Το τέλος της αρχαιότητας και η αποδημία των φιλοσόφων.

Η συμβατική χρονολογία του τέλους του αρχαίου κόσμου είναι το έτος 529, όταν ο Ιουστινιανός υποχρέωσε την Ακαδημία της Αθήνας να διακόψει τη λειτουργία της. Αυτό ήταν αποτέλεσμα διοικητικών μέτρων και απαγορεύσεων που δημιούργησαν συνθήκες κάτω από τις οποίες η Ακαδημία δεν μπορούσε πια να συνεχί­σει το έργο της. Η σημαντική περιουσία της Ακαδημίας φαίνεται ότι δημεύθηκε, ενώ απαγορεύθηκε η διδασκαλία του δικαίου και της φιλοσοφίας στην Αθήνα. Τα χρόνια εκείνα η Ακαδημία της Αθήνας αριθμούσε σχεδόν εννέα αιώνες ζωής, αν και όπως φαίνεται δεν λειτουργούσε πια στον Κολωνό, ενώ οι πλατωνικές σπουδές είχαν παραχωρήσει τη θέση τους σε ένα μόρφωμα νεοπλατωνισμού, αποκρυφισμού και ανατολικών δοξασιών.


Η διακοπή της λειτουργίας της Νεοπλατωνικής Ακαδημίας της Αθήνας αποτελεί το επιστέγασμα της προσπάθειας του Ιουστίνου και του Ιουστινιανού για θρησκευτική ενότητα. Εκτός από τον διωγμό των εθνικών διώχθηκαν και οι γνωστικιστές και οι μανιχαϊστές, οπαδοί του δυϊσμού, της ιδεολογίας του περσικού εχθρού, τους οποίους μάλιστα η Σασσανιδική Περσία ήταν πρόθυμη να υποδεχθεί ως πρόσφυγες.

Παρά τη διακοπή της λειτουργίας της Ακαδημίας της Αθήνας φαίνεται ότι οι αντίστοιχες φιλοσοφικές σχολές σε άλλες πόλεις της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας συνέχισαν να λειτουργούν για αρκετές δεκαετίες. Η φιλοσοφική σχολή της Αλεξάνδρειας αφοσιωμένη στη διδασκαλία του Αριστοτέλη δεν θίχθηκε, όπως και οι σχολές φιλολογίας στη Γάζα και νομικής στη Βηρυτό.

Εκείνο που είναι γνωστό είναι η μοίρα του τελευταίου σχολάρχη της Ακαδημίας Δαμάσκιου και των άλλων φιλοσόφων που δίδασκαν εκεί. Οι πληροφορίες που έχουμε οφείλονται στον ιστοριογράφο Αγαθία τον Σχολαστικό.

Ο Αγαθίας επαινεί το σώμα των φιλοσόφων δασκάλων της Ακαδημίας, τους οποίους χαρακτηρίζει ως «άκρον άωτον» της διανόησης της εποχής τους. Εκτός από τον Δαμάσκιο από τη Συρία, ηγέτη και σχολάρχη της Νεοπλατωνικής Σχολής, οι υπόλοιποι έξη φιλόσοφοι ήταν οι: Σιμπλίκιος από την Κιλικία, σχολιαστής του Αριστοτέλη, Ευλάμπιος από τη Φρυγία, Πρισκιανός από τη Λυδία, που συνέγραψε αργότερα ένα φιλοσοφικό εγχειρίδιο για τον βασιλέα Χοσρόη, Ερμείας, Διογένης από τη Φοινίκη και Ισίδωρος από τη Γάζα. Αν εξαιρέσουμε τον Δαμάσκιο, τον Πρισκιανό και τον Σιμπλίκιο, λίγα είναι γνωστά για τους υπόλοιπους φιλοσόφους και δεν έχουν διασωθεί γραπτά τους.

Ο Αγαθίας διηγείται πως οι φιλόσοφοι της Ακαδημίας είχαν εξιδανικεύσει τον διάδοχο του περσικού θρόνου Χοσρόη, για τον οποίο κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή φήμες που τον ανέβαζαν σε πρότυπο αρετής και σοφίας. Οι κύκλοι της Ακαδημίας σχημάτισαν την εικόνα ενός ιδανικού περιβάλλοντος στην αυλή της Περσίας στην Κτησιφώντα, όπου είχε πραγματοποιηθεί το πλατωνικό ιδεώδες του φιλοσόφου βασιλέα και όπου θα μπορούσαν να βρουν ένα περιβάλλον ιδανικό για φιλοσόφους. Η εξιδανίκευση της ζωροαστρικής Περσίας εξηγείται από την παλιά αντίληψη ότι το πνεύμα του Ζωροάστρη αναδυόταν μέσα στην πλατωνική σοφία. Οι πλατωνιστές εκτιμούσαν τον Ζωροάστρη ως έναν από τους μεγαλύτερους φωτοδότες του κόσμου. Άλλωστε η ζωροαστρική επανάσταση, ως απελευθέρωση της θρησκευτικής σκέψης από την ύλη προς την κατεύθυνση μιας ανώτερης ηθικής και μιας υψηλής σοφίας, συγκίνησε τους στοχαστές από την αρχαιότητα μέχρι τον Φρειδερίκο Νίτσε. Την ίδια εποχή, η Κωνσταντινούπολη βρισκόταν σε πόλεμο με την Σασσανιδική Περσία, πράγμα που δεν εμπόδισε τους φιλοσόφους της Ακαδημίας να επιχειρήσουν αποδημία στην περσική αυλή. Πρέπει να συμπεράνουμε ότι η αυτοκρατορική διοίκηση συμπεριφέρθηκε με επιείκεια προς τους φιλοσόφους, τους έδωσε τα μέσα και τους επέτρεψε να καταφύγουν στην Κτησιφώντα, παρά τις πολιτικές διαστάσεις του θέματος, αφού το επεισόδιο αυτό αποτελούσε πρόκληση για τον ίδιο τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Η αποδημία των φιλοσόφων φαίνεται να έγινε μετά το 529, αφού ο Χοσρόης, στον οποίο προσωπικά κατέφυγαν, ανέβηκε στον περσικό θρόνο το 531. Δεν είναι επίσης κατανοητό πώς η ομάδα των φιλοσόφων πραγματοποίησε το μακρύ και επικίνδυνο ταξίδι προς την Περσία, περνώντας μάλιστα από το μέτωπο των εμπολέμων.

Ωστόσο, τα όνειρα και οι επιθυμίες των φιλοσόφων διαψεύσθηκαν οικτρά αμέσως μετά την άφιξή τους στην περσική αυλή της Κτησιφώντος, όπου πίστευαν ότι θα μπορούσαν να ζήσουν όπως επιθυμούσαν. Πρώτα-πρώτα, παρά την ευνοϊκή υποδοχή τους από τον Χοσρόη και τη γενναιοδωρία του, διαπίστωσαν ότι οι κορυφαίοι Πέρσες ήταν αλαζόνες και ανυπόφορα υπερφίαλοι. Αντί να συναντήσουν το ιδεατό περιβάλλον που με τη φαντασία τους είχαν κατασκευάσει, βρέθηκαν μέσα σε έναν κόσμο ανηθικότητας, βουλιμίας, αποθηρίωσης, ωμότητας, απανθρωπιάς και καταπίεσης, δηλαδή με άλλα λόγια σε έναν κόσμο βάρβαρο. Πολύ γρήγορα και η τελευταία τους ελπίδα διαψεύσθηκε, αφού μιλώντας με τον ίδιο τον Χοσρόη ανακάλυψαν ένα αμαθές άτομο που καυχιόταν ότι φιλοσοφούσε, χωρίς να κατέχει τις βασικές πνευματικές και ηθικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Ο Αγαθίας, μάλιστα, φροντίζει να περιγράψει με λεπτομέρειες το ποιόν του Χοσρόη διηγούμενος πώς ο βασιλιάς υπέκυψε στη γοητεία του Ουράνιου, ενός τυχάρπαστου τυχοδιώκτη, απατεώνα από την Κωνσταντινούπολη, ο οποίος πρόβαλλε και αυτός ως φιλόσοφος. «Αποφεύγουμε και απορρίπτουμε ό,τι μας ξεπερνά», παρατηρεί ο Αγαθίας, σχολιάζοντας την προτίμηση του Χοσρόη προς τον Ουράνιο, παρά το ότι γνώρισε τους πολύ ανώτερους του Ουράνιου επτά φιλοσόφους. Φροντίζει μάλιστα να προσθέσει και τον αφορισμό του Σωκράτη από τον Γοργία: «ανάμεσα στους αδαείς, ο αδαής νικά τον ειδήμονα». Μάλιστα η πεποίθηση των Ρωμαίων ότι ο Χοσρόης ήταν άτομο βαθύτατα καλλιεργημένο, ήταν κατά τον Αγαθία αποτέλεσμα των κομπασμών και της φλυαρίας του Ουράνιου, που επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη γεμάτος πλούτη, θράσος και υπεροψία.

Πολύ σύντομα οι επτά φιλόσοφοι αποφάσισαν να επιστρέψουν το ταχύτερο στην Ελλάδα, παρά να κερδίσουν τα μεγάλα πλούτη που ο Χοσρόης, γοητευμένος από την αίγλη της φιλοσοφίας, τους πρόσφερε. Προτιμούσαν, όπως διηγείται ο Αγαθίας, να φτάσουν στο ρωμαϊκό έδαφος και να πεθάνουν, παρά να μείνουν έστω και λίγο ακόμη στην Περσία.

Εκείνον τον καιρό, το 532, οι Ρωμαίοι και οι Πέρσες συνομολόγησαν ειρήνη, η οποία μάλιστα είχε αποκληθεί «αιώνια», αφού δεν είχε χρονικά όρια. Παραδόξως ένας από τους όρους της συνθήκης που υπογράφηκε αφορούσε τους ίδιους τους φιλόσοφους πρόσφυγες. Σύμφωνα με τον όρο αυτό τους επιτρεπόταν να γυρίσουν στον τόπο τους και να ζήσουν ελεύθερα «κατά την πατρώαν δόξαν», χωρίς να αλλάξουν τις αντιλήψεις τους. Είναι πολύ πιθανό ότι ο παράδοξος, για μια συνθήκη ειρήνης, αυτός όρος τέθηκε από τον ίδιο τον Χοσρόη. Ο Αγαθίας μάλιστα αναφέρει ότι ο Χοσρόης εξάρτησε την έναρξη και την εφαρμογή της εκεχειρίας από την εφαρμογή αυτού του όρου. Είναι φανερό ότι η εικόνα που μας παραδίδει ο Αγαθίας αποσιωπά την γενναιοφροσύνη και το μεγαλείο του Χοσρόη του Α’, του οποίου η βασιλεία είναι ένδοξη και σύμφωνη με τη ζωροαστρική πρόθεση της μεταμόρφωσης του κόσμου μέσω μιας βασιλικής ηθικής. Χαρακτηριστική είναι η σχολή του Σαπούρ, λαμπρό πνευματικό κέντρο της εποχής εκείνης, όπου μεταφράστηκαν στα πεχλεβικά ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης.

Ο Αγαθίας αφηγείται το ταξίδι της επιστροφής των φιλοσόφων στα ρωμαϊκά εδάφη. Ο Σιμπλίκιος δίδαξε κατόπιν στη σχολή της Αλεξάνδρειας, ενώ οι υπόλοιποι φαίνεται ότι κατέληξαν ως δάσκαλοι στις Κάρρες της Μεσοποταμίας.

Την ίδια χρονιά της επιστροφής των φιλοσόφων ο Ιουστινιανός επέλεξε δύο ιδιοφυείς επιστήμονες, εκπροσώπους των ελληνικών παραδόσεων στη Μικρά Ασία και συνεχιστές των ελληνικών μαθηματικών, ως αρχιτέκτονες της Αγίας Σοφίας. Μια νέα εποχή αρχίζει.

.

(442) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *