Μεταμορφώσεις και παραμορφώσεις στον Εύξεινο Πόντο

Δημήτριος Γ. Μαυρίδης

Καθηγητής ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας

 

 «Αρχόμενος σέο Φοίβε παλαιγενέων
κλέα φωτών μυήσομαι οι Πόντοιο κατά στόμα και δια πέτρας Κυανέας βασιληός
εφημοσύνης Πελίαο χρύσειον μετά κώας εύζυγον ήλασαν Αργώ
»

 (Απολλώνιος ο Ρόδιος, Αργοναυτικά, α, στ. 1-4)[1].

1.      Ιστορικές μεταμορφώσεις

Επειδή η περιρρέουσα
«ατμόσφαιρα» και η εν γένει πολιτική και οικονομική κατάσταση είναι αυτή, που
όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουμε, θεωρούμε, ότι μια εκ δευτέρου ανάγνωση των
«Αργοναυτικών», ήτοι τα περί «Ρωμανίας», δεν θα ήταν πλεονασμός, αλλά μάλλον
επανεκτίμηση και επαναξιολόγηση των μέχρι τώρα διαδραματισμένων στο πρόσφατο
ιστορικό παρελθόν του Ελληνισμού γενικά και του Ελληνισμού της καθ ημάς
Ανατολής ειδικότερα.

«Μνημόνια» και μνημονιακές
καταστάσεις δεν είναι μόνο οι φαινομενικά οικονομικές δυσκολίες, αλλά πάσης
φύσεως «στρίμωγμα» εναντίον λαών, πολιτισμών και γενικά εναντίον οργανωμένων
κοινωνιών, όπως πόλεμοι, σταυροφορίες, γενοκτονίες, εκτοπίσεις, πολιτικές,
φυλετικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές διακρίσεις. Τελευταίως δε μάλιστα όλα
αυτά και άλλα πολλά γίνονται στο όνομα της «δημοκρατίας», της «ειρήνης», της
«διάσωσης» του πλανήτη και ότι άλλο ψευδεπίγραφο μπορεί να φανταστεί κανείς.
Hannibal ante portas. Αλλά ας έρθουμε τώρα στην καθ’ ημάς Ανατολή, στον
καθ’ ημάς Πόντο, την Ρωμανία.

Ο Πόντος, η περιοχή απ’
όπου προέρχονται οι Πόντιοι, βρίσκεται στα βορειοανατολικά παράλια της Τουρκίας
και πήρε τ’ όνομά του απ’ τον Εύξεινο
Πόντο
. Η λέξη «Πόντος» σημαίνει θάλασσα και «Εύξεινος»
[2] σημαίνει φιλόξενος. Ο μυθικός
κόσμος του Πόντου ξεκινά με τον Προμηθέα,
τον Φρίξο και την Έλλη[3],
τούς Αργοναύτες, τον Ιάσωνα[4],
το Χρυσόμαλλο Δέρας[5]
και τις Αμαζόνες. Μυστηριωδώς δένονται οι μυθολογικές διαστάσεις με τις
χριστιανικές αλήθειες στην ευρύτερη περιοχή της γης του Πόντου.

Στο ταξίδι για την γη της επαγγελίας
των Αργοναυτών, την Κολχίδα, το περιστέρι του Μάντη Φινέα[6]
στέλνει το μήνυμα της ασφαλούς διάπλευσης, της σωτηρίας του πληρώματος της «Αργούς» και στον Καύκασο, στο Όρος Αραράτ, ένα άλλο περιστέρι, αυτό της «Κιβωτού» του Νώε, σηματοδοτεί το τέλος
του κατακλυσμού[7].
Οι αρχετυπικοί συμβολισμοί του «Προμηθέα», του δοτή του πυρός και του φωτός
είναι χαρακτηριστικό σημείο της αντίληψης των Ελλήνων για την γέννηση του
κόσμου, εξ ανατολής το φως  (
ex oriente lux, ex occidente έρεβος).

Η ιστορία
όμως του Ελληνισμού του Εύξεινου Πόντου
[8], αρχίζει με το πέρασμα από το μύθο στην
αλήθεια,  με την Αργοναυτική εκστρατεία και τις πρώτες εγκαταστάσεις
των Ελλήνων αμέσως μετά τον Τρωικό πόλεμο (1200 π. Χ.). Η σημασία του Εύξεινου
Πόντου διαφαίνεται από τις αρχές του Η’ π. Χ. αιώνα με την ίδρυση της Σινώπης
(758
π. Χ., Sinop)
από Μιλησίους και αργότερα
των άλλων πόλεων τους, όπως
η Σήσαμος, η Κρώμνα[9], η Κίτωρος, η Αμισός (600 π. Χ., Samsun), τα Κοτύωρα (Ordu), η Κερασούς (700 π. Χ., Giresun), η Τραπεζούς (756 π. Χ., Trabzon)[10], ο Βαθύς Λιμήν (Batum), ο «ναυσιπόρος»  Φάσις (Poti), η Διοσκουριάς (Σεβαστούπολις, Σοχούμι)
και η Πιτυούς (
Pitsunka, Βιτζίνη, Διτζίνη).

Η αποίκιση όμως δεν περιορίστηκε στο
νότιο τμήμα του Ευξείνου Πόντου, αλλά χτίσθηκαν και άλλες πόλεις σε όλες τις
όχθες της μεγάλης «Λίμνης». Χτίσθηκαν ιωνικές
πόλεις στα βόρεια, στην Αζοφική Θάλασσα (Μαιώτις Λίμνη) όπως: Μήδεια (
Kiyikoy), Αγαθούπολις (Ahtopol), Απολλωνία (Sozopolis), Αγχίαλος (Pomorie), Αρισταίον (Aimonion CapEmona), Ορδυσσός (Varna), Κρουνοί, Βιζώνη (Kavarna, Kalliakra cap), Τόμοι / Τόμις (ConstantiaConstanzaCustendej)[11], Ίστρος / Ίστρια (650 π. Χ.), Οργάμη,
Αιγισσός, Αχίλλεια (
Killia), Γαλάζιον (Galatz),
Τύρας (Ασπρόκαστρον –
Akkerman, Cetatea-Alba)[12], Νικώνιον, Όλβια, Κερκίνη, Κερκινήτις, Θεοδοσία (Feodosia,
Καφα), Παντικάπαιον (
Kertsch), Νυμφαίον, Τάναϊς, Φαναγόρεια, Ερμώνασσα, Καλός Λιμήν. Δεν έλειψαν βέβαια ούτε οι δωρικές πόλεις των Μεγαρέων: Μεσημβρία[13]
(
Mesembar), Ναύλοχος (Objor), Κάλλατις (Mangalia)[14], Ηράκλεια, Χερσόνησος (Sevastopol), Θεοδώρα (Θόρυ).

Αργότερα ο Πόντος
κατακτήθηκε απ’ τους Πέρσες και ελευθερώθηκε απ’ τον Μέγα Αλέξανδρο. Εδώ βρέθηκε και ο Ξενοφών με τους μύριους (10.000 στρατιώτες) του, όταν μετά από την
ατυχή μάχη στα Κούναξα (401 π. Χ.),
πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Εκεί κάπου στα μέρη της Τραπεζούντας (Όρος Θήχης) ξεφώνησαν το γνωστό «θάλαττα, θάλαττα»
([4.7.21] «καὶ
ἀφικνοῦνται ἐπὶ τὸ ὄρος τῇ πέμπτῃ ἡμέρᾳ· ὄνομα δὲ τῷ ὄρει ἦν Θήχης. ἐπεὶ δὲ οἱ
πρῶτοι ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ ὄρους καὶ κατεῖδον τὴν θάλατταν, κραυγὴ πολλὴ ἐγένετο».
Εκεί δε μάλιστα έστησαν μνημείο για τις επερχόμενες γενιές, το οποίο ακόμη και
στις μέρες αποκαλούνταν από τους παππούδες μας ο «Αϊ Σωρέν», δηλαδή «Άγιος
Σωρός[15]»
ἐπεὶ δὲ ἀφίκοντο πάντες ἐπὶ τὸ ἄκρον, ἐνταῦθα
δὴ περιέβαλλον ἀλλήλους καὶ στρατηγοὺς καὶ λοχαγοὺς δακρύοντες. καὶ ἐξαπίνης ὅτου
δὴ παρεγγυήσαντος οἱ στρατιῶται φέρουσι λίθους καὶ ποιοῦσι κολωνὸν μέγαν»,  [4.7.25]).

Από τον Ξενοφώντα έχουμε
και τις πρώτες ιστορικές μαρτυρίες για τον πλούτο, την ευημερία και την
ελληνικότητα («πόλις Ελληνίς») των αποικιών αυτών. Εκεί ιδρύθηκε και το
ελληνιστικό βασίλειο του Πόντου από τ
ούς Μιθριδάτες Βασιλείς[16]
του Πόντου (Μιθριδάτης Κτίστης, 301
π. Χ.),
με σπουδαιότερο βασιλιά τον Μιθριδάτη τον Ευπάτορα. Το 65 π. Χ.
οι Ρωμαίοι κατέκτησαν το κράτος του Πόντου και το χώρισαν στα δυο.

Το 35 μ. Χ. ο Απόστολος Ανδρέας, αλλά και ο Απόστολος Πέτρος, περιόδευσαν στον
Πόντο και έτσι ιδρύθηκε στα μέρη εκείνα και η Εκκλησία του Χριστού. Ο Άγιος
Ανδρέας μάλιστα τοποθέτησε ως πρώτο επίσκοπο τον Φιλόλογο
[17], έναν από τους «εβδομήκοντα» μαθητές του Χριστού. Ο
δεσμός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με τον 
Εύξεινο Πόντο διατηρείται μέχρι και την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως
από τους Φράγκους Σταυροφόρους το 1204.

O Πόντος
ενσωματώνεται στο Ρωμαϊκό Κράτος με πρωτεύουσα την Νέα Ρώμη (
Nova Roma Constantinopolitanis) από τον Μέγα Κωνσταντίνο αρχικά ως επαρχία, ενώ
αργότερα ο Ιουστινιανός ορίζει την Τραπεζούντα ως πρωτεύουσα της Επαρχίας
Πόντου. Επί Θεοδοσίου του Μεγάλου ιδρύεται και η πασίγνωστος μόνη της Παναγίας Σουμελάς, στο Όρος Μελά, στα
νότια της Τραπεζούντας,
ενώ
η μονή του αγίου Ιωάννη Βαζελώνος,
Βαζελά ή Ζαβουλώνος
είναι αρχαιότερη (270 μ. Χ.) της μονής Παναγίας Σουμελά
(
386 μ. Χ.). Έκτοτε είναι προσκύνημα για χριστιανούς
και μουσουλμάνους. Ιδρύονται πολλά μοναστήρια, διεσπαρμένα σε όλη τη γη του
Πόντου, τοποθετημένα σαν μαργαριτάρια στο υψηλόκορφο στέμμα της ποντιακής γης.

Στο
άκουσμα και μόνο των ονομάτων τους η καρδιά κάθε ευλαβούς ανθρώπου, ιδίως δε
ποντίου, σκιρτά, σαλεύει, θρηνεί και ονειρεύεται:
Ραχία
μουν, παρχάρε μουν, η ψή μ’, αλλό τιδέν κ’ εχάρε, αμόν κουβάρ’ εχάθαμεν, σή
στράτας τά ποδάρε. Ραχία μουν, καστρία μουν, γιάμ’ πάρθεν η Ρωμανία; γιάμ’
πάρθεν η  Αια Σοφία μουν; γιάμ’ τή
Κερασούντας τά ταφία; Ραχία μουν’, πουλόπα μουν, ακεί σή Ρωμανίας τά μερέας,
ζεί η ξαμ απόθανεν, ο Κομνηνόν, ο Βασιλέας.

Ποιος δεν
άκουσε για τη μονή αρχαιότερη Μονή στον Πόντο, αυτήν του
αγίου Γεωργίου Περιστερώτα ή Περιστερά (752 μ. Χ.), για τη μονή της Παναγίας Γουμεράς[18]
(Τσίτα, Χαλδίας),  για τον άγιο Γεώργιο Χουτουρά[19]
(Αργυρούπολη, Χαλδίας), για τον άγιο Γεώργιο
Χαλιναρά
[20]
(Αργυρούπολη, Χαλδίας), για τη μονή του αγίου Γεωργίου Χεριάνας ή Δεβρεντζή[21],
για την γυναίκεια μονή Κοιμήσεως της
Θεοτόκου Χουτουρά
, για την Παναγία την Σταυροπηγιανή
[22] της Νικόπολης και για
τις τόσες άλλες μονές, αλλά και τις αναρίθμητες εκκλησιές;

Μετά την
προδομένη και χαμένη μάχη του Μάντζικερτ
(Malazgirt)
[23], στις 26.8. του 1071, στην Ανατολή και την επίσης
χαμένη μάχη ενάντια στους Νορμανδούς του Γυισκάρδου (Guiscard) το ίδιο έτος,
στο Μπάρι της Ιταλίας, οι Σελτζούκοι
ιδρύουν στο Ικόνιο το «Σουλτανάτο του
Ρουμ
» (των Ρωμιών δηλαδή, όχι των
Τούρκων). Η επέκταση των Σελτζούκων στην Ανατολία εδραιώνεται τελικά μετά
την μάχη στο Μυριοκέφαλο, το 1176,
μετά δηλαδή από περίπου 100 χρόνια.

Στα τέλη του
11ου αιώνα, οι αιμοσταγείς ορδές των Σταυροφόρων και των παπικών
Ταγμάτων («Ναίτες», του ναού δηλαδή,
«Οσπιταλίτες»
[24], του
νοσοκομείου δηλαδή), άρχισαν την υλοποίηση του σχεδίου τους για την κατάλυση
της Ρωμανίας. Οι σιδηρόφρακτοι «μαχητές του πάπα» έσφαζαν τους
πάντες χωρίς καμία διάκριση και με πρωτοφανή μανία. Εκατόμβες είναι τα θύματα
των ορθόδοξων ρωμιών (Ελλήνων, Σύριων, Παλαιστίνιων, Αράβων), αλλά και των
μωαμεθανών, εβραίων και αρμενίων.  Τους
έσφαζαν όλους χωρίς εξαίρεση μέσα σε ναούς, τεμένη και συναγωγές.

 

Στην
περίπτωση μιας σφαγής εβραίων αναφέρεται ότι η συναγωγή γέμισε με αίμα έως τα
γόνατα των αλόγων (Runciman, S., 2001,
Geschichte der Kreuzzüge). Ακόμη και
ο πολύς και «πεφωτισμένος ουμανιστής» Πετράρχης
(14ος αιώνας)  γράφει: «Οι
Τούρκοι είναι εχθροί. Αυτοί εδώ όμως, οι Γραικοί, είναι σχισματικοί και
χειρότεροι από τους εχθρούς, κι έτσι είναι προτιμότερο να κατέχουν τα  Ιεροσόλυμα οι Τούρκοι παρά να τα πάρουν οι
Γραικοί.. ανυπομονώ να δω αυτή την Αυτοκρατορία, αυτήν την πηγή των αιρέσεων,
να καταστρέφεται με τα ίδια μας τα χέρια
». Γνήσιο τέκνο και τούτος της
ευρώ-ουμανιστικής «Γραικό-υστερίας».

 

Όταν η
Πόλη πέφτει στα χέρια των Λατίνων το 1204 μ. Χ., τότε οι αδελφοί Αλέξιος Α’ και Δαυίδ Α’, οι εγγονοί του
Ανδρόνικου Α’ Κομνηνού, ιδρύουν την Αυτοκρατορία των ΚομνηνώνΠιστός Βασιλεύς και Αυτοκράτωρ πάσης
Ανατολής, Ιβήρων και Περατείας») της Τραπεζούντας
[25], με την βοήθεια της θειας τους, της αγίας Θάμαρ (η μνήμη της τιμάται στις 1.
Μαΐου), βασίλισσας της Γεωργίας. Στην Νίκαια της Βιθυνίας ιδρύθηκε ένα άλλο
διάδοχο κράτος υπό τον Θεόδωρο Λάσκαρη, ενώ στην Ήπειρο ιδρύθηκε από την
οικογένεια των Αγγέλων / Κομνηνών / Δουκών το Δεσποτάτο της Ηπείρου με έδρα την Άρτα.

Για την «καθ’
ημάς Ανατολή» όμως βρήκαν, μετά από μια περίοδο «ανταλλαγής αμοιβαίων κτυπημάτων», έναν ιδανικό σύμμαχο, κομμένο
και ραμμένο στα μέτρα τους, ιδίως από απόψεως ψύχο-πνευματικής ιδιοσυγκρασίας,
τους «Τούρκους».
Και οι δυο αυτοκρατορίες είχαν έναν κοινό εχθρό την «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία»,
την οποία οι «διαβασμένοι» και «δασκαλεμένοι»  της Δύσης, το 1562 ο Ιερώνυμος Βόλφ (
Hieronymus Wolf, δηλαδή
«Λύκος», στο έργο του “Corpus Historiae
Byzantinae”
) και το 1680 ο Δουκάγκιος (Du Cange, Historia Byzantina), την
«ευτέλισαν» σε «Βυζάντιο»
[26], δηλαδή ένα νεόκοπο όνομα χωρίς ιστορικό σώμα,
δηλαδή μια «ακάλυπτη επιταγή», ένα
πλαστό χαρτονόμισμα, γνήσιο προϊόν της διεστραμμένης φιλοσοφικής τους επίδοσης
του «Νομιναλισμού», αλλά και της
βιομηχανίας πλαστογράφησης της ιστορίας.

Μετά την άλωση της
Βασιλεύουσας το 1453 ήρθε και η σειρά της αυτοκρατορίας των Κομνηνών. Η
πολιορκία της Τραπεζούντας άρχισε στις 15.
Αυγούστου του 1461
και παραδόθηκε μετά από πολιορκία 28
ημερών, ενώ ο λαός της ήθελε να πολεμήσει μέχρι τέλους. Με τις δόλιες ενέργειες
του αποστάτη Γεωργίου Αμηρούτζη
[27], πείστηκε ο αυτοκράτορας Δαυίδ να παραδοθεί η
Τραπεζούντα στον Μωάμεθ τον Β’.  Επακόλουθο της
παραδόσεως  της Τραπεζούντας ήταν οι σφαγές, οι λεηλασίες και ο
βίαιος εξισλαμισμός.

Οι δε υποσχέσεις του Μωάμεθ Β’ απέναντι στον Δαυίδ δεν
τηρηθήκαν διόλου και έτσι ο τελευταίος αυτοκράτορας, ο Δαυίδ ο ΣΤ’, εσφάγη το 1463 (26 Μαρτίου ή 1 Νοεμβρίου) μαζί με
όλους τους επτά υιούς του και τον ανιψιό του, αφού προηγουμένως τους έγινε η
πρόταση να «τουρκέψουν» και να σώσουν έτσι την ζωή τους. Παρόλο βέβαια που ο
Μωάμεθ Β’ είχε αφαιμάξει τον Πόντο από το έμψυχο υλικό του, είτε εγκαθιστώντας
τους στο Φανάρι («Φαναριώτες»), είτε εξορίζοντας τους εδώ και εκεί σε όλη την
επικράτεια της οθωμανικής κυριαρχίας, ιδίως σε «αποψιλωμένα» νησιά του αιγαίου
πελάγους, ο Πόντος
[28] δεν αφελληνίστηκε.

Αυτό το επέτυχαν οι Χάζαρο-Γερμανό-Νέο-Τούρκοι
μόλις το 1922-23. Ακόμη όμως και μετά από αυτήν την ανεπανάληπτη επίθεση της
«Φραγκωσύνης» ενάντια στο απομεινάρι αυτό της «Ρωμιοσύνης», αντιλαλούν μέ
σα από
τα ερείπια ρωμιότροπες φωνές, όπως «Σο χαμαιλέτε χα πάγω χ’ αλέθω», «τα χτήνε τσαΐζνε»,
«ατέσσα
εν η κουτσή μ
», «ξύλα σκίζω για τον πέσκον[29]»
η «πως
ακούς, πως εν τ’ όνομα σ;
»[30].
Δικαιοσύνης
ένεκεν, πρέπει να πούμε, ότι και ο τουρκικός
λαός και οι απλοί ηγέτες του – έκτος από την κλίκα των «Γερμανό-Νεοτούρκων»
βέβαια – ήταν αντίθετοι με τις «εθνοκαθάρσεις»
και δεν είναι λίγοι εκείνοι οι «παλαιότουρκοι» πατριώτες, που αντιστάθηκαν και
σφαγιάστηκαν από τους ομοεθνείς τους «Νεότουρκους». Αυτό σαν μνημόσυνο στην
μνήμη αυτών των συνανθρώπων μας, καθώς ακόμη και σήμερα συναντάς ανθρώπους στην
Τουρκία, οι οποίοι με νόημα σου λένε «αιώνια κατάρα σε αυτούς που μας χώρισαν»,
δηλαδή τους Έλληνες από τους Τούρκους.

2.      Γεωανθρωπογραφικές μεταμορφώσεις

Επί χιλιετίες ὁ
Πόντος ήταν οικονομικό και εμπορικό κέντρο αλλά και κέντρο πολιτισμού. Σε αυτό
συνέβαλε και η ιδιαίτερη γεωφυσιολογία του, καθώς είναι η μοναδική «λίμνη» στον
κόσμο, οπού καταλήγουν τα ύδατα των μεγαλύτερων ποταμών της Ευρασίας. Είναι τα
νερά των τεσσάρων «Δαν»: Δανούβιος
(Ίστρος,
Danube, Donau,
Duna), Δάναστρις (Τύρας, Dnejstr), Δάναπρις (Βορυσθένης, Dnjepr) και Δάναϊς (Τάναϊς, Δον, Don).

Ο μεν Δανούβιος (Danube,
Donau, Duna)
ήταν η δυτική πύλη και η οδός προς την κεντρική Ευρώπη, ο βορειοδυτικά κείμενος
Δάναστρις (
Dnejstr)
οδηγούσε τους εμπόρους προς το εσωτερικό της Ευρώπης και την Βαλτική, ο κατά
βορρά κείμενος Δάναπρις (
Dnjepr)[31]
λειτουργούσε ως δίαυλος επικοινωνίας από την Πόλη προς το Κίεβο και τις βόρειες και σκανδιναβικές περιοχές («οδός
Βαράγγων Βίκινγκς ή Ελλήνων
»), ο δε Δάναϊς (
Don) στα
ανατολικά ήταν η πύλη προς την Ευρασία («δρόμος μεταξιού»), δηλαδή την
Περσία, Βακτρία, Κίνα και την Άπω Ανατολή.

Όλοι
οι άνω δρόμοι είχαν ως φυσική τους συνέχεια (προς νότο) η απαρχή τους (προς
βορρά) το επόμενο «Δαν», τα Δαρδανέλλια
(Δα + Δάνος = Γη του Δάνου, δηλαδή του
δυνατού), μέσω του οποίου ολοκληρώνονταν το εμπορικό σύμπλεγμα
δραστηριοτήτων από την Προποντίδα και τον Βόσπορο (βους + πόρος = πέρασμα βοδιού) έως τις εσχατιές της Αρμενίας,
Ταυρίδας, Εκβατάνων, Περσίας, Συρίας, Αιγύπτου και Κίνας[32].

Η
περιοχή του Πόντου πέρα από την παραθαλάσσια ζώνη της χαρακτηρίζεται  και από την μεσογειακή της ζώνη, η οποία
διασχίζεται οριζόντια και κυρίως κάθετα προς την θάλασσα από πολλούς ποταμούς
και ποταμίσκους. Μερικοί από αυτούς είναι ο Άλυς (Κιζίλ-Ιρμάκ),  ο Ίρις (Γεσίλ-Ιρμάκ), ο Λύκος (Κελκίτ), ο Θερμώδων (Τέρμε-τσάι, λόγω των θερμών υδάτων στις εκβολές του), ο Μελάνθιος (Μελέτ-Ιρμάκ), ο Κάνις[33] η Χαρσιώτης (Χαρσίτ) από την Χαλδία[34], ο Πυξίτης[35]
(Ντεγιρμέν-Ντερέ, Μυλοπόταμος ή Δαφνοπόταμος), ο Ασκάνιος (Ακ-Σου-Ντερε) στην περιοχή της Κερασούντας, ο Γημώρας, ο Ύσσος, ο Όφις, ο Ψυχρός ποταμός, ο Καλός ποταμός, ο Ρίζιος
και ο χρυσοφόρος Πρύτανις.

Τα
εμπορευόμενα και διακινούμενα αγαθά κάλυπταν συνήθως τις καθημερινές ανάγκες
για δημητριακά, άλογα, σκλάβους, μέταλλα, σίδηρο, χαλκό, αλάτι, λινάρι, μαλλί,
κερί, μέλι, αμφορείς, αλλά και είδη πολυτελείας, είδη ξυλείας, είδη κεραμικών
και άλλων πρώτων υλών, προπαντός όμως το πιο πολύτιμο μέταλλο, το χρυσάφι, προς
την μητροπολιτική Ελλάδα, κυρίως δε προς την Αθήνα. Όλα αυτά απαιτούσαν βέβαια
και μια σχετική υποδομή σε έμψυχο δυναμικό, αλλά και εμπορικές νομικές
διατάξεις και ρυθμίσεις. 

Από
επιγραφές στη πόλη Χερσόνησο φαίνεται ότι η επίβλεψη των «κανόνων της  αγοράς» ήταν
βασικό μέλημα της πόλης. Αυτό ήταν το έργο των «αγορανόμων»[36],
όπως μας λέει και η κάτω επιγραφή: 

[’Αγ]αθ­ι
τύχηι  [Θεαγέ]νης
 
Διογένους [’αγορα]νομήσας

κ των [Æδίων
τ]¬ν
Oψόπωλιν επατεύοντος
Διο[……..Φι]λαδέλφος
[37]

 

Δηλαδή, ότι «ο Θεαγένης,
ο υιός του Διογένη, <στο αξίωμα> αγορανόμος, οικοδόμησε εξ ιδίων[38]
αναλωμάτων μιαν Οψώπολιν (πιθανώς «εμπορικό κέντρο», αλλά ίσως και
«ιχθυοπωλείο»), όταν ιερέας ήταν ο Διο… υιός του Φιλαδέλφου
». Παρόμοιες
επιγραφές, ενδεικτικές του εν γένει πολισμού και των ποικίλλων διαστάσεων
του,  έχουμε σε όλη την περιοχή της
Μικράς Ασίας και του Πόντου. Καλύπτουν δε χρονικά όλες τις περιόδους, δηλαδή
από τα πρώιμα χρόνια της αποικίσεως (8ος αιώνας)  μέχρι την εποχή της Ρωμανίας (Βυζάντιο).

Από άλλες
επιγραφές «ακούμε» κυριολεκτικά τους νεκρούς να μας μιλούν μέσα από τα βάθη των
περασμένων αιώνων. Οι επιγραφές δεν αφορούν αποκλειστικά τον χώρο  του Πόντου, πλην όμως εχουν άμεση ή έμμεση
σχέση με αυτόν. Τα αναφερόμενα πρόσωπα αλλά και οι λοιπές αναφορές, είτε σε
τοπωνύμια, είτε σε επαγγέλματα και αξιώματα ανταποκρίνονται πλήρως στην
ιστορική αλήθεια.

Η αναφερόμενη
στις επιγραφές Δύναμις είναι η
βασίλισσα της Ταυρικής και κόρη του Φαρνάκη Β’, την οποία νυμφεύθηκε ο Άσανδρος
και αφού πέθανε αυτός το 18 π. Χ. σε μια μάχη, παρέμεινε η Δύναμις ως μόνη
βασίλισσα έως το 15 π. Χ.. Αργότερα την νυμφεύθηκαν πρώτα ο Σκριβώνιος και μετά
ο επίσης αναφερόμενος στις επιγραφές Ασπούργος, ο βασιλεύς του Βοσπόρου, από
τον οποίο η Δύναμις απέκτησε τον μετέπειτα Μιθριδάτη τον Ζ’. Εντύπωση προκαλεί
και η αναφορά στο όνομα «Ρωμανία» (
πλαξον {φλαξον} <ν> ωμαναν) ήδη από τον έκτο αιώνα μετά Χριστών.

Μερικά από τα
ακόλουθα χαρακτηριστικά παραδείγματα καταδεικνύουν μέσα από τον ρουν της
ιστορίας τις διαχρονικές μεταμορφωτικές επιδράσεις στον τότε γνωστό κόσμο, από
τον Νείλο μέχρι τον Ίστρο (Δούναβη), από το Carnuntum (Αυστρία) μέχρι τη
Βακτριανή  Bactria — Aï-Khanoum (Αφγανιστάν, Πακιστάν)
και την Σογδιανή (
SogdianaMaracanda, Samarkand, Afrasiab) .

Paphl. Amastris (Amasra): Tekkeo+nu+ JO+AI 28.1933, Beibl.60,6

«μηρος Κρομνες

 

Paphl. Sinope (Sinop) AJA 9.1905.295,2

«[στυνμου] Πασιχρου το Δημητρ[ου]. []ρακλε[δ]ης

 

Paphl. Sinope AJA 9.1905.308, 35

«[Δι]ογνη̣ [τν] [φι]λ̣σοφο[ν δμ][ος] Σκυρε[ων τν α][τν] ε̣ερ̣γ̣̣[την

 

Paphl. Sinope (Sinop),
5th-4th bc, KHPh
S par.
15.1884.46,6
AJA 9.1905.319,56 SEG 41.1141,1

«Χαρις θε̄ναος ΦαλερςΦαλερες

 

Pont. — Amisos

«Ελογος μισηνν σημειογρφος ζσας τεσιν κβʹ νθαδε κεμαι. χαρετε παροδεται.», «ονομα Θρπτος μο μι[σ] ητρ· τχνης πολλο μρτυρς σιν μς. χαρετε

 

Paphl. Sinope, 2nd ac,
RA 1916:1.354,10, Belleten 17.1953.158/171,12, IAG 69; SEG 13.540, 16.750

«Μ. Εοτιος Μαρκιανς οφος παρδοξος Σινωπες πκτης, νεικσας ερος εσελαστικος γνας· Ῥώμην Καπετλεια γʹ
κατ τ
ξς· Ναν πλιν βʹ· κτια βʹ πρτος κα μνος Σινωπων· Νμεια βʹ· σθμια βʹ· Πθια· Ὀλύμπια· Παναθήνεα πρῶτος Σινωπέων· Ἀντιόχειαν γʹ πρῶτος καὶ μόνος
τῶν ἀπὸ αἰῶνος ἀγενείων καὶ ἀνδρῶν ἡμέρᾳ μιᾷ· ἀνδρῶν Πύθια ἐν Ἀντιοχείᾳ· Νεικομήδειαν γʹ πρῶτος καὶ μόνος τῶν ἀπ’ αἰῶνος παίδων ἀγενείων ἀνδρῶν· Κοινὰ Ἀσίας Σμύρναν Πέργαμον Ἔφεσον· τὴν ἐξ Ἄργους ἀσ[πί]δα
βʹ· Κοινὰ Ἀσίας Σάρδις βʹ· Φιλαδέλφειαν βʹ· Τράλλεις βʹ· Ἱερὰν πόλιν βʹ· Λαδίκεαν βʹ· Θυάτειρα βʹ· Μιτυλήνην βʹ· Κοινὸν Πόντου βʹ· Κοινὸν Γαλατίας βʹ· Κοινὸν Μακεδονίας· Κοινὸν Βειθυνίας· Νείκεαν βʹ· Κοινὸν Καππαδοκίας· καὶ ἄλλ[ου]ς
ἡμιταλαντιαίους ριʹ. ρνʹ. ἐκ δόγματος βουλῆς.»

 

Paphl. Sinope, fd. Kotyora (Ordu) [Pnt.] KHPhS par. 15.1884.54 BE 1958.482

«Πυθοκλους στυνμου, Μνωνος το ριστως κερα(μως

 

Pont. Therma Phazimoniton

«Πρκλος Σινωπ[ες θεραπευθες τς] ενας εχαρι[στε τ σκληπι κα τας] Νμφαις κα Γορ[δαν(?) τ ρχιτρ] τ πντων φλ[ λγοντι πντοτε τιπρο]κπτιν πρπι“. [παντοα λλα πά]θη
δὲ καὶ τοὺς υ[ἱοὺς ὁ Γορδιανὸς(?) ἰάσατο] αὐτοῦ Σύμφορο[ν
καὶ {²e.g.}² Προκλιανόν]. Χρῆσστος <Σ>ινω[πεὺς ὁ Πρόκλου {²e.g.}² ἀδελφὸς] λιθουργὸς ἐποίει.»

 

Paphl. Sinope (Sinop) 4th-3rd bc Thrac. Pont. II
(1985) 85-88

«[]δ̣[ο]ξ̣ε̣ τω δ̣μωι· [ο στρατη]γο επον· πειδ Στ̣[υρος] ασεος Καλλατ̣[ιανς] πρθυμος σ̣τι π[ερ τν Σι]νοπων δμο̣[ν], δεδχθαι [τ]ω δμωι δ̣δ̣ο̣[σθαι
Σατύ]ρ̣ω̣ι̣ π̣ολ̣ι̣τ̣ε̣[ίαν —]»

 

Pont. Herakleia (Eregli)

«Μαρκιαν τ κ τς ν Πντ ρακλεας παιδεας κα ρετς νεκαν  δμος νθηκεν

Pont. — Trapezous (Trabzon) — 131 ac — JRS 64.1974.160,1 — AÉ 1975.784

«[Ατοκρτορι Κασαρι, θεο Τραϊανο Παρθικο υἱῷ, θεο Νρουα υων, Τραϊαν] δριαν Σεβαστ, δημαρχικς ξουσας [τ ιεʹ, πτ τ γʹ, π(ατρ) π(ατρδος), Τραπεζουντων πλις

 

Pont. Herakleia (Eregli) late 2nd ac

«γαθ̣ι̣ τχηι. βουλ κα δμος κα τ κοινντν ν Πντ πολων τεμασαν τν αθαρετον κα μεγαλψυχον ρχιερα το Πντου, Αρλιον λξανδρον Τειμοθέου.»

 

Arm.Min. Nikopolis
3rd ac

«Μουσων θερπων κα ητρ Θεκριτος / πρωθβης τε̣θ̣ν̣[ε]ς λγος μγα κεται τοκων, / ν δ γαα κε[υθ]ε π̣̣λαι ξενως [καὶ ἀνόλ]βως, / νν δέ γε τύμβος ἔχει πάτρῃ ἔνι Νεικοπόληι.»

 

Pont. — Trapezous (Trabzon) — 546/7 ac? — CIG 8636 —
BCH 116.1992.388,1

«ν
νματι
το δεσπτου
μν
ησο
Χριστο το
θεο μν·
Ατοκρτωρ
Κασαρ
Φλ(βιος) ουστινιανς
λαμανικς
Γοθικς
Φρανγικς
Γερμανικς
ντικς
λανικς
Οανδαλικς
φρικς
εσεβς
ετυχς
νδοξος νικητς
τροπεοχος
εισβαστος
Αγουστος
νενωσεν
φιλοτιμίᾳ τ
δημσια
κτσματα
τς
πλεως
σπουδ κα
πιμελίᾳ
Ορανου
το θεοφιλεστ(του) πισκπου·
νδ(ικτινος) <ιʹ> τους
υπγʹ»

 

Pont. Herakleia (Eregli) — 1206 ac

« πορφυρανθς Δα(υ)δ εθαλς κλδος πππου φυες νακτος ξ νδρονκου ξ ποβθρας κδομε
πργον νον κα
συνεγερει καταβληθεσαν χρ[ν] τν  Ποντοηράκλειαν ἐντέχνως ὅλην. ἔτ[ους] ͵ϛψιεʹ, ἰνδ(ικτιῶνος) ιʹ.»

 

Paphl. Sinope (Sinop) CIG 9261  {² In the
quadrants of a cross, ll. 1-2:}²

† «(ησο)ς
Χ(ριστ)ς ν(ι)κ(). νθδε
κεται
τ σο̑μα ναστασου
το κα
πισκπου
Χερσονησου

 

Arm. Koloneia
Byz. LBW 3.1814g

«τς πατρικς οσας ναρχε Λγε, φλλατεφυλττε ἀὴε το̑ σο̑ δολο ων βασ[ιλικ] στρ[τορ]ι [κα] δρωνγαρο {²⁶δρουγγαρίῳ}²⁶ Κωλονήας.»

 

Paphl. Sinope (Sinop) 1215 ac BNJ Suppl. 1.1922.53-54

«μην νωευρονοε(μ)βρίῳ αʹ, μρ υδμιβδμ πρθη
τ κστρον
Σινπη
παρ το
μεγλου
σουλτνου
ζατν
ΚαηκαοσηΚαϊκαοση(ς)}². κγ δολος
το μεγλου
σουλτνου
Πατρατνης
που Πκις
κτησα πργονπργον κ
κορτνακορτνα κ
ρχεθη
πριλου [ ] κ
πλιρθι
σεπτεβρο
ς τν
αʹ τους
͵ϛψκδʹ6724}², ν[δ(ικτινος) δʹ].»

 

N. Black Sea Pantikapaion (Kerch) 9 BC-7 AD

«πρ βασιλσσης Δυνμεως φιλορωμαου, τς κ βασιλως μεγλου Φαρνκου, το κ βασιλως Μιθραδτου Επτορος Διονσου φροδτ Ορανίᾳ πατούρου μεδεούσηι, Μύρων Μύρωνος καὶ γυνὴ Κυρίαινα.»

 

N. Black Sea Pantikapaion (Kerch) 10-ca. 39 AD IosPE II 36

«βασιλα μγαν σποργον φιλορμαιον, τν κ βασιλως σανδρχου, φιλοκασαρα κα φιλορμαιον, βασιλεοντα παντς Βοοσπρου, Θεοδοσης κα Σνδων καὶ Μαϊτῶν καὶ Ταρπείτων καὶ Τορετῶν, Ψησῶν τε καὶ Τανα[ε]ιτῶν, ὑποτάξαντα Σκύθας καὶ Ταύρους, Μενέστρατος β ὁ ἐπὶ τῆς νήσ{σ}ου {²⁶νήσου}²⁶ τὸν ἑαυτοῦ σωτῆρα καὶ εὐεργέτην.»

 

N. Black Sea Pantikapaion (Kerch) 81 AD IosPE II 52

«βασιλεοντος βασιλως Τιβερου ουλου ησκουπριδος φιλοκασαρος κα φιλορωμαου, εσεβος τους ζοτʹ, μηνς Περει[τ]ου ιβʹ, Χρήστη γυνὴ πρότερον Δρούσου ἀφείημι ἐπὶ τῆς π[ρο]σευχῆς θρεπτόν μου Ἡρακλᾶν ἐλεύθερον καθάπαξ κατὰ εὐχή[ν] μου ἀνεπίληπτον καὶ ἀπαρενόχλητον ἀπὸ παντὸς κληρονόμο[υ] [τ]ρέπεσ<θ>αι αὐτὸν ὅπου ἂν βούλ[ητ]αι ἀνεπικωλύτως καθὼς η[ὐ]ξάμην, χωρὶς ἰς τ[ὴ]ν προσευχὴν θωπείας τε καὶ προσκα[ρτε][ρ]ήσεω[ς], συνεπινευσάντων δὲ καὶ τῶν κληρ<ο>νόμων μου Ἡρακλείδου καὶ Ἑλικωνιάδος, συνε[πιτ]ροπευούσης δὲ καὶ τῆ[ς] συναγωγῆ[ς] τῶν Ἰουδαίων.»

 

N. Black Sea, Pantikapaion (Kerch), 1st c. BC IosPE II 299
«Φαρνκη Φαρνκου, χαρε. Φαρνκεω στλαν δρκευ, ξνε, τν βαρς δηςκλασεν, γρεσας δύσμορον ἡλικίην, τέχνῃ  παιδοτρίβαν, ἔτεσιν νέον, ἐγ δὲ Σινώπας πατρίδος ἐξ ἀρετ<ᾶ>ς πρὸς δύσιν οἰχόμενον· οὗ κάλπιν κρύ<π>τει γῆ Βοσπορὶς οὐδὲ λέληθεν γυμνάσιον κωφοῖς δάκρυσι μυρόμενον. αἱρετίσας δὲ πατὴρ στοργᾶι φύσιν ἐπροτέρησεν Χηματίων, τύμβωι σᾶμα λίθου θέμενος.»

 

N. Black Sea Pantikapaion (Kerch) mid. 1st c. BC-beg. 1st c. AD IosPE II 298

«Μηνδωρε πολλωνου,  χαρε. φρζε τεν πτρην, τεν ονομα κα μρον αδα, καὶ ποσέτης, λίπεις δ’ εἴ τι παρ’ ἁμερίοις; πατρὶς ἁλιστέφανός με γοναῖς ἔσπιρε {²⁶ἔσπειρε}²⁶ Σινώπη, οὔνομα δ’ οἰχομένου Μηνεόδωρος ἔφυ· πολλὰ δὲ δυσμενέων ἔναρα βροτόεντα
δαΐξας κεῖμαι δουριτυπὴς ἐν χθονὶ Βοσπορίδι· ἓξ δεκάδας λυκάβας κεκορώνικ<ε>, τέκνα δὲ λίπω καὶ τὴν ἐν λέκτροις στεργομένην γαμέτιν. εὐσεβέων ναίοις ἱερὸν δόμον· ἦσθα γὰρ ἀεὶ καὶ φθίμενος καὶ ζῶν πᾶσι ποθεινότατος.»

 

N. Black Sea Pantikapaion (Kerch) 1st c. AD

«A.1  λιδωρος λου τν λβʹ. B.1  τν πιστν ργοις πσι κα ἄμεμπτον φίλοις | πατρὶς μὲν ἐξέθρεψεν ἡ ποθουμένη | Ἀμαστρὶς Ἡλιόδωρον, ἀποθανόντα δὲ | Βοόσπορος ἔθαψεν ἀρτίχνουν νεανίαν  | ἔχω δὲ πατρίδας νῦν δύω τὴν μὲν πάλαι | ἐν ᾗ τέθραμμαι τὴν δὲ νῦν ἐν ᾗ μένω.  | στήλην δὲ ἀδελφοὶ τήνδε ἔθηκαν εὐσεβῶς | μνήμην ἔχοντες εἰς ἀδελφὸν ἄξιον.»

 

Scythia Minor Istros-Histria 3rd c. BC SEG 16.430

«κα ε[νοας τς ες τν] [δ]μον· [ναγράψαι δὲ τόδε τὸ] ψήφισμα [εἰς στήλην τοὺς] ἡγεμόνας κ̣[αὶ ἀναθεῖναι] ἐν τῶι Σαμο[θρᾳκίωι]· [τ]ὸ ἐσόμενον [ἀνάλωμα δο][ῦν]αι δὲ τοὺ[ς οἰκονόμους· πέμ][ψαι] δὲ αὐτ̣[ῶι καὶ ξένια τοὺς] [οἰκονόμους — — — — — — —]»

 

Scythia Minor Istros-Histria 4th c. BC SEG 2.450+

«Μι[λησων]. δοξε τι βουλι κα [τῶι δήμωι· γνώμη ἐ]π̣ιστατῶ[ν· ὁ δεῖνα] Ἀναξιθέμιος εἶπεν· ἐπε[ιδὴ Ἰστριανοί, φίλ]οι καὶ συγγ[ενεῖς ὄντες] τοῦ δήμου, διαφυλάσ[σοντες τὴν προυπ]άρχουσαν [αὐτοῖς πρὸς] τὴν πόλιν οἰκειότητα [καὶ φιλίαν, ἔν τε] τοῖς πρότερο[ν χρόνοις] διετέλουν̣ εὔ[νου]ς ὑ[πάρχοντες κοινῆι] τε τῶι δήμ[ωι τῶν Μιλη][σίων καὶ ἰδίαι»

 

Pannonia Sup. Carnuntum 3rd c. AD CIL 3.14359(10g)
WS 79 (1966) 603, 8

«Σμυρναος [νικ]σας τν
πεν
[ταθλαν(?)]πεν[τετηρδα(?)]⁷[ἐσ]τεφανώθη [— —]Φ․ΟΘ»

 

Pannonia
Inf.,
Aquincum
(Budapest), 2nd c. AD, Specimina 1 (1987) 128, 83,  SEG 39.1094, cf. SEG 48.1313 (p. 423);
51.1479

«σκληπι ντνιος εατρός.»

 

Pannonia Inf. Aquincum (Budapest) late 2nd/early 3rd c. AD SEG 48.1315 SEG 51.1480

«D(is) M(anibus) C(aio) Val(erio) Papirian[o] trib(uno) leg(ionis) II Ad(iutricis).
tabula ansata.2  urbe Palestina genitum [m]e  militiae res transtulit huc SPER
̣[ —] tamḍ[i]uq(ue)
tribunus insont[i] mu[lieri(?) s]olvi duo pignor[a cara amoris(?) an]tiqui sume
ac be[ne] vive [— —] C(aii)
Valeri(i) Turbo et L[— — —]us fil(ii)
eius eq(uites) R(omani). πατρὶς ἐμοὶ Συρίης δάπεδον, πόλεως Καπετωλιάδαο #⁵⁶ κεῖμε δ’ ἐν Πα[ί]οσι #⁵⁶ κενὸν ὄργανον ἀνθρώποισι #⁵⁶ λεγεῶνος ἀρχηγὸς γεγονὼς #⁵⁶ ᾧ τοὔνομα Παπειριανὸς ὑπάρχει υἱοὶ #⁵⁶ ἱππικοὶ #⁵⁶ βʹ #⁵⁶ πατρὶ ∙ χρηστῷ.»

 

Pannonia
Inf. — Sirmium (Sremska
Mitrovica) — 4th c. AD — Sirmium I (1971) 89, 107

«[— — — π]όλιν Θεσσαλονείκεν [— — —]ξας ἐμαυτῶν VI(?) {²⁷Ω(?) = Θεσσαλονεικέ|ω|ν(?)}²⁷ [— — —]θον ἀνελθὼν καὶ φα[— — — ἐν]θάδε κεῖμε εἰς τὸ [— — — —]σας μοχθοῦσε»

 

Pannonia
Inf.,  Sirmium
(Sremska Mitrovica), 579-582 AD, Eranos Vindobonensis (1893) 331-333, SEG
39.1096

«Κ(ύρι)ε. βοήτι {²⁶βοήθει}²⁶ τῆς πόλεος κὲ ῥύξον τὸν Ἄβαριν κὲ πύλαξον {²⁶φύλαξον}²⁶ ὴ<¹⁶ν>¹⁶ Ῥωμανίαν κὲ τὸν γράψαντα.  ἀμήν.»

 

Susiana,  Susa (Shush), Achemenid?, Cumont, Mëm. miss.
arch. Perse XX (1928) 79,1, SEG 7.27

«Νικοκλῆς Νικοκλέ[ο]ς [Σ]ινωπεύς.»

 

Πηγή: http://epigraphy.packhum.org

 

Εκτός των άνω
αδιασείστων επιγραμμάτων έχουμε και τις κλασσικές ποιητικές αναφορές σχετικά με
τον ευρύτερο χώρο του Πόντου, όπως π.χ. αυτή του Ιαμβογράφου Σιμωνίδη και του
Ευριπίδη.

 

«Σῶμα μὲν ἀλλοδαπὴ κεύθει κόνις, ἐν
δέ σε πόντῳ, Κλείσθενες, Εὐξείνῳ μοῖρ’ ἔκιχεν θανάτου πλαζόμενον· γλυκεροῦ δὲ
μελίφρονος οἴκαδε νόστου ἤμπλακες οὐδ’ ἵκευ Χῖον ἐπ’ ἀμφιρύτην.» (Σιμωνίδης)

 

«Ἠερίη
Γεράνεια, κακὸν λέπας, ὤφελεν Ἴστρον τῆλε καὶ ἐκ Σκυθέων μακρὸν ὁρᾶν Τάναϊν
μηδὲ πέλας ναίειν Σκειρωνικὸν οἶδμα θαλάσσης ἄγκεα νειφομένης ἀμφὶ Μεθουριάδος.
νῦν δ’ ὁ μὲν ἐν πόντῳ κρυερὸς νέκυς, οἱ δὲ βαρεῖαν ναυτιλίην κενεοὶ τῇδε βοῶσι
τάφοι.» (Σιμωνίδης)

 

«τὰν πολυόρνιθον ἐπ᾽ αἶαν,
λευκὰν ἀκτάν, Ἀχιλῆος δρόμους καλλισταδίους, ἄξεινον κατὰ πόντον;» (Ευριπιδης,
Ιφιγενεια εν Ταυροις, 435)

 

«Σῆμα Θεόγνιδός εἰμι Σινωπέος, ᾧ μ’
ἐπέθηκεν Γλαῦκος ἑταιρείης ἀντὶ πολυχρονίου.» 
(Σιμωνίδης)

 

Παρόμοιες γραπτές
αναφορές και εν πολλοίς με την ίδια «στάση ζωής» και με το γνωστό ποντιακό
γλωσσικό ιδίωμα, μάλιστα δε και εύκολα κατανοητό από όλους μας, έχουμε και από
την εποχή της Ρωμανίας (Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας), δηλαδή από το 1260,
επί της βασιλείας Μανουήλ Α’ (1241 – 1263).

 

«Εγώ Ιωάννης ο Καμάχης
επώλησα εσέν παπά Θεόδωρον τον Σαπούαν την τοποθεσίαν της Σατανένιξας συν το
κομάτιν..» (βλ. Uspenkij, Benesevic, Τα Acta της Μονής Βαζελώνος, Κυριακίδης,
Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 193, με χρονολογία 1260 μ. Χ.)

 

«Ημείς οι άνωθεν
σιγνογραφήσαντες επωλήσαμεν εσέν καλογρέαν την Γιαγούπεναν του Αγίου Θεοδώρου
το χωράφιν τοπικόν σιτάριν ψωμιαρών η’ … οίος δε οχλήσοι, οφείλει δώσειν άσπρα
ρ’.» (βλ. Uspenkij,
Benesevic,
Τα Acta
της Μονής Βαζελώνος, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 200 ε., με χρονολογία
1260 μ. Χ.)

 

3.      Πολιτισμικές
μεταμορφώσεις – από τον  άξενο στον
Εύξεινο

Ενώ μέχρι την εποχή του
Μεγάλου Αλεξάνδρου οι Έλληνες βρισκόταν στην παραλιακή περιοχή του
Πόντου,  στην ελληνιστική περίοδο άρχισε η εξάπλωση τους προς νότο
και συνάμα ο εξελληνισμός των γηγενών φυλών. Η διαδικασία του εξελληνισμού
προχωρεί όλο και βαθύτερα κατά το μεσοδιάστημα των Αλεξανδρινών χρόνων και της
Ρωμαϊκής κατακτήσεως, ιδίως δε στην περίοδο των εξελληνισμένων Μιθριδατών
βασιλέων του Πόντου. Η τάση αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο με την διάδοση
του Χριστιανισμού, εκ μέρους κυρίως των αποστόλων Ανδρέα[39] και Πέτρου[40], όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω.

Η ευρύτερη
περιοχή του Πόντου ήταν γενέτειρα πολλών αξιόλογων ανθρώπων. Από εδώ κατάγεται
ο κυνικός φιλόσοφος του 4ου π. Χ. αιώνα Διογένης ο Κύων ο Σινωπεύς,
αυτός που έψαχνε με το φαναράκι του να βρει άνθρωπο («άνθρωπον ζητώ») στο
καταμεσήμερο, στην πόλη της Αθήνας, ο γεωγράφος και ιστορικός Στράβων από την Αμάσεια, ο φιλόσοφος Βίων ο Βορυσθενίτης. Εκτός των άνω γνωστών
προσωπικοτήτων από τον Πόντο κατάγονται πολλοί άγνωστοι Έλληνες, όπως ο κωμικός ποιητής Διϊφιλος
ο Σινωπεύς (4ος αιών π. Χ.), ο ιστοριογράφος και ρήτωρ Βάττων ο Σινωπεύς (2ος αιών
π. Χ.), ο ποιητής Βάττων ο Σινωπεύς
(3ος αιών π. Χ.), ο ποιητής Διόδωρος
ο Σινωπεύς (4ος  π. Χ.), ο
κυνικός φιλόσοφος Ηγησίας ο Σινωπεύς
(3ος αιών π. Χ.), οι εξ Αμισού Διονυσιόδωρος
μαθηματικός (2ος π. Χ. αιών) και ο λόγιος και γραμματικός Τυραννίων ο Φιλαριστοτέλης  (1ος  π. Χ. αιών) και ο Ηρακλείδης ο Πολιτικός.

Ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι εξ
Ηρακλείας του Πόντου καταγόμενοι, όπως ο Κλέαρχος
ο Ποντικός (631-554 π. Χ.), Τύραννος και ιδρυτής της πρώτης βιβλιοθήκης στην
Ποντοηράκλεια, ο Απέλλας ο Ποντικός
(500-430 π. Χ.) από την Ποντοηράκλεια, ο περίφημος ζωγράφος Ζεύξις ο Ηρακλεώτης (5ος
αιών π. Χ.), ο Ηρόδωρος ο Μυθολόγος
ο Ποντοηρακλεώτης (430-360 π. Χ.), ο Βρύσων
ο Ηρακλεώτης ο Σοφιστικός (400-330 π. Χ.), ο μαθητής του Πλάτωνα και του
Αριστοτέλη ο φιλόσοφος Ηρακλείδης ο
Ποντικός (390-310 π. Χ.), ο μαθητής του Σωκράτη Χίων ο Ηρακλεώτης (387-352 π. Χ.).

Επίσης ο περιπατητικός Χαμαιλέων ο Ηρακλεώτης (360-280 π. Χ.),
ο Διονύσιος ο Μεταθεμένος από την
Ηράκλεια (330-250 π. Χ.), ο λόγιος Νυμφίος
ο Ηρακλεώτης (280 π. Χ.), ο γλύπτης Βάττων
ο Ηρακλεώτης (3ος αιώνας π. Χ.), ο ιστορικός Προμαθίδας ο Ηρακλεώτης (120 π. Χ.), ο
λόγιος Δομίτιος Καλλίστρατος ο
Ηρακλεώτης (120 π. Χ.), ο φιλόλογος και ποιητής Ηρακλείδης Ποντικός ο Νεώτερος
 (1ος αιών μ. Χ.), ο
χρονικογράφος Μέμνων ο Ηρακλεώτης (1ος
– 2ος αιών μ. Χ.), ο περίφημος γεωγράφος Μαρκιανός ο Ηρακλεώτης (5ος αιών μ. Χ.), ο συγγραφεύς
και λόγιος Φίλων ο Ηρακλεώτης και ο
επικός ποιητής Νικήρατος ο
Ηρακλεώτης συμπληρώνουν την χορεία.

Τα
πνευματικά αναστήματα τα οποία ανεφύησαν ή και διακόνησαν στη γη του Πόντου
είναι αναρίθμητα και ως αστέρες φωτεινοί και τηλαυγείς δείχνουν ως οδοδείκτες
την πορεία του γένους. Ποιος δεν ευλαβείται τους αγίους Ακύλα και Πρίσκιλλα[41] (13.02), την αγία Θεοδότη την εν Νικαία μαρτυρήσασα (17.09.), τον άγιο Ευγένιο (292 μ. Χ.) τον Τραπεζούντιο
και τους συναθλητές του Ουαλεριανό
(από την Εδίσκη), Κανίδιο (από την
Σωλόχενα) και Ακύλα από την Γόδαινα
της Χαλδίας (21.01.), τους από Ευχαΐτων και Αμάσειας ορμωμένους στρατιωτικούς
αγίους Θεοδώρους (08.02.), τις επτά
αγίες της Αμισού Αλεξανδρία, Κλαυδία, Ευφρασία, Ματρωνία, Ιουλιανή, Ευφημία και
Θεοδώρα, την αγία Γλαφύρα[42] την εν Αμασεία, τον άγιο Μάμμα (3ος αιών μ. Χ.) από τη Γάγγρα (Çankiri σήμερα) της Παφλαγονίας (02.09.), τον άγιο
ιερομάρτυρα Υπάτιο (4ος
αιών μ. Χ.) επίσης από την Γάγγρα της Παφλαγονίας, την αγία Χαριτίνη από την Αμισό, την εκ
Μερζιφούντος ορμώμενη αγία Βαρβάρα[43] (04.12.), την αγία
Κυριακή από τα Τρόχαλα και τον εν Γάγγρα αποβιώσαντα οικουμενικό πατριάρχη
(496-511 μ. Χ.) Μακεδόνιο Β’
(29.06.).

Ποιος δεν
είπε έστω και μια φορά στη ζωή του «Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία…»,
πλην όμως ο Μέγας Βασίλειος (1.1.),
όπως και ο πατέρας του, γεννήθηκε στην
Νεοκαισάρεια[44]
του Πόντου, το 329 μ. Χ.  Ο δε πατέρας
του ονομαζόταν επίσης Βασίλειος (με
την επωνυμία «παλαιός») και είναι
επίσης Άγιος της εκκλησίας μας. Η μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου η αγία Εμμέλεια ήταν Καπαδόκισσα, από την
Καισάρεια, το Kayseri
της σημερινής Τουρκίας και η μνήμη της εορτάζεται επίσης στις 01.01.

Η οικογένεια
έχει και δυο Μακρίνες, η μια είναι η γιαγιά του Μεγάλου Βασιλείου, η αγία Μακρίνα η «παλαιά» (17.11.) και η άλλη
η αδελφή του, η αγία «Μεγάλη» Μακρίνα
η «φιλόσοφος» (19.07.). Η οικογένεια έχει όμως και άλλους αγίους, τα αδέλφια
του Μ. Βασιλείου, τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης (10.01.), τον άγιο Ναυκράτιο και τον άγιο Πέτρο Σεβαστείας.

Από την
περιοχή της Νεοκαισαρείας[45]
καταγόταν ο Άγιος επίσκοπος Νεοκαισαρείας Γρηγόριος
ο Θαυματουργός (213-270) ο και «Μέγας» αποκαλούμενος (17.11.). Ο ορθόδοξος όμως λαός, ιδίως ο εκ Πόντου ορμώμενος,
αγαπά και τιμά τον Άγιο Ευάγριο τον
Ποντικό της «Φιλοκαλίας» από τα Ίβωρα[46], το σημερινό Çorum, (06.01.), τους παλαιούς
ιδρυτές της μονής Σουμελά άγιο Βαρνάβα
και άγιο Σωφρόνιο (18.08.), τον νέο
ιδρυτή τον Άγιο Χριστόφορο (18.08.).

Τιμά δε
τους εκ Σινώπης[47] αγίους  Φωκά[48] τον κηπουρό (22.09.) και Φωκά
τον ιερομάρτυρα (22.09.), τον όσιο Πέτρο
τον Ησυχαστή (25.11.), τον όσιο Νικώνα
τον «Μετανοείτε» (26.11), τον όσιο Φλώρο
(18.12), τον όσιο Παύλο Νεοκαισαρείας
(23.12.), τον άγιο Μαυρίκιο, τον γιο
του, τον άγιο Φωτεινό και τους
άλλους 70 μάρτυρες (27.12.) και τον άγιο Σωφρόνιο
επίσκοπο Αχταλείας Ιβηρίας (08.09.). οι εκ του Ριζαίου καταγόμενοι Μάρτυρες Ευστράτιος, Αυξέντιος και Ευγένιος, οι εκ Ζυγάνων επτά
αδελφοί[49], οι εκ
Νικοπόλεως 45 Μάρτυρες[50],

Από την
περιοχή των Κομάνων (Gömenek, Kiliçli) έλκουν την καταγωγή τους Άγιοι της
εκκλησίας μας, των πρώτων αιώνων, όπως ο μάρτυς Ερμείας (31.05.), επί Καίσαρος Αντωνίνου Πίου, ο Άγιος Αλέξανδρος επίσκοπος Κομάνων (270 μ.
Χ.), ο πρώην ανθρακοπώλης (καρβουνιάρης), εδώ μαρτύρησε και ο μάρτυς Βασιλίσκος (22.05.), ο ανιψιός του Θεοδώρου Τήρωνος, επί Μαξιμιανού αυτοκράτορες, με
καταγωγή όμως από την Αμάσεια.

Εδώ κοντά
στα Κόμανα τελείωσε τον επί γης βίο του ο πανευκλεής και χρυσορήμων
οικουμενικός διδάσκαλος, ο Άγιος Ιωάννης
ο Χρυσόστομος (354-407), αφού πρώτα ειδοποιήθηκε σε όραμα από τον άνω
αναφερθέντα άγιο Βασιλίσκο, ότι «αύριο θα
είμαστε μαζί». Θάφτηκε δίπλα στον τάφο του αγίου Βασιλίσκου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 407 μ. Χ., δηλαδή
την ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, η δε πανηγυρική μνήμη του τελείται
στις 13 Νοεμβρίου, λόγω της αυστηρής νηστείας της εορτής του Τιμίου Σταυρού.

Από την
Τραπεζούντα κατάγεται και ο ιδρυτής της Αθωνικής Πολιτείας και κτήτορας της
Μεγίστης Λαύρας, του Αγίου Όρους, ο πάλαι ποτέ καθηγητής διατελέσας, άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης[51] (05.07.), ο σύγχρονος του άγιος Δωρόθεος ο Νέος ο Τραπεζούντιος και τέλος ο επίσης Τραπεζούντιος Ιωάννης Ξιφιλίνος[52] (1010-1075)
και από την Χαλδία κατάγεται ο άγιος μεγαλομάρτυρας Θεόδωρος Γαβράς ο στρατηγός, ο και «λέων της
Άτρας» αποκαλούμενος (02/10/1098).

Η δε
πασίγνωστη Ιερά Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους είναι «ποντιακό» καθίδρυμα, καθότι ο
κτήτωρ της μονής είναι ο Αλέξιος Γ’ ο
Κομνηνός (1338-1390), ο αυτοκράτωρ της Τραπεζούντας. Αυτός εξέδωσε προς
τούτο το σχετικό χρυσόβουλλο (1374)[53] και διέθεσε μεγάλα ποσά για την ανέγερση της μονής,
κατόπιν παρακλήσεως του ηγουμένου της, του αγίου
Διονυσίου (25.6)[54], του εκ
Κορησού Καστοριάς καταγομένου.

Την
χορεία συμπληρώνουν οι νεομάρτυρες, όπως ο Τραπεζούντιος άγιος Ιωάννης ο παντοπώλης, ο προστάτης των
σημερινών Μολδαβών, καθότι μαρτύρησε στις 12.6.1330 στο Ασπρόκαστρο ή Άκκερμαν
(Τύρας) της Μολδαβίας, ο Άγιος Πέτρος
ο Τραπεζούντιος ιερέας, που ἐμαρτύρησε στην Τραπεζούντα, στις 01/08/1462, ο Δαβίδ Μεγαλοκομνηνός,
με τα επτά αγόρια του και ο ανιψιός του Αλέξιος
Ε’ μαρτύρησαν για την πίστη τους στις 01.11.1463 στις Σέρρες.

Η Αναστασία Μοναχή (Άννα η Κομνηνή)
ἐμαρτύρησε στην Μούζαινα Τραπεζούντας (12/02/1476), έπονται ο αποκεφαλισθείς άγιος Ιορδάνης ο Τραπεζούντιος (03.02.1652), ο άγιος Συμεών ο χρυσοχόος ο Τραπεζούντιος (14.08.1658), ο νεαρός δημογέροντας άγιος Παρασκευάς ο Τραπεζούντιος (01.03.1659) κα η ευγενής Κασσάνδρα Υψηλάντη Μουρούζη 
που ἐμαρτύρησε στην Τραπεζούντα (01/08/1677).

Από την Θεοδοσία (Καφά) Κριμαίας
κατάγονταν ο Ἅγιος Ἀχμέδ Κάλφας, που
ἀπαγχονίσθηκε στὸ Κεάτχανε Μπαξὲ τῆς Κωνσταντινουπόλεως στις 04/02/1682,
ακολουθεί η αγία Ελένη η
Σινωπαία (01.11.1721), της οποίας το λείψανο ευρίσκεται, μάλλον δυσπρόσιτο
για προσκύνημα, σε μια «γωνιά» του Ι. Ν. Αγίας Μαρίνας Τούμπας Θεσσαλονίκης, ο Ἅγιος Σάββας Νιγδελῆς ο και
Σαμολαδάς, που ἐσφαγιάσθη στὴν Τραπεζούντα (12/11/1726),
κατάγονταν από την ευρύτερη πατρίδα των πρόγονων μας, την Κερασούντα (Τσάγρακ),
ο δε Κωνστάντιος ο Ἅγιος ὁ Ἱερομάρτυς ο Λαζός,  εκ
της Λαζικής,  ἀπεκεφαλίσθη
στὴν Κωνσταντινούπολη στις 03/02/1743.

Ο επίσης κηπουρός, ὁ Ἅγιος Χρῆστος, εκ
Χερσώνος της Περατίας, ἀπεκεφαλίσθη στὴν
Κωνσταντινούπολη (12/02/1748), ο άγιος Ηλίας ο Τραπεζούντιος μαρτύρησε στις 27.02.1749 στην γενέτειρα του,
ο άγιος Ζωρζής ὁ Νεομάρτυς
εκ Τιφλίδας ὑπέστη μαρτυρικό θάνατο στην Μυτιλήνη (02/01/1770). Ο
επίσης Λαζός ο άγιος  Δημήτριος ο
Νεομάρτυρας, ἐκ Διοσκουριάδος (Σοχούμ), ἀπεκεφαλίσθη
στὴν Κωνσταντινούπολη στις 06.02.1784
και τέλος ο άγιος Νικήτας ὁ Νέος Ἱερομάρτυρας εκ Τραπεζοῦντος τοῦ
Πόντου, ἀπαγχονίσθηκε την Κυριακή του Πάσχα (04/04/1808) στὴν τοποθεσία Τζεριὰχ – Παζάρ στὶς Σέρρες της Μακεδονίας.

Εξάλλου και πολλοί ιεράρχες από τον Πόντο έλαβαν μέρος
σε οικουμενικές συνόδους και διακρίθηκαν για την ορθοτομία και την ορθοπραξία
τους, ως «ταύτα ημείς φρονούμεν και
δοξάζομεν ορθώς». Έτσι στην Α΄
Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 325, ο Πόντος αντιπροσωπεύεται από τον επίσκοπο Τραπεζούντος Δόμνο και άλλους πέντε
επισκόπους, τους  Αμασείας, Κομάνων, Ζήλων, Νεοκαισαρείας και Πυτιούντος. Το 680 επί Κωνσταντίνου
Δ΄ του Πωγωνάτου, σε Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως αναφέρεται ότι
προεδρεύει ο επίσκοπος Τραπεζούντος Θεόδωρος.

Ο Τραπεζούντιος Χριστόφορος
προεδρεύει στην Ζ΄ Οικουμενική  Σύνοδο
το 787 εναντίον των εικονομάχων.
Ο Τραπεζούντος Νήφων προεδρεύει το 1351 σε Σύνοδο, που καταδικάζει τους
οπαδούς του Βαρλαάμ. Ο Θεοδόσιος με
τον τίτλο Υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Λαζικήςπροεδρεύει στη
Σύνοδο του 1370. Ο Ιλαρίων προεδρεύει στη Σύνοδο της
Κωνσταντινουπόλεως το 1394 και τέλος
ο «λατινίζων» Ακρόθεος προεδρεύει
στις Συνόδους Φερράρας και Φλωρεντίας
1438 – 1439.

Άξιοι
ιεράρχες ανεφάνησαν ήδη από πολύ νωρίς, όπως ο επίσκοπος Αμάστριδος Πάλμας (γύρω στο 170)[55], o άγιος Βασιλέας[56] επίσκοπος Αμασείας, ο 
Άγιος Βασίλειος επίσκοπος Τραπεζούντας
(20/10),αλλά και αργότερα, όπως ο επίσκοπος Βόνιτσας
Ακαρνανίας άγιος Γεώργιος Αμάστριδος (25.10.), ο άγιος Ιωάννης
ο Μαυρόπους επίσκοπος Ευχαΐτων (11ος αιών), που τιμάται στις
5.10., ο εκ Λέσβου εθνομάρτυρας Ευθύμιος
Αγριτέλλης ο από Ζήλων[57] (7.9.), ο θρυλικός Χρύσανθος Τραπεζούντας[58], ο εκ Λέσβου καταγόμενος μέγας αγωνιστής του
Μακεδονικού Αγώνα Μητροπολίτης Καστοριάς (1900), Αμασείας (1908), Ιωαννίνων (1923),
Έξαρχος Κεντρώας Ευρώπης (Αυστηρό-Ουγγαρίας, 1924), Γερμανός Καραβαγγέλης[59], ο επίσκοπος Αριστείας Ιερόθεος, ο οποίος τελικά διασώθηκε μετά από φοβερές ταλαιπωρίες,
στις περιοχές του Πόντου,  ο
απαγχονισθείς Πρωτοσύγκελος του Μητροπολίτου Αμασείας, Πλάτων Αϊβαζόγλου[60].

Πολλοί
Λευίτες έδωσαν την μαρτυρία του Χριστού με την ζωή του, όπως ο ιερεύς π. Παντελεήμων Παπαδόπουλος, από το
Αλατσάμ, που κατακρεουργήθηκε στο Δεμερτζή-κιοι,
στις 8/21.6.1921, ο αρχιερατικός επίτροπος π.
Βασίλειος, από την Πάφρα, που απεβίωσε στην εξορία, κοντά στην Σεβάστεια,
το 1921, ο εκ Κερασούντος, στις 9.9.1906, υπό βουλγάρων κομιτατζήδων και
ρουμανιζόντων κουτσόβλαχων, κατακρεουργηθείς εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Κορυτσάς (1902) Φώτιος
Καλπίδης (1858-1906), ο Ἅγιος Νικόλαος Επίσκοπος, Τραπεζούντιος, ο οποίος μαρτύρησε στα βουνά του
Πόντου στις 14/2/1920.

Ο δε από
Κοτυώρων ορμώμενος Πολύκαρπος Ψωμιάδης (1864-1939)
αφού εκλέχτηκε πρώτα Μητροπολίτης Κολωνίας
με έδρα την Νικόπολη το 1899 και το 1911 μετατέθηκε στην Μητρόπολη Νεοκαισαρείας, με έδρα τα πατρώα
Κοτύωρα, εξελέγη το έτος 1922 Μητροπολίτης  Ξάνθης, όπου και απεβίωσε το έτος 1939.
Στην Πράσαρη («Χισάρ-κίοϊ») και
κοντά στην Μικρή Γάραλη, μια περιοχή
της ιδιαίτερης πατρίδας του παππού μου εκ πατρός, της Κερασούντας, ήταν
κτισμένο πάνω σε απότομο βράχο το μοναστήρι της Παναγίας της Πράσαρης.

 

Με ενέργειες
του μητροπολίτη Χαλδίας Γερβασίου
Σουμελίδη (1864-1905), του ηγουμένου Ιακώβου
Τσαούση, ιδίως όμως του μητροπολίτη Λαυρεντίου
Παπαδοπούλου (1860-1928) ανεγέρθηκε το ονομαστό εκπαιδευτικό ίδρυμα «Ιεροδιδασκαλείον Πρασάρεως»
(1910-1014), με πρώτο διευθυντή της Σχολής τον Γερβάσιο Σουμελίδη, τον μετέπειτα μητροπολίτη Κολωνίας και
Γρεβενών. Δεύτερος και τελευταίος διευθυντής ήταν, ο γνωστός πρόεδρος της «Επιτροπής Ποντιακών Μελετών»
(1949-1962), διευθυντής του Ιστορικού
Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών (1914-1953) και διευθυντής του «Αρχείου Πόντου» από το 1928 μέχρι του
θανάτου το 1962, ο Άνθιμος Παπαδόπουλος.

 

Ο
Τραπεζούντιος Σεβαστός Κυμινήτης ιδρύει
το 1682 το «Φροντιστήριον Τραπεζούντος»,
το οποίο επαναλειτουργεί, μετά από διακοπή και με πρωτοβουλία  του Σάββα
Τριανταφυλλίδη, το 1817. Στον άγιο Γεώργιο Περιστερώτα, ο μοναχός Νικόδημος ιδρύει την ομώνυμη Σχολή Νικοδήμου, η οποία λειτούργησε
για περίπου 30 χρόνια.

 

Τα μεγάλα
αναστήματα από την γη του Πόντου δεν λείπουν ποτέ, ούτε στους υστεροβυζαντινούς
και ούτε στους νεώτερους χρόνους. Οι Λεκαπηνοί
και οι Κομνηνοί κατάγονταν από τον
Πόντο, καθώς και ο μαθητής του Πλήθωνος
Γεμιστού (1431-1436), ὁ πρώην Μητροπολίτης
Νικαίας (1437) και μετέπειτα Καρδινάλιος
(1439) Βησσαρίων (1403 – 1472) και
παρ’ ολίγον Πάπας Ρώμης (1456, 1472), ο ιδρυτής της περίφημης βιβλιοθήκης του
αγίου Μάρκου, της μετέπειτα Μαρκιανής Βιβλιοθήκης[61]
της Βενετίας.

Πολλοί έξαλλου
«Φαναριώτες» έλκουν την καταγωγή τους από κάποιο μέρος του Πόντου, όπως η
οικογένεια των Υψηλάντηδων, των
κυβερνητών των Παραδουνάβιων Επαρχιών της Μολδοβλαχίας, από την Υψηλή (στο δήμο Σαράχο, λίμνη Ουζουνγκιόλ) του Πόντου, οι Μουρούζηδες,
αλλά
και οι Καρατζάδες,
και οι Γαβράδες.

Στην
Τραπεζούντα ιδιαιτέρως ζούσαν ισχυρές οικογένειες με διαχρονική επιρροή, είτε
κατά την Ρωμαίικη Περίοδο (Βυζάντιο, Κομνηνοί), είτε υπό τις υπηρεσίες του
οθωμανικού κράτους, όπως οι Κρηνίτες,
οι Καβαζίτες, οι Μειζομάτες, οι Τζανηχίτες, οι Καμαχηνοί,
οι Σαμψών, οι Δομνηνοί, οι Δορανίτες,
οι Φωκάδες, οι Αμοιρούτζοι, οι Ρίζο-Νερουλοί,
οι Ρίζοι-Ραγκαβήδες, οι Σχολάριοι, οι Τσιμισκήδες, οι Ξιφιλίνοι,
οι Χαλκοκονδύλες.

Στο
πρόσφατο δε παρελθόν αρκετοί ήσαν οι έξοχοι πολιτικοί με καταγωγή από τον
Πόντο, όπως ο θρυλικός ισόβιος δήμαρχος της Κερασούντος, ο Γεώργιος Κωνσταντινίδης πασάς, 
ο Ιωάννης Πασαλίδης (1885-1968),
ο εκ Πουλαντζάκης (Πολεμώνιο, Πωλεμωνιάς, Bolaman) Λεωνίδας Ιασωνίδης (1884-1959) και ο Νικόλαος Λεοντίδης.

Στην χορεία
των άνω πρέπει να προσθέσουμε και όλους αυτούς που κυριολεκτικά μαρτύρησαν για
την πίστη, το γένος και το έθνος τους, όπως ο Καπετανίδης,[62] ο
Κερασούντιος Παναγιώτης Ερμείδης, ο
επίσης Κερασούντιος και αγρίως βασανισθείς, θείος της πατρομητρός (γιαγιάς εκ
πατρός) μας, Χάτζικας Τάραλης
(1880), από το χωριό Σύλλη ή Σίλλη[63] ο οποίος κρυφά και μυστικά έσωσε χιλιάδες ζωές[64], αλλά και τόσους άλλους «ων ουκ εστίν αριθμός». Ιδιαίτερη μνεία δε πρέπει να γίνει και για
το ανταρτικό στον Πόντο, όπου πολλά και άγνωστα ακόμα στοιχεία, για την δράση
και τα δεινά των ενόπλων πατριωτών ποντίων, περιμένουν για να έρθουν στο φως[65].

4.     
Υστεροποντιακές
μεταμορφώσεις – Παιδεία και υλικός πολιτισμός

Σε όλη τη μακρόχρονη διάρκεια της ζωής
του, 1100 π. Χ. –1922 μ. Χ., ο «καθ’
ημάς» νότιος Εύξεινος Πόντος υπήρξε πάντα ένα από τα σπουδαιότερα τμήματα
του ελληνικού έθνους. Σε όλη αυτή μεγάλη χρονική περίοδο της αρχαιότητας, της
ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά και της τουρκοκρατίας (1461–1922), ο Πόντος δεν
έπαυσε να διατηρεί την εθνική του συνείδηση, το εθνικό του φρόνημα, την πίστη
στις προγονικές του παραδόσεις και στα βιώματα του.

Στη τρισχιλιόχρονη αυτή περίοδο οι
Έλληνες του Πόντου διατήρησαν την ορθόδοξη χριστιανική πίστη και κράτησαν την
ελληνική γλώσσα τους, στη μορφή της ποντιακής διαλέκτου, με στοιχεία της
αρχαίας ελληνικής ιωνικής προφοράς. Ίδρυσαν, κάτω από αντίξοες συνθήκες,
σχολεία για τα παιδιά τους και τα έμαθαν ελληνικά γράμματα. Οι Έλληνες του Πόντου
διακρίθηκαν σε όλα τα επαγγέλματα και απέκτησαν μόρφωση και παιδεία.

Έγιναν δάσκαλοι, καθηγητές,
τραπεζίτες, γιατροί και επιστήμονες επί παντός επιστητού. Έχτισαν δεκάδες
μονές, άπειρες εκκλησιές και εκατοντάδες ιερά καθιδρύματα. Εφεύραν αναρίθμητους
τρόπους κοινωνικής, οικογενειακής αρωγής, όπως τα «κεσούκια»[66],
το «κούλισμαν»[67],
αλλά και πιο οργανωμένες μορφές κοινοτικής δράσης, είτε μέσω των συντεχνιών
τους, είτε μέσω άλλων πρόσφορων συστημάτων, όπως π. χ. ήταν η «πολιτική
κάσσα» της Τραπεζούντας.

Επίσης γνωστή ήταν και η συνήθεια της
αρωγής προς κάθε λεχώνα, ιδίως όταν δεν είχε κάποιον να την βοηθήσει. Το
σχετικό έθιμο, «τα παραμόνια» ήταν εκδήλωση ενδιαφέροντος με προσφορά
προσωπικής εργασίας προς την οικογένεια με το νεογέννητο παιδί, αλλά και την
προσφορά φαγητών από όλο το χωρίο ή την κοινότητα.

Ένα άλλο έθιμο ήταν «τα  πονεμένα», όπου μαγειρεύονταν
εδέσματα, ιδίως «λαβάσια», και
προσφέρονταν σε περιπτώσεις οικογενειών με πένθος, καθότι η πενθούσα οικογένεια
δεν μαγείρευε για ημέρες.

Άλλο έθιμο ήταν «ο ψαλμόν», δηλαδή η
παρασκευή φαγητών επ’ ευκαιρία θρησκευτικών εορτών και τελετών, όπως στα
πανηγύρια και στα τεσσαρακονθήμερα ή ετήσια μνημόσυνα. Η παρασκευή των φαγητών
γίνονταν από προσφορές τα λεγόμενα «γουρπάνια»,
(«γουρπάν’ ς να ίνεται, αμό τη μάνας ης
το γάλαν», έλεγε χαρακτηριστικά η γιαγιά μας, όταν ήθελε να μου χαρίσει
κάτι) των πιστών ή προσκυνητών.

Όταν δε ζυμώνονταν φρέσκο ψωμί στο
κοινό φούρνο της ενορίας, τότε μοιράζονταν σε όλα τα σπίτια της ενορίας και το
«χουλέν»,
δηλαδή μεγάλο κομμάτι ζεστού («χουλέν»)
ψωμιού.   (βλ. Φωστηρόπουλος, Αγ., «Λαογραφικά, Α’ έθιμα αλληλεγγύης», Ποντιακή
Εστία, τόμος Α, σελίδα 222-223, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη, 2010).

Η οικονομική ανάκαμψη του Ποντιακού Ελληνισμού συνδυάστηκε και με
δημογραφική άνοδο. Έτσι το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 άτομα, το 1880 σε 330.000 άτομα οι οποίοι κατοικούσαν
κυρίως στα αστικά κέντρα. Στις αρχές του 20ου αιώνα ο ποντιακός
ελληνισμός ζούσε στις ίδιες περιοχές, όπως και παλαιόθεν: Σινώπη, Αμάσεια, Τραπεζούντα,
Σαμψούντα, Λαζική, Αργυρούπολη, Σεβάστεια, Τοκάτη, και Νικόπολη. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς
του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Οθωμανικών αρχών αριθμούσε τότε περί τα 600.000 άτομα.

                               Πίνακας   1: 

      Ελληνική

 Παιδεία 1922

 

 

Επαρχία

Έλληνες

Εκκλησίαι

Σχολεία

Μαθηταί

Τραπεζούντος

94.000

265

130

12.500

Χαλδίας – Κερασούντος

128.000

280

227

14.200

Ροδοπόλεως

57.000

80

79

4.500

Νεοκαισαρείας

98.000

425

290

19.290

Αμασείας – Σαμψούντας

183.000

440

396

30.000

Κολωνίας – Νικοπόλεως

68.000

155

140

5.200

Σινώπης

22.000

155

139

5.200

Εν όλω

650.000

1.800

1.401

90.890

 

Παράλληλα στη νότια Ρωσία, στην περιοχή του Καυκάσου, την ίδια εποχή
υπήρχαν περίπου 150.000 Πόντιοι, που
είχαν μετοικίσει εκεί, μετά την άλωση της Τραπεζούντας το 1461. Μετά την λήξη
του Α’ παγκοσμίου πολέμου και τη διεθνή τάση για αυτοδιάθεση των λαών,
εξέχοντες Πόντιοι (Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης) συνέλαβαν την ιδέα δημιουργίας
μιας Ανεξάρτητης
Δημοκρατίας του Πόντο.

Με υπομνήματα και παραστάσεις προς τους εκπροσώπους των Μεγάλων
Δυνάμεων, σχεδίαζαν τον χάρτη της Δημοκρατίας
του Πόντου, που όμως δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ο Πόντος,
δηλαδή εκείνο το παραλιακό τμήμα στα Β.Α. Μικράς Ασίας, από την περιοχή της
Σινώπης ως το ανατολικό άκρο του Ευξείνου Πόντου στο Βατούμ, είχε το 1918 μια έκταση 71.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων (περίπου το μέγεθος της σημερινής
Αυστρίας) και 2.048.250 κατοίκους,
από τους οποίους οι 697.000 ήταν
Έλληνες Ορθόδοξοι. Τα στοιχεία για την Ελληνική Παιδεία στον Πόντο του 1922
καταγράφει, ως φαίνεται από τον άνω πίνακα 1, ο Σαμουηλίδης  (Ιστορία, 2002, σ. 225).

Ανάμεσα στα σχολεία  διακρίνονταν τα ήδη αναφερθέντα ιδρύματα,
όπως το «Φροντιστήριον Τραπεζούντος»,
το «Φροντιστήριον Αργυρουπόλεως», το
«Ιεροδιδασκαλείον Πρασάρεως», το «Λύκειον Γουμεράς», η «Αστική Σχολή» Χεριάνας, Χαλδίας, η «Αστική Σχολή Αρρένων Κερασούντος», το «Νηπιαγωγείον και Παρθεναγωγείον Θηλέων Κερασούντος», το «Ημιγυμνάσιον
Αρρένων Κερασούντας», το Γυμνάσιο
Αμισού. Η καλλιέργεια βέβαια του θρησκευτικού φρονήματος και της παιδείας
συνάμα γινόταν ιδιαιτέρως στα μοναστήρια της Παναγίας Σουμελά, Παναγίας
Γουμερά, Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα[68], Αγίου Ιωάννου του Βαζελώνος αλλά και
αλλού.

5.     
Εθνοκαθαρτικές
παραμορφώσεις («Endlösung”) της Ρωμανίας

Γενικά η καταπίεση των Τούρκων ήταν
απάνθρωπη από τις πρώτες κιόλας ημέρες της επικράτησης τους.  Δεν ήταν «άγγελοι»
στην αρχή, που μετά το μετάνιωσαν και έγιναν διάβολοι στο τέλος της παρακμής,
του ανόσιου μουσουλμανικού πρώτου και τελευταίου Ράιχ τους.  Ήσαν ευθύς εξ αρχής αυτό που όλος ο κόσμος
γνωρίζει, βάρβαροι και απολίτιστοι. 

Σε αυτό συνέτεινε και ο
νομικό-κοινωνικοπολιτικός πολιτιστικός τους οδηγός, το «άγιο» βιβλίο τους, το
Κοράνι, το όποιο είτε έλεγε κάτι με σαφήνεια, είτε όχι, ήταν πάντα με το μέρος
τους. Μάλιστα δε κάθε «πιστός» μπορούσε να κάνει οτιδήποτε, εις βάρος των
Χριστιανών εννοείται, εφόσον δεν το απαγόρευε το Κοράνι[69].

Κατά μια δε μαρτυρία του Hammer-Purgstall υπήρχε μια
παλιά διάταξη του Κορανίου βάσει της οποίας επιτρεπόταν σε κάθε Τούρκο η
διαρπαγή οιασδήποτε Ελληνίδας. Ο ίδιος επίσης αναφέρει  ότι αυτή η διάταξη των Ελληνοτουρκικών
«γάμων» καταργήθηκε οριστικά, χωρίς όμως να αναφέρει κάποια πηγή[70].

Είναι χαρακτηριστικό και ιστορικά
τεκμηριωμένο, πως όλοι οι υποδεέστεροι πολιτισμοί προσπάθησαν και προσπαθούν
ακόμη να επιβάλλουν το «δικό» τους, «δια πυρός και σιδήρου», είτε αυτό αφορά τη
γλώσσα, τη θρησκεία και τον πολιτισμό εν γένει.

Είναι ταυτόχρονα και η Λυδία λίθος
για κάθε προσεκτικό και καλοπροαίρετο μελετητή να γνωρίσει έτσι και να
διακρίνει τα συστατικά κάθε (υπό)πολιτισμού. Αν δηλαδή είναι κίβδηλος ή
γνήσιος, ψεύτικος ή αληθινός, εικονικός ή πραγματικός, αρμονικός ή ισοπεδωτικός
(«ισότητα»), ποιοτικός ή ποσοτικός,
τελεολογικός (σκοπός και λειτουργία) ή χρηστικός (το μέσο ως σκοπός), υλιστικός
ή πνευματικός, χθόνιος ή ουράνιος.

Ανώτεροι πολιτισμοί δεν επιβάλλονται
με την βία, αλλά γίνονται ελεύθερα αποδεκτοί! Ανώτεροι πολιτισμοί έχουν
μάρτυρες στο ενεργητικό τους, έχουν θύματα, ενώ κατώτεροι υπό-πολιτισμοί έχουν
θύτες, τρομοκράτες, τσέτες, τάγματα και πορείες θανάτου, γενοκτονίες και
ολοκαυτώματα και πάσης φύσεως εκβιασμούς στο παθητικό τους.

Είναι βασικά καρκινικές νεοπλασίες
στο σώμα της οικουμένης, απροσάρμοστες και απόβλητες, όπως άλλωστε και οι
νεοπλασίες στο υγιές σώμα. Ουσιαστικά είναι δαιμονικά αντί-πρότυπα και
αντί-παραδείγματα, καθότι το βασικότερο πράγμα που μας έδωσε ο Θεός είναι η
ελευθερία μας, η δική μας και του άλλου.

Στα μαύρα
λοιπόν χρόνια της μεσαιωνικής Οθωμανικής περιόδου, οι γενοκτονίες δεν αφορούσαν
μόνο τους «κατά σάρκα» βασανισμούς και 
βιολογικούς θανάτους, αλλά πολύ περισσότερο τους «κατά πνεύμα»
αποδεκατισμούς, τους πολιτιστικούς και «πνευματικούς» θανάτους μέσω των βίαιων
εξισλαμισμών.

Έτσι δεν
έγιναν μια ή δυο ή όσες θέλετε γενοκτονίες, αλλά είχαμε μια διαχρονική
γενοκτονία «εν ροή». Έτσι εξηγείται πως από τα περίπου εικοσιπέντε εκατομμύρια
χριστιανών του δεκάτου πέμπτου περίπου αιώνα απέμειναν μόλις τρία στις αρχές
του εικοστού αιώνα. Οι άλλοι τι απέγιναν; «Τούρκεψαν», από την καλοπέραση!

Σε ότι δε
αφορά στα είδη των βασανιστηρίων και μαρτυρίων οι Οθωμανοί ήσαν άκρως
«εφευρετικοί». Ένα από τα φρικωδέστερα βασανιστήρια τους ήταν ο διοβελισμός, το
γνωστό «παλούκωμα». Ανώνυμος Γάλλος περιηγητής μας περιγράφει το παλούκωμα,
όπως ο ίδιος το είδε το 1739:

 

«Ξαπλώνουν το
μελλοθάνατο καταγής μπρούμυτα κι ο δήμιος ανοίγει το κάτω μέρος του σώματος μ’
ένα ξουράφι. Ύστερα μπήγουν στην πληγή ένα μυτερό παλούκι μακρύ οχτώ πόδια και
αρκετά χοντρό χτυπώντας την άκρη με ξύλινο κό­πανο. Όταν η μυτερή άκρη βγει από
το δεξιό ώμο του θύματος δένουν τα χέρια στο παλούκι και το καρφώνουν όρθιο στο
χώμα[71]»

 

Το ευρετήριο
των τιμωριών περιλαμβάνει επίσης τον απαγχονισμό, τον αποκεφαλισμό, τον πνιγμό,
την πυρά, το πύρο-σουβλισμό (δηλαδή ανασκολοπισμός και ψήσιμο) και πολλά άλλα
είδη -«ων ουκ εστίν αριθμός» –
εξόντωσης. Έτσι η Ρωμιοσύνη βρέθηκε ανάμεσα στον ανατολίτη βάρβαρο Οθωμανό
πιλαφό-σαρκολάτρη κατακτητή και τον δυτικό φραγκολατίνο συνεταίρο του. Έτσι οι
μισέλληνες και μισόχριστοι «συνεταίροι» επωμίσθηκαν εργολαβικά – ήδη από τότε –
την εθνικό-ιστορική εξαφάνιση (Μνήμη / «Μνημόνιο») των ρωμιών αφενός, αλλά και
την ελληνό-ρωμαίικη αυτοσυνειδησία μας, την παράδοση και την ορθόδοξη Πίστη
μας, αφετέρου!

 

Τα δε
προφητικά λόγια του μοναχού Ιωσήφ Βρυεννίου[72]
βγήκαν πέρα για πέρα αληθινά. «Ταύτης της Πόλεως <Κωνσταντινουπόλεως>  ιστάμενης συνίσταται πως
αυτή και η πίστις ακράδαντος. Εδαφισθείσης δε, ή αλούσης, άπερ Χριστέ μου μη
γένοιτο! Ποία έσται ψυχή κατά την πίστιν ακλόνητος;» (Ιωσήφ Μοναχού του
Βρυεννίου, Τα ευρεθέντα, Τόμος Β’, Λειψία Σαξονίας, Βρείτκοπφ (Breitkopf) ‚αψξη’ (1768).

 

Αν και κάποιοι
ισχυρίζονται, ότι δεν υπήρχε κάποια «επίσημη
προπαγάνδα ή πίεση», εκ μέρους του οθωμανικού κράτους, να εκβιάσει την
αλλαγή της θρησκευτικής συνείδησης του ραγιά, ωστόσο αποδέχονται, ότι η
απαλλαγή από την «πίεση της
εκμεταλλευτικής μηχανής του οθωμανικού τιμαριωτισμού» προσφέρονταν με την «αλλαγή της πίστης του». Οι εξωμόσεις
ήταν τόσο αθρόες και πρόχειρες, ώστε εξανάγκασαν τον ίδιο τον σουλτάνο Μεχμέτ
τον Β’ να στείλει το 1474 «ιριδέ για την
αυστηρή τήρηση των νομίμων, αλλιώς απειλούσε με θάνατο τους παραβάτες»
(Ζιάγκος, Ν. , σ. 17). 

 

Γιὰ δε τοὺς
ἀπροσκύνητους δὲν
ὑπῆρχε
κανένα ἔλεος, ἐφόσον
ἔπεφταν στὰ
νύχια τῶν Ὀθωμανῶν. Μὲ
ἀφορμὴ
ὁτιδήποτε μπορεῖ
νὰ φαντασθεῖ
κανεὶς καὶ
ἐλλείψει σχετικοῦ
«ἐπισήμου» νόμου, δηλαδὴ σουλτανικοῦ
φιρμανιοῦ ἢ
διατάγματος, ποὺ νὰ
ἐπιτάσσει ἐπίσημα
τὸν φόνο χριστιανῶν,
ποὺ ἀρνοῦνταν νὰ
«τουρκέψουν», σύρονταν ὅλοι τους στὸν Ἱεροδικαστὴ (Κατὴ)
καὶ «ἄνευ ὁρισμένης διαδικασίας ἐδικάζοντο καὶ κετεδικάζοντο», ἀρκοῦσε
δὲ μάλιστα ὁποιαδήποτε
«ψευδὴς
κατηγορία πρὸ τοῦ Ἱεροδικαστοῦ»[73].
Οἱ συνήθεις κατηγορίες ἢ ἀφορμὲς ἦταν
οἱ ἑξῆς:

 

·        
Σὲ
περιπτώσεις προσωπικῶν
διαφορῶν κατηγοροῦσε συνήθως ὁ τοῦρκος τὸν
χριστιανό, ὅτι «ἔβρισε τὸν Μωχαμέτη» καὶ αὐτὸ σήμαινε αὐτόματα
τὴν καταδίκη του χριστιανοῦ σὲ θάνατο!

·        
Ἐὰν
κάποιος ἀφελῶς ἢ
σκοπίμως δεχόταν τὴν ἐπίθεση σαρικιοῦ στὸ κεφάλι του, τότε ἔπρεπε νὰ γίνει
μουσουλμάνος, ἀλλοιῶς τὸν
περίμεναν βασανιστήρια καὶ
θάνατος!

·        
Ἐὰν πάλι ἐν ἀφελεία ἔλεγε ὁ χριστιανὸς στὰ τουρκικὰ «Δόξα
σοὶ ὁ Θεὸς» ἢ «ἀνέγνω ὡς μάθημα τὴν μουσουλμανικὴν ὁμολογίαν πίστεως ἢ ἐν παραφορᾶ εἶπεν ὅτι θὰ γίνη τοῦρκος ἢ ἐφόρεσε τούρκικα ἐνδύματα ἢ ὑποδήματα» τότε τὸν περίμενε ὁ ἐξισλαμισμὸς ἢ ὁ θάνατος!

·        
Κάθε δὲ σχέσις
μὲ μουσουλμανίδα (ἢ μουσουλμάνο) συνεπαγόταν
οὕτως ἢ ἄλλως τὴν ἐπιλογὴ ἢ θάνατο ἢ ἄρνηση!

Σὲ ὅλες τὶς ἄνω περιπτώσεις καὶ χωρὶς καμιὰ ἀπολύτως ἐξαίρεση,
εἴτε γιὰ λαϊκούς, εἴτε γιὰ κληρικοὺς (μοναχούς, ἱερεῖς[74] καὶ ἱερωμένους ὅλων τῶν βαθμίδων, ἤτοι ἀπὸ
διακόνων μέχρι καὶ πατριαρχῶν) ἴσχυε ὁ ἀπαράβατος κανών, ὅτι κάθε καταδικασμένος σὲ θάνατο ἀρνησίτουρκος χριστιανός, μπορούσε νὰ ἀποφύγει  τὴν θανατική καταδίκη, γιὰ ὁποιαδήποτε (ψευδῆ ὡς συνήθως) κατηγορία, ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο, μὲ
προσχώρησή του στὴν μουσουλμανική πίστη! Συνήθως δὲ ἡ ἄρνηση
τοῦ Χριστοῦ συνοδευόταν καὶ μὲ πολλὰ «εὐεργετήματα» σὲ χρῆμα, θέσεις (ἐξουσία),
γυναῖκες (χαρέμια) καὶ μὲ ἄλλα τὰ τοῦ κόσμου «τερπνά». 

Έτσι ο εξισλαμισμός ή εκτουρκισμός ήταν για πολλούς
μια διέξοδος, που όμως οδηγούσε στις περισσότερες περιπτώσεις – και σχεδόν
νομοτελειακά – όχι μόνο στην άρνηση της ορθόδοξης πίστης, αλλά και της απωλείας της «ρωμαϊκής» αυτοσυνειδησίας[75]. Μαζί με
αυτήν έρχονταν επίσης νομοτελειακά και η τουρκοφωνία ή αλβανοφωνία, κατά της
οποίας τόσο πολύ εκοπίασε ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο όντως «Πατέρας
της Ελληνικής Επανάστασης του 1821», ο οποίος κατά τον Χρυσόστομο
Παπαδόπουλο «ανέκοψε τον εξισλαμισμό της
Ηπείρου»[76]. Αλλά τα
βάσανα και οι αριθμοί δεν εκείνα πάντα, που μετρούν για την ψυχή, αλλά είναι
και το ήθος, η παλληκαριά και ο πόθος για την ελεύθερη ζωή.

Πλην όμως
οι εναπομείναντες πιστοί χριστιανοί δεν έπαψαν να είναι «ἀκίδες, κάρφος και ἀκινάκης» στα μάτια ή στην καρδιά των αποκαλούμενων γερμανοφερμένων
«Νεοτούρκων».  Απo το 1916 ως
το 1923, οι «Ντοντμέδες» Νεότουρκοι του Κεμάλ Μουσταφά[77], του
ηγέτη της «νέας» Τουρκίας, δολοφόνησαν ομαδικά περισσότερους από 350.000
έλληνες κατοίκους του Πόντου και ανάγκασαν τους ολιγοστούς επιζήσαντες να
αφήσουν τα σπίτια τους και να καταφύγουν στην Ελλάδα.

Το σχέδιο
του ξεριζωμού και της γενοκτονίας ήταν επιμελώς προσχεδιασμένο από τους
«ειδήμονες»  των γενοκτονιών, τους
Χαζαρό-Γερμανούς. Στην αρχή έγινε οικονομικός πόλεμος, τι σύμπτωση, το ίδιο
έγινε αργότερα και με τους «βιβλικούς» («Σεφαρδίμ») εβραίους της Γερμανίας,
στην αρχή τουλάχιστον. Κάθε τι ελληνικό (εβραϊκό αργότερα) απαγορεύτηκε και τα
ελληνικά καράβια δεν είχαν δικαίωμα να αράζουν σε τούρκικα λιμάνια.

Οι τοπικές
εφημερίδες, παρακινούσαν (το ίδιο γίνεται
και σήμερα) τους τούρκους σε επιθέσεις και διωγμούς. Πολλοί έλληνες χωρικοί
βρίσκονταν σκοτωμένοι στο δρόμο ή στα χωράφια. Οργανωμένες συμμορίες,
λεηλατούσαν σπίτια, περιουσίες και χωριά ολόκληρα. Οι εμπνευστές της
γενοκτονίας, ο αρρωστημένος και δολοφονικός Μεχμέτ Ταλαάτ (ο «Χίμλερ»
της Τουρκίας), όπως και οι άλλοι της  «γερμανότραφης» παρέας, ο νοσηρώς
υπεφιλόδοξος Ενβέρ πασάς (ο αυτοαποκαλούμενος Ναπολέων) και ο
κουρδικής καταγωγής στρατό-τρομοκράτης Τζεμάλ,
καλούσαν με τηλεγραφήματα τους πολιτικούς και στρατιωτικούς διοικητές των νομών
να μη δείχνουν κανένα έλεος[78].

Αυτή ήταν η τριανδρία που έδρασε για
τον αφανισμό των Ποντίων, μαζί βέβαια με τον αιμοσταγή Τοπάλ Οσμάν και πάντα υπό τον απόλυτο έλεγχο του Κεμάλ
και την συστηματική «επιστημονική» καθοδήγηση εξόντωσης, του γερμανού
στρατηγού Λίμαν Φον Σάντερς (Liman von Sanders), αρχηγού της
γερμανικής στρατιωτικής αποστολής και σύμβουλου της κυβέρνησης των Νεότουρκων
και στρατηγού του τουρκικού ιππικού.

Το οικουμενικό πατριαρχείο, σε ένδειξη πένθους, έκλεισε μεν στις 15 Μαΐου 1914 εκκλησίες και σχολεία,
καταγγέλλοντας τους διωγμούς στους δυνατούς της εποχής, χωρίς ωστόσο
αποτελέσματα, καθώς λίγο μετά ξέσπασε ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος.

Μάλιστα στις 20 Ιουλίου του 1914,
κληθήκαν με γενική επιστράτευση όλες οι εθνικότητες της οθωμανικής
αυτοκρατορίας να συνδράμουν στη «μητέρα πατρίδα». Ήταν η πρώτη φορά που
επιστρατεύτηκαν και οι χριστιανοί υπήκοοι της αυτοκρατορίας. Πολλοί πόντιοι
απέφυγαν τη στράτευση[79] ζώντας
για πολύ καιρό σε σπηλιές, δάση, υπόγεια και πάσης φύσεως κρυψώνες. Την ημέρα
κρυβόταν και την νύχτα με πολλές προφυλάξεις πήγαιναν στα σπίτια τους και τους
δικούς τους.

Πολλοί χριστιανοί στάλθηκαν στα «τάγματα
εργασίας», τα «αμελέ ταμπουρού»,
όμοια με το γνωστό χιτλερικό σλόγκαν «Arbeit macht Frei», για να σπάζουν
πέτρες και να ανοίγουν δρόμους. Εννοείται ότι οι συνθήκες ζωής και δουλειάς
ήταν τουλάχιστον απάνθρωπες. Ήταν
αποστολές χωρίς επιστροφή. Ήταν εθνοκάθαρση «τευτονικών προδιαγραφών»,
με προοπτική βελτίωσης, μετά από περίπου δυο δεκαετίες στο Άουσβιτς, Νταχάου και Μάουτχαουζεν.

Η αλήθεια είναι ότι λίγοι ήταν εκείνοι οι τούρκοι που αποδοκίμασαν αυτό
το «καθαρτήριο
πυρ» των συμπατριωτών τους Ποντίων και Αρμενίων. Αρκετοί όμως Τούρκοι
πλήρωσαν με την ζωή τους, την συμπαράσταση τους προς τους χριστιανούς[80] και
κάποιοι μάλιστα έφυγαν μαζί με τους Έλληνες, όταν στις 19 Μαΐου του 1919 έφτασε
στην Αμισό, ο μισέλληνας Θεσσαλονικιός «ντοντμές» Κεμάλ.

Έτσι οι διωγμοί πήραν και το «χρίσμα» της επίσημης πολιτικής, έγιναν «ιερό καθήκον» κάθε γνησίου Τούρκου «να ξεριζώσει τα φίδια», τους Έλληνες
δηλαδή, από τον «κόρφο της μητέρας
Τουρκίας»[81].
Ο Κεμάλ λοιπόν με τις κατά τόπους συμμορίες του και τις μυστικές οργανώσεις,
ιδίως όμως με την σύμπραξη του “τέρατος της
κολάσεως” τον Τοπάλ-Οσμάν[82], έθεσε
σε ενέργεια τον μηχανισμό εξόντωσης όλων των μη Τούρκων και όσων αντιστέκονταν
στα σχέδια τους.

Ότι και να πει κανείς για το τι τράβηξαν οι πρόγονοι μας από αυτά τα
ανθρωπόμορφα θηρία είναι λίγο. Τους αξίζει και με το παραπάνω ο χαρακτηρισμός «γκρίζοι
λύκοι», αλλά θα τους ταίριαζε η έκφραση «γκρίζοι δαίμονες». Με τη συνθήκη της «ανταλλαγής» πληθυσμών μεταξύ
Ελλάδας και Τουρκίας, φεύγουν οι «ανταλλάξιμοι» (λες και ήταν σταφίδες
και σύκα) για την Ελλάδα και μαζί τους και οι τελευταίοι Πόντιοι. Παρέμειναν
μόνο αυτοί, που είτε τυπικά, είτε ουσιαστικά εκτουρκίστηκαν, με τη βία
εννοείται[83].
Κι αυτό ήταν το τέλος.

Έτσι η 19η Μαΐου 1919, καθιερώθηκε ως ημέρα μνήμης της
γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού. Ήταν εκείνη η ημέρα που ο Κεμάλ από την
Σαμψούντα, ξεκινούσε την δεύτερη και τελευταία φάση της «τελικής λύσης» («Endlösung”) και του «…επιτέλους τους ξεριζώσαμε…». Στην
Τουρκία είναι εθνική γιορτή, χαράς και γέλιου, στην Ελλάδα όμως είναι και θα
έπρεπε να είναι για όλους[84]
ημέρα πένθους και μνήμης. Αλλά, όποιος γελάει τελευταίος, γελάει καλλίτερα!!!

Εμείς οι
Πόντιοι γνωρίσαμε σαν λαός «πολλών ανθρώπων ράτσες» και
«πολιτισμούς». Είδαμε Σταυροφορίες, Ιερούς πολέμους, γνωρίσαμε τον Ναζισμό, τον Φασισμό, τον Σταλινισμό,
τους Κομιτατζήδες και τον όμοιο τους
τον Κεμαλισμό. Είμαστε όμως και λαός
που μας γνώρισαν και πολλοί άλλοι λαοί.

Φαίνεται ότι
έχουμε μαρτυρικό, «προσφυγικό» ΔΝΑ. Όπου πήγαν λοιπόν οι Έλληνες συμπόνεσαν και δεν πόνεσαν, δημιούργησαν και
δεν κατέστρεψαν, έκτισαν και δεν γκρέμισαν. Αυτό είναι προνόμιο άλλων
λαών, όχι των «Σελλών», των
φωτοδοτών,  δηλαδή των Ελλήνων (Σι – Λα
στα Κινέζικα σημαίνει Ελλάς).

Μας είναι
άγνωστη η τυφλή βία, ο ρατσισμός, η διάκριση, η εκδίκηση και κάθε «υλιστική»
πολιτιστική διάσταση, που αποβλέπει μόνο στο χρώμα των τριχών, στην απόχρωση
του δέρματος και την μορφή των
οστών. Δεν είμαστε λαός που τυφλώνει ή ξηλώνει, που βγάζει «μάτια
και δόντια», αλλά που κτίζει Παρθενώνες
και Άγιες Σοφίες. Ποτέ δεν ζήσαμε
μόνοι μας και ποτέ μόνο για τον εαυτό μας. Είχαμε ιστορικά καταγεγραμμένες
σχέσεις με Χάλυβες, Μοσυνοίκους, Πέρσες,
Λαζούς, Αρμενίους, Κούρδους, Εβραίους, Καυκασίους (Ίβηρες και άλλους) και Τούρκους.

Σήμερα πάλι
ζούμε με άλλους λαούς στην Αμερική,
στην Ρωσία, στην Αυστραλία, στην Γερμανία και σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου. Δώσαμε και
δίνουμε, ότι κάλο είχαμε (έχουμε) και πήραμε (παίρνουμε), ότι καλό βρήκαμε
(βρίσκουμε) ή μας έδωσαν (δίνουν). Αυτή η σχέση «ανεβάζει» την εμπειρία του ζειν,
την μεταθέτει σε όλο και υψηλότερα επίπεδα βιωματικής ικανοποίησης και
πολιτισμού.

Κάποιοι λαοί
βέβαια αναγνωρίζουν αυτήν την συμβολή, την εκτιμούν και την κάνουν σκαλοπάτι
για να ανέβουν και οι ίδιοι υψηλότερα, κάποιοι άλλοι όμως την βιώνουν σαν βρόγχο,
σαν απειλή, ως μειονέκτημα, ως αντικειμενική ανάγκη και ιερό καθήκον «εθνοκάθαρσης».

Πουθενά στον
κόσμο δεν υπάρχουν τόσα άθλια ερείπια ενός τόσο ένδοξου παρελθόντος, όπως στον
μαρτυρικό Πόντο. Πουθενά αλλού η ανοχή της πολιτισμένης Ευρώπης (Δύσης), αλλά και της Σοβιετικής
Ανατολής, με την έμπρακτη υποστήριξη, σε αφθονότατο χρήμα και πάσης φύσεως
βοήθεια, δεν ήταν τόσο επαίσχυντη. Η σιγή τους ήταν άκρως εκκωφαντική[85].
Ότι απέμεινε από την Ρωμανία, ότι
δεν πρόλαβε να το τελειώσει η Φραγκωσύνη,
με τις Σταυροφορίες της, το ανέθεσε στους «Νέο-Τούρκους»
του Κεμάλ.

Όμως ο
Ελληνορθόδοξος πολιτισμός μας είναι πνευματικής υποστάσεως, είναι ιδέα, είναι
σκέψη, είναι δάκρυ και συμπόνια, είναι αγάπη και αρχαϊκό μειδίαμα, είναι
πιότερο ουρανός και λιγότερο γη. Τα θεμέλια του πολιτισμού μας είναι οι
πανανθρώπινες ιδέες και τα διαχρονικά ιδανικά, δεν είναι τα εφήμερα, τα
ωφελιμιστικά, τα χρησιμοθηρικά υποκατάστατα δυτικής επινοητικής προέλευσης.

Είναι ένας
αιώνιος πολιτισμός, διότι οι πανανθρώπινες ιδέες, ποτέ δεν φιμώνονται, ποτέ δεν
πεθαίνουν, δεν εξορίζονται και δεν εξοντώνονται. Η σύζευξη με την καταστροφή
και με τον θάνατο είναι προνόμιο των υλιστικών, ρατσιστικών, απάνθρωπων,  αποστεωμένων και σκοτισμένων βιοθεωριών
δυτικής προέλευσης!

Ο Μέγας
Αλέξανδρος είπε κάποτε, ότι ο καλός Πέρσης είναι Έλληνας και ο
κακός Έλληνας είναι Πέρσης. Έτσι το ιδεώδες του διαχρονικού Ελληνικού Πολιτισμού το βιώνουν όλοι
εκείνοι που είναι «καλοί κ’ αγαθοί» και όχι εκείνοι που το φοράνε σαν γραβάτα.

Τέτοιοι ήταν
και οι δυο μεγάλοι αμερικανοί διπλωμάτες, ο George Horton και ο Henry
Morgenthau, αλλά και άλλοι συνάνθρωποι μας, όπως ο αυστριακός πρόξενος της
Τραπεζούντας Moricz
και ο Γερμανός συνάδελφος του Kuckhoff,
που εναγωνίως και συνεχώς ενημέρωναν και παρακαλούσαν τα υπουργεία τους να
λάβουν μέτρα εναντίον των τερατόμορφων Κεμαλικών δολοφόνων[86].

Για τον George Horton και τον Henry Morgenthau ήταν ύβρις ενάντια
στην ανθρωπότητα, το να ανέχεται η Αμερικανική Δημοκρατία, τα Κεμαλικά Γκουλάκ, τα Κεμαλικά Άουσβιτς και την κόλαση του Δεβισλὶκ (Δικαιόσημον ή Καρυαί) στα 
νότια της Τραπεζούντας.

Τι να πρωτοπεί
ή να πρωτογράψει κανείς για τις μαρτυρίες του υπέροχου Αμερικανού διπλωμάτη George Horton για την άλλη μεγάλη τραγωδία
της Σμύρνης. Το βιβλίο του «Η Μάστιγα της Ασίας» (“The Blight
of Asia”)
είναι κυριολεκτικά «κόκκινη» βίβλος, κόλαφος για τους «πολιτισμένους» Φράγκους
και τους ημέτερους «ΔΝΤ-Φραγκοβολεμένους».
Παραθέτω μόνο μερικά δείγματα από όσα έγραψε:

·        
«Ή πτώση του Βενιζέλου, του μεγάλου αυτού υπέρμαχου της Ελλάδας στην
Ευρώπη και Αμερική και η επαναφορά του ανυπόληπτου βασιλιά, είναι η αρχή του
τέλους” <της Ρωμανίας>.

·        
«Πληροφορούμαι από αξιόπιστες πηγές ότι μέχρι την τελευταία στιγμή ο
ελληνικός στρατός θα μπορούσε να ορθοποδήσει και να σώσει την κατάσταση, αλλά
ακόμη και οι αξιωματικού που ήθελαν να μείνουν στις θέσεις τους να πολεμήσουν
και εξέφρασαν την επιθυμία τους να το κάνουν, διατάχθηκαν να παραιτηθούν”
<βλέπε τα «οίκαδε» των τότε βασιλοφρόνων και Κουμουνιστών>.

·        
 «Μια κοινή διαταγή από τους
διοικητές των πολεμικών πλοίων, μιας αβλαβής βολή πάνω από το τουρκικό τμήμα
της πόλης, θα σταματούσε το ολοκαύτωμα” <τόσο απλό θα ήταν>.

·        
«Μια από τις οξύτερες εντυπώσεις που αποκόμισα
από τη Σμύρνη ήταν το αίσθημα της βαθιάς ντροπής, γιατί ανήκα στο ανθρώπινο
γένος”.

·        
«Στην
καταστροφή της Καρχηδόνας δεν υπήρχε στόλος χριστιανικών πολεμικών πλοίων να
παρακολουθούν μια κατάσταση για την οποία οι κυβερνήσεις τους ήταν
υπεύθυνες”.

·        
«Το πετρέλαιο δεν θα
καίγεται καλά όταν αναμιχθεί με πολύ αίμα, και όταν μυρίζει έντονα από τον
καπνό εκκλησιών και Αγίων Γραφών που καίγονται. Όσον αφορά τον εαυτό μου, μια
σκέψη θα με παρηγορεί κατά το υπόλοιπο της ζωής μου, και μετά, ελπίζω: όποια
μειονεκτήματα και αν είχα, τα χέρια μου δεν βάφτηκαν με χριστιανικό αίμα και
ποτέ δεν πρόδωσα τον Χριστό μου για τριάκοντα αργύρια”.

Κοιτώντας όμως πίσω, μετά από σχεδόν 90 χρόνια, βλέπουμε πλέον καθαρά,
ότι ο ξεριζωμός και η εθνοκάθαρση του Κεμάλ τελικά αποβαίνει εις βάρος της
Τουρκιάς, γίνεται εθνοκάθαρση των ίδιων των Τούρκων. Οι Πόντιοι δεν λιγόστεψαν,
απεναντίας περίσσεψαν και δεν είναι τώρα μόνο στην Τουρκία, αλλά παντού, σε όλη
τη γη και ζητούν τα δίκαια τους, από κάθε γωνιά του πλανήτη. Αυτοί που έμειναν
εκεί είναι περήφανοι που είναι και ονομάζονται Πόντιοι, Karadeniz, Rumça (Ρωμιοί) και όχι Τούρκο-Τούρκοι.

Οι ομόπιστοι τους και πάλαι ποτέ συνεργάτες τους στην εξόντωση των
ποντίων Κούρδοι έγιναν οι χειρότεροι
εχθροί τους και η απαρχή της διαμέλισης της Τουρκίας. Δεν τους βοήθησαν ούτε τα
«αρμενικά
προξενιά» του Νέο-Οθωμανού και προσφάτως «Μακεδόνα» Νταβούτογλου[87]. Το «αίμα είναι πολύ ζεστό» για «κουμπαριές» και «μπομπονιέρες».

Οι αιματόβρεκτες ψυχές των αδικοχαμένων είναι μαύρο-ανταρωμένες, όσο δεν τους ζητιέται ειλικρινής συγγνώμη. Όσο
οι Τούρκοι δεν παύουν να λατρεύουν το είδωλο του γενοκτονικού Μολώχ και να θωπεύουν τον ρατσισμό διαρκείας, σαν τα μουστάκια
τους, ας μην περιμένουν λύτρωση από
το παρελθόν τους, αλλά να περιμένουν τον πέλεκυ
της θείας δίκης, διότι κατά την έκφραση του γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου
«οι πνευματικοί νόμοι μπαίνουν σε
λειτουργία» όταν η μετάνοια αδρανεί ή χρονίζει!

Το ερώτημα που τίθεται για μας τους Ποντίους είναι: ποια πρέπει να
είναι η μέθοδος προσέγγισης των σημερινών Ποντίων απέναντι στον σημερινό
Τουρκικό λαό, των οποίων οι πρόγονοι έκαναν όσα έκαναν; Θα διαιωνίζουμε το
μίσος και την εχθρότητα, θα στεκόμαστε πάντα απέναντι τους; Η μήπως θα πρέπει
να πάρουμε το σφουγγάρι της λήθης
και να σβήσουμε τις μνήμες μας; Μήπως υπάρχει και τρίτη προσέγγιση, μήπως
έχουμε να διδαχτούμε κάτι από την ανυπέρβλητη ορθόδοξη πίστη μας;

Ναι,
έχουμε, το πρότυπο του «ασώτου υιού».
Γνωρίζουμε ότι ο πατέρας του ασώτου δεν πήγε να τον βρει, όσο εκείνος έκανε
παρέα με τους «χοίρους», αλλά ούτε
και τον αποστράφηκε, όταν εκείνος ήρθε στα συγκαλά του. Αυτό πρέπει να είναι
και η δική μας προσέγγιση: εφόσον οι «άσωτοι» Τούρκοι αποφασίζουν να ζουν με
τους «χοίρους» («παίζοντας με τους λύκους»
και τα πάθη τους) εμείς θα περιμένουμε, χωρίς όμως να ξεχνάμε τίποτα, χωρίς να διαγράφουμε τίποτε,
χωρίς να παραγράφουμε απολύτως τίποτα από την ιστορική μας μνήμη.

Όταν
κάποτε θελήσουν να πάρουν τον δρόμο της
επιστροφής, της μετάνοιας, εμείς θα το πανηγυρίσουμε, διότι κερδίσαμε τους
αδελφούς μας. Οι ψυχές των προγονών μας (θυμάτων, εθνομαρτύρων) και των
προγόνων τους (θυτών), θα ειρηνέψουν και θα αγκαλιαστούν, διότι «χαρά
γενήσσεται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι».

Όλοι γνωρίζουμε  το Αρκάδι, τις ηρωικές  Σουλιώτισσες στο Ζάλογγο, ελάχιστοι όμως
γνωρίζουν, ότι  στο Νεμπιέταγ
νότια της Πάφρας, μια χούφτα άνδρες, με 600 γυναικόπαιδα καθήλωσαν για 2
ολόκληρες ημέρες ένα τούρκικο σύνταγμα και αφού εξάντλησαν τα πυρομαχικά τους, ανατινάχθηκαν μόνοι τους, για να μην
παραδοθούν. 

·        
Πόσοι γνωρίζουν, για τις γυναίκες του
χωριού Σιμικλή, της Κερασούντας,
που προτίμησαν να αυτοκτονήσουν πέφτοντας στο ποτάμι, παρά να υποκύψουν στους
διώκτες τους;

·        
Είναι άραγε γνωστό,
ότι 6.000 κάτοικοι της Πάφρας, κλεισμένοι σε τέσσερις εκκλησίες,
παραδόθηκαν στη φωτιά και κάηκαν όλοι, γέροι, γυναίκες  και παιδιά; 

·        
Άκουσε κανείς, ότιστην εκκλησία του
χωριού Έλεζλη, στο Σουλού- Τερέ, οι Τούρκοι κατάσφαξαν 535
Έλληνες, κάνοντας την  αρχή από τους ιερείς που τους αποκεφάλισαν με
τσεκούρι;

·        
Μάθαμε ποτέ ότι στο Τεπέκιοϊ, αφού μάζεψαν
όλο το χωριό σε ένα σπίτι, το περιέλουσαν με πετρέλαιο, πέταξαν μια
χειροβομβίδα και τους έκαψαν όλους ζωντανούς.

·        
Έγραψε ποτέ κανείς
στα βιβλία της ιστορίας ότι 4-5 γυναίκες, προκειμένου να μην βιαστούν,  μπήκαν στην αναμμένη φωτιά φωνάζοντας: «Είς στο όνομα του Κυρίου»;

·        
Γνωρίζουμε ότι η
επαρχία της Αμάσειας με 183.000 ελληνικό πληθυσμό, είχε  134.078 νεκρούς, δηλαδή το 73% του πληθυσμού.

·        
Ποιος τραγούδησε
τα  «επτακόσια παλικάρια» της Σάντας με
αρχηγό τον καπετάν Ευκλείδη Κουρτίδη, που αντέκρουσαν 3 συντάγματα πεζικού, 1 σύνταγμα ιππικού και 8000
άτακτους του μεράρχου Μιραλάι Σουπχί
στις 6-9-1921;

·        
Ποιος άκουσε για το «σπελ’
τη Μαγάρας», όπου οι μάνες 7 νηπίων έγιναν  βρεφοκτόνες, για να μην ακουστούν οι φωνές
των μωρών από το τούρκικο απόσπασμα που περνούσε από εκεί κοντά; Το είπε ο
λαϊκός τραγουδιστής του Πόντου με τους στίχους του: «Γιατί υποψιάστανε, να μη γίνταν αιτία και χάτε όλον το μιλέτ, για εφτά
οχτώ παιδία.»

·        
Μας είπε ποτέ κανείς ξεκάθαρα, τι ρόλο έπαιξαν οι «μεγάλες»
δυνάμεις;  Γιατί τάχα τα συμφέροντα τους
να είναι αιωνίως συνδεδεμένα με αυτά της «Τουρκίας» τους και ποτέ
με αυτά της Ελλάδας («Γραικίας»); Για
όσους γνωρίζουν λίγο στατιστική, πρόκειται περί μιας κατεξοχήν «μη-σημαντικής», δηλαδή ύποπτης θέσης και
σχέσης!

·        
Μας είπαν ποτέ στο κατηχητικό, ότι ο Πάπας με επιστολή στον Κεμάλ
υπόσχεται βοήθεια με τον όρο: «να μην μπει ποτέ Ελληνική σημαία
στην Αγιά Σοφιά».

·        
Ξέρουν οι «αριστερόστροφοι»
προοδευτικοί, ότι η Ρωσία του Λένιν έδωσε εντολή στον πρέσβη της Αράλωφ
(βλέπε και υποσημείωση 67) «να αδιαφορεί για τις σφαγές των
Ελλήνων, για μην θιχτεί το εθνικό φιλότιμο των Τούρκων».

·        
Ξέρουν οι Άγγλο-Σαξωνόφιλοι, ότι ο πρωθυπουργός της Αγγλίας Λόιντ Τζόρτζ, είπε οργισμένος στον Κεμάλ (επειδή τον «έριξε» ο
Κεμάλ στις συμφωνίες που έκαναν): «Εμείς είμαστε υπεύθυνοι. Εμείς
που αδιαφορήσαμε και σας αφήσαμε να οργιάζετε εις βάρος των Ελλήνων».

·        
Μήπως γνωρίζουν και κάποιοι «εξαδακτυλικοί
υπέρ-πατριώτες», ότι ο Πρίγκηψ Ανδρέας σε μία επιστολή του προς τον Ιωάννη
Μεταξά λέγει επί λέξει : «…εμείς
κανονικά πρέπει να παραδώσουμε τους απαίσιους Έλληνας που ζούνε στη Μικρά Ασία
στα χέρια του Κεμάλ… Όλοι τους είναι αντιβασιλικοί και προσκυνάν΄ τον Βενιζέλο…
Θα τρόμαζες αν έβλεπες τι έγινε την ημέρα της γιορτής του, στις 15 Δεκεμβρίου
<του αγίου Ελευθερίου>. Χωριά και πόλεις σημαιοστολίστηκαν. Κλείσαν
σχολειά και καταστήματα και πανηγύριζαν στους δρόμους, με τυμπανοκρουσίες… αν
φτάσουν ετούτοι στην Ελλάδα, σίγουρα με την ψήφο τους, θα διώξουνε την
βασιλεία… είναι λοιπόν επιθυμία μου εκεί να παραμείνουν…».

·        
Μάθαμε ότι και στο παρελθόν οι Πόντιοι
εκδιώχτηκαν από τις πατρογονικές τους ρωμαίικες εστίες; Έτσι έγινε το 1821, το 1854-1857 με τον Κριμαϊκό πόλεμο, το 1876-1878 με τον Ρωσσοτουρκικό πόλεμο, το 1895 με την Επανάσταση στην Κρήτη και το 1897 με τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο. Ξεριζωμός διαρκείας! Τόσο μεγάλο
είναι το μένος της Φραγκωσύνης και της Τουρκωσύνης.

·        
Μας είπαν οι δάσκαλοι μας ποτέ, ότι ο
πρωθυπουργός της Γαλλίας και πρόεδρος του Ανωτάτου Διασυμμαχικού Συμβουλίου Georges Clemenceau στις 25
Ιουνίου του 1919, είπε: «δε βρίσκουμε ούτε μια περίπτωση στην Ευρώπη,
στην Ασία, ακόμη και στην Αφρική, όπου η επιβολή της Τουρκικής κυριαρχίας επί
μιας χώρας δεν ακολουθήθηκε από μια ελάττωση της  υλικής ευημερίας και του μορφωτικού επιπέδου.
Δεν υπάρχει καμία περίπτωση όπου η αποτίναξη της  Τουρκικής κυριαρχίας να μην επέφερε υλική
ευημερία και πολιτιστική εξύψωση. Είτε μεταξύ των χριστιανών είτε μεταξύ των
μωαμεθανών, ο Τούρκος δε συνέβαλε παρά μόνο στην καταστροφή. Ποτέ δεν
αποδείχθηκε ικανός να αναπτύξει σε ειρήνη αυτό που κέρδισε με τον πόλεμο.»

·        
Είναι άραγε
γραμμένο στα βιβλία της ιστορίας μας, ότι το 1921 οι μεν
«βασιλικοί» φώναζαν το «οίκαδε» (πηγαίνετε στα σπίτια σας, δηλαδή ανοικτή
προτροπή λιποταξίας από τον ελληνικό στρατό), οι δε «κομμουνιστές»
(…αν είναι αυτό κουμμουνισμός!)
παρότρυναν τους Έλληνες στρατιώτες του μετώπου να λιποτακτούν και να πετούν τα όπλα, να γίνονται δηλαδή ριψάσπιδες, τρέσες, δηλαδή προδότες τους,
ενώ λίγο πιο πέρα ο Ποντιακός Ελληνισμός σφαζόταν.

 

Τι σύμπτωση δυο άκρως «αντίθετα»
κόμματα, στο θέμα της εθνικής μειοδοσίας,
είχαν την ίδια ακριβώς τακτική και πολιτική ή μάλλον (επί-)(συν-)ταγή!
Σύμπτωση; Δεν νομίζω!!! Εις επίρρωσιν των γραφομένων παραθέτω και μια άλλη
διάσταση, που θα έκπληξη μερικούς. Να λοιπόν οι …σωτήρες της Τουρκίας, από το πρωτοσέλιδο της τουρκικής εφημερίδας Yeni Giun (Αύγουστος ’22).
Είναι οι φωτογραφίες των ιστορικώς κατάπτυστων ανθρωπαρίων ονόματι Γούναρη και
Στράτου. Τίτλος εφημερίδας: «ΓΟΥΝΑΡΗΣ-ΣΤΡΑΤΟΣ: ΟΙ ΣΩΤΗΡΕΣ ΤΗΣ
ΤΟΥΡΚΙΑΣ». Ο νοών νοείτω!!!

Πηγή: Yeni Giun (Αύγουστος ’22) – «ΓΟΥΝΑΡΗΣ-ΣΤΡΑΤΟΣ: ΟΙ ΣΩΤΗΡΕΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ»

 

Έτσι όταν τα
ανθρώπινα κουρέλια ήρθαν στην «μητρυιά» Ελλάδα, στο «Δουκάτο της Αχαΐας», των
Γερμανόπληκτων Βασιλικών (δηλαδή από την Σκύλα στην Χάρυβδη), αναζητώντας λίγη
στοργή, τους είπαν ανταλλάξιμους,
λες και ήταν χουρμάδες, τους είπαν και τουρκόσπορους (για να μην αναφερθούμε σε πολύ χειρότερες
εκφράσεις), τους περιθωριοποίησαν και στο τέλος τους καταλήστεψαν
(με την σύμπραξη και κάποιων αιωνίως αναίσχυντων «Ποντιοπατέρων») με τα περίφημα ομόλογα. Τέλος τους χρέωσαν διπλά
και τριπλά τα «ψόφια» ζώα και τα άλογα που τους έδωσαν ως «οικοσκευή» επιβίωσης[88]. 

Ο άγιος
οπλαρχηγός του 21 ο Μακρυγιάννης λέει σχετικά στα «Οράματα και Θύματα» του: «…
ο Κωλέτης <το όνομα δεν
έχει σημασία, αλλά ο ρόλος των διαχρονικών Κωλέτηδων, αν και Nomen est Omen
> και η συντροφιά του και το σύστημα του το ξένο <ΔΝΤ>
…θελαν να βάλουν σε νέργειαν την θρησκεία των δυτικών, του πάπα… θα μας
διορθώσεις και την θρησκεία μας, του είπα, όλα τα γνωρίζω …τότε έβαλε να με
δολοφονήσουν <αλλά>…απέτυχε σε όλα…».

Μήπως ξεχάσαμε τα «Te
Deum laudamus» («Σε Δοξολογούμεν») των καθολικών του Γαλατά («Μόνοι οι
τότε κατολίκοι του Γαλατά επέχαιρον εις την τοσαύτην της εκκλησίας συμφοράν και
οι φράτορες αυτών έψαλλον το Te Deum (δοξολογίαν), ως έμαθον, ότι εκρεμάσθη ο
πατριάρχης των Γραικών!»), όταν απαγχονίστηκε ο άγιος
Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ το 1821.[89]

Όλο αυτό το διαχρονικό τίμημα της
μεταμορφωτικής διαφορετικότητας η μαυροντυμένη
ποντιακή μούσα το χάραξε στην καρδία της, με τον δικό της αρχαϊκό τρόπο:

«Παπόρ(ε)α
πάνε κι’ έρχουνταν, σο τσόλ΄ την Τραπεζούνταν, τα δάκρεα ας’  ομμάτε μ΄, άλλο κι’ θα στεγνούνταν. Η κόρ΄
έτον δίψυχος, κι οι τούρκ΄ με τα μαχαίρ(ε)α, έκοψαν την κοιλίαν ατ΄ς, και τη
μωρί τα χέρ(ε)α. Θάλασσα, Μαύρη θάλασσα, μη γίνεσαι θερίον, σην Ελλάδαν
αχπάσκουμες, χαμέλυνον ολίον[90]».

Όλα αυτά
γίνονται πιο κατανοητά, εάν λάβουμε υπόψη μας και τι μας λέει ο  γνωστός ανθέλληνας (αντιρωμαίικος) Φαλμεράϊερ:
«Την Γραικία δεν πρέπει να την ψάχνουμε στην Πελοπόννησο και στην Ελλάδα,
αλλά στον Καύκασο, στην Τραπεζούντα, πέριξ του Ευξείνου και στην Μικρά Ασία». Ο
δε «ελλαδούλης» Παπαρηγόπουλος λέει:
«Περί δε Τραπεζούντος δεν θέλομεν
ακριβολογήση ούτε εν τω παρόντι ούτε βραδύτερον, διότι η μικρά εκείνη
βασιλεία  απέβη σχεδόν άσχετος προς τον
λοιπόν της Ανατολής κόσμον και είναι μεν χρήσιμον να ιστορηθή ιδία, αλλ΄απαραίτητον
δεν είναι να περιληφθή εις την γενικήν ταύτην αφήγησιν, εκείνων μάλιστα των
περιπετειών του ελληνισμού όσαι συνετέλεσαν βραδύτερον εις την αναβίωσιν αυτού[91].»

Δηλαδή υποβαθμίζει λίαν «εντέχνως» μιαν ολάκερη αυτοκρατορία –
αποκαλώντας την ωσεί τούρκος ιστορικός «η μικρά εκείνη βασιλεία…», ο Θεός να
τον αναπαύει! Έμειναν πολλοί πίσω. Είναι τα αδέρφια
μας, οι κρυπτοχριστιανοί, εκατοντάδες χωριά που μιλούν την ποντιακή διάλεκτο,
που όταν οι διοικητικοί τους υπάλληλοι τους ρωτούν τι ράτσα είναι, τους
απαντούν: «Τούρκ΄ είμες, μά… την Παναΐαν[92].»

Οι καημένοι δεν πληρώνουν για οποιαδήποτε
πράξη ή για κάτι που έκαναν, αλλά
για αυτό που είναι. Οι γενοκτόνοι
απανταχού της γης, βλασφημούν τον Θεό,
επειδή «τόλμησε» να κάνει ανθρώπους, διαφορετικούς
από τους ίδιους! Όποιος όμως ανέχεται τον βλάσφημο, είναι δυο φόρες βλάσφημος, διότι  ανέχεται την βλασφημία (βλασφημία = βλάβη +
φήμη) αλλά και την ατιμωρησία των έργων του.

 

Βασική βιβλιογραφία

 

Ασλανίδης, Σάββας (1976):
Η Ωραία Κερασούς, Η αλησμόνητος Νύμφη του Ευξείνου Πόντου, Αθήναι

Γεωργιάδης, Θανάσης (2002),
Περίπλους Ευξείνου, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα

Γαβριηλίδης, Αντώνιος (1924,
2002), Η Μαύρη Εθνική Συμφορά του Πόντου, Ελεύθερη Σκέψη, Αθήναι

Ευαγγελίδης, Τρύφων (1898,
1994), Ιστορία της Ποντικής Τραπεζούντας, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη

Ιωαννίδης, Σάββας (1870,
2000), Ιστορία και Στατιστική της Τραπεζούντας και γύρω Περιοχής, Κυριακίδης
Θεσσαλονίκη

Καλεντερίδης, Σάββας (2005),
Δυτικός Πόντος, Ινφογνώμων, Αθήνα

Καλεντερίδης, Σάββας (2006),
Ανατολικός Πόντος, Ινφογνώμων, Αθήνα

Κορομηλά, Μαριάννα (2001),
Οι Έλληνες στη Μαύρη Θάλασσα, «Πανόραμα», Αθήνα

Μακρυγιάννης, Ιωάννης (2002),
Οράματα και Θάματα, ΜΙΕΤ, Αθήνα

Παπαδόπουλος, Ιωάννης (1964):
Ιστορία και Λαογραφία Εκκλησιαστικής Επαρχίας Κολωνίας και Νικοπόλεως, Καβάλα

Παπαδόπουλος, Ιωάννης (1965):
Σελίδες από την Ιστορία της Κερασούντος και τα τερατουργήματα του αιμοσταγούς
Τοπάλ Οσμάν, Καβάλα

Παπαμιχαλόπουλος, Κων/νος (1903):
“Περιήγησις εις τον Πόντον”, εκ των τυπογραφείων του Κράτους, Αθήναι,

Παρασκευόπουλος, Γεώργιος (2007),
Ένας λαός, δυο πατρίδες, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη

Παυλίδης, Ιωάννης (1988),
Ξεριζωμένοι, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη

Ποντιακά Φύλλα (2009),
Τόμος Πρώτος και Δεύτερος, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη

Σαμουηλίδης, Χρήστος (2002),
Ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη

Σταματάκος,
Ιωάννης (1994),
Λεξικόν Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, «Βιβλιοπρομηθευτική», Αθήνα

Φωτιάδης,
Κώστας (2001), Οι εξισλαμισμοί της Μικράς Ασίας και
οι κρυπτοχριστιανοί του Πόντου, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη

Fallmerayer, J. Ph. (2002), Original-Fragmente –
Αυθεντικά Κείμενα (επιμέλεια Σ. Μαυρίδης), Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη

Thiess, F. (1960), Die Griechischen Kaiser.
Die Geburt Europas, Zsolnay Verlag, Hamburg, Wien

Straessle, P. M. (1990), Der internationale
Schwarzmeerhandel und Konstantinopel 1261-1484, Peter Lang, Bern

Runciman, S. (2001), Die Kreuzzüge, C. K. Beck, München

Χρύσανθος Τραπεζούντος (1933),
Η Εκκλησία Τραπεζούντος, Αρχείον Πόντου, Τόμος 4 & 5, Εν Αθήναις,
Ανατύπωσις 1973.

[1] «Από
σε αρχίζοντας, Φοίβε, θα μνημονεύσω τα δοξασμένα έργα των παλαιών ηρώων, που
φέραν την καλοκτισμένη την Αργώ, στην είσοδο του Πόντου, μέσα από τις Κυανές
τις Πέτρες, στο χρυσόμαλλο το δέρμα, κατά πως τους πρόσταξε ο βασιλιάς Πελίας.»

[2] Ο
«Εύξεινος» ήταν για τους Έλληνες
στην αρχή της αποικήσεως «Άξενος», απολίτιστος
Πόντος. Γενικά οι αρχαίοι έλεγαν τον Εύξεινο Πόντο «Πόντο», όπως λέμε «Πόλη»
την Κωνσταντινούπολη. Οι δε αναφορές των αρχαίων στον Πόντο και την ευρύτερη
περιοχή του είναι πολυπληθείς.

[3] Τα
παιδιά του Αθάμαντα και της Νεφέλης, από τον Ορχομενό, τα οποία, η δεύτερη
γυναίκα του Αθάμαντα, η Ινώ, ήθελε να τα θυσιάσει στον Λαφύστιο Δια. Αυτά
διέφυγαν με τον χρυσόμαλλο κριό, άλλα η Έλλη, όπως και η γυναίκα του Λώτ,
υπέκυψε στον πειρασμό και κοίταξε “κάτω” και έτσι
καταποντίσθηκε, στο Σίγειον Άκρον του Ελλησπόντου.

[4] Ο Ιάσωνας
(σημαίνει ο θεραπεύων, ο σώζων) έφτασε με τους συντρόφους του στο αποκαλούμενο
μέχρι σήμερα Ιασώνιον Άκρον. Εκεί χτίσθηκε η μονή της Παναγίας («τη Γιάσονος η Παναΐα») και όχι όπως λέγουν
μερικοί του Αγίου Νικολάου («και της Παναγίας εν τω Ιασωνείω Ακρωτηρίω
προς Α. της Βαδησάνης» <Φάτσας, σημείωσις ημετέρα>), βλ.  πατήρ Γραμματικόπουλος Ευστάθιος, στο:
Πελαγίδης, Στ. (2001), «Ο Κώδικας της 
Ιερής Μονής Αγίου Γεωργίου Περιστερώτα – Από το αρχείο της οικογενείας
Γραμματικοπούλου», Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη, σ. 28.

[5] Δέρας
είναι η προβιά (βλέπε και κωάς, κώδιον και «kursu”,
«κώδιον· σκύλον, ἢ δέρμα προβάτου. χωρὶς σώματος, κώδιξ·
βιβλίον νόμιμον», μέσκος·
κώδιον, δέρμα. Νίκανδρος (Ther. 549), πέσκον· πικρόν. ἢ κώδιον, ἢ δέρμα»,  Ησύχιος Αλεξανδρεύς), με
την οποία και τότε και σήμερα ακόμη μαζεύουν τα ψήγματα του χρυσού. «Κουρούσο»
(ku-ru-so) στη μινωική διάλεκτο (Γραμμική Β’)
σημαίνει χρυσός και το σχετικό ιδεόγραμμα για χρυσό είναι μια προβιά. Ακόμη και
τα (σιδερένια) τάλαντα απεικονίζονται σε μορφή προβιών (βλέπε και Ντούμας, Χρ.
Γ., «Καθημερινή», 2.5.2010, σ. 15). Πολλές δε λέξεις της Ελληνικής είναι
συνθέσεις φωνό- ή συλλαβογραμμάτων, όπως π.χ. ma-ri, μα-ρι  (μάλλος, μαλλί) της Γραμμικής Β’.

[6] Μάντης
ετυμολογείται από την ελληνοπελασγική ρίζα «Μίν», εξ ου και μήνδις = βουλή,
μηνδιεύς = βουλευτής, μήνις, μήνυμα, Μάντης, Μέντωρ, mens, meaning, Meinung, mental, mentality
κ.π.α. (βλέπε Ησύχιος και Θωμόπουλος).

[7] Γνωστή
είναι η ανάμνηση από τον κατακλυσμό του Δαρδάνου.

[8] Οι
Έλληνες του Πόντου ανάγουν την καταγωγή τους στον Δάρδανο και την Αρμονία,
παιδιά του Διός, ή στους Ίωνες του Αιγαίου που εξαπλωθέντες επεκταθήκαν
βορειότερα. Από την αρχαιότητα οι Πόντιοι ονομάζονταν Ελλήνοι ή Ελλένοι που
ισοδυναμούσαν με ήρωες.

[9]
Μάλλον η Κρώμνη της Χαλδίας είναι αποικία αυτής της παραλιακής Κρώμνης
(Αμάστριδος).

[10] «Πόλεις ελληνίδας οικουμένας εν τω Ευξείνω Πόντω», αναφέρει ο Ξενοφών
περιγράφοντας την πορεία των Μυρίων από την περιοχή στο βιβλίο του «Κύρου
Ανάβασις».

[11] Είναι
η πόλις όπου ξορίσθηκε ο Οβίδιος, από την οποία δεν ήταν και τόσο
ενθουσιασμένος  (“Inde Tomis dictus locus hic, quia fertur in illo Membra soror fratris dissecuisse sui”).

[12] Εδώ
μαρτύρησε ο άγιος Ιωάννης ο Τραπεζούντιος 
ο παντοπώλης έμπορος στις 12.6.1330.

[13]  Ετυμολογείται από τον ιδρυτή της τον Μέση ή
Μένη και από το Βρία = πόλις, περιοχή, όπως και Σηλυβρία, Καλαβρία.

[14] «Αί πέντε αύται είς
την παραλίαν του Ευξείνου Ελληνικαί αποικίαι, Τόμοι, Ίστρος Κάλλατις,
Διονυσούπολις και Οδησσός, εσχημάτισαν κατά την Ελληνικήν εποχήν την καλουμέν
ην Πεντάπολιν ή <<Συμμαχίαν των Ελλήνων>>. Όταν δε αργότερον
προσετέθη εις αυτάς και η προς νότον τούτων Μεσημβρία, ωνομάσθη Εξάπολις.» (Κουρτίδης, Κ. Γ, Ιστορία της Θράκης, 1932).

[15] Αξιοσημείωτο είναι και
το σχετικό χωρίο της Αγίας Γραφής (Π. Δ.), όπου ο Ιακώβ «ἔστησεν αὐτὸν στήλην καὶ ἐπέχεεν ἔλαιον ἐπὶ τὸ
ἄκρον αὐτῆς … Οὐλαμλοὺζ ἦν ὄνομα τῇ πόλει τὸ πρότερον», επίσης δε και το
χωρίο «λαβὼν
δὲ Ἰακὼβ λίθον ἔστησεν αὐτὸν στήλην. εἶπε δὲ 
Ἰακὼβ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ· συλλέγετε λίθους. καὶ συνέλεξαν λίθους καὶ ἐποίησαν
βουνόν, καὶ ἔφαγον ἐκεῖ ἐπὶ τοῦ βουνοῦ… διὰ τοῦτο ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ, Βουνὸς μαρτυρεῖ. καὶ ἡ Όρασις».

[16] Βασιλείς
του Πόντου: Μιθριδάτης (402-363 π.
Χ.), Αριοβαρζάνης (363-337), Μιθριδάτης (337-302), Μιθριδάτης Α’ ο Κτίστης (302-266), Αριοβαρζάνης (266-250), Μιθριδάτης Β’ (250-222), Μιθριδάτης Γ’ (222-184), Φαρνάκης Α’ (185-156), Μιθριδάτης Δ’ Φιλοπάτωρ (156-150), Μιθριδάτης Ε’ Ευεργέτης (150-120), Μιθριδάτης ΣΤ’ Ευπάτωρ (120-63), Φαρνάκης Β’ (63-47).

[17] Ο
Απόστολος Παύλος λέει για τον αποστολικό Φιλόλογο, τον επίσκοπο Σινώπης, τον
χειροτονημένο από τον απόστολο Ανδρέα, τα εξής: “ασπάσασθε Φιλόλογον και Ιουλίαν…” (Ρωμ. ΙΣΤ, 15).

[18] Με
την συμβολή του μητροπολίτη Κολωνίας Ιερεμία
(1870) και την ακάματη προσπάθεια του Θ.
Θεοφυλάκτου χτίσθηκε στον χώρο της μονής το 1913 το «Λύκειον Γουμεράς», με καθηγητές (1913 – 1914) τους Στέφανο
Πουταχίδη, Παντελή Μελανοφρύδη και Ιωάννη Πουταχίδη και Κοσμά Προκοπίδη (1914 -1915).

[19] Ιδρύθηκε επί Αλεξίου Γ’
Κομνηνού, καταστράφηκε το 1461 και επισκευάστηκε μετά δυο αιώνες. Εδώ
λειτουργούσε σχολή, στην οποία φοίτησαν τα τέκνα των αρχιμεταλλουργών της
Αργυρούπολης. Εδώ εκάρη μοναχός ο Άνθιμος Παπαδόπουλος (1878 -1962).

[20] Ιδρύθηκε επί Αλεξίου Γ’
Κομνηνού, το 1365, με ειδικό χρυσόβουλο (Καλεντερίδης, Σάββας, 2006, σ.
297).

[21] Ο κτήτωρ της μονής ο Γαβράς ο
Χαίνος έκτισε τη μονή δίπλα στο φρούριο Λευκόπετρα,
όπου λέγεται ότι ο Διγενής Ακρίτας
είχε τα θερινά του ανάκτορα. Μετά την καταστροφή του 1848 από τους
μουσουλμάνους, ο επίσκοπος Νικοπόλεως Χατζή-Ιερεμίας Γεωργιάδης από την Άδισσα,
επανίδρυσε τη μονή και εγκατέστησε «Αστική Σχολή», όπου εδίδαξε και ο
Ιωάννης Γρ. Ροδοκανάκης ο εκ του χωρίου Ταρσός (με τον ονομαστό «Πύργο της Κόρης») καταγόμενος.

[22] Ιδρύθηκε από τον Ιωάννη τον
Ησυχαστή (475-480) μετά από όραμα, επάνω στον λόφο της Αναλήψεως. Είναι εκείνος
που αργότερα (482) χειροτονήθηκε επίσκοπος Νικοπόλεως.

[23] Ο τότε «στρατιωτικός» («μη αριστοκρατικός’) αυτοκράτωρ Ρωμανός
Διογένης Δ’ προδόθηκε στις 26.8.1071 από τον αριστοκρατικό στρατηγό του, τον
πρωτοβεστιάριο και πρωτοπρόεδρο Ανδρόνικο Δούκα, ενώ η νίκη ήταν σχεδόν
σίγουρη. Μόνο οι Βαράγγοι (Βίκινγκς) έμειναν πιστοί, όπως πάντα, καθώς οι μεν
μισθοφόροι Τούρκοι («Τουρκόπουλοι») αυτομόλησαν προς τους ομοεθνείς τους
Σελτζούκους, οι δε Φράγκοι μισθοφόροι «έχασαν» την όρεξη για μάχη. Ο δε δόλιος
Μιχαήλ Ψελλός «Ο Υπέρτιμος
των Φιλοσόφων» ανέλαβε «υπό την προστασία του» τον μεγαλύτερο γιό της Ευδοκίας,
Μιχαήλ Ζ’ Δούκα και τον έστεψε Αυτοκράτορα, κηρύσσοντας έκπτωτο τον Ρωμανό.
Στις 26 Σεπτεμβρίου η Ευδοκία εκάρη μοναχή δια της βίας και εξορίστηκε σε μονή
του Βοσπόρου. Μετά την απομάκρυνση της μητέρας του, ο χρόνος άβουλος βασιλιάς
<Μιχαήλ Δούκας> θα γινόταν πειθήνιο όργανό του. Ο Καίσαρας Δούκας επέστρεψε
αμέσως από την εξορία του στην Βιθυνία, αποστέλλοντας στην Μικρά Ασία
στρατιωτικό σώμα για να συλλάβει τον έκπτωτο Αυτοκράτορα. Ο προδομένος αυτοκράτορας Ρωμανός Διογένης Δ’
τυφλώθηκε στις 29.6.1072 και πέθανε στις 4 Αυγούστου «εν μετανοία», από την
μόλυνση της τύφλωσης του. Θάφτηκε από την σύζυγο του Ευδοκία στην νήσο Πρώτη
(Πριγκιπόννησοι). «Είχε βασιλεύσει για 1030 τραγικές ημέρες και
στους τελευταίους μαρτυρικούς μήνες της ζωής του είχε υποστεί όλα τα
βασανιστήρια καρτερικά και αδιαμαρτύρητα, χωρίς ποτέ να κατηγορήσει
οποιονδήποτε από τους ορκισμένους εχθρούς του». (Δαλασσηνός, Α. , 2006, Η μάχη του
Μάντζικερτ, ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ,  3ο τεύχος). Είναι η απαρχή της
παράδοσης της καθ’ ημάς Ανατολής στην φράγκικη Δύση («ανήκομεν εις την Δύσιν»)
από την Κάστα των τότε (και νυν) δυτικότροπων «Δυνατών», τους οποίους,
δυστυχώς, δεν πρόλαβε να εξουδετερώσει, μια για πάντα, ο Ανδρόνικος Κομνηνός Α’
(1183-1185), τον οποίο βέβαια τα γνωστά «συμφέροντα» έχουν αναγάγει σε άλλον
«Δράκουλα».

[24] Η λέξη προέρχεται από το σπέος =
σπήλαιο, στα ποντιακά το «σπελ’», εξ ου και σπίτι και Hospital και όχι το
αντίθετο.

[25] Τα ονόματα των αυτοκρατόρων
είναι: Αλέξιος (1204 – 1222), Ανδρόνικος Α’ Γίδος (1222 – 1235), Ιωάννης Α’
Αξούχος (1235 – 1241), Μανουήλ Α’ (1241 – 1263), Ανδρόνικος Β’ (1263 – 1266),
Γεώργιος Α’ (1266 – 1280), Ιωάννης Β’ (1280 – 1285), Θεοδώρα (1285),  Ιωάννης Β’ (1285–1297), Αλέξιος Β’
(1297–1330), Ανδρόνικος Γ’ (1330 – 1332), 
Μανουήλ Β’ (1332),  Βασίλειος Α’
(1332 – 1340), Ειρήνη Παλαιολογίνα, χήρα Βασιλείου Α’ (1340 – 1341), Άννα
(Αναχουτλού) Κομνηνή, η αδελφή Βασιλείου Α’ 
(1341 – 1342), Ιωάννης Γ’ (1342 – 1344), Μιχαήλ Α’ (1344 – 1349),
Αλέξιος Γ’ ο Μέγας (1349 – 1390), Μανουήλ Γ’ (1390 – 1417), Αλέξιος Δ’ (1417 –
1446), Ιωάννης Δ’ ο Καλογιάννης (1446 – 1458), Δαυίδ (1458 – 1461).

[26] Βλέπε όμως και τις άκρως
απαξιωτικές ιστορικές προσεγγίσεις των “δασκαλεμένων» σοφών τους, όπως Γίββων,
Λε Μπω, Φίνλεϊ, Φαλμεράγιερ, άλλα και των «ημετέρων», όπως π.χ. Κοραής («…απέθανεν η πατρίς …αφ ότου μας επάτησεν ο
Φίλιππος έως το 1453 …όστις με ονομάσει Ρωμαίον, θέλω τον στοχάζομ΄ ως
εχθρόν  μου»), Ρίζος-Νερουλός (Nomen est Omen, υπουργός Εκκλησιαστικών,
παρακαλώ, «…εκείνης <εννοεί της νίκης
στην Χαιρώνεια> ολοθριώτερον <έπραξεν>, εγέννησεν τον Αλέξανδρον <ο
Φίλιππος, δηλαδή>»),  Κουμανούδης,
κ. α. π.

[27] Ακόμη και σήμερα στην Τουρκία
λένε για ένα απαίσιο άνθρωπο «Γεώργιος
Αμηρούτζης είσαι;» Ο απαίσιος αυτός «Γραικύλος»  προκειμένου να παντρευτεί παρανόμως την  «Μουχλιώτισσα» του, την ωραία κόρη του
Δημητρίου Ασάν, έκοψε τη «γενειάδα» του πατριάρχη Ιωάσαφ Κόκκα (1465-1466) και
την μύτη του εκκλησιάρχη Μιχαήλ, επειδή του εναντιωθήκαν στο θέμα του παρανόμου
γάμου. Το τέλος ήταν τυπικό «γενιτσάρικο», έγινε μουσουλμάνος, όπως και ο γιός
του Αλέξανδρος, ο οποίος μάλιστα έγινε «υπουργός οικονομικών» της οθωμανικής
αυτοκρατορίας με το όνομα Ισκεντέρ μπέης (Δωρόθεος Μονεμβασίας, σ. 422, στο:
Σαμουηλίδης, Χ., 2002, σ. 128).

[28] Ο Πόντος ανέκαθεν ήταν ο
«άνθρωπο-σιτοβολώνας» για ερημωμένες περιοχές, έτσι έγινε π.χ. επί Νικηφόρου
Φωκά (961), επί Κωνσταντίνου Μονομάχου (1045), επί Μανουήλ Γ’, το 1414, όταν
περίπου 900 οικογένειες Ποντίων από την Τραπεζούντα εγκαταστάθηκαν κοντά στην
Σητεία, σε μια περιοχή με το όνομα «Τραπεζούντα». Από αυτούς τους Ποντίους της
Σητείας κατάγεται και ο γεννημένος στον Χάνδακα, το 1396, μεγάλος θεολόγος,
φιλόσοφος και αναγεννησιακός λόγιος και διδάσκαλος πολλών «λογίων» της Δύσης ο
Γεώργιος Τραπεζούντιος.

[29] Βλέπε και το ομηρικό
πέσσω, ψήνω δηλαδή («χόλον θυμαλγέα πέσσει», «θεῶν ἐκ
κήδεα πέσσει», «αἰεὶ στενάχω καὶ κήδεα μυρία πέσσω»), αλλά και ο Ησύχιος ο
Αλεξανδρεύς μας λέγει σχετικά (πέσσω >  ὀπτήσω, ἄρτον πέσσεται > ὀπτᾶται, Ἀρκάδες ὀπτήσει,  ἀρτοπόπος
(a-to-po-qo
= ἀρτοπόπος
, Γραμμική Β) > ὁ
πέσσων ἐν
ἐργαστηρίῳ, δημιουργός > ὁ ἥλιος, ὅτι πάντα
πέσσει καὶ τελειοῖ. Τέλος
σύγκρινε
και τις λέξεις pesce, Fisch,
fish.

[30] Ετυμολογικές παρατηρήσεις: χαμαιλέτε = χάμω αλέθω, χτήνε = κτήνος, πέσκον = πέσσω, ψήνω, κουτσή = κοττάνα, κόρη

[31] Η Όλβια ήταν διοικητικό,
οικονομικό και εμπορικό κέντρο, μέσω της οποίας γίνονταν η διακίνηση
δημητριακών, αλόγων, σκλάβων, μετάλλων, αμφορέων, ειδών πολυτελείας, ξυλείας
και άλλων πρώτων υλών προς την μητροπολιτική Ελλάδα, κυρίως δε προς την Αθήνα.

[32] Λέγεται ότι οι Μιλήσιοι ιδρύσαν
90 (κατ’ άλλους 120) πόλεις και όχι μόνο εντός της «Λίμνης» του Ευξείνου, αλλα
εκτός και πέραν αυτού, όπως στην Σκυθία, Καρπαθία, Ουκρανία, Μοσχοβία, Κασπία
(Κορομηλά, 2001, σ. 84). Πόλεις ιδρυθήκαν επίσης και
στους παραποτάμους του Δανουβίου και Ίστρου (έτσι ονομάζεται ο ποταμός
Δανούβιος στο νότιο μέρος του), όπως στους ποταμούς Σερέτη (Seretis-Siretul), Πυρετό (Pruth – Prutul), δυτικό Ύπανι (Bug),  ανατολικό Ύπανι (Kumban), Φάσι (Rioni), Άλυ (Kizil-Irmak), Ίρι (Yezil-Irmak) και Σαγγάριο (Sangit).

[33] Έλληνο-Πελασγικής προέλευσης,
καθότι όπως λέγει ο Ησύχιος «κάνναθρα. καὶ εἶδος
γῆς
χρυσολίθου», κάτι πολύ χαρακτηριστικό για
την γη της Χαλδίας. Εξ άλλου οι ελληνικές λέξεις  «κάνδαρος» («κανδαροφόρους· μελανειμονοῦντας», Ησύχιος) και  «ξανθός» έχουν την ίδια ρίζα και σημαίνουν
τον  πυρρόχρουν ή ξανθό, ενώ στα χετιτικά
«κάνι» (κυ-βα-νο, κυFανος, κυανός της Γραμμικής Β, «κυάνεος· μέλας, σκοτεινός», Ησύχιος) είναι ο κυανούς ο γαλάζιος δηλαδή (βλέπε Θωμόπουλος,
Πελασγικά, σελ. 644, 831).

[34] Το όνομα Χαλδία, Χαλδοί,
Αλδίνοι, Χαλδαίοι παραπέμπει στην έλληνο-πελασγική ρίζα hάλδω, άλδω, δηλαδή βλαστάνω, μεγαλώνω, καθότι ο Άλδιος ήταν θεός της
αυξήσεως. Ίσως και οι λέξεις άλσος, Αλσατία και η γερμανική λέξη Wald (δάσος), αλλά και οι «Άλπεις»
να έχουν ίδια ετυμολογία  (βλέπε
Θωμόπουλος, Πελασγικά, σελ. 639, 644, 798).

[35] Πυξός είναι η οξιά, λέγεται δε
και Μύσος κατά τους Λυδούς, εξ ου και Μύσοι, Μυσία, αλλα και «Μοσύνοικοι». Από
δω προέρχονται κι οι λέξεις buxus (λατινικά), busso (ιταλικά), bus (σερβικά),
Buche (γερμανικά), Muski (ασσυριακά), με την πιο αρχαία γραφή στην μορφή
μbυσκος και μbυκσος, αλλα και στον Όμηρο (Ιλιάδα, Ε’, 693 ) έχουμε κάτι
παρόμοιο «εἷσαν ὑπ᾿ αἰγιόχοιο Διὸς περικαλλέϊ φηγῷ» (βλέπε Θωμόπουλος, Πελασγικά,
σελ. 418, 820).

[36] Εκτός των αγορανόμων έχουμε τους
μετρονόμους, ως υπευθύνους των μέτρων και των σταθμών και τους σιτόφυλακες ως
ελεγκτές τρόπον τινά των όρων διακίνησης και διαφύλαξης των σιτηρών.

[37] Bekker-Nielsen,
1947, The One
That Got Away: A Reassessment of the Agoranomos
Inscription from Chersonesos (VDI
1947, 245), (IOSPE,
I2 359): “Theagenes, son of Diogenes, served as archon in the polis of Chersonesos in the year
129/130 AD, when his name was included among the city officials dedicating an
honorary decree in favour of Dia…, a citizen of Heraclea Pontica”, 

[38] Εξ αυτής της λέξεως «ιδίων»
πρόεκυψαν αργότερα οι λειτουργίες των Aedilis, που κατά την ρωμαϊκή εποχή ήταν
υπεύθυνοι για την επιτήρηση των κανόνων της αγοράς («sub meo magisterio mali debeant coherciri», δηλαδή «κατά την δική μου θητεία, οι κακώς
πράττοντες θα τιμωρούνται»), των δημοσίων έργων και κτισμάτων, αλλά και την ανάληψη ευεργετικών
δράσεων εξ ιδίων πάντοτε αναλωμάτων, ένα είδος «χορηγικής» λειτουργίας.  Σύμφωνα με το ρωμαϊκό cursus honorum η επόμενη
τιμητική θέση ήταν ο quaestor­
(παστός, «πάστωρ», ταμίας, Quästur) και τέλος ο υπατικός
τίτλος του  praetor
(consul). Οι λεξεις αυτές εχουν ετυμολογικα συγγένεια με την λέξη της Γραμμικής
Β’ qe-to, δηλαδή με το τέλθω, τελώ, τέλος, που τελικά σημαίνει καταβάλλω,
πληρώνω. Ίσως δε και η τουρκική λέξη «κεσέ», αλλά και οι συγγενικές της λεξεις
Kasse, cash, cashier, cestarina,
κ.α.π. να εχουν την απαρχή τους στη ρίζα τέλθω / τελώ ή  qe-to, quaestor­,
Qaestur (βλέπε επίσης Τελωνείο, toll, Zoll, Taler,
Dollar).

[39] Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία
και τα συναξάρια της Εκκλησίας τον λόγο του Θεού στον Πόντο εκήρυξαν οι Απόστολοι
Πέτρος και Ανδρέας. Ο μεν Πέτρος στο εσωτερικό, ο δε Ανδρέας στα παράλια
του Πόντου. Η Εκκλησία της Αμάσειας ιδρύθηκε από τον Πέτρο, όπου ο ίδιος
χειροτόνησε και εγκατέστησε επίσκοπο τον Νικήτα. Ο δε απόστολος Ανδρέας κήρυξε
στη Σινώπη, στην Τραπεζούντα και στην Αμισό. Μάλιστα ο απόστολος Πέτρος
απευθύνει την πρώτη του καθολική επιστολή προς τους «εκλεκτοίς παρεπιδήμοις
διασποράς Πόντου, Γαλατίας, Καππαδοκίας, Ασίας και Βιθυνίας». (Α΄ Πετρ.
Α΄, 1).

[40] Αναφορά για τη διάδοση του
Χριστιανισμού στον Πόντο κάνει και ο Ευαγγελιστής Λουκάς στις Πράξεις των
Αποστόλων, όπου αναφέρεται, ότι 3.000 Εβραίοι κατά την ημέρα της Πεντηκοστής
μετεστράφησαν  στην πίστη του Χριστού, όταν ο απόστολος Πέτρος μίλησε στα
συγκεντρωμένα πλήθη «Πάρθοι και Μήδοι και
Ελαμίται, και οι κατοικούντες την Μεσοποταμίαν, Ιουδαίαν τε και Καππαδοκίαν,
Πόντον και την Ασίαν…»  (Πραξ. Β, 9).

[41] Για τον άγιο Ακύλα αναφέρεται
στις Πράξεις το «ποντικόν τω γένει»,
(Πραξ.ΙΗ΄, 2).

[42] Η όμορφη Γλαφύρα ήταν ακόλουθος
της αυτοκράτειρας Κωνσταντίας και ετελειώθει κατόπιν ασθενείας και διωκομένη
υπό  του Λικινίου, το 317 μ. Χ. Η μνήμη
της τιμάται, μαζί με τον άγιο Βασιλέα, στις 26.4.

[43] Είναι προστάτης του πυροβολικού
του Ελληνικού Στρατού.

[44] Ήταν τα αρχαία Κάβειρα (Αμέρια,
Αμαίρα, Διόσπολι, Σεβαστή και τελικά Νέα Πόλις Καίσαρος ή Νεοκαισάρεια, Niksar
σήμερα). 

[45] Η Νεοκαισάρεια ήταν πρωτεύουσα
του Πολεμωνιακού Πόντου με περιοχές, όπως π.χ. το Πολεμώνιον, η αρχαία Σίδη =
σίδηρος, (σήμερα Bolaman, δηλαδή Πολεμώνιον, το δε όνομα του, το οφείλει στον
Έλληνα Πολέμωνα Α’, από την Λαοδίκεια), Κοτύωρα, Βώνα, Φαδισάνη (Βαδισάνη, από
το «Φάτισα», την κόρη του Φαρνάκη Β’, Φάτσα), Κερασούντα, Ερμώνασσα και
Οινόη. 

[46]«Βασίλειος ο Μέγας, περί το 361 έτος, ίδρυσε Μονήν πλησίον της εν Πόντω
πόλεως Ιβόρας… ώστε ογδοήκοντα χιλιάδας Μοναχούς επέζησε να ίδει ο θειος Ανήρ …
Δείκνυνται δε τα ερείπια της Μονής εις το ύπερθεν της σημερινής κωμοπόλεως
Πουλαντζάκη υψηλόν όρος», Πελαγίδης, Στ. (2001), «Ο Κώδικας της  Ιερής Μονής Αγίου Γεωργίου Περιστερώτα – Από
το αρχείο της οικογενείας Γραμματικοπούλου», Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη, σ. 27.

[47] Από την Σινώπη καταγόταν και ο
αιρεσιάρχης Μαρκίων (2ος αιών μ. Χ.), του οποίου ο πατέρας ήταν επίσκοπος
Σινώπης. Ήταν μαθητής του Σίμωνα του μάγου, οπαδός του δυϊσμού («καλό-κακό»),
δεν αποδεχόταν την Παλαιά Διαθήκη, απαιτούσε από τους οπαδούς να μην
παντρεύονται (πριν όμως ο ίδιος έκανε ακριβώς τα αντίθετα και για αυτό,
αμετανόητος ων,  εκδιώχτηκε από τον
επίσκοπο πατέρα του) και να μην τρώνε κρέας («χορτοφάγοι»). Βλέπε επίσης και
Δοσίθεο Ιεροσολύμων, «Δωδεκάβιβλος», σ. 38-39.

[48]Απολυτίκιο
του αγίου σε ήχο τρίτο. «Μέγαν εύρατο»: «Θεῖον βλάστημα Σινώπης Πόντου*, ἐπεπόθησας
ζωὴν ὁσίαν*, θεηγόρε Ἱερεὺς τοῦ Ὑψίστου γενόμενος*, τὴν σιτοδείαν τῆς ποίμνης
σου ἔλυσας* καὶ Βασιλέαν Ἀλέξιον ἔσωσας*, Πάτερ ὅσιε Φωκὰ κηπουρὲ ἀξιάγαστε*,
Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε*, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.» (22.09.)

[49] Επτά άλλοι μάρτυρες και αδελφοί
κατά σάρκα είναι και οι εκ Ροδοπόλεως, Τραπεζούντας καταγόμενοι Άγιοι Ορέντιος, Φαρνάκιος, Έρως, Φίρμος, Φιρμίνος,
Κυριακός και Λογγίνος (25.06).

[50] Έζησαν μεταξύ 300 και 320 μ.
Χ.  και κατάγονταν από την ευρύτερη
περιοχή μεταξύ Κερασούντος και Νικοπόλεως, Μερικοί δε εξ αυτών (ίσως ο
Λέοντιος, ο Μαυρίκιος και ο Μεναίας) κατάγονταν από τα χωριά του Γορούχ
{όπως  π.χ. το Κιρτίν (ετυμολογικά από το
«Γόρτυν»), η Σίλλη (ετυμολογικά μάλλον από το Σι + λα, Σέλας, που σημαίνει
Ανατολή ή Αυγή) και το Γάλαν.

[51] Ο άγιος Αθανάσιος γεννήθηκε το
930 στην Τραπεζούντα, σπούδασε στην Πόλη, δίδαξε ως καθηγητής και εκάρη κατόπιν
μοναχός.  Συνδέθηκε πνευματικά με τον
Νικηφόρο Φωκά, όταν συναντήθηκαν στην μονή Ξηρολίμνης της Βιθυνίας και έκτοτε ο
Φωκάς ήταν αρωγός του, ιδίως όταν έγινε αυτοκράτορας το 963.  Με την βοήθεια του κτίστηκε η Μεγίστη Λαύρα,
στο Άγιον Όρος και αργότερα, το 971, με άδεια του Τσιμισκή, ο άγιος συνέταξε
τον πολυτιμότερο κειμήλιο του αγίου Όρους σήμερα, τον λεγόμενο «Τράγο» (δέρμα
τράγου), δηλαδή το κείμενο με τους κανόνες («Τυπικόν») της μοναχικής ζωής των
αγιορειτών πατέρων.

[52] Ο
Ξιφιλίνος ήταν διδάσκαλος του Μιχαήλ Ψελλού στα 
νομικά μαθήματα, διευθυντής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της
Κωνσταντινούπολης και ανακηρύχτηκε «έκων-άκων» Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως το
1064.

[53] Το πρωτότυπο ευρίσκεται στην Ι.
Μ. Διονυσίου, του Αγίου Όρους.

[54] Ο κατά σάρκα αδελφός του αγίου
Διονυσίου, Θεοδόσιος, μόλις είχε χειροτονηθεί, το 1370 (επί Αλέξιου Γ’),
Μητροπολίτης Τραπεζούντας και συνέβαλε επίσης από την θέση αυτή, ώστε να
εκδοθεί το σχετικό χρυσόβουλλο.

[55] Περί αυτού αναφέρει ο Δοσίθεος
Ιεροσολύμων (Δοσιθέου Δωδεκαβίβλος, Βιβλία Α & Β, σ. 101, 121, 122).

[56] Μαρτύρησε δια αποκεφαλισμού στην
Νικομήδεια, υπό του Λικινίου, το 317 μ. Χ. επειδή προστάτεψε την όμορφη
ακόλουθο της αυτοκράτειρας Κωνσταντίας, την Γλαφύρα. Η μνήμη του τιμάται, όπως
και της αγίας Γλαφύρας, στις 26.4.

[57] Ο βοηθός του Μητροπολίτου
Αμασείας Ευθύμιος Αγριτέλλης απεβίωσε, στις 29.5.1921, από τις κακουχίες  και τις συνθήκες κράτησης του στις φυλακές
της Αμάσειας. Μεταθανάτια δε καταδικάστηκε στον δια αγχόνης θάνατον από τα
Δικαστήρια Ανεξαρτησίας της Αμάσειας.

[58] Καταδικάστηκε όπως και πολλοί
άλλοι Πόντιοι, ερήμην σε θάνατο, από τα Δικαστήρια Ανεξαρτησίας της Αμάσειας,
στις  7/20.9.1921. Αργότερα ως
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος αρνήθηκε να ορκίσει την κατοχική κυβέρνηση
των Γερμανών.

[59] Καταδικάστηκε όπως και πολλοί
άλλοι Πόντιοι, ερήμην σε θάνατο, από τα Δικαστήρια Ανεξαρτησίας της Αμάσειας,
στις 7/20.9.1921. Όταν δεν ήταν πλέον «χρήσιμος», ίσως και «επικίνδυνος», τον
«εξόρισαν» στην Βιέννη, ως «Έξαρχο», απεβίωσε στις 11.2.1935, στην Βιέννη. Το
δε «αντιρωμαίικο» ελληνικό βαθύ (παρά)κράτος αρνήθηκε ακόμη και να πληρώσει τα
έξοδα της κηδείας του. Πρόλαβε όμως τουλάχιστον να δει την Μακεδονία ελεύθερη.
Τα λείψανα του μεταφέρθηκαν από την Βιέννη στην Καστοριά το 1959. Ο Θεός να τον
αγιάζει.

[60] Από τα Δικαστήρια Ανεξαρτησίας
της Αμάσειας, στις 8/21.9.1921

[61] Μια συλλογή σπανίων 746 κωδίκων
(482 ελληνικοί, 264 λατινικοί), τις οποίες μετέφερε, ο πάλαι ορθόδοξος
Μητροπολίτης Νίκαιας και ύστερα «απολακτίσας»
παπικός Καρδινάλιος Βησσαρίων, από τον Πόντο στην Δύση (Βενετία, Ιταλίας), όπου
και απέθανε (Ραβέννα).

[62] Σώζεται επιστολή του προς την
γυναίκα του από τις φυλακές της Αμάσειας του 1921.

[63] Με πιθανή ετυμολόγηση από την
λέξη Σίλη = Αυγή,
όπως σέλας, (σ)ειλη, δείλη, δειλινό ή εκ του 
ΣυλFη = Silvanus, δασώδης, ύλη και  υλοτομία..

[64] «Άμα
κι έτονε ο νταή μ’ ο Χάτζηκας, εμείς ατώρα ούλ’ αποθαμέν’ θα έμνες», έλεγε και ξαναέλεγε η γιαγιά
μου Άννα Μαυρίδου (Αννίτσα «Κερασάβα»), το γένος Αναστασιάδη, σύζυγος του
«Κιρτινλή» Ανέστη Μαυρίδη («Κερασάς»)
του Λαζάρου και της Ελένης. Ο καπετάν Χατζήκας Τάραλης σκοτώθηκε σε μια ενέδρα
του Τοπάλ Οσμάν, του «Χίτλερ της Κερασούντας». Ο προαναφερθείς
Τοπάλ Οσμάν ήταν «γνωστός» της οικογενείας των παππούδων μας, καταγόταν δε από το χωριό της γιαγιάς μας, την Σίλη και δούλευε σαν νέος στα «εξοχικά»
καφενεία της Κουλά-Καγιάς (θέρετρο Κερασούντας) μαζί με τους συγγενείς μας,
κατά τα λεγόμενα του πάτερα μας Γεωργίου Ανέστη Μαυρίδη. Οι απόγονοι του
Χάτζηκα Τάραλη («μπάρμπα-Λάζαρος») ήρθαν κατά την ανταλλαγή στο Κεφαλάρι («Πουνάρ-Μπασή»)
Δράμας, στο χωριό της μητέρας μου Παρθένας Μαυρίδου το γένος, του Τριαντάφυλλου
(ο «Γαλανώτες»), από το Καγιαλάν
(Γάλαν) του Γορούχ, Κερασούντος. Υπάρχει μάλιστα δημοσιευμένο  έγγραφο που πιστοποιεί την αρχηγία του
Χατζήκα Τάραλη στο «Αρχείο Πόντου».

[65] Μια σύντομη ανάγνωση του βιβλίου
του Γαβριηλίδη, Αντ. (1924), Η Μαύρη Εθνική Συμφορά του Πόντου 1914-1922.
Ιδιαίτερη απέχθεια προκαλεί στους πολιτισμένους ανθρώπους ο αιμοσταγής
δολοφόνος Τοπάλ Οσμάν, ο στενός συνεργάτης και σωματοφύλακας (βλέπε και «Σύνταγμα Προεδρικής Φρουράς» του
Κεμάλ αποτελούμενο από μουσουλμάνους της Κερασούντας) του επίσης περιωνύμου
τέρατος, του εβραιότουρκου γενίτσαρου «ντοντμέ» (δηλαδή Εβραίου
αλλαξοπιστήσαντος) της Θεσσαλονίκης Κεμάλ. Η συμπεριφορά όλων των «γενιτσάρων»,
ελλήνων και μη, είναι σχεδόν πάντα η ίδια, δηλαδή θηριώδης!

[66] Ήταν δηλαδή μια προσφορά
αλληλοβοηθητικής εργασίας, ένας είδος πρότυπου συνεταιρισμού «κόπου και
ιδρώτα», όπου όλοι μαζί δούλευαν στο χωράφι ενός άλλου.

[67] Χαρακτηριστικό της ποντιακής
κοινωνίας και της αλληλεγγύης της ήταν και το έθιμο του «κουλίσματος», όπως μας
το περιγράφει ο Σουρμένης, Ντίνος («Το κούλισμα», 1936, Ποντιακά Φύλλα 1, σελ.
22-23). Πρόκειται για την «ιεροτελεστία» της αλιείας του χαψιού (βασικό είδος διατροφής μαζί με το καλαμπόκια ή
«λαζούδε» και τα φασόλια), της μεταφοράς του από γυναίκες, του καθαρίσματος των
χαψιών, δηλαδή του καθ’ αυτού «κουλίσματος», όπου διαμείβονταν διάλογοι,
μονόλογοι, διηγήσεις παραμυθιών, ανεκδότων και πειραγμάτων και παρασκευής του
πάνω στην «παρακαμή» (πυρωσιά), όπου έβαζαν ειδικά «κουρία» (χοντρά κούτσουρα).
Το κούλισμα και όλα τα επακόλουθα κρατούσε συνήθως μέχρι τα μεσάνυχτα και
αργότερα, ότι δε περίσσευε σε χαψιά τα αλάτιζαν, είτε ως «βαρύπαστα» (μακράς διαρκείας),
είτε «μελίπαστα» (με κοντινή «ημερομηνία λήξης»).

[68]
Ο
ιερεύς Ευστάθιος Γραμματικόπουλος αναφέρει σχετικά: «Η παιδεία ολοσχερώς είχεν εκλείψει εκ της Τραπεζουντιακής Χώρας, μη
επιτρεπούσης της Κυβερνήσεως <της Οθωμανικής δηλαδή, ημετέρα σημείωσις>
Σχολεία. Εν δε τοις χωρίοις εδίδασκον οι ιερείς εν ιδιωτικοίς οίκοις, η εν
κελλίοις των Εκκλησιών, εάν υπήρχον, πολλάκις εν τοις Νάρθιξι, πάντοτε δε μετ’
επιφυλάξεως, γράφοντες επί πινακιδίων τα πρώτα αλφαβητικά μαθήματα, ως
ανάγνωσις δε εχρησίμευον τα εκκλησιαστικά βιβλία, Παρακλητική, Ψαλτήριον,
κ.τ.λ.π.» και συνεχίζει «Κατά δε την
μακράν και οδυνηράν ταύτην περίοδον, οι λειτουργοί ούτοι του Υψίστου μετ’
απαραδειγματίστου ζήλου και επιμελείας, ανέλαβον την ανόρθωσιν του ήδη εν
παχυλή αμαθεία πεπτωκότος έθνους». Αυτά και ως απάντηση περί τινών
διαδεδομένων δυσφημών, δηλαδή περί της δήθεν μη υπάρξεως «κρυφών σχολείων», βλ.
Πελαγίδης, Στ. (2001), σ. 30

[69]«Όταν βρίσκεστε με τους άπιστους σκοτώστε τους, κόφτε τα κεφάλια τους,
δέστε τους, βάλετε τους στη φωτιά, κάνετε τους σκλάβους και κρατείστε τους
φυλακισμένους ή βάλετε τους να πληρώσουν λύτρα ανάλογα πως θα το κρίνετε
σκόπιμο. Μην τους αφήνετε τέλος ν’ ανασάνουν και μη σταματάτε να τους
κατατρέχετε ώσπου να υποταχτούν». Βλέπε Κολονέλ Βουτιέ, «Απομνημονεύματα»,
99, στο: Ζιάγκος, Νικόλαος Γ. (1974), Τουρκοκρατούμενη Ήπειρος, Τιμαριωτισμός,
Αστισμός, Νεοελληνική Αναγέννηση (1648-1820), Αθήνα, σ. 9

[70] Ο Νικόλαος Ζιάγκος
(Τουρκοκρατούμενη Ήπειρος, σ. 10) αναφέρει ότι 
αυτή η διάταξη καταργήθηκε για λίγο διάστημα μόνο, το 1672. Βλέπε επίσης
Σιμόπουλος, Κυριάκος (1972), Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 330-1700, τόμος Β΄,
σ. 293, σημ. 1, Αθήναι

[71] Βλέπε. Σιμόπουλος, Κ. (1973):
Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1700-1800, Αθήνα, σελ. 399 και Χατζηφώτης, Ι. Μ.
(2002): Η καθημερινή ζωή των Ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Παπαδήμας, σ. 370.

[72] Βρυεννίου, Ιωσήφ (1768), Τα
ευρεθέντα, τόμος 2, Λειψία, σ. 277. Όπως μάλιστα αναφέρει και ο άγιος Νικόδημος
ο Αγιορείτης, ο ίδιος αυτός μονάχος Ιωσήφ Βρυέννιος προλέγει και τις αιτίες της
πτώσεως ή αλώσεως («η των Ρωμαίων αρχή καταλυθήσεται») της πόλεως: 1. Ένεκα της
αφέσεως των αμαρτιών έναντι βαλαντίου, αργυρού ή χρυσίου, επειδή δηλαδή
πουλούσαν τον Χριστό, (Βρυεννίου, Ιωσήφ, 1768, Τα ευρεθέντα, τόμος 2, Λειψία,
Λόγος τρίτος, σ. 244 – 272), «ότι
δια το πωλείσθαι καθ’ εκάστω το του Χριστού σώμα και αίμα παρά των ούτω
λεγομένων Πνευματικών…το ημέτερον γένος αφανισμώ παραδίδοται και Ισμαηλίταις
περιπίπτει»,  2.
Ένεκα Σιμωνίας (δηλαδή εξαγοράς ιερατικών θέσεων και βαθμίδων) και 3.
Συλλείτουργα μετά των Λατινοφρονούντων (δηλαδή τέλεσης θειων λειτουργιών και ακολουθιών
με παπικούς «ιερωμένους»).

[73] Αρχ.
Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (1922), Οι Νεομάρτυρες, Αθήναι, σ. 5

[74]Ένα περίπου αιώνα
(1330) πριν την Άλωση μαρτύρησε ο Ιωάννης
ο Τραπεζούντιος στο Άκκερμαν της Μαύρης Θάλασσας, ενώ λίγο μετά την Άλωση
μαρτύρησε ο ιερέας Πέτρος ο Τραπεζούντιος, στην Τραπεζούντα (Χρυσόστομος
Παπαδόπουλος (1922), «Οι Νεομάρτυρες»,
Αθήναι, σ. 11-14 και Μαυρίδης, Δ. (2010), Ο Άγιος Ιωάννης ο Τραπεζούντιος ο
Πολιούχος της Μολδαβίας,  http://www.enromiosini.gr/4E6709AF.el.aspx
)

[75] «Αι περιστάσεις ήσαν τόσο δειναί δια το Γένος, ώστε πολύ δυσκόλως
συγκροτείτο ο λαός εις μιαν θρησκείαν, εξ ης μόνον περιφρόνησιν, εξευτελισμόν,
ταπεινώσεις, βασάνους, πενίαν και τυραννίαν εκαρπούτο», Δρόσος, Χ. Γ.
(1993), σελίς 351. Βλέπε και Ράχος, 1952, σ. 39.

[76] Χρυσόστομος
Παπαδόπουλος (1922), Οι Νεομάρτυρες,
Αθήναι, σ. 40

[77] Στάθης
Βενιαμίδης από τη Γαλίανα: «ανάθεμα
και τον κεμάλ π’ εγέντονε αιτία, τον πόντο ν’ ευκαιρώνομε απές σο ’23».

[78] Το ίδιο είπε και η κ.
Χριστίνα Λαγκάρτ, του ΔΝΤ, ότι δηλαδή «δεν
λυπάται τους Έλληνες, αλλά τα παιδιά του Νίγηρα». Αμφιβάλλω όμως αν
γνωρίζει που βρίσκεται ο Νίγηρας. Πάντως έβγαλε από μέσα της μια αλήθεια, που
οι άλλοι «φίλοι» μας στην Εσπερία την κρατούν στα κατάβαθα της ψυχής τους!

[79] Όσοι μπορούσαν έκαναν χρήση του
μπετέλ ή «αντισηκώματος», δηλαδή εξαγορά της στρατιωτικής τους θητείας.

[80] Κάποιος τούρκος (Μετζή-Οσμάν)
έλεγε ότι από την ισότητα Χριστιανών και Μωαμεθανών εξαρτάται η τιμή της
Τουρκίας.

[81] Έκφραση του Νουρεντίν
Πασά, του δημίου του αγίου Χρυσοστόμου, επισκόπου Σμύρνης.

[82] Οι απόγονοι του Τοπάλ Οσμάν
(θέλοντας να γίνει ήρωας, πήγε στο μέτωπο να πολεμήσει με κανονικούς
στρατιώτες, όταν δε έσκασε μια ελληνική οβίδα δίπλα του, έγινε όχι μόνο
κουτσός, αλλά και «ήρωας» (gazi) σκοτώνοντας όμως τώρα αθώους γέροντες, γυναίκες, παιδιά και βρέφη),
σήμερα είναι πάμπλουτοι, με τις κλεμμένες περιουσίες, των παππούδων μας και τις
χρυσές λίρες, που του έδωσαν, για να κάνει τα «στραβά μάτια», για να μπορέσουν
να διαφύγουν στην απέναντι ακτή της Κριμαίας ( προφορικές μαρτυρίες των
παππούδων μου Ανέστη και Άννας Μαυρίδη).

[83] Το 1857 καταγράφηκαν 30.000
κρυφοί χριστιανοί, ενώ ολόκληρα χωριά το ένα μετά το άλλο αποκάλυπταν το
μυστικό τους. Το 1914 έκθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Υπουργείου
Εξωτερικών της Ελλάδος επισήμως τους ανέβασε σε 43.000. Προσφάτως δε (2005)
όταν ιερέας «έδινε ονόματα» ρώτησε και μια γυναίκα εάν θέλει και αυτή «όνομα»
και έλαβε την απάντηση «εγώ, όνομαν κι’
θέλω, εγώ όνομαν έχω»! Κάποιες άλλες «πηγές» κάνουν αναφορά για 2 περίπου
εκατομμύρια «σίγουρους» Κρυπτοχριστιανούς στην σημερινή (2012) Τουρκία.

[84] Δυστυχώς αυτό δεν είναι
αυτονόητο για μερικούς «Έλληνες», μάλιστα με θέσεις κυβερνητικές…Quo Vadis
Romagna…;

[85] Η Ρωσία του Λένιν έδωσε εντολή
στον πρέσβη της Αράλωφ (Simon Ivanovich Aralov, 1880-1969) «να αδιαφορεί για τις σφαγές των Ελλήνων, για μην θιχτεί το εθνικό
φιλότιμο των Τούρκων». Η δε σχετική σύναψη «ειρήνης» έγινε τον Μάρτιο του
1918 και στις 16 Μαρτίου του 1921 υπογράφτηκε στην Μόσχα η σχετική συνθήκη
ειρήνης. Ο δε Gill, Die sowjetisch-türkischen Beziehungen von der russischen Revolution 1917 bis zum Ende des Ersten Weltkrieges, Dissertation, Basel, 1969, σ. 141, αναφέρει ότι «η ρωσική βοήθεια προς την Τουρκία έφτασε τα
δέκα εκατομμύρια ρούβλια σε χρυσό και πέρα από αυτό οι Μπολσεβίκοι πρόσφεραν
στην Τουρκία πλοία και όπλα  διαφόρων
ειδών» (Φωτιάδης, K., 2001, σ. 461).

[86] Ο Γερμανός πρεσβευτής Metternich (δεν είναι ο «γνωστός»
Αυστριακός μισέλληνας) γράφει στις 30.6.1916 προς τον καγκελάριο του: «Ο Ελληνισμός αποτελεί το κατεξοχήν
πολιτιστικό στοιχείο της Τουρκίας και θα καταστραφεί σίγουρα …αν δεν
εμποδιστούν οι εξελίξεις αυτές απέξω» (Φωτιάδης, K., 
2001, σ. 446). Τους ίδιους φόβους εξέφραζαν και οι Αυστριακοί πρόξενοι Bergfeld, Stangfeld και Kwiatkowski αλλά οι κυβερνήσεις τους είχαν
άλλα σχέδια!

[87]Βέβαια έτσι  και ο Κεμάλ Ατατούρκ (Άτας = πατέρας, «προσφώνησις
φιλοφρονητικὴ
νέου πρὸς
πρεσβύτερον καὶ
τροφέα, ὡς

<πάππα> πρὸς
τὸν
πατέρα», Ησύχιος Αλεξανδρεύς)
είναι και αυτός βέρος …«Μακεδόνας» αφού γεννήθηκε στα περίχωρα του Λαγκαδά!

[88] Διαβάστε το βιβλίο ημερολόγιο
ενός ποντίου πρόσφυγα του Παναγιώτου Κ. Φωτιάδου, «Όλοι κλέβουν. Μα ποιός πταίει;», από τις εκδόσεις Αφοί Κυριακίδη
για να αντιλήφθητε το μέγεθος της απάτης των «Ποντιοπατέρων».

[89] Το μίσος “contra grecos” σε Ανατολή και Δύση
είναι όντως απερίγραπτο και ανυπέρβλητο! (Βλ. Παπαδόπουλος, Γ. Γ. , «Τα κατά
τον αοίδιμον πρωταθλητήν του ιερού των Ελλήνων αγώνος τον Πατριάρχην
Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριον τον Ε’», Τόμος Α’, Εν Αθήναις, Παρά τω εθνικώ
τυπογραφείω, 1865, σ. 38). Et ceterum censeo Carthaginem esse delendam… έλεγε ο Κάτων ο πρεσβύτερος για την
Καρχηδόνα, εννοούσε όμως και την Κόρινθο.

[90] Ετυμολογικές παρατηρήσεις: τσόλ΄ = έρημη, δάκρεα = δάκρυα, lacrima,
δίψυχος = έγκυος, διότι κουβαλάει μέσα της δυο ψυχές (αναγνώστη έχε θάρρος και
βλέπε και την νόμιμη γενοκτονία των περίπου 500.000 εκτρώσεων ανά έτος, δηλαδή
μιας ολάκερης Ελλάδας (10.000.000 ελλήνων, «ολοκαύτωμα» στον βωμό της
Αφροδίτης, από τότε που ο φόνος έγινε έννομος!), χέρεα = χέρια, αχπάσκουμαι =
ξεκινώ να πάω, χαμέλυνον = χαμήλωσε, ολίον = ολίγον.

[91] Ευτυχώς αυτή η χώρα
έχει και Μακρυγιάννηδες («Απομνημονεύματα», «Οράματα και Θάματα») και
Παπαμιχαλόπουλους («Περιήγησις εις τον Πόντον», 1903).

[92] «Η Παναΐα εποίκεν το θάμαν ατς»
και τους χάρισε τις πρώτες «Θειες Λειτουργίες» μετά από ενενήντα χρόνια
«Κεμαλικής αρνησιθρησκίας».

 

(1554) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *