ΟΝΕ-Ελλάδα: Έγκαιρες προειδοποιήσεις

Η πρόβλεψη στις κοινωνικές επιστήμες όχι μόνο είναι δύσκολη ή αδύνατη αλλά και δεν ενδείκνυται. Για την ΕΕ έχω πολλές χιλιάδες δημοσιευμένες σελίδες στα 10 περίπου βιβλία μου για την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση όπου εξετάζω πολλές πτυχές, κυρίως τα στρατηγικά, τα πολιτικοθεσμικά, ιστορικοστρατηγικά και τα θεωρητικά. Σε πολλά βιβλία έχουν αναλυθεί εκτεταμένα τόσο το Γερμανικό ζήτημα όσο και το ζήτημα της ΟΝΕ. Σε αυτή την ερευνητική και συγγραφική εμπειρία οφείλονται και οι θέσεις μας την δεκαετία του 1990 για τον τρόπο αντιμετώπισης της ΕΕ από την Ελλάδα και κυρίως τα ιδεολογικά κίνητρα στην βάση των οποίων ενταχθήκαμε στην ΟΝΕ. Τη δεκαετία του 1990 όταν ακούσαμε περί ταχύρρυθμων κινήσεων ένταξης μέσα στην Γαλλογερμανική νομισματική φυλακή, εκφράσαμε πολλές επιφυλάξεις. Αυτές οι επιφυλάξεις είναι διαχρονικά συνεπείς. Απλά το θεωρούσα μια καταστροφή και κόντρα στο ρέμα (και με πολύ μεγάλο κόστος από βέλη προερχόμενα από τους ταλιμπάν της ευρωλαγνείας) το διατύπωνα διαρκώς δημόσια. Πριν λίγους μήνες φίλος αλίευσε από το διαδίκτυο τρις επιφυλλίδες μου για το θέμα της ένταξης της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Τις παραθέτω για να μην παραπέμπω σε εκτεταμένα κείμενα όπου ήδη από το 1992 διετύπωνα τις ίδιες επιφυλάξεις. Με “χειρουργική ακρίβεια” προέβλεπα, για παράδειγμα, ότι: “Εάν δεν δημιουργηθούν γνήσιοι δημοκρατικοί υπερεθνικοί θεσμοί, εάν διαιωνιστεί επί μακρόν η αμφιλεγόμενη θεσμοπολιτική δομή των τελευταίων ετών και εάν η χώρα δεν αντέξει τον ανταγωνισμό, το «κλείδωμα» στην ΟΝΕ θα μετατραπεί σε φυλακή χωρίς δυνατότητα απόδρασης.” Τέτοιες εκτιμήσεις δεν απορρέουν από κάποια σοφία. Απορρέουν από το αλφαβητάριο στοιχειωδών γνώσεων που διδάσκω εδώ και καιρό στους δευτεροετείς του πανεπιστημίου. Απορρέει επίσης από μια εμμονή στην αξιολογικά ελεύθερη έκφραση επιστημονικών εκτιμήσεων που διατυπώνονται χωρίς να είναι επηρεάζονται από πολιτικές, κομματικές, ιδεολογικές και κυρίως διεθνικές επιρροές. Παραθέτω εδώ λοιπόν χαρακτηριστικές επιφυλλίδες κατά την διάρκεια της ζύμωσης ένταξης στην ΟΝΕ και τις αφιερώνω στους οργανικούς διανοούμενους οι οποίοι για ιδεολογικούς και “άλλους” λόγους συνηγόρησαν στο οικονομικοπολιτικό έγκλημα που κατέστρεψε την Ελλάδα. Δεν θα τους έφερνα καν στο μυαλό μου αν δεν ήταν ενοχλητικοί. Αν δηλαδή βυθισμένοι μέσα στον ιδεολογικό και προκατειλημμένο τους κόσμο και με προνομιακή πρόσβαση στα μέσα μαζικής επικοινωνίας, δεν έριχναν εδώ και εκεί δολοφονικά βέλη. Τιμητικά αυτά τα βέλη, βέβαια.

ΤΡΙΤΗ ΑΠΟΨΗ Ο μπαμπούλας της ΟΝΕ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΗΦΑΙΣΤΟΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη 30 Ιουνίου 1999
http://www.tanea.gr/ellada/article/?aid=4077306

Οι ιεραρχήσεις των προτεραιοτήτων μας επηρεάζονται, ενδεχομένως, από μερικές εξόφθαλμα λανθασμένες εκτιμήσεις. Για έξι τουλάχιστον λόγους, η υπόθεση της ΟΝΕ είναι παραφουσκωμένη και μυθοποιημένη.

Πρώτον, ο χαρακτήρας της διαδικασίας ολοκλήρωσης κρίθηκε ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Έκτοτε, οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση. Οι αποφάσεις του 1991-92 ­ τις οποίες μερικοί αφελώς ερμήνευσαν ως προαγγελία της εγγύησης των συνόρων μας ­ δεν οφείλονταν σε στρατηγικές συγκλίσεις ή στην ύπαρξη ενός ευρωπαϊκού πολιτικού και κοινωνικού χώρου. Αντίθετα, ήταν σπασμωδικές και βιαστικές κινήσεις λόγω «γερμανικού προβλήματος». Ουσιαστικά,συνδέοντας το θέμα αυτό με τη γερμανική επανένωση, το Παρίσι «εκβίασε» τη Βόννη και πέτυχε την υιοθέτηση της ΟΝΕ. Ο σκοπός ήταν απλός: ο έλεγχος της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας.

Δεύτερον, εκτός του ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια κοινωνικοπολιτικά σταθερή και βιώσιμη οικονομική και νομισματική ένωση, οι στόχοι της Γαλλίας δυνατό να έχουν ήδη ακυρωθεί λόγω αντίθετων εξελίξεων από τις προσδοκώμενες, δηλαδή λόγω της οικονομικής υπεροχής της Γερμανίας ανεξαρτήτως ΟΝΕ. Δυνητικά,αυτό αυξάνει τις αντιθέσεις και αντιφάσεις στην Ε.Ε.

Τρίτον, ως συνέπεια σωρείας σπασμωδικών και ασπόνδυλων αποφάσεων ­ωφελιμιστικού και χρησιμοθηρικού χαρακτήρα ­ τα μέλη της Ε.Ε. εισήλθαν σε έναν διαρκή αγώνα δρόμου για «σύγκλιση» χωρίς πολιτικό προορισμό, χωρίς κοινωνικό όραμα, χωρίς επαρκή οικονομική αλληλεγγύη και χωρίς την αναγκαία και μη εξαιρετέα διπλωματική και αμυντική ταυτότητα. Έκτοτε, το σύστημα τείνει προς κατακερματισμό, πολυδιάσπαση και εγκατάλειψη των αφετηριακών σκοπών, ενώ επανεμφανίζονται ηγεμονικές συμπεριφορές. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως τον περασμένο Ιανουάριο ο Ζακ Ντελόρ μίλησε ακόμη και για κίνδυνο διάλυσης της Ε.Ε.
Τέταρτον, η στρατηγική ανικανότητα της Ευρώπης αποκτά μόνιμο χαρακτήρα, τα διλήμματα ασφαλείας και οι γεωπολιτικές διαιρέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης επανέρχονται στο προσκήνιο και πολλοί Αγγλοαμερικανοί μιλούν ανοικτά για κατάργηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υιοθέτηση μιας χαλαρής«Ατλαντικής Ένωσης» υπό υψηλή αμερικανική εποπτεία. Η πορεία της Ευρώπης, εξάλλου, επηρεάστηκε καθοριστικά λόγω της μεγάλης στρατηγικής στροφής της Γαλλίας το 1993-5. Η Συμφωνία του Βερολίνου το 1996 και η ουσιαστική αποδοχή από το Παρίσι του ατλαντικού χαρακτήρα της ευρωπαϊκής άμυνας, σε συνδυασμό με αναβαθμισμένες πολιτικές και θεσμικές σχέσεις της χώρας αυτής με το ΝΑΤΟ (και τελεσίδικη αποδοχή της Γαλλίας ως αδιαμφισβήτητου μέλους της «νόμιμης»πυρηνικής ομάδας), είναι εξελίξεις που επιβεβαίωσαν την αδυναμία των Ευρωπαίων να περάσουν από την ενοποίηση στα καταναλωτικά θέματα, στους τομείς της υψηλής πολιτικής και κοινωνικής ολοκλήρωσης.

Πέμπτον, μόνο αιθεροβάμονες αμφισβητούν το γεγονός πως η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει από καιρό απομακρυνθεί από τις αφετηριακές λογικές του κοινοτισμού και από τις ιστορικές επιδιώξεις για μη-ηγεμονική υπερεθνική ολοκλήρωση. Οι κυρίαρχες τάσεις είναι όχι προς πολιτική ένωση αλλά προς κατακερματισμό, νεο-ηγεμονικές συμπεριφορές, ιεραρχήσεις στη βάση κριτηρίων ισχύος και υποβάθμιση της συμμετοχής ή και «πρόστιμα» – τιμωρία ­ αντί αλληλεγγύης, όπως συνέβαινε στο παρελθόν ­ των λιγότερο ισχυρών μελών.

Έκτον, για τους πιο πάνω και πολλούς άλλους λόγους, η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ε.Ε. ­ την οποία κανείς νοήμων δεν αμφισβητεί ­ αναπτύσσεται πλέον με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει σε κάθε άλλο διακρατικό σύστημα: σκληρός ανταγωνισμός. Όπως δείχνουν εξάλλου οι επιλογές τριών άλλων κρατών της Ε.Ε., η άμεση συμμετοχή στην ΟΝΕ δεν είναι αυτοσκοπός. Τα συμφέροντά μας δεν εξυπηρετούνται αν αυτό σημαίνει: 1) οικονομική και πολιτική καθυπόταξή μας, εάν και όταν θα ενταχθούμε στην ΟΝΕ, 2) εκδίωξη ­ αντί αλληλεγγύης ­ από τον «σκληρό πυρήνα», αν αποτύχουμε π.χ. κατά 1% στον πληθωρισμό (βλ. πρόσφατες δηλώσεις Πρόντι), 3) χαλάρωση όσον αφορά την τουρκική απειλή και αποδυνάμωση στην περιφέρειά μας.

Αναμφίβολα πολλοί θα υποστήριζαν μέτρα που θα βελτίωναν την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας στον διεθνή χώρο. Δεν μας τιμά, όμως, εάν χρειαζόμαστε τον μπαμπούλα της ΟΝΕ, για να κάνουμε αυτό που μας συμφέρει να κάνουμε. Μήπως θα πρέπει να ξανασκεφτούμε σκοπούς, μέσα, προτεραιότητες και ιεραρχήσεις; Είναι, τουλάχιστον, δυνατό να σταματήσει η πολιτική τρομοκρατία πως αν χάσουμε το τρένο της ΟΝΕ θα ριχτούμε, δήθεν, στον λάκκο των λεόντων;

ΤΡΙΤΗ ΑΠΟΨΗ Το «όραμα» της ΟΝΕ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΗΦΑΙΣΤΟΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη 09 Φεβρουαρίου 2000
http://www.tanea.gr/ellada/article/?aid=4112419

Η επικείμενη ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ είναι θετική εξέλιξη, εάν εκτιμάται πως ενισχύει τη θέση, τον ρόλο και τις δυνατότητες της Ελλάδας στην Ευρώπη και διεθνώς. Η ΟΝΕ συναρτάται, κατά κύριο λόγο, με τη σχέση οφέλους -ζημίας στην οικονομία, τις συνέπειες στη διπλωματία μας και τις επιπτώσεις στην εθνική ασφάλεια και τη διεθνή θέση της Ελλάδας.

Η ιεράρχηση του θέματος αυτού στην κλίμακα των εθνικών προτεραιοτήτων εξαρτάται από τις απαντήσεις που δίνονται σ’ έναν αριθμό κρισίμων ερωτημάτων,που αφορούν τη συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα: είναι η ένταξη στην ΟΝΕ στρατηγική ή τακτική επιλογή; Είναι μείζον εθνικό ζήτημα ή δευτερευούσης σημασίας ζήτημα; Είναι μέσον ή σκοπός; Πώς σχετίζεται με άλλα ζητήματα και ιδιαίτερα την εθνική ασφάλεια; Είναι «εθνικό όραμα»; κ.λπ.

Ορθές εκτιμήσεις απαιτούν κατανόηση του ρόλου της ΟΝΕ στη διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν συμφέρει την Ελλάδα η ένταξη στην ΟΝΕ, είναι εντούτοις χρήσιμο να ληφθεί υπόψη πως η υιοθέτηση αυτής της πολιτικής σηματοδότησε τη δρομολόγηση επιλογών που αλλάζουν τη μορφή και τον χαρακτήρα της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: υπερίσχυση των διακυβερνητικών οργάνων, κατακερματισμό σε πολλές κατηγορίες συμμετοχής, μεγάλο δημοκρατικό έλλειμμα, σχεδόν πλήρη επικράτηση της Ατλαντικής Συμμαχίας στο στρατηγικό επίπεδο, εγωιστικές στάσεις των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων και βήματα προς διεύρυνση εις βάρος της εμβάθυνσης.

Αυτές οι εξελίξεις αλλάζουν σταδιακά τον χαρακτήρα της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, με τρόπο που προσεγγίζει τον χαρακτήρα του υπόλοιπου άναρχου διεθνούς συστήματος. Πιο συγκεκριμένα, η αρχή της αυτοβοήθειας υπερισχύει, ενώ υποβαθμίζεται η αλληλεγγύη και ο κοινοτισμός. Οι εξισορροπητικές ενέργειες, εξάλλου, είναι ολοένα και πιο συχνές και οι ανεξέλεγκτες στρατηγικές αντιπαραθέσεις δεν μπορούν πλέον να αποκλειστούν.

Ασφαλώς θα μπορούσε να υπογραμμιστεί πως έστω και αν η Ευρώπη μετασχηματίζεται προς αυτή την κατεύθυνση, η Ελλάδα, ούτως ή άλλως, έχει συμφέρον να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα τhς οικονομίας της. Εκτός του ότι δεν μας τιμά αν χρειαζόμαστε τον μπαμπούλα της ΟΝΕ για να κάνουμε αυτό που μας συμφέρει, αυτή η θέση, αναμφίβολα λογική, επιβάλλεται να σταθμιστεί σε αναφορά με ορισμένους άλλους παράγοντες και κριτήρια που θα μπορούσαν να προκαλέσουν όχι αλλαγή πορείας, αλλά, ενδεχομένως, επανεκτίμηση των προσδοκιών, αντιλήψεων και ιεραρχήσεων.

Πρωτίστως, η στερνή και ενίοτε αδιαφανής αλληλεξάρτηση, στο πλαίσιο μιας Ευρώπης δομημένης στη βάση κριτηρίων ισχύος, θα περιορίζει το εύρος ελιγμών και κυρίαρχων αποφάσεων σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι συμβαίνει στο υπόλοιπο διεθνές σύστημα. Η αλληλεξάρτηση, όταν δεν πληρούνται ορισμένες πολιτικές προϋποθέσεις, είναι ουσιαστικά εξάρτηση που βλάπτει τον λιγότερο ισχυρό. Ο τελευταίος, ενώ είναι «κλειδωμένος» σε μια αρένα οικονομικού ανταγωνισμού, δεν προστατεύεται επαρκώς είτε με τη δική του κυριαρχία (που έχει ήδη «εθελούσια» εκχωρήσει) είτε από μια άλλη υπερεθνική ρυθμιστική εξουσία, που θα έπρεπε να συνοδεύει επιλογές αυτής της εμβέλειας. Εάν δεν δημιουργηθούν γνήσιοι δημοκρατικοί υπερεθνικοί θεσμοί, εάν διαιωνιστεί επί μακρόν η αμφιλεγόμενη θεσμοπολιτική δομή των τελευταίων ετών και εάν η χώρα δεν αντέξει τον ανταγωνισμό, το «κλείδωμα» στην ΟΝΕ θα μετατραπεί σε φυλακή χωρίς δυνατότητα απόδρασης. Δηλαδή απαιτείται να εκτιμηθεί η θέση της χώρας υπό συνθήκες μεγάλου οικονομικού ανταγωνισμού και δημοκρατικού ελλείμματος.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν πως η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης βρίσκεται σε τροχιά μετασχηματισμού, που ακυρώνει το αφετηριακό όραμα της πολιτικής ένωσης. Κυρίως, πέραν πολλών άλλων πιθανών προβλημάτων και σε αντίθεση με αυτό που ισχύει στο εσωτερικό κάθε δημοκρατικού και ευνομούμενου κράτους, η ΟΝΕ, αλλά και άλλες παράλληλες εξελίξεις στην Ευρώπη, ευνοούν τον ανεξέλεγκτο οικονομικό και πολιτικό ανταγωνισμό, χωρίς να διασφαλίζεται ο εξισορροπητικός ρυθμιστικός ρόλος μιας δημοκρατικά εκλεγμένης ευρωπαϊκής εξουσίας.

Είναι προφανές πως η μετά ΟΝΕ εποχή δεν θα είναι ανθόσπαρτη. Η προσήλωση στο εθνικό συμφέρον και η απαλλαγή από αυταπάτες και ευσεβείς πόθους είναι προϋπόθεση τόσο της εκμετάλλευσης των ευκαιριών όσο και της αντιμετώπισης των προκλήσεων και των κινδύνων.

ΤΡΙΤΗ ΑΠΟΨΗ Ευρώ και μεγάλες ιδέες
http://www.tanea.gr/ellada/article/?aid=4216687

Στόχος η οικονομική σταθερότητα με τη συμμετοχή στην ΟΝΕ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΗΦΑΙΣΤΟΣ, ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2002

Σύμφωνα με τις διακηρύξεις όλων σχεδόν των πολιτικών ηγετών της Ευρώπης, η συμμετοχή στην ΟΝΕ έχει ως κύριους σκοπούς το ισχυρό κράτος, την οικονομική -νομισματική σταθερότητα, τη βελτίωση της οικονομικής και θεσμικής ανταγωνιστικότητας των κρατών – μελών, την ενίσχυση των εθνικών εξωτερικών πολιτικών απέναντι σε αντιπάλους και την εμπέδωση της καθεστωτικής σταθερότητας. Όντως, πρόκειται για μια ορθολογική και ρεαλιστική οριοθέτηση των σκοπών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Πιο συγκεκριμένα, υπό συνθήκες διακρατικής ισοτιμίας και στο πλαίσιο μιας αμοιβαίας επωφελούς, εμποροοικονομικής συνεργασίας, τα κυρίαρχα έθνη – κράτη της Ε.Ε. δημιούργησαν κοινούς θεσμούς και άλλες ρυθμίσεις που εξυπηρετούν τα εθνικά τους συμφέροντα. Ποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει σοβαρά το γεγονός πως η εμπορική, νομισματική και θεσμική συνεργασία των τελευταίων δεκαετιών συμβάλλει στη διακρατική σταθερότητα της ευρωπαϊκής ηπείρου ή πως ενισχύει τα έθνη – κράτη που συμμετέχουν! Όμως, είναι άλλο πράγμα η διακρατική σταθερότητα απόρροια των κοινών επιτευγμάτων στους ωφελιμιστικούς τομείς και άλλο πράγμα η κοινωνικοπολιτική ένωση των λαών, η εξομοίωση των ηθικοκανονιστικών τους δομών και η ανατροπή των κεκτημένων του εθνικού – κρατικού γίγνεσθαι. Όποιος πολιτικός ηγέτης ή στοχαστής δεν κατανοεί αυτή τη διαφορά, κινείται σε ολισθηρό έδαφος: Τα ωφελιμιστικά συμφέροντα, όταν δεν συνοδεύονται από ισχυρές ηθικοκανονιστικές παραδοχές συναρτημένων με εδραία κοσμοθεωρητικά θεμέλια και όταν δεν συνοδεύονται από ισχυρούς κοινωνικούς ελέγχους και εξισορροπήσεις, εύκολα μπορούν να γίνουν «θρύψαλα».

Έτσι, καλά θα κάνουμε να γνωρίζουμε πως το ευρώ δεν συνιστά ηθικοκανονιστική κοσμογονία, αλλά μόνο χρηστική αναγκαιότητα και ωφελιμιστικό επιστέγασμα μιας μακρόχρονης εμπορικοοικονομικής συνεργασίας που οικοδομήθηκε προσεκτικά και που επιβιώνει λόγω ισορροπίας μεταξύ υπερεθνικών ρυθμίσεων και εθνικών συμφερόντων. Υπό αυτό το πρίσμα, πέραν της ωφελιμιστικής – λειτουργικής σημασίας του, το ευρώ δεν προκρίνει την Πολιτική Ένωση ή ακόμη μια Οικονομική Ένωση που θα συνοδεύεται από πανευρωπαϊκή αλληλεγγύη, πανευρωπαϊκή λαϊκή κυριαρχία και πανευρωπαϊκούς κοινωνικούς ελέγχους και εξισορροπήσεις. Κοντολογίς, το ευρώ δεν μετατρέπει αυτόματα τα «εθνικά πολιτικά ζώα» σε «ευρωπαϊκά πολιτικά ζώα»: Τα έθνη – κράτη, η κυριαρχία τους, τα σύμβολά τους,οι εθνικές ταυτότητες και οι εθνικές ηθικοκανονιστικές δομές συνεχίζουν να είναι όσο ποτέ άλλοτε τα βασικά χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος. Σε όσους λόγω ευρώ βιάστηκαν να προκρίνουν κοσμογονικούς ιδεολογικούς μετασχηματισμούς, αντιτάσσεται η ρήση: «Μακαρίζουμε την αθωότητά σας, αλλά δεν ζηλεύουμε την άγνοια και την επιπολαιότητά σας».

Το ευρώ δεν είναι μαγικό ραβδί επαναστατικών μετασχηματισμών των ταυτοτήτων,των συνειδήσεων και των εν γένει κοσμοθεωρητικών κεκτημένων των κοινωνιών των μελών της Ε.Ε. Τέτοιοι εξομοιωτικοί συλλογισμοί είναι απόρροια παρωχημένων φιλελεύθερων οικονομιστικών δοξασιών, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά χυδαίος μαρξισμός με αντεστραμμένα πρόσημα. Θα μπορούσε να προστεθεί ότι, σε σύγκριση με την επαναστατική κοσμοθεωρητική δύναμη της «κομμουνιστικής ιδέας», η οποία συνάρπασε δισεκατομμύρια ανθρώπους, ενοποίησε οικονομικά και πολιτειακά δεκάδες έθνη, οικοδόμησε την πανίσχυρη σοβιετική αυτοκρατορία και εξώθησε εκατομμύρια ανθρώπους να επιδείξουν αυτοθυσία στο όνομα της παγκόσμιας αταξικής κοινωνίας, η ωφελιμιστικού χαρακτήρα «ευρωπαϊκή ιδέα» περί «ελευθέρας κυκλοφορίας προσώπων, αγαθών, κεφαλαίου και υπηρεσιών» αποτελεί «ιδεολογική παιδική χαρά».

Συνήθως, «θρύψαλα» έχουμε όταν σε μικρά μυαλά μπουν μεγάλες ιδέες για επαναστατική ανατροπή των κοινωνικών και πολιτισμικών κεκτημένων των λαών. Η διασφάλιση των επιτευγμάτων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τρεις παράγοντες: Πρώτο, δεν θα λάβουν χώρα απρόβλεπτες στρατηγικές ανατροπές. Δεύτερο, οι εθνικές στρατηγικές των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων δεν θα δημιουργήσουν απρόοπτα. Τρίτο, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα συνεχίσει να εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα, θα αναπτύσσεται υπό συνθήκες ισοτιμίας μεταξύ των κρατών – μελών και θα στηρίζει τους εθνικούς πολιτισμούς.

(779) αναγνώσεις

One comment

  1. Πᾶς προφήτης μετὰ Χριστὸν γάϊδαρος …
    Μὲ τέτοιες γενικολογίες γίνεται κανεὶς καθηγητὴς στὴν Ἑλλάδα καί, μετά, φρίττουμε γιὰ τὴν ἀνεπάρκεια τῶν ἀποφοίτων τῶν πανεπιστημίων μας.
    Κάθε σύμβαση, εἴτε ἰδιωτικὴ εἴτε δημόσια, εἶναι δυνάμει φυλακή. Ἀλλὰ εἶναι, βεβαίως αἱρετωτέρα τῆς πραγματικῆς φυλακῆς τὴν ὁποία ἐπιφυλάσσουν στοὺς ὐπηκόους τους τὰ κράτη πού ἀπολαύουν δῆθεν ἀνεξαρτησίας καί ἐλευθερίας κινήσεων. Στὴν περίπτωσή μας, οἱ διεθνεῖς δεσμοφύλακες-τιμωροὶ ἀπειλοῦν τὸ θεμελιῶδες δικαίωμά μας νὰ διοριζόμεθα ἀργόμισθοι καὶ νὰ ἐκμεταλλευόμεθα τοὺς μὴ διοριζομένους συμπολίτες μας. Τὰ γράφει ὁ Μακρυγιάννης : «Νὰ τὴν …ὲσω τέτοια λευτεριά, ὁποῦ θὰ κάμω ἐγὼ ἐσένα πασσιᾶ»

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *