Μικρές ἐπισημάνσεις σὲ μεγάλες παρανοήσεις

Ἀρχιμ. Ἱερώνυμος Νικολόπουλος

 

Σκοπός τοῦ παρόντος ἄρθρου δέν εἶναι νά διεκδικήσει τήν ἀνατροπή κατεστη­μένων, οὔτε κἄν τήν ἁπλή μεταβολή τῶν ὑφισταμένων ρυθμίσεων. Ἀποτελεῖ ἁπλῶς μιά προσπάθεια περιγραφῆς τῶν ὅσων ἰσχύουν, ὥστε μέσα ἀπό τήν ἀποτύπωση τῆς πραγματικότητας νά ξεπεραστοῦν παγιωμένες προκαταλήψεις, εἰ δυνατόν νά ὑπερβα­θοῦν ἰδεολογικές ἀγκυλώσεις καί σέ κάθε περίπτωση νά ἀπομυθοποιηθεῖ ἡ ὑστερό­βουλα καλλιεργούμενη θεώρηση τῆς ἀπολαβῆς μονομερῶς προνομίων ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέσα ἀπό τό ὑφιστάμενο πλέγμα σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας.

 

Ὅποτε τεθεῖ, συζητεῖται ἔντονα πάντα τό θέμα τῆς συνεισφορᾶς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στά βάρη τοῦ Κράτους. Τό ἔντονο τῆς συζητήσεως ἀποδεικνύει τό μεγά­λο ἐνδιαφέρον τῶν πολιτῶν γιά τά ἐκκλησιαστικά θέματα, ἀλλά συνάμα καί τήν αἴ­σθησή τους ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι «δικιά τους», οἰκεία καί σημαντική, γι’ αὐτό καί διεκδικοῦν τό δικαίωμα ἐκφορᾶς τῆς ὅποιας ἄποψης. Δυστύχημα ἀποτελεῖ τό ὅτι συνήθως ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία ἀδυνατεῖ, δυσκολεύεται ἤ ἐμποδίζεται νά καταστήσει κοινωνούς τῶν ἀπόψεών Της τούς πολίτες γιά λόγους ἄσχετους μέ τή θεματική τοῦ παρόντος ἄρθρου. Γεγονός πάντως εἶναι ἡ παγιωμένη δίκην προκατάληψης ἀντίληψη ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀρνεῖται νά συμμετάσχει στά κοινά βάρη διεκδικώντας γιά τόν ἑαυτό Της φορολογικές ἀπαλλαγές, ἑνίοτε κατά τρόπο σκανδαλώδη. Εἶναι ὅμως, ἔτσι;

 

Ἡ βασική πηγή προσπορισμοῦ ἐκκλησιαστικῶν ἐσόδων εἶναι οἱ μέσω τῆς κηρο­πωλησίας ἐκούσιες εἰσφορές τῶν πιστῶν, ἤ ἄλλοιῶς τό παγκάρι. Πρίν ἐξετάσουμε ὁ,τιδήποτε ἄλλο, ὀφείλουμε νά ἀναγνωρίσουμε τήν ἀνωτερότητα καί τή διάκριση μέ τίς ὁποῖες λειτουργοῦν τά περισσότερα ἐκκλησιαστικά συμβούλια στή χώρα μας, ἀφή­νοντας στήν ἐλεύθερη προαίρεση τοῦ πιστοῦ τήν ἐπιλογή τοῦ τί θά ρίξει στό παγκάρι. Ἐξαιρέσεις μπορεῖ νά ὑπάρχουν, ἰδίως σέ περιπτώσεις ὅπου ὑφίσταται πιεστικό οἰκο­νομικό πρόβλημα στό Ναό π.χ. λόγω ἀνέγερσης, ἁγιογράφησης ἤ ἐκτέλεσης ἄλλου ἐκκλησιαστικοῦ ἔργου, ἀλλά καί τότε ἀναγνωρίζεται ἀπό τούς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλη­σίας ἡ ὅποια ἀνάγκη καί ἀνταποκρίνονται μέ φιλότιμο. Σέ κάθε περίπτωση οἱ εἰσφο­ρές στό παγκάρι εἶναι ἐκούσιες, ἐλεύθερες καί αὐτοπροαίρετες καί προέρχονται ἀπό τούς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τούς πιστούς καί ὄχι ἀπό τό σύνολο τῶν πολι­τῶν. Ἀκριβῶς γι’ αὐτό καί τό χριστεπώνυμο πλήρωμα ἔχει προτεραιότητα στήν ἐκφο­ρά τοῦ ὅποιου λόγου γιά τή διάθεση τῶν χρημάτων τῆς Ἐκκλησίας, μιᾶς πού γιά τήν Ἐκκλησία καί τούς σκοπούς Της τά προσφέρει.

 

Κοινή πεποίθηση εἶναι ὅτι ὅπου ὑφίσταται παγκάρι, πρέπει ὑποχρεωτικά νά θε­ωρήσουμε δεδομένο τόν ἔλεγχο τῆς Ἐκκλησίας σέ αὐτό. Μέ ἄλλα λόγια, στή συνείδη­ση ὅλων ὑπάρχει ἡ ἐντύπωση ὅτι τό κάθε παγκάρι ἄμεσα ἤ ἔμμεσα συνδέεται μέ τήν ἐκκλησιαστική ἀρχή τοῦ τόπου, ἡ ὁποία καί νέμεται τά ποσά πού προκύπτουν ἀπό αὐ­τό. Ὅσοι λοιπόν καλόπιστα διεκδικοῦν νά συνεισφέρει καί ἡ Ἐκκλησία στά κρατικά βάρη, ἤ ὅσοι κακόπιστα προσπαθοῦν νά Τήν πλήξουν καί μέ οἰκονομικά μέσα, ἀντι­παρερχόμενοι τήν ἤδη μεγάλη καί ποικιλότροπη προσφορά Της, τάσσονται ἀναφαν­δόν ὑπέρ τῆς φορολόγησης τῶν «μέσων πορισμοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πλούτου», ἐννοώ­ντας κατ’ ἀρχήν τά παγκάρια καί ἐκφράζοντας τήν ἐπικρατοῦσα πεποίθηση ὅτι ἡ Ἐκ­κλησία ὑπεκφεύγει τήν κοινή ὑποχρέωση.

Κι ὅμως! Πρόχειρη μελέτη τοῦ πράγματος ἄλλα δείχνει, μέ κυριώτερο τό ὅτι στό ζήτημα αύτό διαπιστώνεται, ἄν μή τι ἄλλο, ἔλλειμμα ἐνημέρωσης τῆς κοινῆς γνώμης. Κατ’ ἀρχην ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἀγνοεῖται ἤ σκόπιμα παραθεωρεῖται εἶναι τό ὅτι ἡ Ἐκκλη­σία τῆς Ἑλλάδος ἄλλοτε ἔχει ἀνεχθεῖ, ἄλλοτε ἔχει δεχθεῖ καί ἄλλοτε ἔχει προτείνει τή δήμευση ἤ διάθεση συγκεκριμένων παγκαριῶν Της ὑπέρ τοῦ Κράτους. Καί τό ἔχει κά­νει αὐτό μέ τό σκεπτικό ὅτι, ἐπειδή ἡ πλειονότης τῶν ἐνοριακῶν παγκαριῶν εἶναι μι­κρές καί χωρίς δυνατότητες ἐνορίες, δέν ὑπάρχει νόημα νά ταλαιπωροῦνται μέ φορο­λο­γικές ἐπιβαρύνσεις, οἱ ὁποῖες μένοντας ἀνεξόφλητες λόγω ἀδυναμίας καταβολῆς, ἐ­πιτείνουν τίς δυσμενεῖς γιά τήν Ἐκκλησία ἐντυπώσεις. Μερικά παραδείγματα χρειά­ζο­νται γιά νά καταστήσουν σα­φές τό τί ἐννοοῦμε.

 

Γεγονός ἀναμφισβήτητο τυγχάνει ὅτι στόν ἑλλαδικό χῶρο τό μεγαλύτερο προ­σκύνημα καί ἑπομένως, τό πιό προσοδοφόρο, εἶναι ἡ Παναγία τῆς Τήνου. Σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 1 τοῦ Ν. 349/1976 «Περί διοικήσεως τοῦ Πανελληνίου Ἱεροῦ Ἱδρύματος Εὐαγ­γελιστρίας Τήνου» (Φ.Ε.Κ. 149/1976, τ.Α΄): «Τό Πανελλήνιον Ἱερόν Ἵδρυμα τῆς Εὐαγγε­λιστρίας Τήνου ἐπανέρχεται ὡς ἑνιαῖον νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου ὑπό τήν ἐποπτείαν τοῦ κράτους». Βεβαίως, ὁ ἑκάστοτε Μητροπολίτης Σύρου εἶναι ὁ ex officio Πρόεδρος τῆς δεκαμελοῦς Διοικητικῆς Ἐπιτροπῆς, τά ὑπόλοιπα ὅμως, μέλη ἐκλέγο­νται μέ τή διαδικασία τῶν ἄρθρων 2-6 τοῦ ἀνωτέρω Νόμου. Ἡ δέ διάθεση τῶν ἐσόδων τοῦ Ἱεροῦ Ἱδρύματος ἀποφασίζεται βάσει προϋπολογισμοῦ καταρτιζόμενου ἀπό τή Διοικητική Ἐπιτροπή καί ἐγκρινόμενου ἀπό τό Ὑπουργεῖο Οἰκονομικῶν, χωρίς ἀνά­μειξη τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σύρου ἤ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλά­δος. Διατίθενται δέ τά ἔσοδα αὐτά μεταξύ ἄλλων καί γιά κοινοφελεῖς σκοπούς στήν Τῆνο ὅπως π.χ. ἀνέγερση/ἐπισκευή σχολείων ἤ κατασκευή/ἐπισκευή δρόμων, μνημεί­ων, λιμένος κλπ, ἐπί προφανῇ ὠφελείᾳ τοῦ κρατικοῦ κορβανᾶ, ὁ ὁποῖος ἀλλοιῶς θά ἐ­πιβαρυνόταν μέ τά ἀντίστοιχα ποσά. Ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε ὅτι ἀπό τά ἐτήσια ἔσο­δα τοῦ Π.Ι.Ι.Ε.Τ., βάσει Κανονισμοῦ, ἡ Ἱερά Μητρόπολις Σύρου δικαιοῦται μόλις τό 2%, τή στιγμή πού ὁ Δῆμος Τήνου λαμβάνει τό 10%.

 

Ἀνάλογα θά μποροῦσαν νά καταγραφοῦν καί γιά τό ἄλλο μεγάλο προσκύνημα τῆς χώρας, τήν Παναγία Σουμελᾶ, ἄν καί ἐν ὄψει τῆς ὑφιστάμενης ἀντιδικίας μεταξύ ποντιακῶν σωματείων δέν μποροῦμε ἀναλυτικά νά ἀναφερθοῦμε στό ἰσχύον νομικό πλαίσιο. Γεγονός πάντως εἶναι ὅτι οἱ πρόσοδοι καί τοῦ Προσκυνήματος αὐτοῦ δέν ἐνι­σχύουν ἐκκλησιαστικά ταμεῖα, ἐπί προφανῇ ὠφελείᾳ πάλι τοῦ κρατικοῦ κορβανᾶ.

 

Μέ τό Ν. 1416/1984 «Τροποποίηση καί συμπλήρωση διατάξεων τῆς δημοτικῆς καί κοινοτικῆς νομοθεσίας γιά τήν ἐνίσχυση τῆς Ἀποκέντρωσης καί τήν ἐνδυνάμωση τῆς Τοπικῆς Αὐτοδιοίκησης» (Φ.Ε.Κ. 18/1984, τ.Α΄) σαφῶς ὁρίζεται: «Ἡ “Ἐγχώρια Περι­ουσία τῶν νήσων Κυθήρων καί Ἀντικηθύρων” ἀποτελεῖ διακοινοτική περιουσία τῶν ὀργανισμῶν τοπικῆς αὐτοδιοίκησης τῶν Κυθήρων καί Ἀντικυθήρων. Ἡ περιουσία αὐ­τή περιλαμβάνει: (…) β) Τήν κινητή καί ἀκίνητη περιουσία τῶν ἱερῶν προσκυνημάτων τῆς Παναγίας τῆς Μυρτιδιώτισσας, τῆς Ἁγίας Μονῆς καί τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ “ἐν Κρημνῷ” καί τῶν ἀνηκόντων σέ αὐτά παρεκκλησίων.». Περαιτέρω δέ ὁρίζεται ὅτι: «Ἡ διαχείρηση τῆς περιουσίας τῆς προηγούμενης παραγράφου ἀνήκει ἀποκλειστικά στήν “Ἐπιτροπή Ἐγχώριας Περιουσίας”, πού ἀποτελεῖ νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου μέ ἕδρα τήν Κοινότητα Κυθήρων καί ὑπόκειται στήν ἐποπτεία τοῦ κράτους, πού ὑπό­κεινται καί οἱ ὀργανισμοί τοπικῆς αὐτοδιοίκησης τοῦ νησιοῦ. Μέ προεδρικό διάταγμα πού ἐκδίδεται μέ πρόταση τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐσωτερικῶν, ἡ διαχείρηση τῆς παραπάνω περιουσίας μπορεῖ νά ἀνατεθεῖ σέ ἀναπτυξιακό σύνδεσμο τῶν ὀργανισμῶν τοπικῆς αὐτοδιοίκησης τῶν Κυθήρων καί τῶν Ἀντικυθήρων.». Ἀπό τίς ἀνωτέρω διατάξεις νο­μίζουμε προκύπτει ἀβίαστα ἡ κρατικοποίηση ἑνός ἀκόμη μεγάλου προσκυνήματος, καθώς καί δύο μικρότερων καί βεβαίως, τῶν παγκαριῶν τους.

 

Τά ἀνωτέρω παραδείγματα, ὅσο ἐντυπωσιακά κι ἄν εἶναι, θά μποροῦσαν νά θε­ωρηθοῦν ἀπό ὁρισμένους μεμονωμένα. Δυστυχῶς γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, δέν εἶναι ἔτσι. Ἐκτός ἀπό τά συγκεκριμένα «μεγάλα» παγκάρια, τό κράτος ἔχει δεσμεύσει ὑπέρ αὐτοῦ ἤ τοῦ εὑρύτερου δημόσιου τομέα καί συγκεριμένες κατηγορίες παγκαρι­ῶν μέ κριτήριο πάντα τήν ὑψηλή ἀπόδοση.

Ἔτσι, μέ τό ἄρθρο 1 τοῦ Ν. 547/1977, «Περί διοικήσεως καί διαχειρίσεως τῶν μή ἐνοριακῶν ναῶν τῶν κοιμητηρίων» ρητά ὁρίζεται: «Ἡ διοίκησις καί διαχείρησις τῶν ἐν κοιμητηρίοις μή ἐνοριακῶν ναῶν, ὡς καί τῆς περιουσίας αὐτῶν, (…) τῶν δήμων πλη­θυσμοῦ ἄνω τῶν 50.000 κατοίκων, (…) ὡς καί τῶν δήμων ἑδρῶν Νομῶν καί τῶν περι­λαμβανομένων εἰς τήν περιφέρειαν τῆς τέως διοικήσεως πρωτευούσης καί πρώην Δή­μου Θεσσαλονίκης, ἀσχέτως πληθυσμοῦ, ἀσκεῖται κατά τάς περί διοικήσεως καί δια­χειρίσεως τῆς δημοτικῆς καί κοινοτικῆς περιουσίας κειμένας διατάξεις». Μέ τή διάτα­ξη αὐτή, ἡ ὁποία μεταπολιτευτικά ἐπικαιροποιοῦσε καί κωδικοποιοῦσε διατάξεις νο­μοθετημάτων τῆς ἑπταετίας, ὑπήχθησαν ὅλα τά κοιμητήρια σέ Δήμους πληθυσμοῦ ἄ­νω τῶν 50.000 κατοίκων στά νομικά πρόσωπα τῶν Δήμων, μέ αὐτονόητο τό δικαίωμα τῶν Δήμων νά καρποῦνται τά σχετικά ἔσοδα ἐκ κηροπωλησίας, τά ὁποῖα στά κοιμητή­ρια εἶναι ἰδιαίτερα ὑψηλά. Μέ τήν παράγραφο 1 τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἴδιου νόμου ὁ νομο­θέτης διασαφηνίζει ὅτι: «Τά ἔσοδα τῶν ἐν κοιμητηρίοις μή ἐνοριακῶν ναῶν, ὡς καί τῆς περιουσίας αὐτῶν ὧν ἡ διοίκησις καί διαχείρησις ἀνήκει εἰς τούς δήμους ἤ τάς κοι­νότητας, διατίθενται πρωτίστως διά τήν ἐπισκευήν, συντήρησιν, βελτίωσιν, ἐπέκτασιν καί ἐν γένει διατήρησιν εἰς καλήν κατάστασιν τοῦ ναοῦ, ὡς καί διά πάσας τάς ἀνά­γκας τοῦ κοιμητηρίου, περιλαμβανομένης καί τῆς ἐπεκτάσεως τούτου (…). Τυχόν πε­ρισσεύματα τῶν ἐσόδων τούτων διατίθενται ὑπό τοῦ δήμου ἤ τῆς κοινότητος δι’ ἄλ­λους σκοπούς.». Θλιβερή διαπίστωση εἶναι ὅτι πολλοί δήμοι, ἀντιπαρερχόμενοι τήν πρώτη πρόταση τῆς παραπάνω διάταξης, πηγαίνουν κατευθείαν στή δεύτερη, διαθέ­τοντας τά ἔσοδα τῶν κοιμητηρίων «δι’ ἄλλους σκοπούς». Μέ ἄλλες διατάξεις κατοχυ­ρώνεται τό δικαίωμα τῶν δήμων στά κοιμητήρια, ἐκτός τοῦ νά εἰσπράττουν τά παγκά­ρια, νά ἐκποιοῦν συνάμα ἤ νά ἐνοικιάζουν τάφους, καθώς καί νά παρατείνουν τίς σχετικές μισθώσεις, καθιερώνοντας συνολικά ἕνα καθεστώς, τό ὁποῖο ἄν καί ἀφορμᾶ­ται ἀπό τά ταφικά ἔθιμα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, οὐσιαστικά Τήν ἀποκλείει ἀπό τήν ὅποια συμμετοχή, πλήν τῆς λειτουργικῆς, παραδίδοντας τά πάντα στούς Ο.Τ.Α.. Ἀπόρροια αὐτοῦ εἶναι ὁ θεσμικός χαρακτηρισμός τῶν νεκροταφείων ὡς «Δημοτικῶν Ἐπιχειρήσεων Α.Ε.», μέ ὁρισμένους εἰλικρινεῖς δήμους νά τό ἀναγράφουν καί στήν προμετωπίδα τῆς εἰσόδου τῶν κοιμητηρίων τους.

 

Ἐκτός ὅμως, ἀπό τά προσοδοφόρα παγκάρια τῶν κοιμητηρίων, τό κράτος νέμε­ται καί τά παγκάρια τῶν Ναῶν τῶν νοσοκομείων, ἐπιφορτίζοντας τήν κάθε διοίκηση νοσοκομείου νά καταμετρᾶ τίς προσόδους καί νά τίς ἐνσωματώνει στά ἔσοδα του. Εἶ­ναι δέ γεγονός ὅτι ἄσχετα ἀπό τήν ὅποια μεταφυσική θεώρηση τοῦ καθενός, ὅλοι στό χῶρο τοῦ νοσοκομείου σπεύδουν «καλοῦ-κακοῦ νά ἀνάψουν ἕνα κεράκι». Ἔτσι, καί οἱ ἀντίστοιχες πρόσοδοι φυσικό εἶναι νά προσδοκῶνται ὑψηλές. Ἐν ὄψει δέ καί τῶν πε­ρι­ο­ρισμένων οἰκονομικῶν προσόδων τῶν νοσοκομείων, τά ἔσοδα ἀπό τό παγκάρι τῶν νοσοκομειακῶν Ναῶν εἶναι γιά τούς ἀντίστοιχους ὀργανισμούς σημαντική ἀνάσα. Εἰ­δι­κώ­τερα μόνο νά τονίσουμε τό γεγονός ὅτι, ἄν καί τά οἰκόπεδα τῶν νοσοκομείων στήν πόλη τῶν Ἀθηνῶν ἀποτελοῦν κατά κύριο λόγο δωρεές τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀσω­μά­των Πετράκη, ἡ ὁποία θά μποροῦσε εὐλόγως νά ἐπιδιώξει οἱ ἀντίστοιχοι νοσοκο­μει­α­κοί Ναοί νά παραμείνουν σέ αὐτήν ὡς Μετόχιά της, παρά ταῦτα ἡ Ἱερά Μονή οὐδέπο­τε διεκδίκησε κάτι τέτοιο ἀποδεχόμενη τήν ἀντίστοιχη ἀποστέρηση ἐσόδων της.

 

Περιορίζοντας τήν ἔκταση τοῦ παρόντος ἄρθρου δέν καταγράφουμε τίς διατά­ξεις μέ τίς ὁποῖες τά ἔσοδα ἀπό τά παγκάρια τῶν στρατιωτικῶν παρεκκλησίων εἰσ­πράττονται ἀπό τίς διοικήσεις τῶν στρατιωτικῶν σχηματισμῶν στούς ὁποίους ὑπάγο­νται. Σχολιάζουμε μόνον ὡς εὐτυχῆ τήν πρόνοια, τά ἔσοδα αυτά, ἀφαιρουμένων τῶν λειτουργικῶν ἐξόδων τῶν Παρεκκλησίων, νά διατίθενται γιά τή βελτίωση τοῦ συσσι­τίου τῶν στρατευσίμων.

 

Πέραν ὅμως, τῶν ἀνωτέρω, παρατηρεῖται τά τελευταῖα χρόνια μιά σαφής τάση πολλῶν Ὀργανισμῶν ἤ Φορέων τοῦ Δημοσίου νά ἱδρύουν Παρεκκλήσια ἤ νά ἐκμεταλ­λεύονται ὑφιστάμενα σέ ἰδιοκτησίες τους, προκειμένου νά συμπεριλαμβάνουν στά ἔ­σοδά τους καί τό ἀντίστοιχο παγκάρι. Χαρακτηριστική ὡς πρός αὐτό εἶναι ἡ περίπτω­ση τοῦ Ε.Ο.Τ., ὁ ὁποῖος ἰδίως στά θέρετρά του ὅπου ὑπάρχουν ἰαματικά λουτρά καί ἑ­πομένως, πλειοψηφοῦν οἱ ἡλικιωμένοι, ἐπιδιώκει νά λειτουργεῖ Παρεκκλήσιο γιά τίς θρησκευτικές ἀνάγκες τῶν λουομένων, τά ἔσοδα τοῦ ὁποίου προσκυρώνονται στά ἔ­σοδα τοῦ ἀντίστοιχου θερέτρου. Αὐτό γιά παράδειγμα, συμβαίνει στά Λουτρά τῆς λί­μνης Καϊάφα, ὅπου ἐνῶ ἡ Ἱερά Μητρόπολις Τριφυλλίας καί Ὀλυμπίας συγκατατίθε­ται καί στέλνει Κληρικό ἀπό τή Ζαχάρω καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς παραθεριστικῆς πε­ριόδου, τό παγκάρι τοῦ Παρεκκλησίου τῆς Ἁγίας Αικατερίνης Λουτρῶν Καϊάφα τό καρποῦται ὁ Ε.Ο.Τ..

 

Τέλος, χαρακτηριστική τῆς κρατικῆς ὑπεροψίας ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ὑπ’ ἀριθ. Φ. 30215/9797/347 Ἀπόφαση (Φ.Ε.Κ. 1490/23-7-2009, τ.Β΄) τῆς Ὑπουργοῦ Ἀπα­σχόλησης καί Κοινωνικῆς Προστασίας Φάνης Πάλλη-Πετραλιᾶ, λίγες μόλις ἑβδομά­δες πρίν τίς ἐκλογές τῆς 4ης Ὀκτωβρίου 2009, μέ τήν ὁποία μονομερῶς τό κράτος θε­σπί­ζει ὅτι: «Τό ποσοστό ἐπί τῶν ἐτησίων ἐσόδων τῶν ἰερῶν παρεκκλησίων καί ἐξωκ­κλη­σίων πού πε­ριέρχεται στόν Τομέα Προνοίας τοῦ Ὀρθοδόξου Ἐφημεριακοῦ Κλήρου Ἑλ­λάδος τοῦ Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Ὑπαλλήλων, καθορίζεται στό 50% ἐπί τῶν ἀ­καθαρίστων ἐσόδων τους». Ἡ διάταξη ἀφορᾶ τά παγκάρια τῶν Παρεκκλησίων τοῦ κα­ταργηθέντος Ταμείου Προνοίας Ὀρθοδόξου Ἐφημεριακοῦ Κλήρου Ἑλλάδος, τό ὁ­ποῖ­ο μέ τό ἄρθρο 17 τοῦ Ν. 3607/2007 ὑπήχθη ὡς αὐτοτελής κλάδος τοῦ Ταμείου Προ­νοί­ας Δημοσίων Ὑ­παλλήλων, καί ξεκάθαρα θεσπίζει τήν ἐνίσχυση τοῦ ἀσφαλιστικοῦ αὐ­τοῦ τα­μεί­ου ἀπό τό ἥμισυ τοῦ προϊόντος τῶν παγκαριῶν αὐτῶν, τή στιγμή πού τά Πα­ρεκκλήσια αὐτά, τά ὁποῖα περιῆλθαν στήν πλειονότητά τους στήν Ἱερά Ἀρχι­ε­πι­σκο­πή Ἀθηνῶν, χρήζουν ἐκτετα­μένων ἐπισκευῶν εἰδικῆς μορφῆς λόγω ἀρχαιότητας, ἐ­νῶ καί οἱ πρόσοδοί τους δέν ἐ­παρκοῦν ὥστε νά καλύπτουν καί τό ἐπιβληθέν βάρος καί τά λειτουργικά τους ἔξοδα.

 

Νομίζουμε ὅτι ὅλα τά παραπάνω ἀναμφισβήτητα καταδεικνύουν τό γεγονός ὅ­τι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔχει ἀποστερηθεῖ συγκεριμένες κατηγορίες Ναῶν προκει­μένου τά ἔσοδά τους ἐξ ὁλοκλήρου καί αὐτούσια (in corpore) νά ἐνσωματωθοῦν καί νά ἀποτελέσουν εἴτε ἀπ’ εὐθείας προσόδους τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε προσό­δους τοῦ εὑρύτερου δημόσιου τομέα. Σέ κάθε περίπτωση, τό κράτος ὠφελεῖται μεγάλα ποσά, πολύ μεγαλύτερα ἀπό αὐτά πού θεωρητικά θά εἰσέπραττε ἄν ἐπιστρέφοντας τούς ἀνωτέρω Ναούς στή διαχείρηση τῆς Ἐκκλησίας ἐπέβαλε ἑνιαῖο φορολογικό συν­τελεστή στίς προσόδους ἀπό κηροπωλησία σέ ὅλες τίς κατηγορίες Ναῶν συνολικά (ἀ­κό­μη καί ἐάν ἐπανέφερε τόν παλαιό συντελεστῆ φορολογήσεως εἰς 35% ἐπί τῶν ἐκ κη­ρο­πω­λησίας ἐσόδων).

 

Τότε ἀπό τή στιγμή πού ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος συμμετέχει στά κρατικά βάρη καί μάλιστα μέ τό παραπάνω, γιατί δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση ὅτι ἔχει φορολογικά προνόμια καί ἀνεπίτρεπτες ἐλαφρύνσεις; Ἡ σχετική συζήτηση, ἄν καί εἶχε ξεκινήσει νωρίτερα, ἐντάθηκε στίς ἀρχές τοῦ 2004, ὁπότε καί ἡ τότε κυβέρνηση Σημίτη, μέ εἰσή­γηση καί ἐνέργειες τοῦ τότε Ὑφυπουργοῦ Οἰκονομικῶν κ. Ἀπόστολου Φωτιάδη, ἀπο­φάσισε τήν κατάργηση τοῦ ἕως τότε ἰσχύοντος φόρου σέ ποσοστό 35% ἐπί τῶν ἀκαθα­ρίστων ἐσόδων τῶν ἐνοριακῶν Ναῶν ἀπό κηροπωλησία καί ἱεροπραξίες (γάμοι, βα­πτίσεις, μνημόσυνα κλπ). Σημειωτέον ὅτι ἄν καί καταργήθηκε ὁ ἀνωτέρω φόρος γιά τά ἐξ ἱεροπραξιῶν ἔσοδα, δέν καταργήθηκε ρητά καί τό χαρτόσημο ὑπέρ τοῦ ἑλληνι­κοῦ δημοσίου σέ ποσοστό 7,4% ἐπί τῶν ἐσόδων ἐξ ἱεροπραξιῶν. Ὡς λόγος προβλήθηκε τό γεγονός ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐπιτελεῖ ἕνα σπουδαῖο κοινωνικό ἔργο καί ἑ­πομένως τό κράτος, μέ τήν κατάργηση τοῦ ἐπαχθοῦς αὐτοῦ φόρου, τό ἀναγνωρίζει, τό ἐνισχύει καί τό προστατεύει. Ἐπίσης, τότε ἀναγνωρίσθηκε ὅτι μέ ἐξαίρεση τούς μεγά­λους Ναούς τῶν ἀστικῶν κέντρων τῆς χώρας μας, ἡ συντριπτική πλειονότητα τῶν Ἐ­νοριῶν εἶναι σέ ἡμιαστικές ἤ ἀγροτικές περιοχές, μέ συνακόλουθο ἀποτέλεσμα τά μι­κρά ἔσοδα καί τή μή βιωσιμότητά τους σέ περίπτωση διατήρησης τοῦ ἀνωτέρω φό­ρου. Δέν ἔγινε ὅμως, τότε σαφές ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος οὕτως ἤ ἄλλως συμβάλ­λει μέ ὅ­σα ἀνωτέρω ἀναπτύξαμε, στόν κρατικό κορβανᾶ καί ἄρα δικαιοῦται τήν ἐλά­φρυνση αὐ­τή στά παγκάρια τῶν ἐνοριακῶν Της Ναῶν και μόνον. Ἔτσι, πολλοί ἀπό ἀντιπολι­τευ­­τική διάθεση πρός τήν τότε κυβέρνηση ἤ ἀποβλέποντας σέ κομματικά ὠφέλη, ἔ­σπευ­­σαν νά διαχύσουν πρός τά Μ.Μ.Ε. τήν ἐντύπωση προκλητικῶν καί ὄχι ἀνα­γκαί­ων φο­ροαπαλλαγῶν ὑπέρ μιᾶς Ἐκκλησίας πού «ἔχει πολλά».

 

Καί πάλι ὅμως, παρά τό γεγονός ὅτι καταργήθηκε ὁ ἐπαχθέστατος αὐτός φόρος δέν εἶναι ἀλήθεια ὅτι τά ἐνοριακά παγκάρια ἀπολαμβάνουν ἀτέλεια. Καί τοῦτο διότι μπορεῖ μέν νά μήν πληρώνουν πιά φόρο, πληρώνουν ὅμως, εἰσφορές…

 

Συγκεριμένα, μέ τό ἄρθρο 3, παρ. 1 τοῦ Ν.Δ. 228/1973 (Φ.Ε.Κ. 284/1973, τ.Α΄) ἐ­πε­βλή­θη ὑπέρ τοῦ τότε Ταμείου Ἀσφαλίσεως Κληρικῶν Ἑλλάδος (Τ.Α.Κ.Ε.) εἰσφορά σέ πο­­σοστό 7% ἐπί τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων τῶν Ενοριακῶν Ναῶν καί σέ ποσοστό 6% ἐ­πί τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων τῶν μή Ἐνοριακῶν Ναῶν, ἤτοι φιλανθρω­πι­κῶν, ἐκπαι­δευ­τικῶν ἱδρυμάτων, Ἱερῶν Προσκυνημάτων, Κοιμητηριακῶν, ὡς καί πά­ντων τῶν διε­πο­­μένων ὑπό εἰδικῶν νόμων. Ὁ λόγος ἐπιβολῆς αὐτῆς τῆς εἰσφορᾶς ἦταν τό ὅτι ἐπε­τρά­πη ἡ ἐγγραφή στό ἀσφαλιστικό αὐτό Ταμεῖο, τῶν Νεωκόρων καί τῶν Ἱεροψαλ­τῶν ὡς ἀσφαλισμένων του καί ἑπομένως τά ἀνωτέρω ποσοστά καταβάλλονταν ὡς ἐρ­γο­δο­­τικές εἰσφορές τῶν Ἱερῶν Ναῶν γιά τήν ἀσφαλιστική κάλυψη τοῦ προσωπικοῦ τους. Μέ νεώτερα νομοθετήματα ὅμως, οἱ Νεωκόροι και οἱ Ἱεροψάλτες ἀσφαλίζονται πλέ­ον ὑποχρεωτικά στό Ι.Κ.Α., τοῦ ὁποίου ἡ σχετική νομοθεσία προβλέπει τά περί ἐρ­γο­­δο­τικῶν εἰσφορῶν καί τοῦ τρόπου καταβολῆς αὐτῶν, τά ὁποῖα αὐτονόητο εἶναι ὅτι ἐ­πιβαρύνουν τούς Ἱερούς Ναούς. Ἔτσι, οὐσιαστικά ἐξέλιπε ὁ λό­γος ἐπιβάρυνσης τῶν πα­γκαριῶν μέ τά ἀνωτέρω ποσοστά. Ἡ ἐπιβάρυνση ὅμως, αὐ­τή, ὄχι μόνον δέν καταρ­γή­θηκε, ἀλλά μετά τήν ὑπαγωγή τοῦ πρώην Τ.Α.Κ.Ε. καί με­τέπειτα Τ.Π.Ο.Ε.Κ.Ε. (Τα­μεῖ­ο Προνοίας Ὀρθοδόξου Ἐφημεριακοῦ Κλήρου Ἑλλάδος) στό Ταμεῖο Προνοίας Δη­μο­σίων Ὑπαλλήλων (Τ.Π.Δ.Υ.) ὡς αὐτοτελοῦς κλάδου, προ­βλέ­πεται πλέον νά ἀποδί­δε­ται στό Τ.Π.Δ.Υ., ἀσχέτως τῶν ἀσφαλιστικῶν κρατήσεων πού ὑφίστανται οἱ Ἐφημέ­ρι­οι, ὅπως ὅλοι οἱ μισθωτοί, ἐπί τοῦ μισθοῦ τους. Ἔτσι, μέχρι σή­μερα τό Τ.Π.Δ.Υ./Κ.Π.Ο.Ε.Κ.Ε. εἰσπράτει τό 7% ἐπί τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων τῶν Ἐ­νο­ριακῶν Να­ῶν καί τό 6% ἐπί τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων ὅλων τῶν ὑπολοίπων, καλύ­πτο­ντας ἐλ­λείμ­ματά του μέ τίς ἀνωτέρω εἰσφορές τῶν παγκαριῶν. Σημειωτέον ὅτι ἐπί τῆς εἰ­σφο­ρᾶς αὐτῆς ὑπάρχει κράτηση χαρτοσήμου ὑπέρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου σέ πο­σοστό 2,4%, ἡ ὁποία δέν ἔχει καταργηθεῖ καί καταβάλλεται κανονικά ἀπό τούς Ἱε­ρούς Να­ούς.

 

Τά παγκάρια ὅμως, ἐπιβαρύνονται καί μέ ἄλλες εἰδικές, μή ἀνταποδοτικές εἰ­σφο­ρές. Ὅπως ὅλα τά Ν.Π.Δ.Δ. ἔτσι καί οἱ Ἱεροί Ἐνοριακοί Ναοί καί οἱ Ἱερές Μονές, δι­ε­νερ­γοῦν πληρωμές βάσει τιμολογίων. Αὐτονόητο εἶναι ἑπομένως, ὅτι πληρώνουν Φ.Π.Α. σέ ποσοστό συνήθως 23% ἐπί τοῦ πληρωτέου ποσοῦ. Ἐπιπλέον ὅμως, γιά τιμο­λό­για τά ὁποῖα ἀφοροῦν στήν ἐκτέλεση ἐκκλησιαστικῶν ἔργων (ἀνέγερση/ἐπισκευή Να­οῦ, προ­μή­θεια Σκευῶν, ἀμφίων Ἁγίας Τραπέζης, στασιδίων κλπ, ἐκτέλεση καλλι­τε­χνικῶν ἔργων κλπ), ὅπου καί διοχετεύονται μεγάλα ποσά ἀπό τίς εἰσπράξεις τῶν ἀ­ντί­στοιχων Ναῶν, ὑφίσταται ἐπιβάρυνση μέ τά ἑξῆς ποσοστά ὑπέρ τῶν κάτωθι φο­ρέ­ων: α. 1% ὑπέρ Ἀποστολικῆς Διακονίας, τοῦ ἐπιτελικοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς Ἐκκλη­σί­ας τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος συντονίζει τό Ἱεραποστολικό καί πνευματικό ἔργο ἐντός καί ἐκτός Ἑλλά­δας, ὁπότε ἴσως καί νά εἶναι εὔλογο νά ἔχει μία ἀντίστοιχη πρόσοδο ἀ­πό ἐκτέλεση ἐκκλησιαστικῶν ἔργων, β. 3% ὑπέρ Μετοχικοῦ Ταμείου Πολιτικῶν Ὑπαλ­λή­λων (Μ.Τ.Π.Υ.), ἑνός Ταμείου στό ὁποῖο δέν ὑπάγονται οἱ Κληρικοί καί ἑπομένως ἀ­πό τό ὁποῖο δέν λαμβάνουν μέρισμα, ἄρα οἱ σχετικές κρατήσεις εἶναι μή ἀνταποδο­τι­κές, γ. 1% ὑπέρ τοῦ Ταμείου Συντάξεως Μηχανικῶν Ἐργοληπτῶν Δημοσίων Ἔργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.), ἑνός Ταμείου στό ὁποῖο δέν ὑπάγονται οἱ Κληρικοί καί ἑπομένως ἀ­πό τό ὁποῖο δέν λαμβάνουν μέρισμα, ἄρα οἱ σχετικές κρατήσεις εἶναι μή ἀνταποδο­τι­κές. Συ­νολικά, ἡ ἐκτέλεση ἑνός ἐκκλησιαστικοῦ ἔργου προκαλεῖ ἐπιβάρυνση ἐπί τοῦ κό­στους του συνολικοῦ ποσοστοῦ 26% ἐπιπλέον, τό ὁποῖο σαφῶς καί ἀποτελεῖ δυσβά­στα­κτη δαπάνη, ἡ ὁποία καλύπτεται ἀπό τά παγκάρια.

 

Ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω, καταδεικνύεται σαφῶς ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὄχι μό­νον δέν ὑπεκφεύγει τήν κοινή ὑποχρέωση, ἀλλ’ ἀντιθέτως συνεισφέρει καί μάλιστα μέ τό παραπάνω, δυστυχῶς χωρίς νά καθίσταται ἀντιληπτή ἡ προσφορά της αὐτή. Τό ἐ­ρώτημα εἶναι ἀπό ποιό ὅριο καί μετά ἡ ποικιλότροπη καί πολυεπίπεδη αὐτή οἰκο­νο­μι­κή συνεισφορά, μετατρέπεται σέ οἰκονομική ἀφαίμαξη σέ βάρος τοῦ πνευματικοῦ καί προνοιακοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας μας, οὐσιαστικά σέ βάρος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.

 

(Πρώτη δημοσίευση στό περιοδικό ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τεῦχος Ἰουλίου-Αὐγούστου 2010).

(1059) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *