Το μεγάλο στοίχημα της Αειφορίας

Υπάρχει ένα απλό θεώρημα πολιτικής οικονομίας: Σε εποχές οικονομικής ανόδου και ευημερίας συνήθως τίθενται τα μεγάλα προβλήματα της επόμενης φάσης. Τίθενται, αλλά δεν μπορούν να λυθούν! Ουδείς είναι πρόθυμος να διακινδυνεύσει την παραμικρή αναστάτωση όταν όλα μοιάζουν να πηγαίνουν καλά…

Σε εποχές κρίσης συνήθως συμβαίνει το αντίθετο: τότε μπορούν να λυθούν τα προβλήματα, αλλά δεν μπορούν πλέον να τεθούν! Όλοι ψάχνουν λύσεις προς τα πίσω, χωρίς να μπορούν να κοιτάξουν μπροστά. Αναπολούν τη «χαμένη ευημερία» του πρόσφατου παρελθόντος. Θέλουν να επιστρέψουν στην προηγούμενη φάση, δεν αντέχουν να οραματιστούν την επόμενη…

Η εξέλιξη δεν ακολουθεί γραμμική πορεία. Συνηθέστερα ταλαντεύεται ανάμεσα στη ψευδαίσθηση και την ανάγκη, ανάμεσα στον εφησυχασμό και το φόβο, ανάμεσα σε ένα κυνισμό χωρίς ηθικές αναστολές κι ένα υποκριτικό ιδεαλισμό εκτός πραγματικότητας. Ανάμεσα στην τύφλωση της ευημερίας και την τύφλωση του πανικού. Ανάμεσα στην αλαζονεία της ισχύος και την μοιρολατρία της ηττοπάθειας.

Η σχέση της Οικονομίας με το Περιβάλλον δεν ξεφεύγει από αυτό τον κανόνα. Τον επιβεβαιώνει πλήρως…

Στην προηγούμενη φάση οικονομικής ανόδου, οι κοινωνίες απολάμβαναν τα αγαθά μιας ανάπτυξης μη βιώσιμης. Αλλά δεν το αντιλαμβάνονταν.

Τα πιο κριτικά πνεύματα διαπίστωναν την περιβαλλοντική επιβάρυνση που προέκυπτε ως αποτέλεσμα αυτής της ανάπτυξης. Και ζητούσαν να επιβληθούν οικολογικού χαρακτήρα περιορισμοί. Να χρεωθούν οι ρυπαντές, να φορολογηθεί η ρύπανση, να απαγορευθούν πρώτες ύλες και προϊόντα που ρυπαίνουν, να αυτοδεσμευτούν οι χώρες ότι θα μειώσουν τους ρυπαντές τους, να αποθαρρυνθεί η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος (εκχέρσωση του Αμαζονίου) για «αναπτυξιακούς» λόγους. Αυτά προέβλεπε σε γενικές γραμμές το περιβόητο Πρωτόκολλο του Κιότο…

Γενικώς, δεν αμφισβητήθηκε το ίδιο το οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης. Απλώς ζητήθηκε να μπουν κάποιοι περιορισμοί ώστε να επιβραδυνθούν οι δυσμενείς οικολογικές επιπτώσεις του…

Το μοντέλο ανάπτυξης, ωστόσο, παρέμενε μη βιώσιμο, ακόμα κι αν επιβάλλονταν οι περιορισμοί αυτοί.

Εξακολουθούσε να κινείται με ενέργεια από τα φυσικά αποθέματα υδρογονανθράκων, να παράγει ενέργεια κεντρικά και να την καταναλώνει αποκεντρωμένα, να περιορίζει τη Γεωργία και να την αντικαθιστά με «υπηρεσίες», να μεταθέτει βιομηχανίες σε φτωχές χώρες του (πρώην) «Τρίτου Κόσμου», να συγκεντρώνει τους πληθυσμούς σε γιγαντιαία αστικά κέντρα και να ερημώνει την ύπαιθρο – υποβαθμίζονται τα αστικά κέντρα που βουλιάζουν από τον υπερπληθυσμό και την ύπαιθρο που απαξιώνεται ακριβώς επειδή ερημώνει.

Αυτό το μοντέλο δεν αμφισβητήθηκε. Απλώς ζητήθηκε να του τεθούν κάποιο «περιορισμοί», ακριβώς επειδή είχε μεγάλη κερδοφορία κι υπήρχαν περιθώρια να επιβραδύνει λίγο τους ρυθμούς του, για να ανακουφίσει το περιβάλλον από την ρύπανση που επέφερε.

Όταν αποδείχθηκε ότι το μοντέλο αυτό χρεοκόπησε(κι όχι για περιβαλλοντικούς μόνο λόγους), προέκυψε η διεθνής χρηματοοικονομική κρίση. Που εξελίχθηκε σε βαθιά ύφεση. Τώρα πια οι κοινωνίες δεν αγωνιούν για το περιβάλλον, αλλά με την οικονομική ανάκαμψη. Δεν δίνουν προτεραιότητα στην ανακούφιση της φύσης, αλλά στην ανακούφιση εκατομμυρίων ανέργων κι ακόμα περισσότερων υποψηφίων ανέργων από τον εφιάλτη της ανεργίας.

Σε συνθήκες κρίσης, οι κοινωνίες προσβλέπουν στην προηγούμενη ευημερία τους. Τη νοσταλγούν, δεν την κρίνουν. Την βλέπουν ως «απολεσθέντα παράδεισο», δεν θυμούνται τις αρνητικές πλευρές της (περιβαλλοντική επιβάρυνση). Σε τέτοιες περιόδους κρίσης τα προβλήματα που είχαν τεθεί προηγουμένως περνάνε πια σε δεύτερη μοίρα. Το μεγάλο τους πρόβλημα είναι να επιστρέψουν εκεί που ήταν πριν.

Σε περιόδους οικονομικής ανόδου βλέπουν το πρόβλημα, αλλά δεν μπορούν να το λύσουν ριζικά. Σε περίοδο κρίσης δεν μπορούν καν να το δουν και να το αξιολογήσουν.

Σχετικές σφυγμομετρήσεις τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ δείχνουν ότι από τον καιρό που ξέσπασε η διεθνής οικονομική κρίση, το περιβάλλον υποχώρησε πολλές θέσεις στις προτεραιότητες των κοινωνιών, ενώ η οικονομική ανάκαμψη ανέβηκε στην πρώτη θέση.

Παντού…

Πέντε θέσεις για «αλλαγή υποδείγματος»

Όμως αξίζει να βγούμε λίγο από τους περιορισμούς που επιβάλλει και τις παρωπίδες που δημιουργεί η σημερινή συγκυρία της κρίσης και να δούμε το πρόβλημα πιο αποστασιοποιημένα. Και πιο μακροπρόθεσμα…

Θα συνοψίσουμε, λοιπόν, τις οικολογικές αναζητήσεις σε πέντε θέσεις:

* Πρώτη θέση: Η προστασία και ανάδειξη του περιβάλλοντος δεν είναι περιορισμός στην ανάπτυξη. Μπορεί να γίνει κίνητρο και μοχλός ανάπτυξης.

Άρα η Οικολογία του μέλλοντος δεν θα περιλαμβάνει μόνο και δεν θα περιλαμβάνει κυρίως περιοριστικά μέτρα προστασίας από ένα ισχύον σύστημα έτσι κι αλλιώς επιβαρυντικό. Αντίθετα, η προστασία του περιβάλλοντος θα αναδεικνύεται ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης κι ως προϋπόθεση περισσότερης ανάπτυξης.

Αυτό το τελευταίο, όταν δηλαδή μετατρέπεται η Οικολογία από «περιορισμός ανάπτυξης» (growth constraint), σε «γεννήτρια ανάπτυξης» (growth generator) και προϋπόθεση περαιτέρω ανάπτυξης (growth requirement), ονομάζεται «Αειφορία».

Όπου το αναβαθμισμένο περιβάλλον θα φέρνει περισσότερο ανάπτυξη, περισσότερο εισόδημα, περισσότερη διάχυση ευημερίας, κι αυτά με τη σειρά τους θα επιτρέπουν περισσότερες επενδύσεις σε αειφορία, άρα ακόμα περισσότερο εισόδημα κλπ.

* Δεύτερη θέση: Για να συμβεί το παραπάνω – δηλαδή, για να υπάρξει δυναμική αειφορίας – πρέπει η προστασία του περιβάλλοντος να γίνει συμβατή με την ανταγωνιστικότητα, όχι να αναιρεί ή να επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα. Μʼ άλλα λόγια να αλλάξει η σχέση Οικολογίας και Ανταγωνιστικότητας. Αυτές οι δύο έννοιες ως τώρα ήταν στην πράξη αμοιβαία αποκλειόμενες. Για να υπάρξει αειφορία πρέπει να γίνουν συμπληρωματικές και αλληλοτροφοδοτούμενες.

Κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο στο σημερινό μοντέλο ανάπτυξης. Και απαιτεί αλλαγή υποδείγματος, όχι βελτίωση του υπάρχοντος.

* Τρίτη θέση: για να υπάρξει αλλαγή υποδείγματος και να οδηγηθούμε στην αειφορία ανταγωνιστικότητας, πρέπει να γίνει η εξής δομική αλλαγή:

Μέχρι τώρα το Περιβάλλον υπεισέρχεται ως «εξωτερικό κόστος» για κάθε επιχείρηση. Δηλαδή η επιβάρυνσή του δεν κοστολογείται από την ίδια την αγορά (γιʼ αυτό και «εξωτερικό» – externality), αλλά πρέπει να κοστολογηθεί κεντρικά από το κράτος.

Αυτό πλέον αντιστρέφεται: Η ανάδειξη του περιβάλλοντος γίνεται πλουτοπαραγωγικός πόρος για κάθε επιχείρηση χωριστά και για την οικονομία συνολικά. Αυτή η μετατροπή του περιβάλλοντος από «εξωτερικό κόστος» σε «πλουτοπαραγωγικό πόρο» είναι η «αλλαγή υποδείγματος» που θα οδηγήσει σε οικονομικό μοντέλο αειφόρου ανταγωνιστικότητας.

* Τέταρτη θέση: Αντί η περιφρούρηση του περιβάλλοντος να είναι υπόθεση μιας κεντρικής αρχής που επιβάλλει περιορισμούς στις επιχειρήσεις (οι οποίες προσπαθούν συνεχώς να τους παρακάμψουν), η αειφόρος ανταγωνιστικότητα μετατρέπει την ανάδειξη του περιβάλλοντος σε αποκεντρωμένο κίνητρο των επιχειρήσεων για μεγιστοποίηση επιτυχίας.

Αυτό σημαίνει ότι η διάρθρωση της οικονομίας θα αποτελείται από επιχειρήσεις αρκετά μεγάλες, ώστε να έχουν μακροχρόνιο ορίζοντα κερδοφορίας, όχι να εξαντλούνται σε βραχυπρόθεσμες «αρπαχτές». Αλλά κι αρκετά μικρές ταυτόχρονα, ώστε να διατηρούν ευελιξία προσαρμογής. Διότι η αειφορία στηρίζεται πρωτίστως στην ευελιξία.

Αρκετά μεγάλες ώστε να εκμεταλλεύονται συνέργειες επί μέρους τμημάτων τους, καθώς η αειφορία στηρίζεται καθοριστικά στις συνέργειες διαφόρων παραγωγικών τομέων. Κι αρκετά μικρές, ώστε καμιά να μη μπορεί να ακυρώσει τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα των υπολοίπων μόνο με το μέγεθος της. Διότι η αειφορία ακυρώνεται όταν πάψει να είναι ανταγωνιστική!

Η αειφόρος ανταγωνιστικότητα, λοιπόν, οδηγεί σε βέλτιστο μέγεθος επιχειρήσεων, το οποίο είναι μικρότερο από ό,τι σήμερα όπου το οικονομικό μοντέλο τείνει προς γιγαντισμό των επιχειρήσεων.

* Πέμπτη θέση: επειδή το φυσικό περιβάλλον υπάρχει παντού και εξαρτάται από τα πάντα (αέρας, ύδατα, φυσικό κάλλος, έδαφος και υπέδαφος κλπ.), η διατήρηση και η ανάδειξή του προϋποθέτει διάχυση αποφάσεων κι ευθυνών, όχι τη συγκέντρωσή τους.

Οδηγεί σε διάχυση εισοδήματος, όχι σε συγκέντρωση ισχύος.

Στηρίζεται σε συντονισμό αποκεντρωμένων δραστηριοτήτων, όχι σε συγκεντρωτική διοίκηση.

Αειφορία σημαίνει ότι ουδείς έχει συμφέρον να πριονίζει το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται όλοι, και γιʼ αυτό ελέγχεται κάθε στιγμή από όλους.

Αυτή η διάχυση αποφάσεων, ευθυνών και εισοδήματος καθιστά το μοντέλο της αειφορίας πολύ πιο δυναμικό, πολύ πιο κοινωνικά δίκαιο πολύ πιο οικονομικά αποτελεσματικό, αφού καταπολεμά, από τη φύση του, τις στρεβλώσεις των καρτέλ και των ολιγοπωλιακών πρακτικών που ακυρώνουν τη διάχυση.

Δεν είναι βουκολική νοσταλγία.

Η αειφορία, λοιπόν, μετατρέπει το περιβάλλον από περιορισμό ανάπτυξης σε γεννήτρια ανάπτυξης. Αυτό οδηγεί σε αλλαγή υποδείγματος πράγμα που σημαίνει τέσσερα πράγματα:

— Ότι η περιβαλλοντική προστασία γίνεται συμβατή με την οικονομική ανταγωνιστικότητα, ενώ ως τώρα η ανταγωνιστικότητα και η οικολογία είναι αμοιβαία αποκλειόμενες.

— Ότι το περιβάλλον μετατρέπεται από «εξωτερικό κόστος» τις παραγωγής σε πλουτοπαραγωγικό πόρο ανάπτυξης.

— Ότι αειφόρος ανταγωνιστικότητα οδηγεί σε μικρότερο βέλτιστο μέγεθος επιχειρήσεων και σε περισσότερες συνέργειες μεταξύ τους και στο εσωτερικό των διαφορετικών τμημάτων τους.

— Ότι η αειφόρος ανταγωνιστικότητα οδηγεί σε πιο αποκεντρωμένες αγορές και μεγαλύτερη διάχυση εισοδήματος.

Υπάρχει σε μερικούς η απλοϊκή άποψη ότι οικολογία είναι μια… «βουκολική» κατάσταση όπου οι άνθρωποι ζουν σε πράσινα λιβάδια, καταναλώνουν οργανικά τρόφιμα και απολαμβάνουν τις χαρές (και τις χάρες) της φύσης. Δεν υπάρχουν εργοστάσια, δεν υπάρχουν αγορές και ανταγωνισμός και μεταφορά εμπορευμάτων.

Όμως, όλα αυτά δεν είναι σκηνές από το «οικολογικό μας μέλλον». Είναι μάλλον το μεσαιωνικό μας παρελθόν! Τότε, πράγματι, δεν υπήρχαν εργοστάσια δεν υπήρχε ρύπανση ποταμών, λιμνών και θαλασσών, δεν υπήρχαν τοξικά απόβλητα ούτε «μεταλλαγμένα», αλλά οι άνθρωποι ζούσαν μαζί με τις ακαθαρσίες τους και τους θέριζαν κάθε τόσο οι επιδημίες, όπως η μαύρη πανούκλα, η ελονοσία, η φυματίωση…

Η αειφόρος ανταγωνιστικότητα είναι ένα μοντέλο που συγκροτεί το μέλλον δεν νοσταλγεί το παρελθόν. Παράγει περισσότερο πλούτο, δεν λεηλατεί τους φυσικούς πόρους, δεν παράγει φτώχεια στο όνομα της Οικολογίας.

Παράγει μεγαλύτερη διάχυση εισοδήματος, γιατί ενεργοποιεί όλους τους πόρους και δεν αφήνει τίποτε να πάει χαμένο (αξιοποιεί ακόμα και τα σκουπίδια, ακόμα και τα απόβλητα).

Δεν συγκεντρώνει ισχύ δημιουργώντας αλαζονικούς νεόπλουτους από τη μία και υποβαθμισμένους νεόπτωχους από την άλλη.

Είναι πιο ανταγωνιστικό από το υφιστάμενο μοντέλο, δεν είναι λιγότερο αναπτυξιακό.

Καθιστά την ανάπτυξη διατηρήσιμη, αυτό-τροφοδοτούμενη και συμβατή με τη διατήρηση του περιβάλλοντος – αυτό ακριβώς σημαίνει αειφορία – δεν ακυρώνει ούτε επιβραδύνει την ανάπτυξη.

Όλα αυτά είναι πράγματα που ακόμα δεν τα έχουμε συνειδητοποιήσει, δεν τα έχουμε συζητήσει, δεν τα έχουμε ψάξει. Δεν έχουμε επενδύσει στις επί μέρους λεπτομέρειές τους. Άρα, ενώ είναι μέσα στα όρια της υπάρχουσας τεχνολογίας δεν έχουν λυθεί τα τεχνικά προβλήματα εφαρμογής τους.

Αυτό που ονόμασαν κάποιοι «πράσινη ανάπτυξη» ήταν περισσότερο ένα προεκλογικό σύνθημα, παρά μια στρατηγική αειφορίας.

Αλλά η αειφορία δεν είναι προεκλογικό σύνθημα, δεν είναι κομματική «σημαία ευκαιρίας». Είναι ένα αίτημα των καιρών μας. Είναι το μεγάλο στοίχημα του 21ου αιώνα για ολόκληρο τον κόσμο.

Δεν είναι ένα κομματικό πυροτέχνημα εν όψει μιας προεκλογικής αναμέτρησης…

Όπως ο 19ος αιώνας ανήκει στον ατμό και ο 20ος στον ηλεκτρισμό, ο 21ος ανήκει στην αειφορία. Μόνο που χρειάζεται να το πάρουμε στα σοβαρά. Να το ψάξουμε σε βάθος. Και να το προετοιμάσουμε συστηματικά.

Όχι να το «κάψουμε» σε κομματικές διαμάχες…

Αναδημοσίευση από το δίκτυο 21 – Ημερομηνία δημοσίευσης: 08-06-09

.

(542) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *