται και να προωθούν
τα μεγάλα και υψηλά, διαφορετικά με τους σπιθαμιαίους φτάσαμε στη
σημερινή κατάντια, στην οικιοθελή απεμπόληση της εθνικής μας κυριαρχίας.
Ο Χριστόδουλος είχε όνειρα για το Γραφείο των Βρυξελλών αλλά μετά την
κοίμησή του αυτά έσβησαν και το Γραφείο λειτουργεί χάρη στις προσπάθειες
του επικεφαλής επισκόπου αλλά με καθαρά υποβαθμισμένο ρόλο και εντελώς
ξεχασμένο.
Τρίτη περίπτωση αποτελεί η σκέψη του μακαριστού για τη δημιουργία, από
την Εκκλησία της Ελλάδος, μιας παγκοσμίου κύρους βιβλιοθήκης στην καρδιά
της Αθήνας, στο Ψυρρή, όπου διαθέτει ιδιόκτητο ακίνητο. Για το θέμα
έκανα εισήγηση στον μακαριστό, προτείνοντας όπως η βιβλιοθήκη να μην
είναι μονοθεματική, δηλαδή εκκλησιαστική, αλλά να έχει και
εξειδικευμένους χώρους με πολύτιμα συγγράμματα της κλασικής Γραμματείας
και εθνικών θεμάτων. Γνωρίζω ότι αξιόλογοι Έλληνες ακαδημαϊκοί
προσφέρθηκαν να δωρίσουν τις πολύτιμες βιβλιοθήκες τους στην Εκκλησία,
γιατί τα πανεπιστημιακά ιδρύματα δεν τα εμπιστεύονται. Αυτή η βιβλιοθήκη
θα μπορούσε να γίνει ερευνητικός πόλος επιστημόνων απ΄ όλο τον πλανήτη,
όταν, π.χ., η Εθνική Βιβλιοθήκη αιμορραγεί στελεχιακά και καταρρέει
λειτουργικά. Την σκέψη αυτή δεν πρόλαβε να την υλοποιήσει ο ίδιος αλλά
ένας στενός συνεργάτης του, ο π. Θωμάς Συνοδινός, χωρίς, όμως, να πάρει
τη μορφή που είχε οραματιστεί ο μακαριστός. Ωστόσο, είχε προλάβει να
δημιουργήσει, χωρίς φυσικά κρατική συνδρομή και ενθάρρυνση, τη
μεγαλύτερη ηλεκτρονική βιβλιοθήκη ορθόδοξης και νεοελληνικής
Γραμματείας, με εκατοντάδες κείμενα, πολλά εκ των οποίων μεταγλωττισμένα
σε εννέα γλώσσες, και με χιλιάδες επισκέπτες μηνιαίως. Βλέπετε πώς οι
Ηγέτες κεφαλαιοποιούν την γεωπολιτική μοναδικότητα της χώρας τους;
Τα αναφέρω αυτά, για να αναδείξω μια γεωπολιτική διάσταση εθνικής ισχύος
που δεν είναι γνωστή. Ότι, δηλαδή, ο μακαριστός επεδίωξε και πέτυχε σε
ένα βαθμό να τοποθετήσει την Εκκλησία της Ελλάδος στο επίκεντρο του
παγκόσμιου εκκλησιαστικού χάρτη, έχοντας απέναντί του ένα ελλαδικό
κατεστημένο, πολιτικό και εκκλησιαστικό. Δεν ήταν, ωστόσο, αιθεροβάμων.
Γνώριζε ότι η αναβάθμιση της Ελλαδικής Εκκλησίας συμβαδίζει με την
αναβάθμιση των Ελληνορθόδοξων Πατριαρχείων, τα οποία βοηθούσε στελεχιακά
και οικονομικά. Γνώριζε, επίσης, ότι δεν μπορεί να υπάρξει εθνική
αναβάθμιση με κουτσουρεμένη εκκλησιαστική κυριαρχία, με δύο
Αρχιεπισκοπές (Αθηνών και Κρήτης), με επτά εκκλησιαστικά καθεστώτα,
χώρια τις πολυάριθμες παραφυάδες του Παλαιού Ημερολογίου. Η Εκκλησία που
ονειρευόταν θα είχε άλλη βαρύτητα, θα ήταν τουλάχιστον ισόκυρη με τις
υπόλοιπες εθνικές Εκκλησίες, θα είχε λόγο διεθνή και μαζί με αυτή θα
είχε γεωπολιτικό εκτόπισμα και η χώρα.
Αξιολογείστε τη σκέψη του μακαριστού και συγκρίνετέ την με αυτή των
διαμορφωτών και εκφραστών της «αραχνιασμένης» -κατά τον χαρακτηρισμό του
σερ Βασίλη Μαρκεζίνη- ελλαδικής διπλωματίας. Έμεινα εμβρόντητος, όταν
διευθυντικό στέλεχος του υπουργείου Εξωτερικών μου υπέδειξε πως ο
μακαριστός έπρεπε να προωθεί πρωτοβουλίες στο βαθμό που το επέτρεπε το
Φανάρι, όταν όλοι, πλην των αρμοδίων απ΄ ότι φαίνεται, γνωρίζουμε ότι το
Φανάρι τελεί υπό τουρκική ομηρία.
Ζητώ την κατανόησή σας που μακρηγορώ αλλά το θέμα που θίξατε έχει
αγγίξει ευαίσθητες χορδές. Μπορεί να γράψει κανείς διδακτορική διατριβή,
γι΄ αυτό ζητώ την επιείκειά σας, για να προσθέσω κανά δυο ακόμη
σκέψεις. Ο μακαριστός δεν είχε να αντιμετωπίσει τη δυσπιστία και την
εχθρότητα των ξένων αλλά, πρωτίστως εάν όχι αποκλειστικώς, του ελλαδικού
κράτους. Συχνά έλεγε σε υπουργούς και υψηλόβαθμα κομματικά στελέχη πως
εάν «δεν υπήρχα έπρεπε να με ανακαλύψετε», εννοώντας πως έπρεπε να
θεωρούν μέγιστο διπλωματικό χαρτί τον εθνοπατριωτικό του λόγο, που θα
μπορούσαν να το εκμεταλλευτούν διπλωματικά, για να μετριάζουν τις
απαιτήσεις των Σκοπιανών, Τούρκων και λοιπών αναθεωρητών. Δηλαδή, η
ελληνική διπλωματία μπορούσε κάλλιστα και ανέξοδα να παίξει το γνωστό
παιχνίδι των Τούρκων, που δικαιολογούν την επιθετικότητα της
συμπεριφοράς τους στο ότι τάχα πιέζονται από τους εθνικιστές
στρατιωτικούς, γι΄ αυτό τονίζουν ότι η Αθήνα πρέπει να δείχνει κατανόηση
στις αμείωτες αξιώσεις και στις πολιτικές υπερβολές τους. Του διέφευγε,
όμως, ότι η πολιτική ελίτ των Αθηνών θεωρούσε ως πρόβλημα όχι τις
αξιώσεις και την επιθετικότητα των τρίτων –Σκοπιανών, Τούρκων, Αλβανών-,
αλλά την πατριωτική στάση του ίδιου, που δεν συνηγορούσε, έστω και δια
της σιωπής, στο «ρεαλισμό» της μειωμένης εθνικής κυριαρχίας, σε εθνικές
υποχωρήσεις. Δείτε, για παράδειγμα, με τι ευκολία υιοθετήθηκε το
Μνημόνιο και πως το πολιτικό κατεστημένο των Αθηνών συνηγόρησε σύσσωμο
και σχεδόν ασμένως στο Μεσοπρόθεσμο. Αυτό δεν είναι δείγμα της
διαχρονικής τάσης προς υποταγή, της μειωμένης εθνικής κυριαρχίας όπως
εύγευστα σερβίρεται;
Υπερβολές, θα μου πείτε, θέλουμε αποδείξεις των ισχυρισμών και, εάν
είναι έτσι, οι υπεύθυνοι πρέπει να καταγγελθούν και να οδηγηθούν στον
εισαγγελέα για να δικαστούν, κατά την  έκφραση του συρμού. Δηλαδή, ο
πολίτης δεν έχει άλλη δουλειά από το να τρέχει στους εισαγγελείς και να
υποβάλλει μηνύσεις, οι οποίες κοστίζουν και ένα μισθό! Εγώ, απλός
ερευνητής είμαι, επισημάνσεις κάνω, μια καλή διάγνωση επιχειρώ και αφήνω
τη θεραπεία στους αρμοδίους. Και αυτό που εισπράττω είναι η άρνηση της
πολιτικής ελίτ του αθηναιοκεντρικού κράτους να αποδεχθεί μέχρι σήμερα
την ελληνικότητα της Μακεδονίας και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αφού, μεταξύ
των πολλών άλλων, αρνείται να τοποθετηθεί ανδριάντας του στην Αττική.
Στήνουν παντοειδή κακόγουστα και άσχετα αγάλματα παντού, γεμίσαμε με
ονοματοδοσίες πολιτικών, αλλά πουθενά Μέγας Αλέξανδρος. Αυτό το γνώριζε ο
μακαριστός, γι΄ αυτό απέστειλε σε όλους τους ηγέτες των χωρών της ΕΕ
δίγλωσση επιστολή, στην αγγλική και στη μητρική γλώσσα του Μεγάλου
Αλεξάνδρου, την ελληνική, γεγονός που προκάλεσε τη μήνη των εγχώριων
«πεφωτισμένων», οι οποίοι έπεσαν επάνω του τότε να τον κατασπαράξουν
στην κυριολεξία.
Πέστε μου, σας παρακαλώ, κρίνοντας με την ψυχραιμία της χρονικής
απόστασης, πιο ήταν το επιλήψιμο στην ενέργεια αυτή του δημοφιλέστατου
Ηγέτη, ο οποίος είχε πρωτόγνωρη απήχηση σε ολόκληρο τον ελληνισμό,
πρωτίστως τον απόδημο, και «μετρούσε» στα διεθνή κέντρα αποφάσεων. Τι θα
κέρδιζε η ελληνική διπλωματία με τη σιωπή του. Εάν διαβάσετε το κείμενο
της επιστολής που προανέφερα θα δείτε ότι είναι ένα κείμενο που, χωρίς
υπερβολή, πρέπει να διδάσκεται σε πανεπιστημιακά Τμήματα, στις Σχολές
και τα Σχολεία των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και στη Διπλωματική Ακαδημία.
Ο Χριστόδουλος έβλεπε μακριά, διότι είχε οξύτατη αίσθηση γεωπολιτικού
ορθολογισμού, που πρέπει να έχει ένας ηγέτης, για να είναι Ηγέτης.
Θεωρείτε τυχαίο γεγονός την σταδιακή εξάλειψη του ονόματος «Μακεδονία»
στη Θεσσαλονίκη από τη στιγμή που έφυγε από κοντά μας; Έσβησε παντελώς
από το σχετικό υπουργείο, αντικαταστάθηκε από τον ομώνυμο τηλεοπτικό
σταθμό με το μονόγραμμα «Μ», έκλεισε το ιστορικό ξενοδοχείο «Μακεδονία
Palace». Άιντε, και εις ανώτερα!

Ισχυρίζεστε ότι ο Χριστόδουλος, ως πολιτικό ον με οξεία γεωπολιτική
αντίληψη, ήταν ένας και μοναδικός χωρίς ιστορικό προηγούμενο στην
εκκλησιαστική ιστορία του ελληνισμού;

Θα σας απαντήσω ευθέως και με παραδείγματα αλλά επιτρέψτε μου να
συνεχίσω το ρου της σκέψης μου με όσα προηγουμένως έλεγα. Ο Χριστόδουλος
πολεμούσε ένα κατεστημένο εθνοαποδόμησης ως μπροστάρης. Ήταν και πολλοί
άλλοι ως οπισθοφυλακή, μερικοί εκ των οποίων έρχονταν σαν κλεφτοκοτάδες
στο Γραφείο του να εκφράσουν τις ανησυχίες τους και βγαίνοντας έξω
σφύριζαν αδιάφορα, κάποιοι εξ αυτών αρθρογραφούσαν και εναντίον του.
Αλλά, ο μακαριστός έσπειρε γόνιμους καρπούς και τελικά μίλησε ο ίδιος ο
Μέγας Αλέξανδρος, μέσω της πρωτοβουλίας πολιτών να τοποθετήσουν τον
πρώτο ανδριάντα του στην Αττική, στο δήμο Παπάγου-Χολαργού, μόλις το
2011. Ιδού, πως φαντάζεται την αντίδραση αγαλλίασης του Μεγάλου
Αλεξάνδρου, στην εν λόγω πρωτοβουλία πολιτών, ο μέγας Βρετανός
ελληνιστής, καθηγητής στην Οξφόρδη, Robin Lane Fox. Σας τη μεταφέρω
αυτολεξεί στην αγγλική από ένα κείμενό του, που με συγκίνησε: “I am
delighted to hear that Athens has at last honoured me with a statue
after my mother Olympias dedicated a cup to the goddess Health in Athens
and my wife Roxane dedicated jewellery on the Acropolis… many Athenians
feared and disliked me, but now the old quarrel is laid to rest and
they can look on me as Great nonetheless.”
Αυτά τα θέματα που σας περιγράφω είναι για πολιτικά όντα, για Ηγέτες. Οι
μικροί συνωστίζονται στις αυλές των προστατών, καταναλίσκονται σε
συζητήσεις διαδοχολογίας –κουτσοί, στραβοί, μικρόνοες, ανήθικοι, όλοι
αρχηγικούς θώκους ονειρεύονται-, διορίζουν εαυτούς και αλλήλους σε
θέσεις «φιλέτα» του Δημοσίου και τα παρόμοια ιδιοτελή.
Τέτοιες στιγμές και τέτοιες μέρες σκέφτομαι τον συμπατριώτη μου,
Στρατηγό Νικόλαο Πλαστήρα, αυτόν τον γίγαντα που πήρε τους στρατιωτικούς
του βαθμούς «επ΄ ανδραγαθία» και όχι συνωστιζόμενος στους προθάλαμους
των κομματικών αλχημιστών, αυτός που αρνήθηκε να «βολέψει» τον άνεργο
αδελφό του και πέθανε χωρίς κανένα περιουσιακό στοιχείο, γιατί προσέφερε
το μισθό του στους φτωχούς. Άφησε κληρονομιά 216 δραχμές, 10 δολάρια,
μια λακωνική προφορική διαθήκη «όλα για την Ελλάδα» και τήρησε την
υποθήκη «δει τον αγαθόν άνδρα παυόμενον της αρχής, μη πλουσιώτερον, αλλ΄
ενδοξότερον γεγονέναι». Από παρόμοιες αρχές διέπονταν και ο
Χριστόδουλος, γι΄ αυτό μην περιμένετε λεωφόροι και άλλοι δημόσιοι χώροι
να ονοματοδοθούν στους δύο αυτούς Μεγάλους Έλληνες.
Τώρα, επί του ερωτήματός σας. Θα ήταν υπερβολικό, εάν όχι εντελώς
εξωπραγματικό, να ισχυριστεί κανείς ότι ο Χριστόδουλος ήταν ένας και
μοναδικός. Και ευτυχώς για τον ελληνισμό που αυτό δεν ευσταθεί. Ήταν,
όμως, ένας από τους ολίγους Ιεράρχες που κατατάσσονται, τουλάχιστον κατά
τη δική μου κρίση, στην κατηγορία των Εθναρχών, των χαρισματικών και
ταλαντούχων προσωπικοτήτων, των Ηγετών όπως τους αποκαλώ, που συνδυάζουν
ελληνικότητα και εκκλησιαστικότητα, και διαθέτουν ή διέθεταν οξεία
αίσθηση γεωπολιτικού ρεαλισμού. Θα αναφέρω κάποιον που μου έρχεται
πρόχειρα στο νου. Τον Μητροπολίτη Τραπεζούντος και μετέπειτα
Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, Χρύσανθο. Πρόκειται για έναν Ιεράρχη με αξιοζήλευτη
γεωπολιτική αντίληψη, που τον άκουγαν με προσοχή, εάν όχι με θαυμασμό,
οι ηγέτες των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, του οποίου οι χειρισμοί επί
των εθνικών θεμάτων αποτελούν σεμινάριο γεωπολιτικής, γι΄ αυτό τον
κατατάσσω στους Εθνάρχες των Ελλήνων.
Σήμερα, ένας εκκλησιαστικός Ηγέτης με οξεία γεωπολιτική αντίληψη είναι ο
Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β΄. Ακομμάτιστος, τολμηρός στις
πρωτοβουλίες του, αμετακίνητος στις εθνικές θέσεις του, αδούλωτος,
βράχος πραγματικός. Ο Χρυσόστομος, βλέποντας ότι το πολιτικό κατεστημένο
στο Νησί βρίσκεται σε κατάσταση τελμάτωσης και εκτιμώντας ότι οι
χειρισμοί του στο εθνικό θέμα οδηγούν σε «τρισχειρότερο από το Σχέδιο
Ανάν ή τρισχειρότερο από τη διχοτόμηση» αποτέλεσμα, πήρε την πρωτοβουλία
να συσπειρώσει τις υγιείς δυνάμεις, ώστε, μέσα από συζήτηση, αξιολογική
ζύμωση και κάλπη, όπως στις προκριματικές εκλογές των ΗΠΑ, να εξευρεθεί
μια προσωπικότητα εθνικής εμβέλειας, που τελικά θα προταθεί στο λαό για
Πρόεδρος της Δημοκρατίας στις εκλογές του ερχόμενου καλοκαιριού.
Ο Χρυσόστομος, δεν περιορίζει τη δραστηριότητά του στο εθνικό ζήτημα.
Ανασυγκρότησε την Εκκλησία της Κύπρου με νέο Καταστατικό Χάρτη και
απέκτησε πλήρη Ιερά Σύνοδο, ώστε να της προσδώσει δυναμισμό και διεθνές
κύρος, ενώ παράλληλα δημιούργησε Γραφείο στην έδρα της ΕΕ, στις
Βρυξέλλες, εκεί που το αντίστοιχο ελληνικό πνέει τα λοίσθια. Και πάλι
δεν σταμάτησε εδώ. Αξιοποιώντας την ευνοϊκή διεθνή συγκυρία για την
Κύπρο, λόγω των ανακαλυφθέντων ενεργειακών κοιτασμάτων και της
αρχιτεκτονικής ανασύνθεσης της περιοχής που, μετά από αιώνες, επέτρεψε
τη συμφιλίωση του ελληνισμού με τον εβραϊσμό, προσκάλεσε τον θρησκευτικό
ηγέτη του Ισραήλ, τον Αρχιραββίνο Yona Metzger, στο Νησί και από κοινού
προέβησαν σε μια ιστορικής σημασίας διακήρυξη, σε μια Κοινή Δήλωση με
ύψιστο πολιτικό συμβολισμό –θα το χαρακτήριζα ως ένα καθαρά πολιτικό
κείμενο-, που δεν έχει διεθνές ιστορικό προηγούμενο. Αφήνω τον
Αρχιραββίνο να το περιγράψει με τα ίδια του τα λόγια, όπως καταγράφηκαν
στην εφ. Η Σημερινή (14/12/2011) της Κύπρου: «Είναι πραγματικός Ηγέτης
(ΣτΣ ο Χρυσόστομος). Ακόμα και μετά από 200 χρόνια σε διάφορα
πανεπιστήμια θα μελετούν αυτήν την Κοινή Δήλωση», η οποία, ειρήσθω εν
παρόδω, δεν έπαιξε σε κανένα μιντιακό μέσο στην Ελλάδα. Αυτά συνέβησαν
τον Δεκέμβριο 2011 στη «μικρή» Κύπρο, όταν, κατά το ίδιο διάστημα, στη
«μεγάλη» Ελλάδα η Ιεραρχία εξαντλούσε και εξακολουθεί να εξαντλεί την
δραστηριότητά της, αν κρίνει κανείς από τα Δελτία Τύπου που εκδίδει, σε
υπηρεσιακά ζητήματα του τύπου ο Χ΄ διορίστηκε στην Ψ΄ Συνοδική Επιτροπή
και άλλα τέτοια γραφειοκρατικά τετριμμένα που κανέναν δεν ενδιαφέρουν.
Τι άλλο θέλετε να σας πω. Δεν είναι πλέον ηλίου φαεινότερον ότι η ελίτ
του αθηναϊκού κατεστημένου, λόγω της υποτακτικής νοοτροπίας της, δεν
άφηνε τον Χριστόδουλο να ανασάνει, πως τον χτυπούσε αλύπητα, αισχρά,
κακόβουλα, όταν μιλούσε εθνικά; Με προκαλείτε με τις ερωτήσεις σας, γι΄
αυτό θα ήθελα να αποσαφηνίσω έτι περαιτέρω τη σκέψη μου με ένα πρόσφατο
παράδειγμα. Πριν λίγες μέρες επισκέφθηκε την Κύπρο ο Μακαριώτατος
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, κ. Ιερώνυμος. Σε ζωντανή τηλεοπτική σύνδεση
παρακολουθήσαμε το αρχιερατικό συλλείτουργο και είδαμε δύο εντελώς
διαφορετικές εικόνες. Από τη μια ο Χρυσόστομος, ευθυτενής, ζωντανός,
μεστός στο λόγο του, ένας λόγος σεμιναριακού επιπέδου, γεμάτος εθνικό
παλμό. Από την άλλη ο Ιερώνυμος, υποβασταζόμενος, κουρασμένος (το έχουν
φαίνεται οι ταγοί μας στην καταρρέουσα Ελλάδα να είναι κουρασμένοι),
ανέγνωσε μια βαρετή και στεγνή ομιλία ιστορικού εν πολλοίς περιεχομένου
από ένα «μαδημένο» κείμενο (ναι ήταν ξεφτισμένο στο πάνω μέρος και μου
έφερε στη μνήμη τη σακούλα του Σημίτη από το duty-free shop του
αεροδρομίου που εμπεριείχε το δώρο προς τον Αμερικανό Πρόεδρο κατά την
συνάντησή τους στον Λευκό Οίκο)• μια ομιλία από αυτές που προκαλούν
χασμουρητό και που παραπέμπουν σε λόγο επαρχιώτη ιεροκήρυκα. Μετά την
άχρωμη ανάγνωσή της, που χρονικά έπονταν του πύρινου λόγου του
Χρυσόστομου, ο Ιερώνυμος αναγκάστηκε να ψελλίσει μερικά λόγια εκτός
κειμένου, μάλλον ασύντακτα και εμφανώς νευρικά, για την ένωση της
Κύπρου, χωρίς άλλες αναφορές για τους εθνικούς δεσμούς της μητρόπολης με
το Νησί. Δίχως υπερβολή, επρόκειτο για πιστή αποτύπωση της παρακμής και
του ξεπεσμού που βιώνει η Ελλάδα. Επρόκειτο για μια εικόνα που μπορεί
κανείς να την παραλληλίσει με αυτή του Σημίτη με τη σακούλα που
προανέφερα και τα κέρματα του ευρώ που κατρακύλησαν στο δάπεδο, όταν
προσπάθησε να τα επιδείξει στον Αμερικανό Πρόεδρο, λίγο πριν την επίσημη
κυκλοφορία τους στην ευρωζώνη.
Συγκρίνετε μεγέθη: από τη μια ένας Ιεράρχης με εθνική οπτική κάνει
κινήσεις μακροδυναμικής με σαφή γεωπολιτική στόχευση, όπως αυτή με το
Ισραήλ και μάλιστα στην έδρα του, όπως αρμόζει στην αριστοκρατική
καταγωγή μας και, από την άλλη, ένας Ιεράρχης με λογιστική οπτική που
μεταβαίνει με μια πολυπληθή εκδρομική συνοδεία στην έδρα του δυνάμει
επενδυτή στα Εμιράτα για «συντεχνιακά» ζητήματα, όπως είναι η αξιοποίηση
από τον Εμίρη του “Αλ-Ζαζίρα” ακινήτων της Εκκλησίας στη Βουλιαγμένη,
στην ακριβότερη περιοχή της Ελλάδας. Ο πρώτος βρίσκεται απέναντι στην
κατεστημένη εξουσία και ο δεύτερος με την εξουσία (αφωνία, παρουσία στο
υπουργικό συμβούλιο μιας αποδομητικής και ανελέητης για το λαό εξουσίας,
όπως πολλά μέλη της παραδέχονται, τυφλή σχεδόν συμπόρευση με τις
προτεραιότητες της κυβέρνησης).
Προέβην στη συγκριτική αναφορά όχι για να μειώσω κάποιον ούτε να
εκθειάσω κάποιον άλλο, αλλά γιατί πιστεύω πως το δίδυμο
Χρυσόστομου-Χριστόδουλου, με την παρουσία του Τάσσου Παπαδόπουλου θα
ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να έχει ο ελληνισμός στην παρούσα συγκυρία
με τους πολλούς κινδύνους αλλά και με θαυμαστές προοπτικές. Δυστυχώς,
από τους τρεις έμεινε ο ένας, αλλά αυτός, μέχρι στιγμής, καλά κρατεί.
Ζήσατε μαζί του τις δύο πιο σκληρές δοκιμασίες της αρχιεπισκοπικής του
θητείας: τη σκανδαλολογία και την κρίση με το Φανάρι. Πώς τις βίωσε ο
μακαριστός ως άνθρωπος και ως Ηγέτης.
Πίκρα αλλά και μεγαλοσύνη ψυχής, ανάστημα Ηγέτη. Σας υπενθυμίζω ότι,
παρότι η προσωπική του δοκιμασία με το Φανάρι ήταν σχετικά πρόσφατη από
το χρόνο της ασθενείας του, ζήτησε όπως στην εξόδιο ακουλουθία
χοροστατήσει ο Οικουμενικός Πατριάρχης, όπερ και εγένετο. Δύο είναι τα
διδάγματα που βγαίνουν από αυτή την ενέργεια. Πρώτον, οι διαφωνίες του
με το Φανάρι ήταν θεσμικές και όχι προσωπικές, δηλαδή δεν απέβλεπε σε
προσωπικά οφέλη και, δεύτερον, ο μακαριστός, επειδή ήταν ελληνότροπος
και γεωπολιτιστής από διαίσθηση, ήξερε να ιεραρχεί τα πράγματα. Πίστευε
ακράδαντα, ότι είναι προς το συμφέρον του ελληνισμού ο αναβαθμισμένος
οικουμενικός και πνευματικός ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, γι΄
αυτό η επιθυμία του να χοροστατήσει ο ίδιος ο Βαρθολομαίος στην κηδεία
του ήταν γεμάτη εθνικό συμβολισμό.
Βεβαίως, προσωπικές πικρίες από τη στάση του Οικουμενικού Πατριάρχη είχε
και μάλιστα πολλές. Γνώριζε για τα τηλέφωνα εκφοβισμού που γίνονταν από
το Φανάρι προς Ιεράρχες της Βόρειας Ελλάδας, που υπάγονται στην
πνευματική δικαιοδοσία του, ώστε να διαφοροποιηθούν από τον μακαριστό.
Πονούσε, επίσης, να βλέπει τον επικεφαλής της Μητέρας Εκκλησίας να
μεταβαίνει στο νησί του κατ΄ επάγγελμα υβριστή του, βουλευτή και
υπουργού κυβερνώντος κόμματος, για να βαφτίσει το γιό του.
Θα σας αναφέρω μια προσωπική εμπειρία. Όταν άρχισε η σκανδαλολογία, ο
μακαριστός ήταν σίγουρος ότι δεν θα τον άγγιζε, γιατί, όπως έλεγε, εάν
υπήρχε κάτι επιλήψιμο στη ζωή του, ακόμη και μια παιδική ζαβολιά στο
δημοτικό σχολείο, θα το έκαναν τηλεοπτικό σήριαλ προ πολλού. Γρήγορα,
όμως, ένιωσε στο πετσί του τη δύναμη της λάσπης. Ο ίδιος φαινόταν
ψύχραιμος αλλά πολλοί εκ των συνεργατών του, όπως ο πρωτοσύγκελος π.
Θωμάς Συνοδινός –από τους ανιδιοτελείς συνεργάτες του που δεν απέβλεπαν
σε επισκοπικούς θρόνους και άλλα οφίτσια-, δεν άντεξαν να διαβάζουν
καθημερινά ανείπωτα πράγματα με συνέπεια άλλος να γίνει υπερτασικός και
να τον μεταφέρουν σχεδόν λιπόθυμο από το Γραφείο του στο νοσοκομείο
-αυτά τα γνωρίζω από πρώτο χέρι- και άλλος να ενεργεί αδόκιμα λόγω
απειρίας και να πέφτει σε παγίδες.

Τον χαρακτηρίσατε ως χαρισματικό, ικανό, οραματιστή και πραγματιστή. Πιο ακριβώς ήταν το όραμά του;

Η εξωστρέφεια της χώρας και της Εκκλησίας, ώστε να αναδειχθεί ο
οικουμενικός ελληνισμός. Για να επιτευχθεί αυτό, ο ελληνισμός έπρεπε να
εκμεταλλευτεί τα συγκριτικά πλεονεκτήματά του. Ο ίδιος, ως πολιτικό ον,
γνώριζε πολύ καλά ότι η αξιοποίηση αυτών των πλεονεκτημάτων αποτελούσε
προϋπόθεση, για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του Γένους στον άσαρκο
κοσμοπολιτισμό, που οδηγεί η δουλική σχεδόν απομίμηση ξένων προτύπων, η
οποία έγινε πολύ της μόδας στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Πίστευε,
δηλαδή, ότι, κατ΄ αυτό τον τρόπο, θα αμβλυνθεί η δυναμική της υποταγής
στον νεο-οθωμανό περιφερειάρχη και της «προσκυνηματικής» σχέσης της
εγχώριας ελίτ με τον ηγεμόνα-πλανητάρχη. Ο μακαριστός δεν παρέκλινε από
τις αξιακές του θέσεις καθ΄ όλο τον ιερατικό του βίο και ούτε
«θρησκευτικά Μνημόνια» υπέγραψε, για να αναρριχηθεί ή να παραμείνει στον
αρχιερατικό θρόνο. Γι΄ αυτό, ήταν αστείρευτη πηγή έμπνευσης, που
μεταλαμπάδευε τα οράματά του στον οικουμενικό ελληνισμό. Γνωρίζω πολύ
καλά την υψηλή δημοφιλία του μεταξύ των Ομογενών, όπου γης, γεγονός που
εκνεύριζε πολλούς.
Θα ήθελα να ανακαλέσετε στη μνήμη σας την αναφορά μου στο ρωσικό ίδρυμα
«Η Δόξα της Ρωσίας». Ο μακαριστός μπορεί να μη δέχθηκε την πρόσκληση της
εν λόγω Οργάνωσης αλλά ενεργοποίησε κάποιες διαδικασίες, που θα
οδηγούσαν στη δημιουργία αντίστοιχης ελληνικής κίνησης. Η μόνη διαφορά
ήταν ότι στη Ρωσία αρωγός ήταν το κράτος και πίσω απ΄ αυτό η Εκκλησία,
ενώ στην Ελλάδα το κράτος ήταν ο απηνής διώκτης τέτοιων πρωτοβουλιών.
Έχω μπροστά μου το χειρόγραφο σημείωμά του με τις οδηγίες-σκέψεις του,
που μου ζητούσε να διερευνήσω τις δυνατότητες μιας ανάλογης ελληνικής
κίνησης. Ιδού τι μου έγραφε στο σημείωμά του: «Ίδρυμα “Δόξα των
Ελλήνων”. Με σκοπό την μελέτη της Ιστορίας, της Παράδοσης και των άλλων
στοιχείων του Πολιτισμού των Ελλήνων, σε συνάφεια με την Ορθόδοξη Πίστη,
τη γλώσσα, και τους θεσμούς, προς εξασφάλιση της ουσιαστικής επιβίωσής
των μέσα σε ένα κόσμο αλλοτριωτικό και παγκοσμιοποιημένο, επ΄ αγαθώ της
ειρηνικής οικουμενικής συνύπαρξης και συνεργασίας όλων των λαών της
γης».
Ήθελε τον ελληνισμό να κατέχει πρωταρχική θέση στο παγκόσμιο γίγνεσθαι
όχι ως φορέας ηγεμονισμού αλλά ως πρωταγωνιστής, σε ένα ρόλο
οικουμενικό, ως «ήπια υπερδύναμη» κατά τη διεθνολογική ορολογία. Αλλά,
για να καθιερωθεί ως οικουμενικός έπρεπε να γίνει πρώτ΄ απ΄ όλα εθνικός,
γι΄ αυτό επικαλούνταν συχνά τη φράση του Γιάννη Τσαρούχη: «Για να είσαι
κοσμοπολίτης, πρέπει πρώτα να γίνεις Έλληνας». Ανησυχούσε σφόδρα για
την τραγικά ανυποψίαστη στάση της ελληνικής Πολιτείας, που ασχολούνταν
μονόπλευρα με την οικονομία, τουτέστιν τον καταναλωτισμό που
αλλοτριώνει, και στήριζε αποκλειστικά στην οικονομία την ελπίδα για
επιβίωση του έθνους. Πίστευε, δε, πως μεγάλη ευθύνη για την πορεία του
τόπου μας έχει και η Εκκλησία, που έπρεπε να αποβάλλει τη φιλάρεσκη
εσωστρέφειά της. Διότι, αν δεν το πράξει, δεν θα έχει αυτοκαταδικαστεί
μόνο στη συνείδηση του έθνους, αλλά θα έχει απαρνηθεί μια καίρια
διαχρονική αποστολή της. Όποιος διαβάσει την ομιλία του προς τους
φοιτητές του νομού Μαγνησίας, το 1998, που τττλοφορείται
«Μετα-νεωτερικότητα, ολιστικότητα και παγκοσμιότητα υπό το φως της
Ελληνορθοδοξίας», θα δει τις σκέψεις του από πρώτο χέρι.
Ο μακαριστός όχι μόνο είχε όραμα αλλά κάλυπτε την ανεπάρκεια, εάν όχι
την κενότητα των προβεβλημένων μετριοτήτων, που τα δικά τους οράματα
εξαντλούνταν στη νομιμοποίηση των ομοφυλοφιλικών γάμων και της
«φούντας», στην κατάργηση των αρχαίων και της Ιστορίας στα σχολειά, στις
ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και στο “life style”. Θα σας αναφέρω ένα
ενδεικτικό παράδειγμα, μια πρωτοβουλία του με εθνική αναφορά που
πολεμήθηκε και κατασυκοφαντήθηκε από το αθηναιοκεντρικό κατεστημένο. Η
επιδότηση της τρίτεκνης οικογένειας στη Θράκη. Ο μακαριστός, όχι μόνο
έβλεπε την παντελή έλλειψη δημογραφικής πολιτικής του κράτους αλλά ότι
με τις επιλογές του, το κράτος αυτό, υποβοηθούσε τον εκτουρκισμό της
περιοχής. Και ιδού το αποτέλεσμα σήμερα. Σύμφωνα με στοιχεία του
υπουργείου Παιδείας, ο αριθμός των μουσουλμανοπαίδων στην Ξάνθη και τη
Ροδόπη έχει δεκαπλασιαστεί κατά την τελευταία εικοσαετία.
Μένω στο προηγούμενο θέμα, για να σας καταστήσω κοινωνούς μιας
τεκμηριωμένης μελέτης περί «μουσουλμανοποίησης της χώρας» του πρ.
βουλευτή και πανεπιστημιακού καθηγητή, Θεόδωρου Κατσανέβα, που
αναρτήθηκε προ ημερών στον ιστότοπο capital.gr. Τα στοιχεία είναι
συγκλονιστικά: σε 20 χρόνια το αργότερο, θα κατοικούν στην Ελλάδα 4-5
εκ. μουσουλμάνων, νεαροί σε ηλικία, έναντι 8-9 εκ. γερασμένων
ελληνογενών.  Αυτοί οι νέοι «εισβολείς» υποβοηθούνται από μια
«βιομηχανία της φιλανθρωπίας» που ακμάζει την ίδια ώρα που η χώρα
παρακμάζει. Για να καταλήξει ο Κατσανέβας, πως με το Μνημόνιο και τη
μαζική εισβολή παράνομων μεταναστών, μας κλέβουν τη χώρα.
Πρωτοβουλίες του μακαριστού, όπως η προηγούμενη, καθώς και αυτή περί
δημιουργίας μιας αντίστοιχης με τη «Δόξα της Ρωσίας» ελληνικής οργάνωσης
είχαν εθνική στόχευση και αποσκοπούσαν να καλύψουν το κενό που
δημιουργούσε η απουσία του ελλαδικού κράτους. Στην προαναφερόμενη
περίπτωση για τη δημιουργία κάτι ανάλογου της «Δόξας της Ρωσίας» στην
Ελλάδα, η εισήγησή μου ήταν η εξής: συγκρότηση της «Τριμελούς του
Ελληνισμού» από Έλληνες της Ελλάδας, της Κύπρου και της Διασποράς, που,
εκτός των άλλων, θα προέβαινε στη σύμπηξη σχέσεων με τις σημαντικότερες
Διασπορές στον κόσμο (εβραϊκή, κινεζική, ινδική), καθώς και με τις
πολιτιστικές υπερδυνάμεις (Ιταλία, Αίγυπτο, Ιράν, Ινδία, Κίνα). Κάτι που
δεν μπορεί να κάνει το αδρανοποιημένο και ξεχασμένο Συμβούλιο Απόδημου
Ελληνισμού (ΣΑΕ), που τελεί υπό τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του κράτους.
Έπρεπε, τόνιζα, να βρεθεί τρόπος ενεργοποίησης του αστείρευτου εθνικού
κεφαλαίου σε μια εποχή που η Ελλάδα είναι από τις χώρες που βγαίνει
χαμένη στη νέα εποχή και παίρνει τη θέση του παρία της διεθνούς τάξης
πραγμάτων, καθότι όχι μόνο δεν μπορεί να κεφαλαιοποιήσει τα συγκριτικά
της πλεονεκτήματα αλλά ούτε τη μεγάλη επιτυχία των Ολυμπιακών Αγώνων
στην Αθήνα.
Δεν θα κόμιζε κανείς γλαύκας εις Αθήνας εάν υποστήριζε ότι ο μακαριστός
ιεραρχούσε τις εκκλησιαστικές και εθνικές προτεραιότητες διαφορετικά από
το Φανάρι. Για παράδειγμα, δεν θεωρούσε ύψιστη προτεραιότητα του
Γένους, όπως αποκαλεί το έθνος το Φανάρι, την επαναλειτουργία της Σχολής
της Χάλκης. Ο μακαριστός διέβλεπε ότι το αντάλλαγμα της μονότονης και
ανισοβαρούς αυτής επιδίωξης, όπως ήταν η επαναλειτουργία της Χάλκης, θα
ήταν εθνικά οδυνηρό, διότι οι Τούρκοι δεν έχουν όρια στις εθνικές τους
απαιτήσεις, είναι ασυναγώνιστοι και ωμοί στο «παζάρι». Για να δώσουν
κάτι πολύ μικρό απαιτούν για αντάλλαγμα το μέγιστο και δεν υποχωρούν από
τις αρχικές τους θέσεις.
Για να ανασχεθεί αυτή η δυναμική, της πορείας δηλαδή χωρίς πυξίδα, που
ακρίτως υιοθέτησε το πολιτικό κατεστημένο των Αθηνών (το πρόβλημα ήταν
και παραμένει η Αθήνα και όχι φυσικά το Φανάρι), ο μακαριστός
χρησιμοποίησε το εξής στρατήγημα. Προώθησε ένα περίτεχνο κείμενο περί
Τουρκίας, που συντάχθηκε από τουρκολόγους και όχι τουρκολογούντες, σε
δέκα Ιεράρχες της Ελλαδικής Εκκλησίας, «αντι-χριστοδουλικών» κατά
πλειοψηφία, διότι ήταν σίγουρος ότι το κείμενο θα διέρρεε στο Φανάρι και
στην πολιτική ελίτ των Αθηνών. Με τον τρόπο αυτό, απέβλεπε να ληφθεί
υπόψη και η άλλη άποψη, η σοβαρή επιφύλαξη στη φαναριώτικη και πάνω απ΄
όλα ελλαδική αδημονία για την τουρκική ευρωένταξη. Φυσικά, το κείμενο
διέρρευσε πρώτα στον Τύπο, για να πλήξουν τον Χριστόδουλο, ότι δηλαδή
πολιτικολογεί, ενώ, κατά τη λογική τους, το Φανάρι που ομιλούσε με
επιμονή υπέρ της τουρκικής ευρωένταξης δεν θεωρούνταν ότι πολιτικολογεί!

Ποια από τα χαρίσματά του θεωρείτε πως τον «ψήλωναν» επικίνδυνα έναντι των άλλων;

Τον κατατάσσω στους Ηγέτες που είχαν κατασταλαγμένες και σταθερές
θέσεις και απόψεις, τις οποίες προέβαλε δημόσια και ανεξάρτητα από
οποιοδήποτε κόστος, ενώ ο ίδιος διέθετε αξιοζήλευτη διορατικότητα. Για
παράδειγμα, από τη δεκαετία του ΄80, μίλαγε και έγραφε για τις συνέπειες
της ομογενοποιητικής και αρπακτικής παγκοσμιοποίησης. Ένα ζήτημα, για
το οποίο λοιδορήθηκε από τους εγχώριους «εκσυγχρονιστές» αλλά σήμερα οι
πάντες παραδέχονται ότι αποτελεί τη μήτρα της ελλαδικής και παγκόσμιας
κρίσης. Σήμερα, μάλιστα, πολλοί εκ των κατηγόρων του κάνουν ένα βήμα
μπροστά από τον μακαριστό και ομιλούν για την επελαύνουσα «Ολοκληρωτική
Αυτοκρατορία της Παγκοσμιοποίησης». Ο Χριστόδουλος δεν διαφωνούσε με την
παγκοσμιοποίηση per se, αφού ο ελληνισμός ήταν και παραμένει
οικουμενικός, αλλά για την άνωθεν επιβολή ενός τρόπου σκέψης, για την
αμερικανότροπη ομογενοποίηση των λαών, φαινόμενο ιδιαίτερα επικίνδυνο
για την Ελλάδα της Μεταπολίτευσης λόγω της μεταπρατικής και μιμητικής
αντίληψης που ανέπτυξε και καθιέρωσε ως τρόπο ζωής. Διέβλεπε ότι αυτό το
μοντέλο παγκοσμιοποίησης οδηγεί σε ένα σύστημα των ισχυρών προνομίων
για ελάχιστους και στην αρπακτική συγκέντρωση του πλούτου και, κατά
συνέπεια, στην εξάλειψη της μεσαίας τάξης που διαχρονικά αποτελεί τη
ραχοκοκαλιά της κοινωνίας και τον πυλώνα της κοινωνικής συνοχής. Ο
Χριστόδουλος, ως ευφυέστατο πολιτικό ον, είχε υιοθετήσει και έκανε πράξη
το πρωταγόρειο «Πάντων χρημάτων μέτρων άνθρωπος» και όχι οι αγορές.
Ο μακαριστός είχε το χάρισμα του Ηγέτη που εμπνέει και εμψυχώνει, που σε
κέρδιζε χωρίς καν να τον συναντήσεις με τον απλό και καθαρό του λόγο,
με την καταδεκτικότητά του να βλέπει τους πάντες, όποιοι και όπως
εμφανισιακά και να ήταν. Ενθυμούμαι, μετά το πέρας μιας ομιλίας του στον
«Παρνασσό» με 40 πυρετό, να παραμένει όρθιος επί μακρόν, για να
χαιρετήσει όλους τους παρευρισκόμενους, που ήθελαν να του φιλήσουν το
χέρι και να ανταλλάξουν δυο κουβέντες μαζί του.
Χρησιμοποίησα τη λέξη «χάρισμα», μια λέξη που εύκολα λέγεται αλλά
δύσκολα περιγράφεται. Στην περίπτωση του μακαριστού, θα την αποδώσω με
παραδείγματα. Σε κάθε σχεδόν συνεδρία της Ιεραρχίας ουδείς έπαιρνε το
λόγο, νεκρική σιγή, όπως οι ίδιοι οι Ιεράρχες παραδέχονται, καθότι οι
τεκμηριωμένες εισηγήσεις του, η ηγετική του φυσιογνωμία, δεν άφηναν
περιθώρια.
Επ΄ ευκαιρία, θα σας αναφέρω μια περίπτωση, που ελάχιστοι γνωρίζουν.
Στην πρώτη επίσημη επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα, είχαν διαμεσολαβήσει
ισχυρότατοι κύκλοι της ελληνικής Ομογένειας στις ΗΠΑ, για να ρυθμιστεί
συνάντησή του με τον μακαριστό, εθιμοτυπικής μεν φύσεως αλλά γεμάτη
πολιτικό συμβολισμό. Οι εν λόγω πίστευαν ότι αυτό θα ωφελούσε τον
ελληνισμό, διότι ο Βαρθολομαίος, όπως και κάθε Πατριάρχης, τελεί υπό
τουρκική ομηρία αφενός και αφετέρου η τότε πολιτική τάξη στην Ελλάδα δεν
«ενέπνεε». Αντιλαμβάνεστε, πως μια τέτοια συνάντηση θα μονοπωλούσε την
προσοχή των ΜΜΕ διεθνώς και θα επισκίαζε οποιαδήποτε άλλη, γι΄ αυτό οι
τότε «καταλληλότεροι», όπως εμφανίζονταν στις ελληνικές δημοσκοπήσεις,
την ακύρωσαν με την πρόφαση του βεβαρημένου προγράμματος.
Δείγμα της χαρισματικής προσωπικότητας του μακαριστού ήταν και οι
προσκλήσεις που δέχονταν για ομιλίες σε ξένα πανεπιστήμια, μεταξύ των
οποίων και του Βατικανού, για την οποία αντέδρασαν οι Ιεράρχες,
πρωτοστατούντων των «εκσυγχρονιστών», την οποία τελικά πέτυχαν να
ακυρώσουν. Φαίνεται, πως οι κάθε είδους και μορφής «εκσυγχρονιστές»
έχουν τις ακυρώσεις των ομιλιών στο αίμα τους, γιατί και σε μια άλλη
περίπτωση, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, και πάλι οι
«προοδευτικοί» ακύρωσαν την ομιλία του μακαριστού.
Ο Χριστόδουλος ήταν αδιαμφισβήτητα χαρισματικός αλλά πάνω απ΄ όλα ήταν
εκκλησιαστικός και γι΄ αυτό μερικές φορές παρεξηγήσιμος. Καλλίφωνος,
δεινός ρήτωρ που συνέπαιρνε το εκκλησίασμα σε βαθμό που αυτό ξέσπαγε σε
αυθόρμητα χειροκροτήματα. Αυτή η συνήθεια είναι Πατερική, καθότι και οι
Πατέρες των πρώτων αιώνων προσέλκυαν τα πλήθη, για να ακούσουν τα
κηρύγματά τους και συχνά ξέσπαγαν σε χειροκροτήματα εντός του ναού, εξ
ου και το όνομα Χρυσόστομος, που καθαγιάστηκε από την Εκκλησία. Δηλαδή, η
συνήθεια της εκκλησίας του δήμου μεταφέρθηκε στην εκκλησία των πιστών.
Λόγω αυτών των μοναδικών προσόντων του, είχα εισηγηθεί, όπως ο ίδιος
αναλάβει τη διοργάνωση και το συντονισμό μικρού αριθμού εκπομπών στην
τηλεόραση της ΕΡΤ ή στο ραδιόφωνο της Εκκλησίας, με προσκεκλημένους του
προσωπικότητες από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Για παράδειγμα, με τον
διανοούμενο Πρόεδρο του Ιράν, Καταμί, τον Γάλλο φιλόσοφο, πρώην
επαναστάτη ακτιβιστή και συντρόφου του Τσε Γκεβάρα, που
αυτοχαρακτηρίζεται ως «άθεος χριστιανός», τον καθηγητή Ρεζίς Ντεμπρέ,
ακόμη και ευπρεπείς ελλαδίτες αντικληρικαλιστές, ώστε οι εκατέρωθεν
απόψεις να κριθούν από το λαό μέσα από έναν πολιτισμένο και υψηλού
επιπέδου διάλογο. Εκτιμώ, πως εάν ο μακαριστός δεν έφευγε από τη ζωή
τόσο πρόωρα η πρότασή μου θα εύρισκε έμπρακτη εφαρμογή.

Θα θέλατε να μας πείτε κάποιες προσωπικές εμπειρίες, που σας έμειναν χαραγμένες στη μνήμη;

Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, που συνεργάστηκε με έναν έξυπνο και
χαρισματικό Ηγέτη. Ήταν ευλογία να συνεργάζεσαι με κάποιον, που του
έλεγες Α και καταλάβαινε μέχρι το Ω, κάποιον που συμμετείχε ενεργά σε
σύσκεψη και ταυτόχρονα έδινε γραπτές οδηγίες σε συνεργάτες του, υπέγραφε
έγγραφα και άκουγε το ραδιόφωνο της Εκκλησίας, που πάντα ήταν ανοικτό,
παρεμβαίνοντας ό ίδιος όταν έκρινε σκόπιμο. Πιστέψτε με, έχω συνεργαστεί
με πάρα πολλούς υψηλόβαθμους παράγοντες του πολιτικού και δημόσιου εν
γένει βίου της χώρας, που δύσκολα «παίρνουν μπροστά», γι΄ αυτό και είναι
τόσο κολλημένοι με την γραφειοκρατία. Όπου γραφειοκρατία εκεί και
ανικανότητα αλλά και ανευθυνότητα.
Στη μνήμη μου εντυπώθηκαν τρεις περιπτώσεις άξιες αναφοράς. Η πρώτη
αφορούσε μια τηλεφωνική επικοινωνία από τις ΗΠΑ, κατά το χρόνο που
ανέμενε το πολυπόθητο μόσχευμα. Με παρακάλεσε να ετοιμάσω ένα κείμενο
σχετικό με το ζήτημα του χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους, που είχε τότε
αναχθεί σε πρωτεύον και ο ίδιος διαφωνούσε αναφανδόν, ώστε να το θέσει
υπόψη της Ιεραρχίας μόλις επιστρέψει στη χώρα. Με το εν λόγω θέμα είχα
ασχοληθεί και είχα αφιερώσει ένα κεφάλαιο στο υπό έκδοση βιβλίο μου, του
άρεσε δε η προσέγγισή μου, που δεν ήταν θεολογική.
Η δεύτερη περίπτωση, είναι καθαρά προσωπικού χαρακτήρα και αφορά στο
τηλεφώνημά του, λίγες μέρες πριν κοιμηθεί, για να μου δώσει τις ευχές
του για τον επικείμενο γάμο μου. Ήταν ήδη καταβεβλημένος από την
ασθένεια και η φωνή του δύσκολα έβγαινε.
Η τρίτη, αφορά στο τηλεφώνημά του από την Κύπρο, την τελευταία επίσημη
επίσκεψή του στο εξωτερικό, για να μου εκφράσει την ευαρέσκειά του για
τον πρωτότυπο και εμπεριστατωμένο τρόπο που έγραψα το κεφάλαιο για τα
ΜΜΕ στο υπό έκδοση βιβλίο μου. Στο κεφάλαιο αυτό έκανα εκτενή αναφορά σε
θέματα που αφορούσαν τον ίδιο και την Εκκλησία, γι΄ αυτό ήθελα να έχω
την άποψή του πριν το δώσω για έκδοση. Μου είπε πως ανυπομονούσε να δει
το βιβλίο μου αυτό, που τιτλοφόρησα «Οι Αν-ορθόδοξοι της Ορθοδοξίας και
η  ελληνική γεωπολιτική απαιδευσία», να κυκλοφορεί.

Πώς αξιολογείτε τους διαδόχους του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο και στη Μητρόπολη Δημητριάδος;

Ξεκινώ με τον Μακαριώτατο Ιερώνυμο, για τον οποίο έχω ήδη κάνει
κάποιες αξιολογικές αναφορές. Πρόκειται για έναν εντελώς διαφορετικό
χαρακτήρα από τον μακαριστό με αδιαμφισβήτητα προσόντα. Με τη μόνη
διαφορά ότι τα προσόντα του είναι επιπέδου Μητροπολίτη αλλά, λυπάμαι,
όχι Αρχιεπισκόπου. Αίσθηση μου δημιουργεί η εκκωφαντική αφωνία του στα
εθνικά θέματα και η πλήρης παράδοσή του στο υπερεθνικό Φανάρι και στην
ασπόνδυλη πολιτική τάξη της χώρας. Ξέρετε, ο Χριστόδουλος ατύχησε οικτρά
σε κάποιες επιλογές συνεργατών του αλλά και ο Ιερώνυμος φαίνεται πως
δεν είναι ιδιαίτερα προσεκτικός σε αυτό τον τομέα, εκτός και εάν
αποτελούν συνειδητές επιλογές. Για παράδειγμα, ο διευθυντής του
ραδιοφώνου της Εκκλησίας της Ελλάδος, άμα τη αναλήψει των καθηκόντων
του, προέβη στην κατάργηση των εκπομπών εθνικού περιεχομένου, ενώ
κάποιος άλλος, προερχόμενος από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, που
διορίστηκε επικεφαλής επίσημου περιοδικού της Εκκλησίας, έχει κάποιες
περίεργες δοξασίες, όπως τη μετατροπή του μαθήματος των θρησκευτικών σε
θρησκειολογικό, ούτε καν ομολογιακό, που ισχύει στο Βέλγιο, όπου οι
μαθητές διδάσκονται ανάλογα με το που θρησκευτικά ανήκουν.
Τέτοιες κινήσεις, όπως οι προαναφερόμενες, φανερώνουν πως ο Μακαριώτατος
ανέχεται, εάν δεν συντάσσεται με την κατεστημένη πολιτική αντίληψη, που
θέλει την Εκκλησία ως κοινωνικό οργανισμό, όχι μετερίζι εθνικό, «άφωνη»
με το «δημοκρατικό» επιχείρημα ότι δεν επιτρέπεται οι ταγοί της να
πολιτικολογούν, ενώ η πολιτική ελίτ τους χρησιμοποιεί όταν τους
χρειάζεται, ως «συνομιλητές». Θα το πω ωμά, όπως, πιθανότατα, το
αισθάνεται ο απλός πολίτης. Ο Μακαριώτατος καθιέρωσε την αλαλία στην
Εκκλησία, όταν όλα γκρεμίζονται γύρω μας και περιορίζεται να ψελλίζει
κάποιες φορές κάτι, περισσότερο όμως γιατί πρέπει παρά διότι το θέλει.
Άλλωστε, αυτό δεν συνέβη κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Κύπρο, όπως
προανέφερα;
Δυστυχώς, το πρόβλημα της εκκωφαντικής σιωπής δεν είναι ιερωνυμικό αλλά
στην πραγματικότητα εκκλησιαστικό, μια που η Ελλαδική Εκκλησία με
παράδοση αγώνων και θυσιών παρουσιάζεται σήμερα ως κατεστημένο,
ξεκομμένη από τη ζώσα κοινωνική πραγματικότητα. Ο Ιερώνυμος φυσικά έχει
τις ευθύνες του, αφού επέλεξε ο ίδιος να σιωπά ή να εκφράζεται όχι
εξατομικευμένα αλλά γενικά μέσω εγκυκλίων της Ιεραρχίας σε αραιά
διαστήματα. Χαρακτηριστικό αυτού του πνεύματος είναι ότι στις
συνεδριάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου δεν συζητούνται σοβαρά
εκκλησιαστικά, κοινωνικά και εθνικά θέματα, όπως επισημαίνουν έγκριτοι
δημοσιογράφοι του εκκλησιαστικού ρεπορτάζ, ενώ το ανώτατο αυτό όργανο
της Ελλαδικής Εκκλησίας εξαντλεί τις όποιες δραστηριότητές του σε
υπηρεσιακά ζητήματα ή σε ομιλίες του Μακαριωτάτου που είναι περισσότερο
εκθέσεις ιδεών, χωρίς προτάσεις, πρωτοβουλίες και λυσιτελείς αποφάσεις.
Ελπίζω να τον μεταφράζω σωστά και να μην τον αδικώ. Δεν μπορώ, όμως, να
μην εκφράσω τις εύλογες ανησυχίες μου για έναν ταγό που, μέσα στην
πρωτόγνωρη σε ένταση και διάρκεια κοινωνική καταιγίδα που βιώνει η χώρα
μας, με ένα διερρηγμένο εάν όχι κουρελιασμένο κοινωνικό συμβόλαιο,
παραμένει άφαντος, ωσάν να κρύβεται. Το κακό με τον Ιερώνυμο δεν είναι
οι αστοχίες και οι παραλήψεις του, δεν είναι σε τελική ανάλυση ο ίδιος,
αλλά η σχολή σκέψης που εκπροσωπεί, η οποία, δυστυχώς, δυστυχέστατα,
είναι η επικρατούσα στην Ελλάδα. Πρόκειται για την κυρίαρχη σχολή
σκέψης, την οποία υπηρετούν πιστά ταγοί όλων των χώρων του δημόσιου και
κοινωνικού βίου. Οι όποιες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Εκτιμώ, πως, ειδικά τούτη τη χρονική συγκυρία απαιτούνται άλλες
δεξιότητες από τους ταγούς και δη τους εκκλησιαστικούς ταγούς. Θα
αναφέρω μόνο τούτο: χώρες αναγεννήθηκαν μέσα από τις στάχτες ή ξέφυγαν
από τα δεσμά της μετριότητας και αναδείχθηκαν σε υπολογίσιμες δυνάμεις
ευθύς ως επανεθνικοποιήθηκαν οι Εκκλησίες τους, δηλαδή ανέλαβαν ρόλο
εθνικό, όπως η Ρωσία του Πούτιν, η Τουρκία του Ερντογάν, η Κύπρος του
Παπαδόπουλου με τον τωρινό Αρχιεπίσκοπο που δεν είναι ο εκλεκτός κάποιου
«ναιναίκικου» κόμματος. Σκεφτείτε το λίγο!!!
Ο διάδοχος του Χριστόδουλου στη Μητρόπολη Δημητριάδος, Σεβασμιώτατος
Ιγνάτιος, είναι Ιεράρχης με ικανότητες, που, κατά την εκτίμηση πολλών,
επισκιάζονται από τις απροκάλυπτες φιλοδοξίες του που εκφράζονται κάπως
άκομψα. Είναι φανερό, πως έχει σοβαρές αποκλίσεις από τον μακαριστό. Όχι
ως προς τον χαρακτήρα, που λίγο θα μας ενδιέφερε, αλλά ως προς την
εκκλησιαστική αντίληψη. Είναι προφανώς της ιερωνυμικής ή ορθότερα της
φαναριώτικης σχολής σκέψης. Να ένα αρνητικό στοιχείο στη Διοίκηση της
Εκκλησίας, η ασυνέχεια, και ένα αρνητικό του μακαριστού, ο οποίος θα
έπρεπε να προωθεί Ιεράρχες στις κενές Μητροπόλεις, που θα μπορούσαν να
«οικειωθούν», κατά τον μακρυγιάννειο όρο, με τον υπό διακονία τόπο.
Έχω την αίσθηση ότι ο Ιγνάτιος θα ταίριαζε σε μια Μητρόπολη που δεν
είναι προσφυγική. Η Μητρόπολη Δημητριάδος είναι εμποτισμένη με
προσφυγικό αίμα, με μνήμες από τις Αλησμόνητες Πατρίδες, όπως μαρτυρά
πλειάδα ονομάτων στην επισκοπική αυτή περιφέρεια: Μαγνησία, Ιωνία,
Αγχίαλος κ.ο.κ. Δηλαδή, φαίνεται πως το μάξιμουμ που μπορεί να επιτύχει
είναι το προσωρινό μπόλιασμα με την περιοχή και όχι την
οργανική-πατερική σχέση. Προσωπικά δεν μπορώ να επεκταθώ σε βαθύτερη
αξιολογική εκτίμηση, καθότι διαμορφώνω εν πολλοίς άποψη μακράν της
Μητροπόλεως που διακονεί, αν και οι πληροφορίες μου προέρχονται από
ενεργούς ανθρώπους της τοπικής Εκκλησίας. Μακάρι να σφάλουν και μαζί με
αυτούς και εγώ.
Θα σας μεταφέρω, όμως, μια προσωπική μαρτυρία. Έτυχε να βρίσκομαι σε
συζητήσεις μεταξύ του μακαριστού και κάποιων αξιόλογων ανθρώπων, που τον
προέτρεπαν να προβεί σε υιική σύσταση προς τον Ιγνάτιο σχετικά με
κάποιον συνεργάτη του, που «προκαλεί» τις τοπικές και εθνικές
ευαισθησίες. Στο στόχαστρο ήταν ένας στενός συνεργάτης του, που δεν
κατάγεται ούτε διαμένει στο Βόλο. Επρόκειτο περί ενός συνεργάτη, από τις
ακραίες περιπτώσεις εκσυγχρονιστών θεολόγων, ζηλωτών εκσυγχρονιστών
κάποιοι τους χαρακτηρίζουν, που τον είχε και τον διατηρεί στον στενό του
κύκλο, ως επικεφαλής της λεγόμενης «Ακαδημίας». Στη γκάμα των
δραστηριοτήτων του βρίσκονται πολλά και διάφορα, που δεν σχετίζονται
άμεσα με την μητροπολιτική περιφέρεια και πολύ περισσότερο με την εθνική
Εκκλησία της Ελλάδος, για την οποία αγωνίζονταν μέχρι θανάτου ο
μακαριστός. Ο εν λόγω, με την ιδιότητά του ως συνεργάτου της Μητρόπολης,
διοργανώνει διεθνείς συναντήσεις, φερ΄ ειπείν, για τους χριστιανούς της
Μέσης Ανατολής, αλλά όχι για τους κρυπτοχριστιανούς της Τουρκίας ούτε
για τους εξισλαμισμένους Ποντίους στον Πόντο σήμερα, που θα ενδιέφερε
και το πλήρωμα της Μητρόπολης. Ψέγει μετά δριμύτητας τον «εκκλησιαστικό
εθνικισμό» και τον «θεολογικό αντι-δυτικισμό» και προωθεί με απολυτότητα
φονταμενταλιστή το «σύγχρονο και ανανεωτικό θεολογικό όραμα», όπως μας
ενημερώνει επισήμως η Μητρόπολις Δημητριάδος. Τώρα, τα περί
εθνομαρτύρων, που βρίθει το εορτολόγιο της Εκκλησίας μας, και των
δεήσεων υπέρ «του έθνους ημών», «του Στρατού» κ.λπ. είναι, απ΄ ό,τι
φαίνεται ψιλά γράμματα. Διάβασα και εγώ κάποια κείμενα του και
ανατρίχιασα. Και μια παρατήρηση που, ενδεχομένως, έχει κάποια σημασία. Ο
εν λόγω, προέρχεται από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο του αθηναιοκεντρικού
κράτους, όπως και ο συνάδελφός του συνεργάτης του Ιερώνυμου με τις
περίεργες εκσυγχρονιστικές δοξασίες, που προανέφερα.
Μένω εδώ και δεν προχωρώ. Δεν μπορώ, όμως, να μην επισημάνω ότι μερικές
επιλογές του Ιγνάτιου και κάποιες βραβεύσεις του προς ξένα με τη
Μαγνησία πατριαρχικά πρόσωπα προκαλούν μια όχι ευκαταφρόνητη μερίδα
πιστών, διότι χαρακτηρίζονται ότι διέπονται από μετα-νεωτερικό ή, στην
εκκλησιαστική γλώσσα, από μετα-πατερικό πνεύμα.
Ξέρετε, στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης παρατηρήθηκαν κάποιες σημαντικές
ιδεολογικές μετατάξεις, που μεταμόρφωσαν το συλλογικό της ήθος και το
κατέστησαν λιγότερο εκκλησιαστικό, δηλαδή το αφελληνοποίησαν σε
σημαντικό βαθμό. Έτσι, από τον άκρατο αντικληρικαλισμό της πρώιμης
περιόδου περάσαμε στη νεο-ορθοδοξία με σημαντικές προσωπικότητες της
Αριστεράς να εντρυφούν στα Πατερικά κείμενα, να σαγηνεύονται από αυτά
και να υιοθετούν τον ορθόδοξο εκκλησιαστικό λόγο, για να φτάσουμε στη
μεταστροφή του ρεύματος αυτού προς τον «εκσυγχρονισμό», τη
μετα-νεωτερική ηθική, που θεωρείται ξένη προς την Ορθόδοξη Πατερική
παράδοση.
Από τις Σειρήνες της μετα-νεωτερικότητας δεν έμειναν αλώβητοι και
αρκετοί Ιεράρχες. Τώρα, αν ο Ιγνάτιος είναι ένας από τους
μετα-νεωτερικούς θα το δείξει η Ιστορία. Εκείνο που εγώ παρατηρώ είναι
ότι ο Ιγνάτιος κόπτεται για την πατριαρχική εύνοια. Ως εδώ καλά και
άγια, θα έλεγα, εάν το Φανάρι δεν ευνοούσε, καθ΄ όλες τις ενδείξεις, το
μετα-νεωτερικό πνεύμα. Και για να μην αοριστολογώ, θα αναφέρω ένα
παράθεμα από ομιλία του Μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου, κ. Ανδρέα, της
Εκκλησίας της Κρήτης που ανήκει στο Φανάρι και που έχω μπροστά μου.
Πρόκειται για μια διάλεξη που έδωσε ο εν λόγω ιεράρχης στο Φανάρι,
ενώπιον του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, στην οποία σημείωνε:
«Οι σύγχρονες τηλεοπτικές σειρές που μεταφέρουν την τουρκική
πραγματικότητα στην ελληνική κοινωνία και ο νέος τρόπος θέασης της
ιστορίας του παρελθόντος από τη νέα γενιά των ιστορικών στα Βαλκάνια,
δημιουργούν τις προϋποθέσεις της υπέρβασης των εθνικών προκαταλήψεων…».
Φανταστείτε που φτάσαμε, να επικροτούμε κατά βάση την αυτοκατάργησή μας.
Πάντως, εγώ γνωρίζω μόνον αναθεωρητικούς ιστορικούς στα Βαλκάνια και
υποτακτικούς ιστορικούς μόνο στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης.
Θα κλείσω αυτή την αναφορά μου στον Ιγνάτιο με μια πρόταση. Η Εκκλησία
θα πρέπει να εξετάσει σοβαρά την αναθεώρηση του τρόπου εκλογής
Μητροπολιτών, ώστε το ποίμνιο να έχει λόγο, έστω συμβουλευτικό, για να
μην δημιουργείται χάσμα μεταξύ λαού και επισκόπου. Με τον τρόπο αυτό ο
τοπικός επίσκοπος θα είναι πραγματικός Πατέρας και δεν θα γινόμαστε
μάρτυρες κωμικοτραγικών γεγονότων παρόμοιων με αυτά που ελάμβαναν επί
μακρόν χώρα στη Μητρόπολη της Λάρισας, κατά το πρόσφατο παρελθόν.

Σε κάποιο κείμενό σας
διάβασα τον ισχυρισμό που διατυπώσατε περί του μη φυσιολογικού θανάτου
του Χριστόδουλου. Εννοείται, πως δολοφονήθηκε;

Ξέρετε, για να σηκώσει κανείς το βάρος της σκανδαλολογίας και της
κρίσης με το Φανάρι, αποδείχθηκε ανθρωπίνως αδύνατο. Εάν σε αυτά τα δύο
προσθέσετε και το βάρος που επωμίστηκε να ομιλεί «εθνικά», καταλαβαίνετε
ότι η τύχη του ήταν προδιαγεγραμμένη. Βεβαίως, δεν κατάφεραν να τον
εκθρονίσουν ούτε να τον καταδικάσουν σε σιωπή. Δολοφονούσαν, όμως, τον
χαρακτήρα του νυχθημερόν.
Δεν εννοώ ότι δολοφονήθηκε με τις γνωστές, κλασικές μεθόδους, απλώς
σωρεύτηκε τόσο μίσος, τόση επιθετικότητα, τόση λάσπη εναντίον του, που
τον έπνιξε. Έτσι, το νήμα της ζωής του δεν άντεξε και κάποια στιγμή
κόπηκε άκαιρα και βίαια. Ο λαός, για τέτοιες καταστάσεις με ανείπωτη
στενοχώρια και συνεχή πίεση έχει έτοιμη τη διάγνωσή του: «μ΄ έβγαλες
καρκίνο». Σκεφτείτε την ένταση, τη διάρκεια, την ανελέητη σκληρότητα των
προσωπικών προσβολών από τα κρατικοεπιδοτούμενα και καθεστωτικά ΜΜΕ,
την κατεστημένη διανόηση, τους αυτοπροσδιοριζόμενους εκσυγχρονιστές 
κάθε επιπέδου, μη εξαιρουμένων των εκκλησιαστικών. Αποδείχθηκε ότι ήταν
“too much”, για να αντέξει ένας άνθρωπος και δη της ευαισθησίας του
Χριστόδουλου, που δάκρυζε όταν φορτώνονταν συναισθηματικά, σαν το μικρό
παιδί. Οι ηθικοί αυτουργοί από τον δημόσιο, εκκλησιαστικό και μιντιακό
χώρο είναι γνωστοί, ας τους αφήσουμε στην ανωνυμία τους τώρα που δεν
αισθάνονται ότι ψηλώνουν με το να πολεμούν ένα Μεγάλο.
Επιτρέψτε μου, λόγω επαγγελματικής διαστροφής, να κάνω κάποιες
διεθνοπολιτικές αναγωγές, κάποιους συσχετισμούς με άλλους Ηγέτες στη
γειτονιά μας και τα συμπεράσματα δικά σας. Ο ξαφνικός θάνατος του
Τούρκου Προέδρου Οζάλ, Ηγέτη με κεφαλαίο «Η», που εγκαινίασε άτυπο
διάλογο με τους Κούρδους, και του Προέδρου Παπαδόπουλου στην Κύπρο, που
άλλαξε τον χάρτη της περιοχής με στρατηγικές κινήσεις μακροδυναμικής,
όπως είναι η άρνησή του στο Σχέδιο Ανάν και οι συμφωνίες χάραξης ΑΟΖ με
τις γειτονικές χώρες πλην των Αθηνών που αρνούνταν πεισματικά. Και οι
τρεις, έφυγαν σε κρίσιμες στιγμές, που εάν παρέμειναν στη ζωή τα
πράγματα στις χώρες τους να είχαν άλλη δυναμική, ίσως να έπαιρναν και
άλλη κατεύθυνση.
Και μια υποσημείωση στα προαναφερθέντα. Τελευταία, πολλές συμπτώσεις
καρκινοπάθειας «αιρετικών» ηγετών παρατηρούνται ανά τον κόσμο, όπως της
Κριστίνα Φερνάντες Κίρσνερ στην Αργεντινή, του Ούγκο Τσάβες στη
Βενεζουέλα, του Ταγίπ Ερντογάν στην Τουρκία.

Μήπως με τις θετικές
αναφορές σας προς τον μακαριστό επιχειρείτε την «αγιογράφησή» του; Ο
Χριστόδουλος, όπως τον ζήσατε, δεν έχει κάποια ευθύνη για τη σημερινή
«άφωνη» Εκκλησία, όταν όλα γύρω μας γκρεμίζονται, όπως είπατε, καθώς και
για τη δεινή κατάσταση που έχει περιέλθει η χώρα μας, η οποία μπορεί να
εξελιχθεί σε εθνική τραγωδία;

Εύστοχη η ερώτησή σας. Ο ρόλος του κριτή, όταν μάλιστα ατενίζει
κανείς τα γεγονότα από μια χρονική ασφάλεια, είναι εύκολος και η κρίση
του μπορεί να είναι αλάνθαστη. Η συζήτησή μας γίνεται με αφορμή τη
συμπλήρωση τεσσάρων χρόνων από την κοίμηση του μακαριστού. Η μνήμη του
είναι νωπή και αυτό το βλέπει κανείς στο γεμάτο από λουλούδια και
σημειώματα του απλού πολίτη μνήμα του στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Θα
εκπλαγείτε εάν το επισκεφθείτε. Πρόκειται για ένα διαρκές λαϊκό
δημοψήφισμα υπέρ μιας εθνικής Εκκλησίας με λόγο και υπέρ ενός εθνικού
Ηγέτη που ομιλεί και από τον τάφο του. Ίσως, συμπαρεσύρθηκα και εγώ από
αυτό το πνεύμα, που διέπεται ο απλός πολίτης, και ο λόγος μου να
θεωρηθεί ως «αγιοποιητικός» προς τον μακαριστό.
Ο Χριστόδουλος δεν υπήρξε, δεν φιλοδόξησε και ούτε πρόκειται να
αναδειχθεί στο μέλλον σε μια «αγία» μορφή. Ήταν απλώς ένας χαρισματικός
άνθρωπος επικεφαλής ενός θεσμικού φορέα. Και επειδή τα χαρίσματά του
ήταν αδιαμφισβήτητα πολλά και σπάνια, τον θεωρώ Ηγέτη, με σφάλματα ναι,
με ανθρώπινες αδυναμίες ναι, με παραλήψεις ναι, αλλά εκτιμώ πως ήταν και
θα παραμείνει στην ιστορία ως Ηγέτης και δη εθνεγέρτης. Θα μου πείτε
πως τους Ηγέτες τους έχουμε ταυτίσει με την πολιτική δράση. Δεν θα
διαφωνήσω με αυτή την επισήμανση, απεναντίας θα την επικροτήσω. Ο ρόλος
των εκκλησιαστικών ταγών είναι εξόχως πολιτικός. Δεν θα αναζητήσεις τον
πνευματικό σου μεταξύ των Αρχιεπισκόπων ούτε θα καταφύγεις για
πνευματική ανάταση σε μια Αρχιεπισκοπή. Ο ρόλος τους είναι εθναρχικός
και ανάλογα με την εμβέλειά τους επηρεάζουν το εκκρεμές της
διεθνοπολιτικής ισχύος των χωρών που αντιπροσωπεύουν. Στις διεθνείς
σχέσεις ομιλούμε πλέον για ένα νέο φαινόμενο ισχύος, τη γεωθρησκεία ή,
άλλως, τη γεωπολιτική της Εκκλησίας. Εάν η Εκκλησία της χώρας σου δεν
ασκεί αυτή τη μορφή ισχύος, θα την ασκήσει κάποια άλλη και εσύ θα γίνεις
υποτακτικός. Γι΄ αυτό, τόσες πολλές «Εκκλησίες» ευρωπαϊκών κρατών, και
δη των ισχυρότερων, είναι «κρατικές» και δεν υφίσταται σκέψη χωρισμού
Κράτους-Εκκλησίας. Τα αναφέρω αυτά, για να γίνει κατανοητό ότι οι ρίζες
του Μνημονίου και της νεο-βαβαυρικής υποταγής της μεταπολιτευτικής
Ελλάδας είναι βαθιές. Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος.
Η ελληνική διπλωματία αγνοεί παντελώς την Ελλαδική Εκκλησία, γι΄ αυτό το
κράτος τη διατηρεί κατακερματισμένη αφενός και αφετέρου βολεύεται με
τους «απαρατήρητους» Αρχιεπισκόπους. Όχι ότι αξιοποιεί καλύτερα τα
Ελληνορθόδοξα Πατριαρχεία για τα οποία, ωστόσο, διατηρεί μια
υποβαθμισμένη Διεύθυνση Εκκλησιαστικών Υποθέσεων με επικεφαλής κάποιον
«ανεπιθύμητο» ή «ξεχασμένο» διπλωμάτη. Πριν από χρόνια, ένας φωτεινός
ιερωμένος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων μου εκμυστηρεύτηκε ότι σε
συζήτηση που είχε με διευθυντικό στέλεχος του ελληνικού υπουργείου
Εξωτερικών του επεσήμανε πως θα ήταν εθνικά ωφέλιμο για την ελληνική
διπλωματία «να μη βάζει όλα τα αυγά στο αραβικό καλάθι αλλά να αφήσει
κάποια και για το ισραηλινό», για να λάβει την αφοπλιστική απάντηση:
«εβραϊκής καταγωγής είστε πάτερ;». Με τέτοιες νοοτροπίες αφέθηκε
ελεύθερο πεδίο στους Τούρκους και στους Ισραηλινούς να αναπτύξουν τη
γνωστή στρατηγική συμμαχία που άλλαξε άρδην τα γεωπολιτικά δεδομένα σε
βάρος του ελληνισμού στις κρίσιμες δεκαετίες του ΄90 και του 2000.
Θα μου πείτε, πιο από τα ελληνικά συγκριτικά πλεονεκτήματα έχει
αξιοποιήσει το ελλαδικό κράτος, για να αξιοποιήσει και την
Ελληνορθοδοξία. Αξιοποίησε την εμπορική ναυτιλία, τον απόδημο ελληνισμό,
την κλασική και Πατερική Γραμματεία και παράδοση, την γεωγραφική θέση
της χώρας ή το πλούσιο υπέδαφος και το γόνιμο έδαφος που θα μπορούσε να
τροφοδοτεί με ποιοτικά προϊόντα την Ευρώπη; Ως μέτρο σύγκρισης θα
αναφέρω τον μεγάλο ανταγωνιστή της Ελληνορθοδοξίας, τη Μόσχα. Στο
Πατριαρχείο Μόσχας, η ισχυρότερη Συνοδική Επιτροπή είναι αυτή των
Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων, ένα οιονεί υπουργείο Εξωτερικών, που
έχει επικεφαλής τον πιο πολυτάλαντο Ιεράρχη. Ο σημερινός πρόεδρος αυτής
της Επιτροπής, που αντικατέστησε τον τωρινό Πατριάρχη Κύριλλο, είναι ο
Μητροπολίτης Ιλαρίων. Πρόκειται περί ενός εξαιρετικά ταλαντούχου,
προικισμένου, άριστου διπλωμάτη και πολυπράγμονος Ιεράρχη, σκέτη
διαφήμιση της Ρωσικής Εκκλησίας. Για να δείτε το μέγεθος του ανδρός, σας
αναφέρω ότι πριν τις Γιορτές, παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
ένα μουσικό του έργο, το «Ορατόριο των Χριστουγέννων». Βλέπετε κάποιον
στη σημερινή Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, που θα μπορούσε να
συγκριθεί με ηγετικές προσωπικότητες όπως αυτές του Κυρίλλου και του
Ιλαρίωνα, μετά τον Χριστόδουλο;
Τώρα, επί της ερωτήσεώς σας, για να μη θεωρηθεί ότι υπεκφεύγω. Θα
επαναλάβω και εδώ πέντε από τα αδύναμα σημεία της αρχιεπισκοπείας
Χριστόδουλου. Πρώτον, οι εσφαλμένες επιλογές κάποιων που συνέθεταν το
περιβάλλον του. Δεν προχωρώ σε ονόματα, γιατί δεν είμαι ο κατάλληλος για
να τους κρίνω. Εκείνο που μπορώ να ισχυριστώ είναι πως αυτοί ήταν λίγοι
στον αριθμό αλλά ικανοί να δώσουν τροφή για αρνητικές κρίσεις εναντίον
του μακαριστού. Οι περισσότεροι εκ των συνεργατών του ήταν και
παραμένουν αξιόλογοι, γι΄ αυτό, κάποιοι εξ αυτών, αξιοποιούνται και από
τον Ιερώνυμο ως στενοί συνεργάτες του και αυτό τον τιμά. Ακόμη και το
«δεξί» χέρι του Ιερώνυμου, ο επίσκοπος Γαβριήλ, αναδείχθηκε από τον
Χριστόδουλο.
Το δεύτερο αδύναμο σημείο, που υπερτονίστηκε κατά την περίοδο της
σκανδαλολογίας είναι ότι δεν κατόρθωσε να μετριάσει τις υπερβολές των
ταγών της Εκκλησίας, με τα πολυχρόνια και τους θεατρινισμούς που
προκαλούν. Υπερβολές, που αποτελούν διαχρονικό γνώρισμα της Εκκλησίας.
Αφήνω έναν κατεξοχήν εκκλησιαστικό και όχι θρήσκο άνδρα, τον
κοσμοκαλόγερο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, να τις περιγράψει σκωπτικά σε ένα
πρωτοχρονιάτικο διήγημά του, που έχω μπροστά μου και δημοσιεύτηκε στην
εφ. Αλήθεια, την Πρωτοχρονιά του 1907. «…Και εις το βάθος αντίκρυσεν
(ΣτΣ ο πιστός) έναν άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα ως Μήδον
σατράπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διαφόρους ακκισμούς και
επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά, άλλοι μερικοί έψαλλον με
πεπλασμένας φωνάς: Τον Δεσπότην και αρχιερέα!» Άχ αυτά τα πολυχρόνια με
τα «εις πολλά έτη Δέσποτα» πόσο ενοχλητικά είναι!
Ένα τρίτο συναφές θέμα είναι οι υπερβολές Ιεραρχών στην άσκηση της
εκκλησιαστικής διοίκησης, αναφορικά με ζητήματα εκκλησιαστικής
δικαιοσύνης  και της χρηματικής διαχείρισης. Ειδικά το θέμα της
δικαιοσύνης, που είναι εξαιρετικά σοβαρό για τον απλό Κλήρο, θα μπορούσε
να επιλυθεί οριστικά με τον εξής τρόπο. Την υιοθέτηση του θεσμού του
«Συνήγορου του Πολίτη» στην Εκκλησία, κατά το σουηδικό πρότυπο. Πιθανώς
δεν γνωρίζετε ότι ο θεσμός του Συνήγορου του Πολίτη γεννήθηκε στη
Σουηδία τον 19ο αιώνα με την εισαγωγή τριών ανεξάρτητων δικαστικών
λειτουργών σε αντίστοιχους τομείς του κράτους: Δημόσια Διοίκηση,
Στρατός, Εκκλησία. Εδώ φυσικά απαιτείται η συνδρομή του κράτους, που στη
χώρα μας έχει άλλες ενασχολήσεις. Γνωρίζω ότι τέτοιες πρωτοβουλίες θα
σήκωναν θύελλα αντιδράσεων έσωθεν και θα μπορούσαν να αναληφθούν σε
ήρεμες περιόδους και όχι στις ταραχώδεις της σκανδαλολογίας και της
κρίσης με το Φανάρι.
Το τέταρτο κατά σειρά αναφοράς αδύναμο σημείο, όπως μου επεσήμαναν και
δικοί μου άνθρωποι, αφορούσε στο λόγο του που δεν ήταν αρκετά
αυτοκριτικός αλλά εκθειαστικός προς τους εαυτούς μας και καταγγελτικός
προς τους άλλους. Δηλαδή, υπερτονίζονταν τα θετικά του συλλογικού μας
χαρακτήρα χωρίς να επισημαίνονται και οι πολλές αδυναμίες μας, που
συνέβαλαν στο σημερινό μας χάλι. Βέβαια, θα πρέπει να λάβει κανείς υπόψη
το κλίμα της εποχής. Ο μακαριστός αντιστέκονταν στις εντονότατες
τάσεις, που οδηγούσαν αργά αλλά σταθερά στο νεοελληνικό αφελληνισμό,
ένεκεν της ισοπεδωτικής παγκοσμιοποίησης και του άσαρκου κοσμοπολιτισμού
υπό τη μορφή μιας δουλικής σχεδόν απομίμησης ξένων προτύπων, που τα
ήθελε όλα να είναι «εισαγωγής», είτε σε προϊόντα είτε σε ιδέες. Γι΄
αυτό, οι επικριτές του εστίαζαν την πολεμική τους στο ότι τάχα
αντιστέκονταν στον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας και της Εκκλησίας, και
εννοούσαν τον αφελληνισμό τους. Ο Χριστόδουλος, για να αντισταθεί σε
αυτή την σαρωτική ορμή μόνος του μεταξύ των θηρίων έπρεπε να
ενεργοποιήσει τα εθνικά αντανακλαστικά.
Για να μην πέσουμε στο ολίσθημα της μετά θάνατον ύβρεως προς τον
μακαριστό, οφείλω να επισημάνω ότι και ως Μητροπολίτης είχε γράψει και
μιλήσει για τα αρνητικά του Έλληνα. Θέτω υπόψη σας το ενδεικτικό
δημοσίευμά του «Η Ελλάδα στο στόχαστρο των …Ελλήνων», που αποτελεί
ομιλία του προς τους φοιτητές του Βόλου. Σας διαβάζω ένα μικρό
απόσπασμα: «Ο Ησίοδος εδώ και 28 αιώνες είχε πει ότι το κοινωνικό κακό
διορθώνεται όταν επικρατήσουν η Αιδώς και η Νέμεσις…Σήμερα στον τόπο μας
δεν επικρατεί εν πολλοίς ούτε η Αιδώς ούτε η Νέμεσις. Αντ΄ αυτών οι
Έλληνες μεθοδεύομε την καταστροφή μας…Έχουμε ήδη μπει σε μια ζώνη
κινδύνου». Αυτά τα προφητικά και αυτοκριτικά τα είπε και τα έγραψε εν
έτει 1990.
Η πέμπτη αδυναμία είναι εκκλησιαστική και αφορά στα κριτήρια επιλογής
των Μητροπολιτών. Του είχα υποβάλλει έγγραφη εισήγηση, με τις εξής
επισημάνσεις. Θέσπιση αυστηρών κριτηρίων επιλογής, όπως: ο υποψήφιος να
έχει διακονήσει επί διετίαν σε ακριτική περιοχή και να μην συνωστίζεται
στις μεγαλουπόλεις, να έχει ιεραποστολικό έργο με διετή θητεία σε ένα
από τα Ελληνορθόδοξα Πατριαρχεία, να είναι κάτοχος μεταπτυχιακού ή
δεύτερου πτυχίου και να γνωρίζει μία τουλάχιστον ξένη γλώσσα. Αυτά τα
προσόντα να συνοδεύουν απαραιτήτως τα εκκλησιαστικά προτερήματά του.
Θα μου πείτε τα γράμματα κάνουν τον παπά και δη τον Ιεράρχη; Ναι,
αδιαμφισβήτητα και αυτά, διότι οι Ιεράρχες μεταφέρουν μια βαριά
κληρονομιά, την Πατερική. Όλοι οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν
αξιοζήλευτη θύραθεν, πάνω απ΄ όλα παιδεία. Έτσι έβλεπα και φανταζόμουν
τότε τον Ελληνορθόδοξο Ιεράρχη, ώστε να ακτινοβολεί διεθνώς, ενώ σήμερα
θα προσέθετα και ένα άλλο προσόν, τη συγκατάθεση των πιστών που θα
διακονήσει. Η αντίδραση του μακαριστού ήταν αφοπλιστική: «Όλοι θέλουν να
γίνουν δεσποτάδες αλλά δεν έχουν ζέση για γνώσεις». Αλλά, είναι δυνατόν
να λάμψει ο ελληνισμός, που ονειρεύονταν ο μακαριστός, με χαμηλό το
γνωσιολογικό επίπεδο των Ιεραρχών; Δυστυχώς, αυτή την αδυναμία την
χρεώνεται και ο μακαριστός, μια αδυναμία άφωνων τόσο στην Ιεραρχία όσο
και στην κοινωνία Μητροπολιτών. Εξαιρέσεις υπάρχουν, αλλά αυτοί είναι
μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Και κάτι τελευταίο. Εάν δρομολογούνταν και θεσμικά αυτή η αναβάθμιση των
ανώτερου κλήρου θα ενεργούσε μακροδυναμικά ως καταλύτης και για την
ελληνική κοινωνία γενικότερα, ώστε να ανυψωθεί το χαμηλό, χαμηλότατο
επίπεδο μεταξύ της ελίτ μερίδας των πολιτών.

Κύριε Μούρτο, σας ευχαριστώ ειλικρινά για τη συζήτηση, για το
χειμαρρώδη λόγο σας, που ξαναζωντάνεψε στη μνήμη μας ένα χαρισματικό
δημόσιο άνδρα, που τόσο σπανίζουν στις ημέρες μας, είτε συμφωνούσε
κανείς μαζί του είτε όχι. Είμαι σίγουρη, πως όσα μας είπατε αποτελούν
ψήγμα των εμπειριών σας και αναμφίβολα θα συζητηθούν, γιατί η μνήμη του
Χριστόδουλου παραμένει ζωντανή και η απουσία ενός ταγού με λόγο, όπως ο
μακαριστός, είναι ακόμη πιο αισθητή στην Ελλάδα του Μνημονίου.

Tέσσερα χρόνια από την κοίμηση του μακαριστού Χριστόδουλου, Αρχιεπισκόπου Αθηνών … Μας λείπει!

(847) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *