Πενήντα λόγοι διαφωνίας με το νέο πρόγραμμα των Θρησκευτικών

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 

          Πενήντα λόγους διαφωνίας έχουμε με το
νέο πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου! Τα μέλη της
Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων μπορεί να είχαν όλη την καλή διάθεση να εκπονήσουν
ένα σωστό πρόγραμμα, όμως αποδεικνύεται ότι αυτή δεν φτάνει. Η παράθεση των
πενήντα λόγων διαφωνίας μας ίσως είναι κουραστική, αλλά θεωρούμε ότι είναι
απαραίτητη για μια νηφάλια συζήτηση επί ενός σοβαρότατου ζητήματος, όπως είναι
το θρησκευτικό βίωμα  των μαθητών των
σχολείων της χώρας μας. Τηρείται η σειρά του κειμένου, προηγείται το πρωτότυπο
( με
bold ) και έπεται
το σχόλιο μας.

1. ” Βασικό
χαρακτηριστικό του νέου προγράμματος σπουδών είναι ο παιδαγωγικός
αναπροσανατολισμός της διδακτικής διεργασίας στην κατεύθυνση της διερευνητικής,
βιωματικής και συνεργατικής μάθησης”.

Χαρακτηριστικό
του κειμένου, που εστάλη στον Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο και στους Μητροπολίτες
της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι η χρήση επιθέτων – όρων, των οποίων η έννοια
είναι γενική κι επομένως ασαφής. Ο καθένας, εκπαιδευτικός ή όχι, μπορεί να
εκλάβει τους όρους, σύμφωνα με τη δική του γνώση και αντίληψη. Θέλω να πιστεύω
ότι η χρήση τέτοιων ασαφών όρων γίνεται λόγω της εκπαίδευσης και των επιρροών
που έχουν δεχθεί οι εμπειρογνώμονες τα τελευταία 30 χρόνια και όχι για λόγους
ιδεολογίας, όπως εκφράστηκε από τον πρ. πρωθυπουργό κ. Κ. Σημίτη και τους
“εκσυγχρονιστές” συνεργάτες
του. Πιο συγκεκριμένα τι πάει να πει
“διερευνητική μάθηση”, τι “βιωματική” και τι “συνεργατική”,
όροι που χρησιμοποιούνται κατά κόρον τα τελευταία χρόνια και στο προτεινόμενο
πρόγραμμα σπουδών (ΠΣ); Ο Βιτγκεστάϊν σωστά 
παρατήρησε πως “ό,τι μπορεί να διατυπωθεί γενικά, μπορεί να
διατυπωθεί και με σαφήνεια”. Οφείλουμε να διατηρήσουμε τη καθαρότητα και
τη σαφήνεια της ελληνικής γλώσσας. Γιατί, όπως έγραψε ο Νίκος Τσιρόπουλος,
” Όταν οι λέξεις διαβληθούν και αδειάσουν από το σταθερό τους νόημα, το
φορτισμένο με τόση μνήμη, όταν η γλώσσα εξαρθρωθεί και οι λέξεις της της
παύσουν να αναγνωρίζονται, τότε η ψυχή ενός λαού θανατώνεται και ο
ολοκληρωτισμός τον καρτερεί στη θύρα του παρόντος. Γιατί έτσι το παρόν θα
κυβερνά το παρελθόν και το μέλλον” ( Περ. “Ευθύνη”, τ.156,
Δεκέμβριος 1984, σελ. 618).  

2 – 3. “Η
αλλαγή του ΠΣ κρίνεται αναγκαία, με βάση τις σύγχρονες θεωρίες μάθησης και
διδακτικής
, αλλά και το αίτημα υπέρβασης χρόνιων αγκυλώσεων στο ελληνικό
εκπαιδευτικό σύστημα
“.                    
Οι
σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής, που επικαλούνται οι εμπειρογνώμονες,
δεν αναφέρονται και έτσι το κείμενο αποδυναμώνεται. Κείμενο τόσης σπουδαιότητας
χωρίς παραπομπές και αναφορές είναι απλώς μια άποψη και μάλιστα όχι
θεμελιωμένη. Επίσης παρά το ότι πολλοί, μετά το 1982, μιλούσαν για αλλαγή στο
μάθημα των Θρησκευτικών καλόν είναι να εξηγηθεί ποιες είναι οι χρόνιες αγκυλώσεις
του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.

4. Όλα
τα μέλη της Επιτροπής ( των Εμπειρογνωμόνων), τα οποία επελέγησαν, ήταν
θεολόγοι”.
                                                                      Αφού
τίθεται το θέμα, θα έπρεπε να αναφερθεί το πώς επελέγησαν τα μέλη της
Επιτροπής, για να μην υπάρχει καμιά σκιά, ότι πρόκειται για μια
“παρέα”, με κοινές αντιλήψεις πάνω στο μάθημα των Θρησκευτικών. Και
γιατί “ήταν” θεολόγοι; Μετά το υπόμνημα δεν είναι πλέον; Λίγη
προσοχή στα ελληνικά δεν βλάπτει…  

5.
Η Επιτροπή εργάστηκε συνεργατικά και συνθετικά…”.

          Και στο σημείο αυτό ισχύει η
παρατήρηση μας του σημείου 1. Γενικότητα κι επομένως ασάφεια. Πόσες
συνεδριάσεις έγιναν; Πόσοι ήσαν παρόντες και για πόσες φορές; Διαφωνίες
υπήρξαν; Ποιος προήδρευε;Ποιος εκπόνησε το σχέδιο επί του οποίου γινόταν η
συζήτηση; 6. ” Η Επιτροπή εργάστηκε χωρίς “άνωθεν” οδηγίες και
δεσμεύσεις”.
Χρειαζόταν τα
μέλη της Επιτροπής να διαβεβαιώσουν τον Αρχιεπίσκοπο ότι εργάστηκαν χωρίς
“άνωθεν” επεμβάσεις; Δεν είναι αυτονόητο για επιστήμονες, που
αναλαμβάνουν ένα τόσο σοβαρό έργο, να μην δέχονται παρεμβάσεις στο έργο τους κι
αν αυτό συμβεί, αμέσως να παραιτούνται, διαφυλάττοντας το επιστημονικό τους
κύρος και την αξιοπρέπεια τους; Επί πλέον σημειώνω πως σε μια Επιτροπή μπορεί
να μην υπάρχουν “άνωθεν” οδηγίες, αλλά μπορεί αυτή να εργασθεί σύμφωνα
με τις αντιλήψεις των “άνωθεν”…

7.
Συνήθως τα επικριτικά άρθρα ( σε βάρος του ΠΣ) υπογράφονται από ανθρώπους οι
οποίοι δεν γνωρίζουν όλο το επιστημονικό, παιδαγωγικό και νομικό πλαίσιο εντός
του οποίου οφείλουν να σχεδιάζονται και να παράγονται τα σχολικά ΠΣ ή τα
βιβλία…”.
  

          Δεν αντιλήφθηκα γιατί στο υπόμνημα
τους προς τον Αρχιεπίσκοπο οι εμπειρογνώμονες αισθάνθηκαν την ανάγκη να
επιτεθούν λεκτικά σε βάρος όσων κάνουν κριτική στο πόνημα τους. Διερωτώμαι αν
οι ίδιοι γνωρίζουν το πλαίσιο για το οποίο μιλάνε και αν όλοι συμφωνούν ότι τα
ΠΣ είναι προϊόντα παραγωγικής διαδικασίας.

8.
Η χρησιμοποιούμενη παιδαγωγική και διδακτική ορολογία είναι η καθιερωμένη στον
ευρύτερο χώρο της Εκπαίδευσης, που υπερβαίνει τα ειδικά όρια του ΜτΘ”.

          Και το σημείο αυτό αποτελεί μια ασαφή
γενίκευση και δεν εξηγείται γιατί ήταν απαραίτητη η υπέρβαση της ορολογίας του
ΜτΘ.

9. “Οπωσδήποτε
για την κατανόηση της φιλοσοφίας του ΠΣ και πολύ περισσότερο για την εφαρμογή
του δεν είναι αρκετή μια ανάγνωση του…”.

          Οι ίδιοι οι εμπειρογνώμονες στο σημείο
αυτό αναγνωρίζουν τη δυσκολία κατανόησης του πονήματος τους. Πάντως  για την ευκολότερη κατανόηση της
“φιλοσοφίας” του ΠΣ καλόν θα ήταν να την διατύπωναν με σαφήνεια και
με ακρίβεια.

10.
Το ΠΣ είναι ένα πλήρες, μεθοδικό και άρτια οργανωμένο πλαίσιο εκπαιδευτικών
αρχών, προσανατολισμών και διδακτικών προτάσεων που αποβλέπει στην εξυπηρέτηση
του σχεδιασμού της διδασκαλίας από τον διδάσκοντα εκπαιδευτικό”.

          Η εξύμνηση από τους ίδιους του
πονήματος τους είναι σε αντίφαση προς το ήθος, το ύφος και τη δεοντολογία
επιστημόνων. Καλόν θα ήταν οι άλλοι και μάλιστα οι “επαϊοντες” να
επαινέσουν το έργο τους και όχι οι ίδιοι. Η ταπεινοφροσύνη είναι μεγάλη αρετή,
για τη Χριστιανοσύνη.

11.
Το νέο ΠΣ …εφαρμόζεται πιλοτικά και πειραματικά, ώστε να διαπιστωθούν στην
πράξη πιθανά προβλήματα”.

          Ο μελετών το ΠΣ διερωτάται αφού αυτό
είναι “πλήρες, μεθοδικό και άρτιο οργανωμένο” τι χρειάζεται η
πιλοτική και πειραματική εφαρμογή του; Δεν είναι μια λογική αντίφαση με τα όσα
πιστεύουν για το πόνημα τους οι εμπειρογνώμονες;

12.
Εστιάζοντας στις διδακτικές και παιδαγωγικές προσεγγίσεις και, κυρίως, στην
ενεργό συμμετοχή των μαθητών, το νέο ΠΣ αποσκοπεί στην καλλιέργεια κλίματος
αναγνώρισης και αποδοχής, επικοινωνίας και κοινωνικών αλληλεπιδράσεων…”.
 

          Προφανώς οι συντάκτες του ΠΣ εκφράζουν
την άποψη ότι επιδιώκουν την καλλιέργεια αναγνώρισης και αποδοχής των
διδασκόντων εκ μέρους των μαθητών. Αλλά αυτό προκύπτει από το όποιο ΠΣ ή από
τους ίδιους τους διδάσκοντες; Ασαφές είναι και το πώς θα καλλιεργηθεί το κλίμα
“κοινωνικών αλληλεπιδράσεων”. Πολλές υποθέσεις μπορούν να γίνουν,
αλλά δεν αντιλαμβάνομαι γιατί ο κάθε αναγνώστης του ΠΣ να υποχρεώνεται να κάνει
υποθέσεις, αντί να έχει την σαφή άποψη των εμπειρογνωμόνων;

13. “…Στη
συμμετοχή των μαθητών στη διαχείριση της μάθησης τους”.

          Η μεγάλη και χωρίς τελεία πρόταση, που
περιλαμβάνει και τα προηγουμένως αναφερθέντα, καταλήγει στο  ότι το ΠΣ αποσκοπεί “στη συμμετοχή των
μαθητών στη διαχείριση της μάθησης τους”. Η συμμετοχική δημοκρατία, σε
όλες τις εκφάνσεις της κοινωνίας, αποτελεί ζητούμενο στη σκέψη των μαρξιστών
και των μεταμαρξιστών ( Πάτεναμ, Μακφέρσον, Πουλαντζά). Όμως ουδείς εξ αυτών
τάχθηκε υπέρ της άποψης της εκ μέρους των μαθητών, π.χ. της Ε’ Δημοτικού,
συμμετοχής στη διαχείριση της μάθησης τους….

14. “Το
νέο ΠΣ …εστιάζει στη διαδικασία της διδασκαλίας και της μάθησης μέσα σε ένα
πλαίσιο συμμετοχικών διεργασιών, ομαδοσυνεργατικών δραστηριοτήτων, διαλογικών
προσεγγίσεων”.
  

          Και η πρόταση αυτή είναι γενικόλογη,
άρα ασαφής, και χρειάζονται πολλές και σοβαρές διευκρινίσεις. 

15.”Σύμφωνα
με αυτήν την πρόταση, το μάθημα καλείται να υπερβεί την παραδοσιακή αντίληψη
της <παράδοσης μεταφοράς> έτοιμης γνώσης μέσα από μια τυπική και μετωπική
διδασκαλία και να υπηρετήσει μια άλλη διάσταση και λειτουργία του σχολείου, όπου
ο μαθητής μαθαίνει πώς να μαθαίνει (σ.σ.
sic) και
συμμετέχει ενεργά σε όλη τη μαθησιακή πορεία”.

          Η πρόταση αυτή με τον όρο
“μετωπική διδασκαλία” υποβαθμίζει έως και μηδενίζει την προσφορά της
έως τώρα εκπαίδευσης και της μαθησιακής διεργασίας. Την παραδοσιακή μάθηση, με
όλα τα προβλήματα της, υπηρέτησαν και υπηρετούν αξιόλογοι καθηγητές και
δάσκαλοι, που ο καθένας, ανάλογα με τα τάλαντα του, προσέφερε στην Παιδεία των
μαθητών του.

16. “Συνεπώς
το ΠΣ προτείνει μεθόδους, διαδικασίες, δραστηριότητες και στρατηγικές
μάθησης,
που συναποφασίζονται, επιλέγονται και ακολουθούνται ανάλογα με τις
πραγματικές ανάγκες και συνθήκες της σχολικής τάξης”.

          Με ενοχλεί ο όρος “στρατηγικές
μάθησης”. Συνήθως χρησιμοποιείται σε κοσμικές – υλιστικές μεθόδους, όχι σε
πνευματικές προσπάθειες. Δεν έχουμε να κάνουμε με την πολιτική ή με το εμπόριο,
αλλά με ψυχές. Επίσης με το να διατυπώνεται η πρόταση στη μέση φωνή δεν δίδεται
μια εξήγηση από ποιους “συναποφασίζονται” οι στρατηγικές.

17.
Η διδασκαλία και η μάθηση προτείνονται μέσω ενός πολυεδρικού και συμμετοχικού
σχεδιασμού με απώτερο στόχο την βιωματική και ανακαλυπτική μάθηση“.

          Σε όλα τα λεξικά που έψαξα δεν βρήκα
πουθενά το επίθετο “ανακαλυπτικός-ή” και μάλιστα ως προς τη μάθηση.
Δεν είναι κακό η δημιουργία νέων λέξεων, αρκεί να ανταποκρίνονται στην παράδοση
της γλώσσας και να μην την μετατρέπουν σε δύσχρηστη και δυσνόητη μέθοδο
επικοινωνίας.

18-19. “Η
ευελιξία και ανοικτότητα που χαρακτηρίζει το ΠΣ όχι μόνο επιτρέπει αλλά
και οδηγεί στην προσαρμογή της διδασκαλίας στο συγκεκριμένο μαθησιακό
περιβάλλον των παιδιών, με επαρκείς πρόνοιες για διαφοροποιημένη διδασκαλία,
γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν ευσταθούν οι απόψεις ότι το ΠΣ τάχα
περιλαμβάνει <δύσκολες έννοιες>”.

          Η λέξη “ανοικτότητα””
δεν βρίσκεται στα λεξικά, ούτε μπορεί κανείς να αντιληφθεί την έννοια της. Αφού
λοιπόν το επεξηγηματικό κείμενο του ΠΣ περιλαμβάνει ασαφείς έννοιες, γιατί να
μην υποθέσει κανείς ότι και το κυρίως κείμενο περιέχει <δύσκολες
έννοιες>;  Το ίδιο θα μπορούσε κανείς
να πει και για τη <διαφοροποιημένη> ( σ.σ. και όχι
<διαφοροποιούμενη;> ) διδασκαλία. Αχ, αυτά τα ελληνικά, πόσο δύσκολα
είναι στην απλότητα και σαφήνεια τους…

20. “Το
νέο ΠΣ στοχεύει σε μια προσωποκεντρική και κοινωνιοκεντρική προσφορά και
αναφορά της γνώσης”.

          Άλλη μία γενική και ασαφής πρόταση.
Επίσης η έκφραση “στοχεύει” είναι από αυτές που καθιερώθηκαν από το
ΠΑΣΟΚ και  βέβαια δεν σημαίνει
“σκοπεύει”. Ο “στόχος” έχει στενότερη και πιο απόλυτη
έννοια του “σκοπού”.

21.   ” Ο θετικός και ουσιαστικός
προσανατολισμός του ΠΣ που διαχέεται σε όλα τα μαθήματα μπορεί, ενδεχομένως,
να αναχαιτίσει την κυρίαρχη παγκοσμίως τάση προς έναν μονότροπα τεχνοκρατικό
προσανατολισμό της παρεχομένης εκπαίδευσης
“.

Νομίζω
πως όποιος διαβάζει το σημείο αυτό του υπομνήματος θα πρέπει να είναι πολύ δυνατός
χαρακτήρας για να μην γελάσει και να μην ειρωνευτεί τους συντάκτες του. Είναι
δυνατό, έστω ως ενδεχόμενο, το ΠΣ να αναχαιτίσει την “κυρίαρχη παγκοσμίως
τεχνοκρατικού προσανατολισμού παρεχόμενη εκπαίδευση”; Μόνο ως μεσσιανικού
περιεχομένου όραμα θα μπορούσε να δικαιολογηθεί.  

22. “Η
πρόταση του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά παρουσιάζει ένα μάθημα ανοικτό και
πλουραλιστικό, που διατηρεί μεν τον γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα που είχε
έως τώρα, αλλά επί πλέον λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις των καιρών, τις μορφωτικές
ανάγκες των σύγχρονων μαθητών και εμπλουτίζεται με περισσότερα στοιχεία για τις
χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης και τις μεγάλες θρησκείες”.

          Ο Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της
Επικρατείας κ. Αν. Μαρίνος σε ομιλία του σε διημερίδα που οργανώθηκε στην Αθήνα
το 2000 τόνισε, μεταξύ των άλλων, πως ” η διδασκαλία του μαθήματος των
Θρησκευτικών, όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά
κατοχύρωση του πολίτη να διαμορφώνει τη θρησκευτική συνείδηση των παιδιών του,
όπως αυτός θέλει και επειδή οι περισσότεροι είναι ορθόδοξοι, να κατοχυρώνει τη
θρησκευτική συνείδηση με το περιεχόμενο αυτό. Και είναι υποχρεωτική η
διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών”. ( “Θρησκευτική Παιδεία
και σύγχρονη κοινωνία”, Εκδ. “Εν πλώ”, Αθήνα, 2006, σελ. 118).
Επομένως είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι το μάθημα έχει τον χαρακτήρα που
προσδιορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Χώρας και δεν οδηγεί σε πλουραλιστικές,
κοσμοπολίτικες και συγκρητιστικές αντιλήψεις.

23.
Τα στοιχεία για τις άλλες χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης και τις άλλες
θρησκείες δεν αποτελούν διδακτέα ύλη, αλλά διαθέσιμα διδακτικά μέσα και υλικά
για τον εκπαιδευτικό, ο οποίος καλείται να σχεδιάσει τη διδασκαλία του με βάση
τις ιδιαίτερες συνθήκες και το <οικοσύστημα> της τάξης του”.

          Είναι μεν θετική η διασαφήνιση αυτή,
αλλά πρέπει να διευκρινιστεί το ποιος παίρνει την ευθύνη για το σχεδιασμό της
διδασκαλίας και ποιος αποφασίζει για τις ιδιαίτερες συνθήκες και το
“οικοσύστημα” της τάξης. Και βέβαια υπάρχει το ερώτημα αν το μάθημα
θα γίνεται “λάστιχο”, ανάλογα με τις συνθήκες και το
“οικοσύστημα”.   

24. “Το
ΜτΘ βεβαίως και έχει ως κέντρο, αφετηρία και πρωταρχικό μέλημα την Ορθόδοξη
πίστη και ζωή, αλλά οφείλει και πρέπει να έχει ορίζοντα αναφοράς και
διαλόγου
και με τις άλλες χριστιανικές κατανοήσεις, τις άλλες θρησκευτικές
παραδόσεις και τις σύγχρονες  φιλοσοφικές
ή άλλες μορφές πνευματικότητας”.

          Θεωρητικά η πρόταση ακούγεται θετικά.
Αναφορά και διάλογος, λέξεις γοητευτικές. Το θέμα είναι πώς γίνεται αυτό στην
πράξη και στα ελάχιστα χρονικά περιθώρια που έχει το μάθημα των Θρησκευτικών.
Μήπως τα νεωτερικά ανοίγματα είναι σε βάρος της αυτογνωσίας των μαθητών;

25-26. “Ένας
ουσιαστικός διάλογος, ανάμεσα στο κέντρο και τον ορίζοντα, που θα αναπτυχθεί
στο πλαίσιο του ΜτΘ, θεμελιωμένος πάνω στην ορθή προσέγγιση και κριτική
κατανόηση των διαφορετικών αφηγήσεων, δεν στοιχειοθετεί απομάκρυνση από
την Ορθοδοξία ή μια μορφή θρησκευτικού συγκρητισμού’ απεναντίας, συνιστά κυρίως
και κατ’ εξοχήν την πεμπτουσία της χριστιανικής μαρτυρίας στον σύγχρονο και
ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο μας
“.

          Απορίες προκαλούν και αυτές οι
διατυπώσεις. “Διαφορετικές αφηγήσεις” ως προς ποιες; Ως προς την
Ορθοδοξία; Αφήγηση είναι η Πίστη των Ορθοδόξων; Και αυτό δεν είναι
συγκρητισμός; Και πώς θα γίνει ένας “ουσιαστικός διάλογος”, έστω
θεωρητικά από τους μαθητές; Και με ποιο αποτέλεσμα; Εδώ δεκαετίες γίνονται
άκαρποι θεολογικοί διάλογοι και αυτοί θα προωθηθούν από τους μαθητές του
Γυμνασίου; Και ποιος μπορεί να θεμελιώσει την διατυπούμενη άποψη πως η
πεμπτουσία της χριστιανικής μαρτυρίας δεν είναι η  αποστολική και πατερική ιεραποστολή, αλλά η
“ορθή προσέγγιση και κριτική κατανόηση των διαφορετικών αφηγήσεων”;

27. “Στην πράξη το νέο ΠΣ ουσιαστικά δεν
απομακρύνεται από τους ειδικούς σκοπούς του μαθήματος, όπως αυτοί ορίζονται στα
Αναλυτικά Προγράμματα του 2003 (ΔΕΠΠΣ)”.

          Πρόκειται για ομολογία πως οι
εμπειρογνώμονες ακολουθούν την αποτυχημένη και καταδικασμένη στη συνείδηση του
λαού εκσυγχρονιστική αντίληψη για την Ελλάδα και την Ορθοδοξία του κ. Κων.
Σημίτη. Θυμίζουμε ότι ο κ. Σημίτης έχει υποστηρίξει την “παιδευτική
πολιτική” των λαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων, “με την έννοια της
διαμόρφωσης μιας νέας κουλτούρας στην ελληνική κοινωνία
“. ( Κ. Σημίτη
” Ενωμένοι να τολμήσουμε”, Αθήνα, Απρίλιος 1994, σελ. 86). Είναι
περίεργη η εμμονή των εμπειρογνωμόνων σε αποτυχημένες και καταδικασμένες
νοοτροπίες και πολιτικές.

28-29. ” Τα προγράμματα εκείνα ( σ.σ. του 2003)
…εστίαζαν επί πλέον … στην κατανόηση της πολυπολιτισμικής, πολυφυλετικής και
πολυθρησκευτικής δομής των σύγχρονων κοινωνιών και στη συνειδητοποίηση της
ανάγκης για διαχριστιανική και διαθρησκειακή επικοινωνία και αλληλογνωριμία.
Συνεπώς το νέο ΠΣ κινείται πάνω στις ίδιες βασικές αρχές, στις οποίες
εμπλουτίζει και αναπτύσσει περισσότερο”
.

          Η κάθε σύγχρονη ευρωπαϊκή κοινωνία
έχει μια μακρά χριστιανική παράδοση που οι μετανάστες οφείλουν να σέβονται,
όπως βεβαίως πρέπει να γίνονται σεβαστές οι θρησκευτικές πεποιθήσεις τους  και η ετερότητα τους. Πολλές χώρες της ΕΕ (
Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμ. Βασίλειο, Ολλανδία, Βέλγιο, Αυστρία κ.α.) εδώ και
πολλές δεκαετίες δέχονται  μετανάστες
χωρίς να έχουν αλλοιώσει τον εθνικό χαρακτήρα των κοινωνιών τους. Άποψη μου
είναι πως αυτά τα πολυπολιτισμικής και πολυθρησκευτικής κοινωνίας έχουν ένα
μόνο σκοπό, να περιθωριοποιήσουν τη Χριστιανική Εκκλησία. Οι Ορθόδοξοι πιστοί
έχουν βιώσει επί αιώνες στο πετσί τους την διαβίωση υπό απάνθρωπα καθεστώτα
αλλοδόξων και αλλοθρήσκων και έχουν επιβιώσει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι
πρέπει να αποδεχθούν την εικονική πραγματικότητα, περί λ.χ. πολυθρησκευτικής
και πολυπολιτισμικής Ελλάδας. Και κάτι ακόμη. Η ανοχή προς την ετερότητα και η
αγάπη προς τον ξένο είναι επιταγές της Πίστης των Χριστιανών, αλλά για την
επικοινωνία χρειάζεται και η καλή διάθεση του άλλου μέρους. Μπορεί αυτό να
γίνει με τους Βαχαμπίτες Μουσουλμάνους, ή τους υπερορθοδόξους Εβραίους;  

         

          Στο υπόμνημα ακολουθούν οι γενικοί
σκοποί του ΜτΘ
. Μια γενική γραμματική παρατήρηση. Βασική αρχή είναι πως
όταν χρησιμοποιείται ένας χρόνος σε μια ενότητα αυτός συνεχίζεται έως το τέλος.
Δεν είναι σωστό να γράφεται στην αρχή “να οικοδομήσει” και “να
δημιουργήσει” και στη συνέχεια να γράφεται “να παρέχει”  και “να προάγει”…

Οι σκοποί λοιπόν
και ο σχολιασμός τους:

28.       ” Η ανάδειξη των
οικουμενικών αξιών τόσο του Χριστιανισμού όσο και των άλλων θρησκειών του
κόσμου”.

Διερωτάται κανείς πώς θα αναδειχθούν οι “οικουμενικές αξίες”
του Ισλάμ λ.χ., ακόμη και οι ιδιαιτερότητες των ανατολικών θρησκειών. Άλλο ο
σεβασμός και η αγάπη και προς τον αλλόθρησκο και άλλο η αποδοχή ως οικουμενικών
αξιών των αντιλήψεων τους.

29.       ” Η κριτική κατανόηση
των δογματικών, λατρευτικών, υπαρξιακών και πολιτισμικών εκφράσεων της
Ορθόδοξης Εκκλησίας, των άλλων μεγάλων χριστιανικών ομολογιών, καθώς και άλλων
θρησκευμάτων”.

Η κατανόηση και μάλιστα η κριτική κατανόηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας
είναι κάτι το θετικό. Το ερώτημα είναι πώς θα συμβεί αυτό με τις άλλες
χριστιανικές ομολογίες και τα άλλα θρησκεύματα, μέσα από την Ορθόδοξη Πίστη, ή
θρησκειολογικά;  

30.      
Η προσέγγιση της
θρησκευτικής πίστης γενικότερα και του Χριστιανισμού ιδιαίτερα με πολλαπλά
κριτήρια ( πολιτισμικά, ηθικά, κοινωνικά, ιστορικά, προσωπικά, θεολογικά”

Στα παιδιά του Δημοτικού και του Γυμνασίου θα τεθούν αυτά τα πολλαπλά
κριτήρια. Θα εισαχθεί η θρησκευτική πίστη στο επιστημονικό εργαστήριο και  θα εξετασθεί λογικά…από τα παιδιά….

31.      
” Η αποκωδικοποίηση του
θρησκευτικού υποβάθρου των πολιτισμικών παραδόσεων…”.

Ισχύει κατά μείζονα λόγο ο σχολιασμός του προηγούμενου σκοπού και
βέβαια είναι καθαρά θρησκειολογική προσέγγιση της θρησκείας.

32.      
” Η κατανόηση των αξιών,
αλλά και των αρνητικών ή επικίνδυνων εκφράσεων των θρησκειών…”

Δύσκολα ζητήματα και επικίνδυνα στον χειρισμό τους.

33.       ” Η κατανόηση της εποχής
και των αξιών της και η μεθερμηνεία του θεολογικού λόγου στις σύγχρονες
πολυπολιτισμικές κοινωνίες”.

Η “μεθερμηνεία” λέξη με ασαφή “ερμηνεία”. Και καθόλου
εύκολη η απόδοση  του θεολογικού λόγου
στις σύγχρονες κοινωνίες.  

34.      
“Ο προβληματισμός και η
ευαισθητοποίηση απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα της εποχής, τα υπαρξιακά
ερωτήματα και τα ηθικά διλήμματα του ανθρώπου”.

Πόσα μπορεί να προσλάβει ένα παιδί για τα υπαρξιακά ερωτήματα και τα
ηθικά διλήμματα του ανθρώπου; Μήπως οι εμπειρογνώμονες έχουν
μαξιμαλιστικές  και ανέφικτες αντιλήψεις;

35.      
” Ο σεβασμός του
δικαιώματος κάθε ανθρώπου στη θρησκευτική ελευθερία, την αναζήτηση και τον
θρησκευτικό αυτοπροσδιορισμό”.

Δεν αναφέρεται η σωστή αντιμετώπιση του θέματος και οι χώρες που
παραβιάζουν με βάρβαρο τρόπο τη θρησκευτική ελευθερία και αυτές οι χώρες είναι
οι ισλαμικές και οι κομμουνιστικές.

36.      
” Η ανάπτυξη της
οικολογικής συνείδησης και ο σεβασμός στο φυσικό περιβάλλον”.

Θέλει ιδιαίτερη προσοχή το ΜτΘ να μην διολισθήσει σε ένα ιδεολογικό
μάθημα και η οικολογική συνείδηση να προκύψει δια της λογικής και όχι μέσα  από την Ορθόδοξη πνευματικότητα.

37.      
“Η ανάδειξη του ολιστικού
και μεταμορφωτικού χαρακτήρα της θρησκευτικής εκπαίδευσης”.

Γενική και επομένως ασαφής έκφραση. Ο “ολιστικός χαρακτήρας”
σημειώνεται κυρίως στο σύγχρονο μάνατζμεντ των επιχειρήσεων…

38.      
” Η θεμελίωση της
θρησκευτικής εκπαίδευσης σε στέρεες παιδαγωγικές θεωρήσεις και σε συνεχή
ενημέρωση και διάλογο με τις σύγχρονες φιλοσοφικές αντιλήψεις περί
γνώσης”.

Εδώ δεν είναι μόνο ασαφής η πρόταση, αλλά προβληματίζει και η πρόθεση
για “συνεχή ενημέρωση και διάλογο με τις σύγχρονες φιλοσοφικές αντιλήψεις
περί γνώσης”. Τι σχέση μπορεί να έχει η εξ αποκαλύψεως αλήθεια με αυτές
τις αντιλήψεις;

39.      
” Είναι αυτονόητο, ότι η
γενική σκηνοθεσία του ΜτΘ παραπέμπει και στηρίζεται στο υφιστάμενο νομικό
πλαίσιο της Εκπαίδευσης και του ΜτΘ, ενώ με πολλή περίσκεψη και φρόνηση
αποβλέπει στην ενίσχυση της εκπαιδευτικής παρουσίας του μαθήματος στο παρόν και
το μέλλον, με ισχυροποίηση της παιδαγωγικής του αποστολής”. 

Το εν λόγω σημείο προκαλεί τη σκέψη πως “με περίσκεψη και
φρόνηση” μπορεί να μετακινηθεί κι άλλο το ΜτΘ προς τη φιλοσοφία και την
θρησκειολογία για να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίες των θεολόγων… Αν είναι
αυτός ο απώτερος σκοπός υπάρχει λάθος. Διότι η προσθήκη πολιτισμικών,
θρησκειολογικών, κοινωνιολογικών και φιλοσοφικών σημείων στο μάθημα θα φέρει ως
ανταγωνιστές για την παρουσίαση του μαθήματος τους φιλολόγους και άλλων κλάδων
καθηγητές. 

 

          Στα περιεχόμενα του ΠΣ του ΜτΘ
υποστηρίζεται από τους εμπειρογνώμονες που το συνέταξαν πως επιλέχθηκαν κατά
τέτοιο τρόπο, ώστε, μεταξύ των άλλων:

40.      
” Να ενθαρρύνουν τους
μαθητές να ερμηνεύουν τα φαινόμενα του πολιτισμού εντός του οποίου ζουν”.

Πέραν των άλλων, αυτό που ενοχλεί στα όσα γράφονται στο Υπόμνημα προς
τον Αρχιεπίσκοπο και τους Μητροπολίτες είναι η αμετροέπεια των γραφομένων και η
μεγαλοστομία…                       Άλλα
τέτοια σημεία στην ίδια ενότητα είναι ότι το ΠΣ “προκαλεί ενδιαφέρον και
ευχαρίστηση στους μαθητές”,
ότι “προάγει τις ικανότητες και
δεξιότητες τους”
και ότι ” είναι σημαντικά εντός του πλέγματος
της θεολογικής επιστήμης”…

41. “…Αρχές,
όπως η ανοικτότητα, η ανεκτικότητα, η νηφαλιότητα, η οικουμενικότητα, η αποδοχή
και ο σεβασμός του άλλου, της θρησκευτικής ετερότητας και του διαφορετικού
πολιτισμού, η ειρηνική συνύπαρξη, ο διάλογος, η ελευθερία, κ.ά. αποτελούν όχι
απλώς θεωρητικές συλλήψεις της χριστιανικής διανόησης αλλά βιωματικές
κατακτήσεις της Ορθόδοξης Παράδοσης κατά την μακραίωνα ιστορική της
όδευση”.

          Οι νεολογισμοί είναι καλοί, φτάνει να
έχουν κάποιο νόημα και να εδράζονται σε κάποιους κανόνες. Ένας ακατανόητος
νεολογισμός είναι η “ανοικτότητα”… Επί της ουσίας, οι εμπειρογνώμονες
φιλοδοξούν οι δάσκαλοι να μάθουν στα παιδιά τα περί “θεωρητικών συλλήψεων
της χριστιανικής διανόησης” και για τις βιωματικές κατακτήσεις της
Ορθόδοξης Παράδοσης” και όχι τους λόγους περί Αγάπης του Υιού και Λόγου
του Θεού και του Αποστόλου Παύλου; Διαφωνούν ότι από εκεί δεν ξεκινάνε όλα;
Γιατί δεν πάνε στην Πηγή, αλλά μένουν στα ποτάμια που προέκυψαν από Αυτήν;  Μας κάνει εντύπωση ότι αποφεύγεται η λέξη
Αγάπη. Μήπως και αυτή είναι “ντεμοντέ”;

 

          Στη συνέχεια του υπομνήματος
υπάρχει Παράρτημα
, όπου παρατίθενται οι θεματικές ενότητες του ΠΣ ανά κύκλο
και οι έννοιες – κλειδιά. Επ’ αυτών οι τελευταίοι λόγοι διαφωνίας μου:

42. Στην Γ’
Δημοτικού και στα Χριστούγεννα γράφεται:
” Γιορτή, επέτειος, Γέννηση του Χριστού, δώρο, μοίρασμα, χαρά”
.
Τι είναι αυτός ο Χριστός και η Γέννηση Του; Είναι κάτι ανάμεσα στα δώρα και στη
γιορτή; Στην “κεντρική ιδέα της εν λόγω θεματικής ενότητας”
σημειώνεται ότι τα Χριστούγεννα “εξετάζονται
σαν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα  μέσα
από το οποίο ο ερχομός του Χριστού στον κόσμο αναδεικνύεται ως δώρο του Θεού
στον άνθρωπο…
“.

Δηλαδή
ο Χριστός δεν είναι ο Θεός, δεν είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος;
Είναι απλά ένα δώρο του Θεού στον άνθρωπο;;; Ο Άγιος Σωφρόνιος, σε ποίημα του
που ψάλλεται την Παραμονή των Χριστουγέννων, γράφει ότι η Παρθένος κόρη γεννά
“Χριστό τον Θεό” και σε άλλο τροπάριο ψάλλεται ” Θεός γαρ
κάτεισι επί γης δι΄ έλεον..”. Και όταν το Συναξάρι της ημέρας γράφει ότι
“ο Θεός ιδών το γένος των ανθρώπων τυραννούμενον υπό του διαβόλου
ευσπλαγχνίσθη και απέστειλε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στην Θεοτόκο και  μετά τον λόγο του “Χαίρε κεχαριτωμένη ο
Κύριος μετά σου” ευθέως συνελήφθη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός”,
προφανώς εννοεί τον εν Τριάδι Θεό. Αυτό ομολογεί ο Χριστιανός και στο Σύμβολο
της Πίστεως: ” Και εις ένα Κύριο, Ιησούν Χριστόν…τον δι’ ημάς τους ανθρώπους
και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ
Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα…”.  

Πάρα
κάτω και στο ερώτημα “Ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός” σημειώνεται στα
παιδιά της Γ’ Δημοτικού: ” Δάσκαλος, Μεσσίας, φίλος, σύντροφος,
συνάνθρωπος, Θεάνθρωπος, πλησίον όλων
“. Αυτές οι ιδιότητες, όπως
έτσι ατάκτως παρατίθενται, μάλλον προκαλούν σύγχυση, παρά διαφωτίζουν τον
μικρής ηλικίας μαθητή για το τι είναι ο Χριστός. 

43. Στην Ε’
Δημοτικού ο μαθητής μαθαίνει ότι ”
ο δάσκαλος Ιησούς διδάσκει την αληθινή ζωή προτείνοντας ή μάλλον ενσαρκώνοντας
τον αληθινό δρόμο της ζωής
“. Δάσκαλος λοιπόν ο Λυτρωτής!… Ατυχέστατη,
τουλάχιστον, η έκφραση. Η λύτρωση του ανθρώπου και η σωτηρία του είναι η
μοναδική αιτία του ερχομού στον κόσμο του Θεανθρώπου και η εντός αυτού πορεία
Του. Η έκφραση για διδασκαλία του “αληθινού τρόπου ζωής” θυμίζει
γκουρού και όχι τον Σαρκωθέντα Υιό και Λόγο του Θεού.

44. Στην Στ’
Δημοτικού “οι μαθητές εισάγονται
στο νοηματικό και εμπειρικό βάθος της αγιότητας ως φιλίας και ομοίωσης του
ανθρώπου με τον Θεό”
.

Αυτό είναι η
αγιότητα; Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε 
“κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού” και υπάρχει βιβλίο, του
καθηγητού Π.Β. Πάσχου, με τον τίτλο “Άγιοι, οι φίλοι του Θεού”, αλλά
ιδού πώς τους περιγράφει: ” Οι Άγιοι, οι φίλοι του Θεού, μεσίτες και
πρεσβευταί πρόθυμοι, [… ] είναι οι μεμηνότες σώφρονες” του θείου Δείπνου,
και μας δείχνουν τις δυσκολίες του δρόμου και των αγώνων, αλλά μας απλώνουν και
τους λειμώνες του Παραδείσου, όπου όλα καταλήγουν με τη χάρη του Θεού στο
τέλος” ( Π.Β. Πάσχου ” Άγιοι, οι φίλοι του Θεού”, Εκδ. Αρμός,
Αθήνα, 1995, σελ. 166).

45. Στην Στ’ πάλι
του Δημοτικού “οι μαθητές καλούνται να ψηλαφίσουν την έννοια και την
πραγματικότητα της θρησκευτικής ετερότητας και ποικιλίας, πρώτον μέσα από τη
γνωριμία και την αναγνώριση διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων που υπάρχουν
στην Ελλάδα και δεύτερον, υπό το πνεύμα της ανεξιθρησκείας αλλά και του
σεβασμού τους στην πίστη του “άλλου”.

          Και σε άλλα σημεία του υπομνήματος
φαίνεται μια αγωνία των εμπειρογνωμόνων να διακηρύξουν τα περί ανεξιθρησκείας
και του σεβασμού της “θρησκευτικής ετερότητας”. Αυτό από τον
Χριστιανό δεν καλλιεργείται με κοσμικούς όρους, αλλά με την βαθύτερη
καλλιέργεια του Ευαγγελικού και Αποστολικού μηνύματος. Το παιδί πρέπει να μάθει
ότι ο Χριστιανισμός πρώτος δίδαξε τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη θρησκευτική
ελευθερία, τον σεβασμό του άλλου, όποιος κι αν είναι και να το κάνει να νιώσει
μια υπερηφάνεια γι’ αυτό. Και, προσοχή, είναι θεολογικό σφάλμα ότι η Βίβλος
μνημειώνει την παρουσία του Θεού μέσα στην ιστορία και τη ζωή των
ανθρώπων,
αν ο νεολογισμός “μνημειώνει” σημαίνει ότι
“καθιστά μνημείο” την παρουσία του Θεού στον κόσμο…

46. Στην Α’
Γυμνασίου τα παιδιά μαθαίνουν “τη δυναμική της συνάντησης με τη
σύνθεση, με κλασσικό παράδειγμα τη συνάντηση του Χριστιανισμού με τον
Ελληνισμό, η οποία πραγματοποιήθηκε μέσα από – ενίοτε δραματικές- συγκρούσεις
και εντάσεις αλλά και αξιοσημείωτες συνθέσεις που εκφράστηκαν με δημιουργική
πρωτοτυπία στα κείμενα, στα μνημεία, στη ζωή και εν τέλει στον ίδιο τον
πολιτισμό”.

Αυτά είναι όλα για
τη συνάντηση του Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό!  Αλλά το γεγονός της συνάντησης του Ελληνισμού
με τον Χριστιανισμό ήταν κοσμοϊστορικής σημασίας. Ο Μητροπολίτης Περγάμου κ.
Ιωάννης γράφει σχετικά: ” Η δημιουργική συνάντηση Ελληνισμού και
Χριστιανισμού στα πρόσωπα των πρώτων Πατέρων της Εκκλησίας έκρινε ιστορικά και
ευεργετικά την πορεία όχι μόνο της ελληνικής αλλά και της Παγκόσμιας
Ιστορίας” (Ι. Ζηζιούλα, Μητρ. Περγάμου “Ελληνισμός και Χριστιανισμός,
η συνάντηση των δύο κόσμων”, Εκδ. Απ. Διακονίας, Αθήνα, 2003, σελ. 197).

47. Στη Β’
Γυμνασίου οι μαθητές, μεταξύ των άλλων, μαθαίνουν για την Ορθοδοξία, τον
Διαφωτισμό και τον Νέο Ελληνισμό. Σημειώνεται: “Μέσα από μια πολυεπίπεδη
ανάγνωση και κατανόηση ιστορικών γεγονότων, προσώπων, συμπεριφορών, μνημείων
και εκφράσεων καλούμε τους μαθητές να ανοιχθούν σε μια απόπειρα κριτικής
αυτογνωσίας, πέρα από δογματισμούς, προκαταλήψεις και ανιστορικές
γενικεύσεις”.

          Δεν θα μείνουμε στους ακατανόητους
νεολογισμούς. Θα μείνουμε στην ουσία της πρότασης. Κατά την άποψη μας είναι
ασαφής και εδώ καθόλου δεν αποκλείω αυτή η ασάφεια να είναι “μετά λόγου
γνώσεως”. Θέλει σοβαρή εξήγηση πώς εννοείται η “πολυεπίπεδη
ανάγνωση” και η “κριτική αυτογνωσία”; Στην επεξήγηση αναφέρονται
ενδεικτικά τα ονόματα Κοσμάς Αιτωλός, Νικόδημος Αγιορείτης, Ευγ. Βούλγαρης και
Αδ. Κοραής. Φτάνει αυτό; Το θαύμα της δια της Εκκλησίας διατήρησης του Έθνους
μέσα στο μακραίωνο καύμα της οθωμανικής ή της ρωμαιοκαθολικής βαρβαρότητας
είναι ένα μικρό θέμα ανάμεσα στα πολλά άλλα;     

48. Στην Γ’
Γυμνασίου οι μαθητές “καλούνται να γνωρίσουν τα φωτεινά
πρόσωπα που εκφράζουν το ζύμωμα της πίστης με τη ζωή και την ιστορία. Μεταξύ
αυτών οι μαθητές θα πληροφορηθούν για τους Ντοστογιέφσκι, Παπαδιαμάντη,
Πορφύριο (σ.σ. μάλλον εννοεί τον σύγχρονο γέροντα), Ν. Νησιώτη, Γκάντι, Καλ.
Γουέαρ, Ντέσμοντ Τούτου, Δαλάϊ Λάμα και Μητέρα Τερέζα.

          Αξιόλογες προσωπικότητες όσες
αναφέρονται, αλλά η προσέγγιση τους είναι θρησκειολογική και κοσμική. Είναι ένα
μίγμα που δεν μπορεί να ομογενοποιηθεί πνευματικά, με όση καλή προσπάθεια κι αν
γίνει. Ασφαλώς έντιμοι και πιστοί στην ιδεολογία ή στη θρησκεία τους άνθρωποι
υπάρχουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης, που αξίζουν την εκτίμηση και τον
σεβασμό μας. Αλλά πώς θα συνδυάσουμε τον Ντοστογιέφσκι ή τον Παπαδιαμάντη με
τον … Δαλάϊ Λάμα; Και γιατί τον Γκάντι και όχι τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ή τον
Αββά Πιέρ; 

49. Στην
ίδια τάξη και στην ενότητα για την ” οδύνη του κόσμου και το αίτημα της
σωτηρίας από το κακό” “συνδράμουν καθοδηγητικά και ταυτόχρονα
ερμηνεύονται κριτικά κείμενα από τη Βιβλική-Χριστιανική γραμματεία αλλά και τα
μεγάλα θρησκευτικά συστήματα του Ισλάμ, του Ινδουισμού και του Βουδισμού”.

          Παρά τις διαβεβαιώσεις των
εμπειρογνωμόνων, ότι το μάθημα παραμένει κατά τις διατάξεις του Συντάγματος και
τη βούληση της συντριπτικής πλειονοψηφίας των Ελλήνων πολιτών, είναι σαφές ότι
διολισθαίνει σε θρησκειολογικό, με αναφορές που είναι πολύ πιθανό να προκαλούν
σύγχυση στους μαθητές.

50. Στην Γ’ πάλι
Γυμνασίου οι μαθητές ” μέσα από τη μελέτη ιδρυτικών ή εξαιρετικά
σημαντικών κειμένων της Εκκλησίας, αλλά και άλλων θρησκειών, ακόμη μέσα από
αντιπαραβολή τους με διατυπώσεις από τον χώρο της τέχνης και τα κοινωνικά
αιτήματα, καλούνται οι μαθητές να συνταχθούν στον αγώνα, ώστε να κρατηθεί
ζωντανή η ελπίδα για τη σωτηρία και την ακεραιότητα της ύπαρξης”.

          Στο σημείο αυτό δεν εισάγεται  μόνο η θρησκειολογία, αλλά και ο
συγκρητισμός. Πρόκειται για μήνυμα που δεν έχει καμία σχέση με την Εκκλησία και
τον αγώνα για τη μεταμόρφωση του κόσμου. Η Εκκλησία αλλιώς διδάσκει την καλή
αλλοίωση και δεν παραιτείται της εντολής που έχει πάρει από τον ίδιο τον
Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, να πορεύεται και να κάνει μαθητές Του όλα τα έθνη,
βαπτίζοντες αυτούς στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος
και διδάσκοντες να τηρούν όλα όσα δίδαξε.-  

 

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Όταν
είχε τεθεί για πρώτη φορά το θέμα της ανανέωσης του μαθήματος των Θρησκευτικών
ο Στέλιος Ράμφος είχε αναπτύξει μιαν εισήγηση στα πλαίσια τακτικής συναντήσεως
θεολόγων Μέσης Εκπαιδεύσεως. Η συνάντηση αυτή πραγματοποιήθηκε στις έντεκα
Μαρτίου του 1981 στη Σχολή Αναβρύτων και έχει κυκλοφορηθεί το 1983 από τις
εκδόσεις “Ακρίτας” με τον τίτλο “Θεού γράμματα, σπουδάσματα: Μια
πρόταση για τη διδασκαλία των Θρησκευτικών”.

          Στην πρόταση αυτή τονίζει, μεταξύ των
άλλων: ” Το μάθημα των Θρησκευτικών ξεπερνά την δεοντολογία της μεταδόσεως
δογματικών αληθειών και αναδεικνύεται παράγων αντιστάσεως του εθνικού
οργανισμού στον προϊόντα μαρασμό, ο οποίος κατά βάθος οφείλεται σε χωρισμό της
κοινωνίας μας από την Εκκλησία. Θα πρέπη να συνειδητοποιήσουμε ότι μόνο σαν
Έλληνες μπορούμε να είμαστε χριστιανοί, χωρίς αυτό να σημαίνη αξιολογική
υπεροχή του πρώτου επί του δεύτερου αλλά οργανική προτεραιότητα, και τούτο
διότι αν ο χριστιανισμός επιδιώκη μία ελεύθερη προσωπική ύπαρξη, η τελευταία είναι
αδιανόητη έξω από τον ορίζοντα της εθνικής ταυτότητος”.  Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε ότι
στην πρόταση των εμπειρογνωμόνων για τα Θρησκευτικά έξι σχολικών τάξεων δεν
υπάρχει η έννοια της εθνικής ταυτότητας. Το ίδιο μάθημα θα μπορούσε να διδάσκεται
άνετα σε Βέλγους, Φινλανδούς ή Ισπανούς.
Το έθνος και η εθνική ταυτότητα
φαίνεται ότι είναι ιδανικά απόβλητα, γιατί ο Χριστιανισμός είναι
“οικουμενικός”, για άλλους κοσμοπολίτικος. Κι όμως κοντά στο
“ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην” ο Απόστολος Παύλος, δείχνει μιαν
υπερβάλλουσα αγάπη για το έθνος του…

          Ο Στ. Ράμφος έχει μια ολοκληρωμένη
πρόταση  για τη διδασκαλία των
Θρησκευτικών από την Γ’ Δημοτικού έως την Γ’ Λυκείου… Στην Έκτη Δημοτικού ο
κόσμος των Αγίων της Ορθοδοξίας συνδέεται άμεσα με τον Νεώτερο Ελληνισμό και
την ιστορία του, μέσω των νεομαρτύρων, “εις τρόπον ώστε”, όπως
σημειώνει, ” το παιδί να αισθανθή, πέραν του πνευματικού δεσμού, και τον
δεσμό αίματος που το ενώνει μαζί τους”. Για τους Νεομάρτυρες δεν
υπάρχει τίποτε στο προτεινόμενο ΠΣ
. Θα έλεγε κανείς ότι επιδιώκεται να μη
θιγούν οι εκτελεστές τους Οθωμανοί. Κατά τον Στ. Ράμφο το βιβλίο της Στ’
Δημοτικού αρχίζει με το Θρηνητικό Συναξάρι του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (Φ.
Κόντογλου) και αφού περάσει το θυσιαστήριο της Τουρκοκρατίας και της Επαναστάσεως
φθάνει μέχρι σήμερα. Στο Γυμνάσιο ο κ. Στ. Ράμφος προτείνει να εξετάζεται και ο
Μωαμεθανισμός, αλλά “σαν χριστιανική αίρεσις”. Τέλος στο Λύκειο να
προβάλλονται προσωπικότητες, αλλά με μια πνευματική ενότητα και ομοιογένεια.
Μαζί με τους Κολλυβάδες να είναι ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Παπουλάκος, ο
Παπαδιαμάντης, ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, ο Κωστής Μπαστιάς, ο
Λαούρδας και, κοντά σ’ αυτούς, ο Ντοστογιέφσκι, ο Μπερντιάγεφ, ο Γκόγκολ, ο
Σμέμαν και ο Σολζενίτσιν. Πόσο μακριά βρίσκονται οι εμπειρογνώμονες του
προτεινόμενου ΠΣ των Θρησκευτικών από μια τέτοια σκέψη – ασπίδα στην
παγκοσμιοποίηση και στη “νέα εποχή”….

(840) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *