Ποιανού το λάκκο σκάβει η Άγκυρα;

Του Σάββα Καλεντερίδη

ΜΕΡΟΣ Α΄

Στο προηγούμενο άρθρο μας αναφερθήκαμε
στον αποσταθεροποιητικό ρόλο που διαδραματίζει η Τουρκία του Ερντογάν, εντελώς
διαφορετικό από τον επίσης αποσταθεροποιητικό ρόλο που έπαιζε επί δεκαετίες, με
πρωταγωνιστές τους στρατιωτικούς και τους κεμαλιστές, και στις δυο περιπτώσεις
με την υποστήριξη της Ουάσιγκτον.

Αυτός είναι και ο λόγος που η Τουρκία,
παρότι τόνιζε με έπαρση προς κάθε κατεύθυνση ότι ακολουθεί το δόγμα των
μηδενικών προβλημάτων, αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα σχεδόν με όλες τις
γειτονικές χώρες.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της
αμετροέπειας και του αλαζονικού τρόπου με τον οποίο ασκεί την εξωτερική της
πολιτική η Τουρκία, είναι η ανεύθυνη, προσβλητική και εντελώς προκλητική στάση της
απέναντι στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού η Άγκυρα φαίνεται αποφασισμένη όχι
μόνο να αγνοήσει τις Βρυξέλλες, με αφορμή την επικείμενη κυπριακή προεδρεία,
αλλά και να εφαρμόσει το λεγόμενο «Σχέδιο Β». Να σημειώσουμε ότι η Τουρκία, για
να εξουδετερώσει στην πράξη ή να εξισορροπήσει τα πολιτικά αποτελέσματα της
εισόδου της Κύπρου στην Ε.Ε., εν όψει της κυπριακής προεδρίας, απειλεί να
προωθήσει το ζήτημα της αναγνώρισης του παράνομου κράτους των κατεχομένων
κυρίως μέσα στους ισλαμικούς κόλπους, ενώ προετοιμάζεται να ανοίξει την πόλη
της Αμμοχώστου, υπό τουρκική διοίκηση και πάντα αντίθετα με τα ψηφίσματα του
Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, τα οποία δεκαετίες τώρα γράφει στα οθωμανικά της
τσαρούχια.

Όμως η αμετροέπεια και η ανεύθυνη
στάση που τηρεί η Τουρκία δεν περιορίζεται στο Κυπριακό και στο ζήτημα της
Συρίας, θέμα στο οποίο αναφερθήκαμε στο προηγούμενο άρθρο μας. Επεκτείνεται στο
Ιράκ, όπου η Τουρκία αναμειγνύεται με τον πλέον προκλητικό τρόπο στα εσωτερικά
αυτής της χώρας, με αποτέλεσμα τη σφοδρή αντίδραση της κυβέρνησης Νουρί Αλ
Μαλίκι.

Συγκεκριμένα, λόγω της ανάμειξης της
Τουρκίας στα εσωτερικά του Ιράκ, ανάμειξη που αρχίζει από την οργάνωση σε
παραστρατιωτική και παρακρατική βάση των Τουρκομάνων, τον εξοπλισμό και την
εκπαίδευση ομάδων που κάνουν πολιτικές δολοφονίες στη Βαγδάτη υπό την
καθοδήγηση του καταζητούμενου αντιπροέδρου Αλ Χασίμι, μέχρι τη φιλοξενία του
τελευταίου στην Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη, ο σιίτης πρωθυπουργός του
Ιράκ, Αλ Μαλίκι χαρακτήρισε πριν από λίγες ημέρες την Τουρκία ως «εχθρική
χώρα». Και για να δοθεί πιο επίσημος τόνος στο όλο ζήτημα, στις 22 Απριλίου
εκλήθη στο ιρακινό υπουργείο εξωτερικών ο πρέσβης της Τουρκίας στη Βαγδάτη,
όπου του επιδόθηκε έντονο διάβημα διαμαρτυρίας για την εμπλοκή της Άγκυρας στα
εσωτερικά ζητήματα του Ιράκ.

Άλλο ένα δείγμα της τουρκικής
αναίδειας ήταν το γεγονός ότι δυο ημέρες μετά, στις 24 Απριλίου, το τουρκικό
υπουργείο εξωτερικών κάλεσε τον επιτετραμμένο της πρεσβείας του Ιράκ στην
Άγκυρα, για να του επιδώσει έντονο διάβημα διαμαρτυρίας με το οποίο απορρίπτει
το αντίστοιχο διάβημα που επιδόθηκε στον Τούρκο πρέσβη στη Βαγδάτη. Και όλα
αυτά, τη στιγμή που είναι εμφανές ότι η Τουρκία επεκτείνει την εμπλοκή της στα
εσωτερικά του Ιράκ, αφού κατά την πρόσφατη επίσκεψη του προέδρου του αυτόνομου
Κουρδιστάν, Μεσούτ Μπαρζανί, στην Άγκυρα, σύμφωνα με δημοσιεύματα του τουρκικού
αλλά και του κουρδικού τύπου, η τουρκική κυβέρνηση πρότεινε στον Κούρδο ηγέτη
να υποστηρίξει την ανεξαρτησία του Κουρδιστάν, με αντάλλαγμα το 50% των εσόδων
από τα τεράστια αποθέματα της περιοχής, για μια περίοδο 35 ετών (μέχρι το
2050).

Εμείς από την πλευρά μας να
υπενθυμίσουμε ότι το σχέδιο αυτό, της δημιουργίας δηλαδή ενός ανεξάρτητου
Κουρδιστάν, που θα είναι εξαρτημένο από την Άγκυρα, είναι αμερικανικής
εμπνεύσεως και επιχείρησε να το θέσει σε εφαρμογή ο Τουργκούτ Οζάλ, το 1991,
για να αντιμετωπίσει τη σφοδρή αντίδραση του στρατού, που κορυφώθηκε με την
παραίτηση του τότε αρχηγού ΓΕΕΘΑ, Νετζίπ Τορουμτάι. Μετά από δυο χρόνια ο Οζάλ
έπεφτε νεκρός, τις παραμονές σημαντικών πρωτοβουλιών που ήταν αποφασισμένος να
πάρει, για να προχωρήσει στην πολιτική λύση του δικού του Κουρδικού, σε
συνεννόηση με τον Ταλαμπανί, ο οποίος ήταν ο διαμεσολαβητής μεταξύ τουρκικού
κράτους και του ΡΚΚ και του Αμπντουλλάχ Οτζαλάν.

Το όλο θέμα φαίνεται ότι αξίζει της
προσοχής μας, αφού ήδη η κυβέρνηση Ερντογάν έχει πραγματοποιήσει αρκετούς
κύκλους συνομιλιών απ’ ευθείας με το ΡΚΚ, για την πολιτική λύση του Κουρδικού,
συνομιλίες που απ’ ότι φαίνεται, παρά τις συνεχιζόμενες εχθροπραξίες, σε κάποιο
βαθμό και επίπεδο συνεχίζονται.

Μια άλλη εξέλιξη, που δείχνει ότι ο
φάκελος του παλιού αμερικανικής εμπνεύσεως σχεδίου του Οζάλ ίσως να μην είναι
και τόσο σκονισμένος, είναι η επίσημη επίσκεψη στην Ουάσιγκτον αντιπροσωπείας
του Κόμματος Ειρήνης και Δημοκρατίας (BDP), που όλοι θεωρούν ότι είναι η βασική
νόμιμη πολιτική πτέρυγα του ΡΚΚ, αποτελούμενη μεταξύ άλλων από τους βουλευτές
Σελαχατίν Ντεμιρτάς και Γκιολτάν Κισανάκ (συμπρόεδροι του κόμματος, Ναζμί
Γκιούρ και Αχμέτ Τουρκ, ο οποίος εκπροσωπεί και το Συνέδριο της Δημοκρατικής
Κοινωνίας (DTK), του οποίου είναι και πρόεδρος. Η αντιπροσωπεία των Κούρδων της
Τουρκίας συναντήθηκε με τον υφυπουργό εξωτερικών των ΗΠΑ, Φίλιπ Γκόρντον, ο
οποίος είναι υπεύθυνος για θέματα Ευρώπης και Ευρασίας, με τον οποίον συζήτησαν
διάφορα ζητήματα της περιοχής, μεταξύ των οποίων και η πολιτική λύση του
Κουρδικού στην Τουρκία.

Επίσης, στις δηλώσεις που έκανε ο
Σελαχατίν Ντεμιρτάς σε δημοσιογράφους στην Ουάσιγκτον, μετά τη συνάντησή του με
τον Αμερικανό υφυπουργό, ανέφερε ότι κατά τη συνάντηση συζητήθηκε το θέμα της
πολιτικής επίλυσης του Κουρδικού, ενώ επέκρινε την πολιτική άρνησης της Άγκυρας
απέναντι στους Κούρδους της Συρίας. Επίσης, ο Κούρδος πολιτικός αναφέρθηκε στις
δηλώσεις Ερντογάν, σύμφωνα με τις οποίες αν το ΡΚΚ αφήσει τα όπλα, θα σταματήσουν
και οι εναντίον του επιχειρήσεις των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Ο Ντεμιρτάς
ζήτησε από τον Τούρκο πρωθυπουργό να πει ξεκάθαρα αν θέλει να συνομολογηθεί μια
κατάπαυση του πυρός, κάτι που θα ανοίξει το δρόμο για την ειρηνική επίλυση του
Κουρδικού.

Τέλος, ο πρόεδρος του Κόμματος Ειρήνης
και Δημοκρατίας, απαντώντας σε σχετική ερώτηση ότι το ΡΚΚ δεν πρόκειται να
μεταλλαχθεί σε ένα κόμμα τύπου Χαμάς και 
απηύθυνε έκκληση προς τις χώρες της Δύσης να βγάλουν το ΡΚΚ από τις
λίστες των τρομοκρατικών οργανώσεων, για να διευκολύνουν την ειρήνη και τις
προσπάθειες που γίνονται για την πολιτική επίλυση του Κουρδικού.

Είναι προφανές ότι κάτι κινείται στο
Κουρδικό, στην κατεύθυνση του σχεδίου Οζάλ. Και επειδή έχουμε αναφερθεί και στο
παρελθόν στο θέμα και έχουμε πει ότι το Κουρδικό είναι πολύ πιο σοβαρό ζήτημα
κι από το ίδιο Παλαιστινιακό, αφού αλλάζει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, τη
ΝΑ Μεσόγειο, τον Καύκασο και το ίδιο το Αιγαίο, θα επανέλθουμε στο θέμα στο
άρθρο μας της Κυριακής, με τις πιθανές επιπτώσεις εφαρμογής του ως άνω σχεδίου.

Δημοσιεύθηκε ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

http://infognomonpolitics.blogspot.com/2012/04/blog-post_8660.html

 

ΜΕΡΟΣ Β΄

Στο προηγούμενο άρθρο μας αναφερθήκαμε
στο ενδεχόμενο να υλοποιηθεί το λεγόμενο «Σχέδιο Οζάλ» από την κυβέρνηση
Ερντογάν, ένα σχέδιο που αν δεν είναι απολύτως αμερικανικής εμπνεύσεως, πάντως
έχει την απόλυτη στήριξη της Ουάσιγκτον, η οποία προσπαθεί να το εφαρμόσει από
τις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Το σχέδιο αυτό προβλέπει τη δημιουργία
ανεξάρτητου κράτους στο Νότιο Κουρδιστάν (Βόρειο Ιράκ), το οποίο για να έχει
τύχη και να επιβιώσει, θα πρέπει να τελεί υπό την «προστασία» της Τουρκίας.

Ας δούμε πρώτα τις επιπτώσεις από τη
δημιουργία ενός τέτοιου κράτους, σε σχέση με τις γειτονικές χώρες και με άλλους
παράγοντες που ασκούν επιρροή στην περιοχή.

Σε περίπτωση που ο Μπαρζανί κηρύξει
την ανεξαρτησία του Κουρδιστάν, κατ’ αρχάς θα πρέπει να μιλάμε για διάλυση της
δημοκρατίας του Ιράκ και για τη δημιουργία άλλων δυο κρατών, ενός σουνιτικού
και ενός σιιτικού. Το σουνιτικό θα είναι υπό την επιρροή της Σαουδικής Αραβίας,
του Κατάρ, της Ιορδανίας και της Συρίας, εφ’ όσον ανατραπεί ο Άσαντ και
εγκατασταθεί σουνιτική διοίκηση και το σιιτικό θα είναι υπό την επιρροή του Ιράν.

Σε κάθε περίπτωση, η τύχη των δυο
αυτών κρατών θα είναι πιο εύκολη από αυτήν του Κουρδιστάν, αφού από τη
δημιουργία του θα προκληθούν αλυσιδωτές αντιδράσεις σε όλες τις χώρες και
παράγοντες της περιοχής.

Πρώτα απ’ όλα θα ξεσηκωθεί ο αραβικός
κόσμος, αφού κανένας Άραβας και καμία αραβική χώρα δεν θα δεχτεί να χαθεί
έδαφος που σήμερα ανήκει σε ένα αραβικό κράτος, εκτός από εκείνες βέβαια που
διατηρούν απ’ ευθείας κόκκινη γραμμή με την Ουάσιγκτον. Πάντως, και σ’ αυτές
τις περιπτώσεις, οι αντιδράσεις δεν θα είναι λίγες και ήπιες.

Ένας δεύτερος παράγοντας που θα
αντιδράσει θα είναι ο σιιτικός παράγοντας. Δηλαδή, θα αντιδράσουν πρώτα οι
σιίτες του Ιράκ, η μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα της χώρας, που το τελευταίο
διάστημα έχουν ενισχύσει τη θέση τους στο σύστημα ισορροπιών στο εσωτερικό του
Ιράκ και σταδιακά ελέγχουν όλο και περισσότερο την κυβέρνηση της Βαγδάτης και
τα έσοδα του κράτους. Η άλλη συνιστώσα του σιιτικού παράγοντα, που είναι και η
κυρίαρχη, το Ιράν, έχει περισσότερους από δυο λόγους για να αντιδράσει σε μια
τέτοια εξέλιξη.

Ο πρώτος είναι η αλληλεγγύη που πρέπει
να επιδείξει στη σιιτική κυβέρνηση της Βαγδάτης, η οποία αποτελεί σύμμαχο και
μοχλό ανάπτυξης και επέκτασης της επιρροής του Ιράν στην ιρακινή επικράτεια και
όχι μόνον.

Ο δεύτερος λόγος είναι ο φόβος της
Τεχεράνης ότι η δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στο Νότιο Κουρδιστάν,
θα λειτουργήσει ως πόλος έλξης για τους δικούς της Κούρδους, που είναι
ξεπερνούν τα επτά εκατομμύρια και κατοικούν στο όμορο Ανατολικό Κουρδιστάν.

Ο τρίτος λόγος, χωρίς να μπορούμε αν
είναι ο κυριότερος, είναι το γεγονός ότι το Ιράν στην ουσία θα αποκτήσει κοινά
σύνορα με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, αφού είναι γνωστό ότι αν γίνει ανεξάρτητο
Κουρδιστάν, αυτό θα γίνει μόνον όταν αυτό θα στηρίζεται από το Τελ Αβίβ και την
Ουάσιγκτον (η στήριξη της Άγκυρας είναι απαραίτητη για «λειτουργικούς» λόγους).

Φυσικά υπάρχει και κάτι που πρέπει να
λάβουμε υπ’ όψιν μας και αυτό είναι η άποψη που έχουν ορισμένοι Ιρανοί
διανοούμενοι, σύμφωνα με την οποία οι Κούρδοι είναι ένα ιρανογενές φύλο, το
οποίο έχει πολιτισμική και γλωσσική συγγένεια με τους Ιρανούς, μια συγγένεια
που πρέπει να τη διαχειριστεί η Τεχεράνη με δημιουργικό και παραγωγικό τρόπο.

Ο τρίτος παράγοντας που έχει κάθε λόγο
-ίσως τον μεγαλύτερο- να αντιδράσει, είναι η Τουρκία, στην οποία κατοικούν
περίπου είκοσι εκατομμύρια Κούρδοι, οι οποίοι, σημειωτέον, αποτελούν την πιο
συμπαγή και ομοιογενή εθνικά και πολιτισμικά πληθυσμιακή ομάδα στη χώρα αυτή
των 70 εκατομμυρίων. Να σημειωθεί ότι υπάρχει προοπτική οι Κούρδοι να αποτελούν
το 50% του συνόλου του πληθυσμού της Τουρκίας τις επόμενες δεκαετίες, αφού όλες
οι υπόλοιπες ομάδες έχουν πολύ μικρό ή αρνητικό δείκτη γεννητικότητας, σε
αντίθεση με τους Κούρδους, των οποίων οι γυναίκες γεννοβολάνε με εκρηκτικούς
ρυθμούς. Άλλωστε, δεν είναι τυχαία η έκκληση του Ερντογάν να κάνουν τρία και
τέσσερα παιδιά οι Τούρκοι, αφού ξέρει ότι αν δεν γίνει αυτό, οι Κούρδοι θα
αλώσουν την Τουρκία δια της κρεβατοκάμαρας, όπως είχε δώσει γραμμή ο Άπο πριν
από δεκαετίες.

Τέλος, μια άλλη ένσταση, την οποία
ενστερνίζονται και υιοθετούν όλες οι εμπλεκόμενες χώρες και παράγοντες, είναι
το γεγονός ότι ένα ανεξάρτητο κουρδικό κράτος στο έδαφος Νότιο Κουρδιστάν,
διανοίγει την προοπτική δημιουργίας του Μεγάλου Κουρδιστάν των 40 εκατομμυρίων
Κούρδων, εις βάρος του Ιράκ, της Συρίας, του Ιράν και της Τουρκίας.

Αυτές ήταν οι ενστάσεις που κλήθηκαν
να διαχειριστούν οι επιτελείς της Ουάσιγκτον που έκαναν το σχέδιο του
ανεξάρτητου Κουρδιστάν, όταν προσπαθούσαν να πείσουν τους Τούρκους κυβερνώντες
να αποδεχτούν και να υποστηρίξουν ένα τέτοιο εγχείρημα. Μάλιστα, όταν οι
Τούρκοι ιθύνοντες δεν πείθονταν από τα κίνητρα που έβαζαν οι Αμερικανοί ως
«καρότο» στο τραπέζι των συνομιλιών, όπως για παράδειγμα οι τεράστιες
οικονομικές ευκαιρίες που θα δημιουργηθούν για την Τουρκία από μια τέτοια
εξέλιξη, αφού το κράτος αυτό θα είναι απόλυτα εξαρτημένο από κάθε άποψη από την
Τουρκία, κυρίως λόγω έλλειψης πρόσβασης στη θάλασσα, ακολουθούσε το «μαστίγιο»
της βίαιης διάλυσης της Τουρκίας εξ αιτίας της δράσης του ΡΚΚ, χωρίς να
υπονοούμε βέβαια ότι πίσω από το εθνικοαπελευθερωτικό αυτό κίνημα κρύβεται η
Ουάσιγκτον ή το Τελ Αβίβ. Απλά, οι παράγοντες αυτοί εκμεταλλεύονται αναλόγως
την ύπαρξη και τη δράση του. Άλλωστε, είναι «μανούλες» σ’ αυτά.

Έτσι, μ’ αυτά και μ’ αυτά,

-με τον περιορισμό του ρόλου των
στρατιωτικών, που ήταν κάθετα αντίθετοι με κάτι τέτοιο,

-με την μεγιστοποίηση της απειλής
αυτονόμησης και απόσχισης του Βορείου Κουρδιστάν (ΝΑ Τουρκία) εξ αιτίας της
δράσης του ΡΚΚ,

-με την απειλή δημιουργία ενός άλλου,
τρίτου κουρδικού μετώπου, με την εν εξελίξει αυτονόμηση των Κούρδων της Συρίας,

-ίσως και με άλλες κινήσεις και
‘συμβουλές’ της Ουάσιγκτον προς την Άγκυρα,

η Τουρκία σταδιακά αλλάζει την
πολιτική της απέναντι στο αυτόνομο κουρδικό κράτος, και από το casus belli που
θεωρούνταν για την Άγκυρα μέχρι το 2001 η ίδρυση κουρδικού κράτους, φθάσαμε
στην υποδοχή του προέδρου του, Μεσούτ Μπαρζανί με τιμές αρχηγού κράτους!!!

Στην Τουρκία υπάρχει μια πολύ εύγλωττη
παροιμία, που την χρησιμοποιεί ο λαός όταν θέλει να περιγράψει ένα πολύ κρίσιμο
δίλημμα. Παρά την ανατολίτικη χοντράδα, ας μας επιτρέψουν οι αναγνώστες να την
αναφέρουμε. Λέει λοιπόν ο τουρκικός λαός ότι καλό είναι να μην βρεθεί ποτέ
κανείς στη θέση να απαντήσει στο δίλημμα: «Τί προτιμάς, να σε τσιμπήσει το φίδι
ή να σε … κλωτσήσει ο γάιδαρος»

Η Τουρκία βρέθηκε σε ένα τέτοιο
δίλημμα και δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε αν διάλεξε τον γάϊδαρο ή το φίδι,
αφού δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε και να να πούμε τί σημαίνει η επιλογή τής
(υπό κάποιους όρους) στήριξης κατ’ αρχάς του αυτόνομου κουρδικού κράτους, μια
στήριξη που είναι δυνατόν να οδηγήσει στην ίδρυση ανεξάρτητου κουρδικού
κράτους, ανοίγοντας έτσι ο δρόμος για το Μεγάλο Κουρδιστάν.

Εν κατακλείδι, βρισκόμαστε στο
ενδεχόμενο δημιουργίας μιας ιδιότυπης τουρκο-κουρδικής ομοσπονδίας, που
βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα θα δημιουργήσει έναν οικονομικό γίγαντα που θα
ελέγχει νερά, πετρέλαια και αγωγούς στην περιοχή, μια δύναμη που μπορεί να
περιθωριοποιήσει Ελλάδα και Κύπρο.

Εκτός κι αν ….

Δημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη
Δημοκρατία

http://infognomonpolitics.blogspot.com/2012/04/2.html


ΜΕΡΟΣ Γ΄

Σας παρουσιάζουμε ένα
“ιστορικό” έγγραφο που συντάχθηκε για κάποιο υπουργείο της ελληνικής
κυβέρνησης, το 2002, με αφορμή την συνεδρίαση του κουρδικού κοινοβουλίου, που
οδήγησε στη σφοδρή αντίδραση της Τουρκίας, η οποία μάλιστα χαρακτήριζε ως casus
belli την ίδρυση κουρδικού κράτους.

Από τότε μέχρι σήμερα η
πολυδιαφημισμένη από διάφορους Έλληνες “πατριώτες” τουρκική εξωτερική
πολιτική έκανε πολλές “στροφές, με τελευταία, και την πιο απότομη, την
αποδοχή του κουρδικού κράτους από πλευράς της Τουρκίας, για να αποδειχτεί ότι
οι νταήδες της Άγκυρας”βρίσκουν και τα κάνουν” και εννοούμε την
απαράδεκτη απειλή πολέμου που έχει εκτοξεύσει η Τουρκία εναντίον της Ελλάδας,
για να αποτρέψει την επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 ΝΜ, κάτι που είναι
νόμιμο και αναφαίρετο δικαίωμά μας.

Δεν θέλουμε να αναφερθούμε στην
προφανή αξία τέτοιων εγγράφων στη χάραξη της εθνικής πολιτικής, για να μην
αρχίσουν κάποιοι να μιλάνε για “καλάμια” και με το δίκιο τους θα
λέγαμε. Απλά, εν όψει της επίσκεψης του Μπάρακ Ομπάμα στην Τουρκία, που γίνεται
βασικά για τη διευθύτηση του Κουρδικού, που είναι, ίσως, ένα από τα τελευταία
κατάλοιπα του Ανατολικού Ζητήματος, με την ευκαιρία της εθνικής μας γιορτής, το
θέτουμε σε γνώση και στην κρίση σας.

 

Η συνεδρίαση του κουρδικού
κοινοβουλίου στο Βόρειο Ιράκ και η τουρκική αντίδραση

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2002

Του Σάββα Καλεντερίδη

Η ιστορική συνεδρίαση

Την Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2002
συνεδρίασε στην πόλη Ερμπίλ (τα αλεξανδρινά Άρβυλα) του Βορείου Ιράκ το
κουρδικό κοινοβούλιο. Το όργανο συστήθηκε το 1992 μετά τις τοπικές εκλογές που
πραγματοποιήθηκαν και διαθέτει 105 μέλη, από τα οποία τα 50 ανήκουν στο κόμμα
του Μπαρζανί, τα 50 στο κόμμα του Ταλαμπανί και τα 5 στο κόμμα των Ασσυρίων. Το
1996, λόγω διαφωνιών μεταξύ των δύο μεγάλων κουρδικών κομμάτων, του Ταλαμπανί
και Μπαρζανί, η λειτουργία του κοινοβουλίου διακόπηκε και ξέσπασαν συγκρούσεις
που στοίχισαν τη ζωή σε περίπου 2.500 ανθρώπους.

Με πρωτοβουλία των ΗΠΑ, και εν όψει
εξελίξεων που δρομολογούσε η το αμερικανικό υπουργείο εξωτερικών για το Ιράκ,
οι δύο Κούρδοι ηγέτες συναντήθηκαν στην Ουάσινγκτον και στις 17 Σεπτεμβρίου
1998 υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης. Μετά τη συνθηκολόγηση αυτή, άρχισε η κοινή
δράση από πλευράς των δύο μεγάλων κομμάτων του Βορείου Ιράκ για τη δημιουργία
των βασικών δομών του υπό δημιουργία κουρδικού κράτους. Έτσι συγκροτήθηκε
σταδιακά στρατός, αστυνομία, υποτυπώδεις δημόσιες υπηρεσίας, σύστημα υγείας,
παιδείας, δημοσίων έργων κλπ. Μετά απ’ όλα αυτά, οι Κούρδοι του Βορείου Ιράκ,
αθόρυβα, όλα αυτά τα χρόνια, οδεύουν προς την ίδρυση του κράτους τους. Σαν
επιστέγασμα της συντονισμένης αυτής προσπάθειας των Μπαρζανί και Ταλαμπανί, που
γίνεται με κινητήριο δύναμη τη βούληση των ΗΠΑ, αλλά και του Ισραήλ, και εν
όψει των εξελίξεων που αφορούν την τύχη του καθεστώτος της Βαγδάτης και του
ίδιου του Σαντάμ Χουσεΐν, την 4η Οκτωβρίου του 2002 συνήλθε σε πανηγυρική
συνεδρίαση το ομόσπονδο κοινοβούλιο του Βορείου Ιράκ. Η συνεδρίαση του
κοινοβουλίου πραγματοποιήθηκε ύστερα από έξι χρόνια διακοπής και τα μέλη του
ψήφισαν και επικύρωσαν την συμφωνία της Ουάσινγκτον της 17ης Σεπτεμβρίου 1998.

Στη συνεδρίαση του κοινοβουλίου
έστειλε συγχαρητήριο μήνυμα ο ΥΠΕΞ των ΗΠΑ κ. Κόλιν Πάουελ, ενώ συγχαρητήρια
μηνύματα έστειλαν διάφοροι πολιτικοί παράγοντες και κόμματα της Ευρώπης. Στη
συνεδρίαση παρευρέθηκε και η Ντανιέλ Μιτεράν, η οποία εκφώνησε και λόγο στον
οποίο ανέφερε πως οι Κούρδοι μπορούν πια να αυτοδιοικηθούν.

Οι δύο Κούρδοι ηγέτες εκφώνησαν τους
λόγους τους στην κουρδική γλώσσα, ενώ δήλωσαν πως τάσσονται υπέρ ενός ενιαίου
δημοκρατικού Ιράκ, και ευχαρίστησαν την Αγγλία, τις ΗΠΑ αλλά και την Τουρκία
για την συμπαράστασή τους.

 

Η αντίδραση της Τουρκίας

Την ώρα που συνεδρίαζε το κουρδικό
κοινοβούλιο, συνεδρίαση που προκάλεσε σοβαρή ανησυχία στην Τουρκία, στην Άγκυρα
συγκαλούνταν έκτακτη συνεδρίαση ανώτατων πολιτικών και κρατικών παραγόντων και
αξιωματούχων, κάτι σαν πολεμικό συμβούλιο εν καιρώ ειρήνης ας πούμε, για
εκτίμηση και αξιολόγηση της κατάστασης. Η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε στο
προεδρικό μέγαρο Τσάνκαγια της Άγκυρας και συμμετείχαν οι εξής:

1) Πρωθυπουργός Μ. Ετσεβίτ

2) ΑΓΕΕΘΑ στρατηγός Χιλμί Οζκιόκ

3) ΥΠΕΞ Σ.Σ. Γκιουρέλ

4) Υπουργός άμυνας Σ. Τσακμάκογλου

5) Υφυπουργός εξωτερικών Ουγούρ Ζιγιάλ

6) Σύμβουλος του πρωθυπουργού και
διευθυντής επιχειρήσεων του ΓΕΕΘΑ Κιοκσάλ Καράμπαϊ

7) Διοικητής των μυστικών υπηρεσιών
(ΜΙΤ) Σενγκάλ Ατάσαγκουν

8) Γενικός Γραμματέας της Προεδρίας
Κεμάλ Νεχρόζογλου

9) Διευθυντής Προεδρίας και Σύμβουλος
Εξωτερικών Τατζάν Ιλτέμ

Σε δηλώσεις πολιτικών και κρατικών
παραγόντων που έγιναν μετά τη σύσκεψη, τονιζόταν πως η Τουρκία δεν θα ανεχθεί
την ανάδειξη μιας ανεξάρτητης κουρδικής κρατικής δομής στο Βόρειο Ιράκ και πως
αυτό για την Άγκυρα αποτελεί αιτία πολέμου.

Η σύσκεψη κορυφαίων διοικητικών
παραγόντων τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, επεδίωκε να δώσει σαφές μήνυμα για
την πρόθεση της Τουρκίας να αντιδράσει δυναμικά σε περίπτωση σύστασης κουρδικού
κράτους.

 

Το Πρωτόκολλο Εθνικής Πολιτικής για το
Ιράκ

Παράλληλα συζητήθηκε και το
«Πρωτόκολλο Εθνικής Πολιτικής για το Ιράκ» καθώς και το αντίστοιχο «Σχέδιο
Δράσης για το Ιράκ». Το εν λόγω κείμενο διαμορφώθηκε με τη συνεργασία τριών
δημοσίων φορέων:

-του τουρκικού ΥΠΕΞ,

-του ΓΕΕΘΑ και

-της ΜΙΤ.

Το κρατικά αυτά έγγραφα, ήτοι, το
Πρωτόκολλο και το Σχέδιο Δράσης, περιέχουν σενάρια και τρόπους αντίδρασης σε
πιθανές εξελίξεις που είναι πιθανόν να λάβουν χώρα στο Βόρειο Ιράκ και έχει
χαρακτήρα απαράβατο και υποχρεωτικό. Οποιαδήποτε ομάδα ή κόμμα αναλάβει την
διακυβέρνηση της χώρας υποχρεούται να δραστηριοποιηθεί και να κινηθεί με βάση
τις διατάξεις αυτών των κειμένων. Κατά αυτόν τον τρόπο επιβάλλεται από το
κράτος, κυρίως από τις ένοπλες δυνάμεις, μια ενιαία γραμμή από την οποία κανείς
δεν μπορεί να παρεκκλίνει.

Η κίνηση αυτή έγινε με πρωτοβουλία των
στρατιωτικών για να αποτραπούν δυσάρεστες πολιτικές ή άλλες πρωτοβουλίες από
οποιοδήποτε πρόσωπο ή φορέα που διαχειρίζεται εξουσία στην Τουρκία, υπό το
πρίσμα των αρνητικών εμπειριών του Πολέμου του Κόλπου, οπότε ο τότε πρόεδρος
Οζάλ, με τις προσωπικές του πρωτοβουλίες και ενέργειες, έθεσε εκτός «μάχης» το
ΓΕΕΘΑ και το ΥΠΕΞ και τα απέκλεισε από τις βασικές αποφάσεις για την πολιτική
της Τουρκίας στον Πόλεμο του Κόλπου. Σημειώνεται ότι τότε η στάση του Οζάλ, είχε
προκαλέσει την παραίτηση του Α/ΓΕΕΘΑ Τορουμτάι και του ΥΠΕΞ Γκιράι.

Σύμφωνα με το προαναφερθέν Πρωτόκολλο
οι βασικές πτυχές της τουρκικής πολιτικής για το Ιράκ συμπυκνώνονται σε 9 άρθρα
που περιέχονται στο εν λόγω κείμενο, τα οποία επικεντρώνονται στα εξής:

1) Βασικός στόχος είναι η δημιουργία
ενός Ιράκ που δεν θα έχει προβλήματα με τον ΟΗΕ και τους γείτονές του

2) Επιβάλλεται η προστασία της
εδαφικής ακεραιότητας του Ιράκ

3) Η αρμοδιότητα και εξουσία της
κεντρικής διοίκησης του Ιράκ πρέπει να επανέλθει στο σύνολο της επικράτειας της
χώρας.

4) Οι Τουρκομάνοι του Ιράκ πρέπει να
προστατευθούν και να αναδειχθούν ως ισότιμη πληθυσμιακή συνιστώσα του Ιράκ.

5) Δεν πρέπει να επιτραπεί στις
εθνικές ομάδες του Ιράκ να διαμορφώσουν δική τους διοίκηση. Ο ενιαίος
χαρακτήρας του κράτους πρέπει να διατηρηθεί και μετά την ανατροπή του Σαντάμ.
Θα πρέπει να γίνει επίσης σαφές ότι η ανακήρυξη κουρδικού κράτους πρέπει να
θεωρείται αιτία πολέμου (casus beli) από πλευράς της Τουρκίας.

6) Το Ιράκ δεν πρέπει να συνιστά
στρατιωτική απειλή για την Τουρκία.

7) Το Ιράκ πρέπει να εξαρτηθεί
οικονομικά από την Τουρκία, όσο αυτό είναι δυνατό.

8) Παράλληλα με τις απαραίτητες
ενέργειες που πρέπει να γίνουν για τον έλεγχο της λειτουργίας της συνοριακής
πύλης Χαμπούρ με τρόπο που να μην πλήττει τα συμφέροντα της Τουρκίας, πρέπει να
ανοιχθεί και να λειτουργήσει και δεύτερη συνοριακή πύλη που θα έχει πρόσβαση
και θα ενισχύει τους Τουρκομάνους του Ιράκ.

9) Πρέπει να υποστηριχθούν οι
πρωτοβουλίες, οι εξελίξεις και οι λύσεις που μειώνουν την συχνότητα επέμβασης
δυνάμεων που βρίσκονται εκτός της περιοχής (εννοεί τις ΗΠΑ, Αγγλία, Ισραήλ
κλπ).

 

Το στρατηγικό αδιέξοδο

Οι εξελίξεις στο Βόρειο Ιράκ που είναι
πλέον σαφές ότι κινούνται μέσα στο ευκρινές πλαίσιο που όρισε η Ουάσιγκτον από
το 1991 και ξανατόνισε με συγκεκριμένες ενέργειες αλλεπάλληλες φορές από το
1998 και εντεύθεν, είναι σαφές ότι κινούνται έξω από τους στρατηγικούς
σχεδιασμούς και συμφέροντα της Άγκυρας. Αυτό συνάγεται από τις σπασμωδικές και,
πάντως, σοβαρές αντιδράσεις της κυβέρνησης και των λοιπών μηχανισμών εξουσίας
της Τουρκίας.

Χαρακτηριστικό της κρισιμότητας της
κατάστασης είναι η επίκληση του προσφιλούς στην Τουρκία casus beli, αλλά και
δήλωση του πρωθυπουργού Ετζεβίτ (5 Οκτωβρίου 2002) ότι «η Τουρκία δεν πρόκειται
να αποδεχθεί τη δημιουργία κουρδικού κράτους στο Βόρειο Ιράκ και ότι θα
παρακολουθεί τις εξελίξεις στην περιοχή αυτή με κάθε προσοχή είκοσι τέσσερις
ώρες το 24ωρο.»

Η κατάσταση αυτή όπως εξελίσσεται,
συνιστά ένα κλασσικής μορφής στρατηγικό αδιέξοδο για την Άγκυρα, αφού είναι
αναγκασμένη να έλθει αντιμέτωπη με τις ΗΠΑ, που είναι σε όλους γνωστό ότι
αποτελεί στρατηγικό της εταίρο. Μάλιστα, η Τουρκία δεν έρχεται απλά αντιμέτωπη,
αλλά προσφεύγει ακόμη και σε απειλή πολέμου, η οποία στην ουσία απευθύνεται
στην Ουάσιγκτον, που αποτελεί την κινητήρια δύναμη των εξελίξεων.

 

Η «εσωτερική» διάσταση του θέματος

Πέρα από το στρατηγικό αδιέξοδο που
συνιστά η κατάσταση στο Βόρειο Ιράκ, υπάρχει και μια άλλη διάσταση στο θέμα,
αυτή που έχει σχέση με το εσωτερικό της Τουρκίας. Το KADEK, που αποτελεί
συνέχεια του ΡΚΚ, διατηρεί 5.000 μαχητές στο Βόρειο Ιράκ, ενώ δραστηριοποιείται
και πολιτικά στην περιοχή αυτή, με την άτυπη συναίνεση του Ταλαμπανί και του
Μπαρζανί, κυρίως. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στο KADEK να δραστηριοποιείται πλέον
νόμιμα στο Βόρειο Ιράκ ή άλλως Νότιο Κουρδιστάν και να αποτελεί έτσι ένα κόμμα
που έχει ταυτόχρονη δραστηριότητα στο Βόρειο (ΝΑ Τουρκία) και στο Νότιο
Κουρδιστάν (Β. Ιράκ).

Την ίδια στιγμή, οι ένοπλες δυνάμεις
του KADEK φέρονται να έχουν οργανωθεί στη γραμμή των τουρκοϊρακινών συνόρων για
να αντιμετωπίσουν πιθανές επιχειρήσεις των ΤΕΔ στην περιοχή, έχοντας μάλιστα
αναπτύξει αντιαεροπορική άμυνα με βαρέα αντιαεροπορικά και με 70-80 κατευθυνόμενα
βλήματα τύπου SA-7. Υπάρχουν δε πληροφορίες ότι το KADEK έχει διαθέσει τον
τελευταίο μήνα 1.200.000 δολάρια για αγορά οπλισμού από Αρμενία, Ιράν και Ιράκ,
επιδιώκοντας μάλιστα την προμήθεια εξελιγμένων φορητών αντιαεροπορικών
κατευθυνομένων βλημάτων. Ταυτόχρονα, 500 περίπου εκπαιδευμένοι αντάρτες
φέρονται να έχουν εισχωρήσει στο έδαφος της Τουρκίας τις τελευταίες ημέρες,
έχοντας ως σκοπό την ενίσχυση των 1000 περίπου ενόπλων που παραμένουν στο
τουρκικό έδαφος από την εποχή της σύλληψης Οτσαλάν, οπότε και η συνεχιζόμενη
κατάπαυση του πυρός.

Οι εξελίξεις αυτές που έχουν σχέση με
τη δραστηριοποίηση του KADEK, θα πρέπει να εξετασθούν και υπό το πρίσμα της
πιθανής αποδοχής, αν όχι έγκρισης από την αμερικανική πλευρά, ως μέσο πίεσης
προς την τουρκική πλευρά, η οποία ίσως, υπό το πρίσμα των σοβαρών οικονομικών
και πολιτικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει, το τελευταίο πράγμα που θα
επιθυμούσε, να ήταν η αναζωπύρωση των συγκρούσεων με το KADEK στο δικό της
έδαφος.

 

Εκτιμήσεις-Συμπεράσματα

Το Κουρδικό ως συνολικό ζήτημα και
ιδιαίτερα στις διαστάσεις του που σχετίζονται με τις εξελίξεις στο Βόρειο Ιράκ
και το KADEK, είναι μακράν το σοβαρότερο ζήτημα που απασχολεί και θα συνεχίσει
να απασχολεί την Τουρκία μέχρι την διευθέτηση και την επίλυσή του.

Η Τουρκία, που αποτελεί ‘κατασκεύασμα’
της Συνθήκης της Λοζάνης και θεώρησε ότι με έκτοτε έλυσε ριζικά τα ζήτημα που
αφορούν τις μουσουλμανικές εθνικές ομάδες που διαβιούν στα εδάφη της, καλείται
να διαχειριστεί εξελίξεις που αφορούν μια από τις ομάδες αυτές, τους Κούρδους
συγκεκριμένα, εξελίξεις που επισυμβαίνουν εκτός των εδαφών της και κινούνται
κάπου μεταξύ του πνεύματος της Συνθήκης των Σεβρών και της Συνθήκης της
Λοζάνης.

Στα πλαίσια των εξελίξεων αυτών και
της διαχείρισής τους, η Άγκυρα έρχεται αντιμέτωπη με μια κατάσταση που θέτει σε
σοβαρότατη δοκιμασία τις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον.

Η ενασχόληση της Τουρκίας στο σοβαρό
αυτό ζήτημα και η αγκίστρωσή της στα νοτιοανατολικά της, πλήττει και τις
δυνατότητες υποστήριξης των βαλκανικών πολιτικών της Τουρκίας, αλλά και των
πολιτικών της που αφορούν την Κύπρο, το Αιγαίο και τη Θράκη.

Κατόπιν των ανωτέρω, εκτιμάται ότι

Η Τουρκία θα υποχρεωθεί να μπει σε μια
μακροχρόνια αποδοχή της κουρδικής πραγματικότητας, σε μια λογική που θα
κινείται κάπου μεταξύ του πνεύματος αλλά και του γράμματος της Συνθήκης των
Σεβρών και της Συνθήκης της Λοζάννης.

Η κατάσταση αυτή απαιτεί ειδικούς
χειρισμούς από πλευράς της Ελλάδας αφού είναι ενδεχόμενο η αδυναμία χειρισμών
να αυξήσει τη νευρικότητα και την επιθετικότητα της Τουρκίας εναντίον της
Ελλάδας.

Από την άλλη πλευρά η Ελλάδα, το
προσεχές διάστημα, με πολιτικές κινήσεις που θα εντάσσονται σε ένα ευρύτερο
σχεδιασμό, θα πρέπει διεκδικήσει, να κερδίσει και να διατηρήσει το δικαίωμα και
τη δυνατότητα να έχει λόγο στις εξελίξεις στην Ανατολία, αν μη τι άλλο, για να
διευκολυνθεί η υποστήριξη των εθνικών μας θέσεων στην Κύπρο και το Αιγαίο.

http://infognomonpolitics.blogspot.com/2012/05/3.html

 

ΜΕΡΟΣ Δ΄

Στο δυο τελευταία άρθρα μας
ασχοληθήκαμε με τις εξελίξεις κυρίως στα ανατολικά της Τουρκίας, και αναδείξαμε
το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός ημιανεξάρτητου κουρδικού κράτους στο Νότιο
Κουρδιστάν (Βόρειο Ιράκ), με την υποστήριξη της ίδιας της Τουρκίας. Μάλιστα,
κλείνοντας το τελευταίο μας άρθρο λέγαμε:

«Εν κατακλείδι, βρισκόμαστε στο
ενδεχόμενο δημιουργίας μιας ιδιότυπης τουρκο-κουρδικής ομοσπονδίας, που
βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα θα δημιουργήσει έναν οικονομικό γίγαντα που θα
ελέγχει νερά, πετρέλαια και αγωγούς στην περιοχή, μια δύναμη που μπορεί να
περιθωριοποιήσει Ελλάδα και Κύπρο. Εκτός κι αν ….»

Στο άρθρο μας αυτό θα προσπαθήσουμε να
αναλύσουμε τα δεδομένα και να προβάλλουμε τα γεγονότα στο χρόνο, επί τη βάσει
δυο σεναρίων.

Πριν το κάνουμε όμως αυτό, καλό είναι να
θυμίσουμε στους αναγνώστες μας ότι η Τουρκία, μόλις πριν από 12 χρόνια
χαρακτήριζε με τον πιο επίσημο τρόπο την ίδρυση κουρδικού κράτους στο Νότιο
Κουρδιστάν ως
casus belli, το οποίο αναγκάστηκαν να αποσύρουν λόγω της αποφασιστικότητας
των Κούρδων και των πιέσεων της Ουάσιγκτον, που επιμένει στην εφαρμογή των
σχεδίων της στην περιοχή, ανάμεσα στα οποία και η ίδρυση κουρδικού κράτους.

Να σημειώσουμε επίσης ότι ένα άλλο casus belli, αυτό εναντίον της Ελλάδος, ισχύει μέχρι σήμερα, με το οποίο η
Τουρκία εξανάγκασε τις ελληνικές κυβερνήσεις να μην ασκήσουν μέχρι σήμερα ένα
κυριαρχικό δικαίωμα, που είναι η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ΝΜ, μια
κίνηση που αν γινόταν, θα έλυνε σε πολύ μεγάλο βαθμό τα λεγόμενα
«ελληνοτουρκικά προβλήματα», που ταλανίζουν επί δεκαετίες την Ελλάδα.

Τελικά, μετά από δέκα χρόνια, η
Τουρκία όχι μόνο αναγκάζεται να αποσύρει την απειλή πολέμου, αλλά φέρεται να
έχει συμφωνήσει αλλά και να υποστηρίξει την ίδρυση ανεξάρτητου κουρδικού
κράτους, για το οποίο ο πρόεδρος του αυτόνομου σήμερα Κουρδιστάν, Μεσούτ
Μπαρζζανί, δήλωσε στο
Associated Press: «Αν δεν ξεπεραστεί η κρίση στο Ιράκ, μέχρι τις εκλογές που θα
γίνουν στην κουρδική περιοχή της χώρας το Σεπτέμβρη, θα θέσουμε στο λαό του το
ερώτημα ‘Τι προτιμάτε, να ζήσετε κάτω από ένα δικτατορικό καθεστώς ή σε ένα
δικό σας ανεξάρτητο κράτος;’», προσδιορίζοντας έτσι το χρόνο που θα κηρυχθεί η
ανεξαρτησία του Κουρδιστάν.

Σύμφωνα με δικές πληροφορίες που
προέρχονται από κουρδικές πηγές, η Τουρκία δέχεται την ίδρυση ανεξάρτητου
κράτους στο Νότιο Κουρδιστάν-Βόρειο Ιράκ, υπό τις εξής προϋποθέσεις:

-Διάλυση των βάσεων που διατηρεί το
ΡΚΚ στο έδαφος του αυτόνομου Κουρδιστάν.

-Αναγνώριση των Τουρκομάνων του
Κιρκούκ και της Μοσούλης ως συνιστώσα εθνότητα του νέου κράτους.

-Οικονομικά ανταλλάγματα από τα
πετρελαϊκά αποθέματα του Κουρδιστάν.

-Εξάρτηση του νέου κράτους στον
χρηματοπιστωτικό τομέα από την Τουρκία.

-Έλεγχος από την Άγκυρα των
εξοπλιστικών προγραμμάτων και του στρατού του ανεξάρτητου Κουρδιστάν, ούτως
ώστε να μην είναι δυνατόν αυτός να αποτελέσει στρατιωτική απειλή για την
Τουρκία

-Πλήρης εξάρτηση του νέου ανεξάρτητου
κράτους από την Τουρκία, με δεδομένο η σιδηροδρομική, οδική και κυρίως η
θαλάσσια σύνδεση και επικοινωνία με τη Δύση και τις διεθνείς αγορές, θα γίνεται
μέσω Τουρκίας.

-Το νέο κράτος δεν θα αναμειγνύεται
στα εσωτερικά της Τουρκίας και συγκεκριμένα στους Κούρδους που κατοικούν στο
Βόρειο Κουρδιστάν.

Αυτές είναι οι προϋποθέσεις που θέτουν
οι Τούρκοι σε Ουάσιγκτον και Ερμπίλ, για να συναινέσουν στην ίδρυση του
ανεξάρτητου Κουρδιστάν στο έδαφος του σημερινού Ιράκ, προϋποθέσεις που κάνουν
ό,τι είναι δυνατόν να φέρουν σε πέρας Κούρδοι και Αμερικανοί, με κυριότερο
ζητούμενο, βραχυπρόθεσμα, τη διάλυση των ανταρτών και της οργάνωσης του ΡΚΚ.

Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο του
σχεδίου που βρίσκεται σε εξέλιξη στην περιοχή, ένα σχέδιο που έχει ως στόχο,
εκτός των άλλων, τη δημιουργία ενός σουνιτικού τουρκο-κουρδικού μπλοκ, απέναντι
στο σιιτικό μπλοκ που έχει δημιουργήσει η Τεχεράνη με την κυβέρνηση του Αλ
Μαλίκι στη Βαγδάτη, την κυβέρνηση του Άσαντ στη Δαμασκό, τη Χεζμπολλάχ του
Λιβάνου και την (σουνιτική) Χαμάς της Λωρίδας της Γάζας, την οποία ο Ερντογάν
καταβάλλει προσπάθειες να συμπεριλάβει στο σουνιτικό στρατόπεδο, για ευνόητους
λόγους.

Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον, με την
ίδρυση ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν στο έδαφος του Ιράκ και τη δημιουργία μιας
συμμαχίας στη βάση θρησκευτικού δόγματος, επιδιώκει μεν τη στρατηγική
εξισορρόπηση στην περιοχή και τον περιορισμό της επιρροής στο Ιράν, ανοίγει δε
τον ασκό του Αιόλου, αφού δημιουργεί συνθήκες για τη λεγόμενη σύγκρουση των
πολιτισμών, που αποτελεί οπισθοδρόμηση και όχι πρόοδο της ανθρώπινης
κοινωνίας! 

Σε περίπτωση επιτυχίας ενός τέτοιου
σχεδίου, η Τουρκία στην ουσία μετατρέπεται σε μια νέα Οθωμανική Αυτοκρατορία,
με πληθυσμό που θα αγγίζει τα εκατό εκατομμύρια, αφού σταδιακά υπολογίζεται ότι
με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα ενσωματώσει και τους Κούρδους του Ιράν και της
Συρίας.

Φυσικά αυτό σημαίνει ότι η Τουρκία θα
έχει προβληματικές αν όχι εχθρικές σχέσεις με το Ιράν αλλά και με τουλάχιστον
μερικές εκ των αραβικών χωρών.

Από την άλλη πλευρά, αυτή η ιδιότυπη
αυτή ομοσπονδία, θα αποτελεί το βασικότερο σύμμαχο και μοχλό άσκησης πολιτικής
των ΗΠΑ στην περιοχή, μια περιφερειακή πολιτική, στρατιωτική και οικονομική
δύναμη, που θα ελέγχει τα μεγαλύτερα αποθέματα νερών της Μέση Ανατολής, από τα
μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου της περιοχής, με τεράστιες
παραγωγικές και οικονομικές δυνατότητες, που είναι σε θέση να την εντάξουν σε
λίγα χρόνια στις δέκα μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.

Αυτό είναι το ένα σενάριο.

Το άλλο σενάριο λέει ότι η Άγκυρα θα
υποχρεωθεί να συμμετέχει σε αυτόν τον σχεδιασμό, χωρίς να έχει απαραίτητα
εξουδετερωθεί στρατιωτικά και πολιτικά το ΡΚΚ, με αποτέλεσμα σταδιακά ο
κουρδικός παράγοντας να ισχυροποιηθεί τόσο, που θα απειλήσει τις εσωτερικές
ισορροπίες αυτής της ιδιότυπης ομοσπονδίας και θα κυριαρχήσει τόσο οικονομικά,
όσο και πολιτικά, δεδομένου από τη μια πλευρά του πλούτου του Κουρδιστάν και
από την άλλη της πληθυσμιακής υπεροχής των Κούρδων σε σχέση με όλες τις άλλες
πληθυσμιακές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων και των Τούρκων.

Η κυβέρνηση Ερντογάν, για να αποφύγει
το δεύτερο σενάριο, σχεδιάζει να εκτονώσει την κατάσταση και να αποδυναμώσει το
ΡΚΚ, ακολουθώντας κι αυτή με τη σειρά της την πολιτική του μαστίγιου και του
καρότου. Με την πολιτική του μαστίγιου θα προσπαθήσει μέσω συνδυασμένων
στρατιωτικών επιχειρήσεων να «ξεδοντιάσει» στρατιωτικά το ΡΚΚ, ενώ παράλληλα θα
επιχειρήσει απομακρύνει τους Κούρδους από το ΡΚΚ και να τους πάρει με το μέρος
της, μέσω παραχώρησης κάποιων δικαιωμάτων.

Φυσικά, σε μια τέτοια περίπτωση, θα
πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι στην πράξη θα έχει τιναχτεί στον αέρα η πολιτική
της ενότητας του τουρκικού κράτους και έθνους, όπως αυτή εκφράζεται και
προσδιορίζεται από το Άρθρο 3 του Συντάγματος του 1982, που είναι μέχρι σήμερα
σε ισχύ, το οποίο είναι ένα από τα τρία άρθρα που δεν μπορεί να αλλάξουν και το
οποίο λέει ότι: «Το τουρκικό κράτους, με τη χώρα και το έθνος, αποτελούν μια
αδιάσπαστη ενότητα. Η γλώσσα του είναι τα τουρκικά».

Το «παιχνίδι» που παίζεται στο
εσωτερικό και στα νοτιοανατολικά της Τουρκίας είναι μεγάλο και εξαιρετικά
ενδιαφέρον και αξίζει της προσοχής μας, ιδιαίτερα ημών των Ελλαδιτών και των
Κυπρίων, που είμαστε τα διαχρονικά θύματα της τουρκικής επιθετικότητας.

Να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά λοιπόν
Λευκωσία και Αθήνα!!!

Κυριακάτικη Δημοκρατία

http://infognomonpolitics.blogspot.com/2012/05/4.html

(576) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *