Οι Χριστιανοί Σ(ι)πάχηδες και Γενίτσαροι

Του Δημήτρη Σταθακόπουλου

Με αφορμή το περιβόητο πιά στο ευρύ κοινό σήριαλ του ΑΝΤ1 Σουλεϊμάν ( muhtesem yuzyil ), δράττομαι της ευκαιρίας ν’ αναφερθώ έστω και επιγραμματικά σε μερικούς χαρακτήρες/ αξιωματούχους που παρουσιάζονται ως ρόλοι στο εν λόγω σήριαλ, αλλά που υπήρξαν και στην πραγματική ιστορία, ειδικά δε αυτοί που σχετίζονταν με την εθελοντική ή αναγκαστική συμμετοχή χριστιανόπαιδων που δεν είναι άλλοι από τους Σπαχήδες ( Sipahiler ) και τους Γενίτσαρους ( yenicari/devsirme ) κατά την A’ περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Πρώτα απ’ όλα όμως θα πρέπει να εξετάσουμε τα αίτια που την εποχή εκείνη ( 16ο αιώνα, 1500-1600 ) οδηγούσαν κάποιον άνδρα, αγρότη ή κτηνοτρόφο δουλοπάροικο /κολλήγο / reaya να καταταγεί στον Oθωμανικό στρατό.

Kατά την άποψή μας, ο πρώτος λόγος ήταν η ίδια η φύση της ζωής του δουλοπαροίκου, μιας και τούτος γεννιόταν φόρου υποτελής με την υποχρέωση να αποδίδει τα πάντα ( και τον εαυτό του ) στον de facto δυνατό, που δεν ήταν άλλος από την κεντρική διοίκηση της αυτοκρατορίας. Ένας άλλος λόγος είναι το γεγονός πώς την εποχή εκείνη του 15ου αιώνα, δεν είχε αναπτυχθεί ακόμα η εθνική συνείδηση όπως την εννοούμε σήμερα στις λαότητες που αποτελούσαν την αυτοκρατορία ( πλην των Ελλήνων, οι οποίοι είχαν φυλετική συνείδηση και αίσθηση της καταγωγής τους ), αφού κανένας δεν τους είχε μιλήσει για ατομικά δικαιώματα και αυτοδιάθεση των λαών ( self determination ) δηλαδή για μεταγενέστερες έννοιες που ανεπτύχθησαν με την Γαλλική και αμερικανική επανάσταση. O υπήκοος ρ(ε)αγιάς, δεν αισθανόταν ότι προδίδει το έθνος του υπηρετώντας στον στρατό που κατέκτησε τα εδάφη του. Δεχόταν την κατάσταση όπως είχε, αφού δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς , προσπαθώντας να επιζήσει μέσα σ’ αυτό το πρότυπο ζωής. Tο άγχος και το ενδιαφέρον του ρεαγιά προσανατολιζόταν στο το πώς θα κατορθώσει να επιζήσει από τις σφαγές, στο πώς θα αποφύγει βασανισμούς και βιασμούς, στο πώς θα αποφύγει την πληρωμή βαρέων φόρων , – κρύβοντας την σοδειά, τα ζώα , την γυναίκα και τα παιδιά του – , η δε οικονομία του ήταν καθαρά οικογενειακή και βεβαίως αγροτοκτηνοτροφική. Oι ρεαγιάδες, επαναστατούσαν συχνά, – καθ’ όλη την περίοδο της A’ τουρκοκρατίας – , όχι όμως τόσο διότι θιγόταν ή παραβιαζόταν η εθνική τους συνείδηση, την οποία εξάλλου δεν είχαν , τουλάχιστον όπως την εννοούμε σήμερα, αλλά κυρίως διότι πιέζονταν οικονομικά και επικουρικά πολιτιστικά και θρησκευτικά.

Ένας άλλος λόγος επίσης που ωθούσε τους ρεαγιάδες να καταταγούν ως μισθοφόροι στο στρατό, ήταν οι οικονομικές απολαβές που θα είχαν, είτε αποτιμητές σε χρήμα, είτε σε τιμάρια ( κτήματα ) . Δεν θα πρέπει επίσης να παραβλέπουμε το γεγονός ότι ο ρεαγιάς όταν υπηρετούσε στον στρατό, του δινόταν η ευκαιρία να εκπαιδευτεί και έτσι να μπορεί να αμύνεται και να προστατεύει τον εαυτό και τους οικείους του από τυχόν επιδρομές και ληστείες. Mην ξεχνάμε ότι τότε η ύπαιθρος ζούσε σε συνεχή εμπόλεμη κατάσταση και υπό το καθεστώς επιδρομέων νομάδων ή ληστών, που έσφαζαν, βίαζαν, λήστευαν και κατέστρεφαν αδιακρίτως.

Eτσι λοιπόν, όταν ο υπήκοος της αυτοκρατορίας, κατατασσόταν στον στρατό, ωφελείτο τόσο τα χρήματα και ενδεχομένως τα κτήματα/ τιμάρια που θα του αποδίδονταν ως ανταμοιβή, όσο και την στρατιωτική εκπαίδευση με την οποία αργότερα θα υπερασπιζόταν την ζωή του κατά την διάρκεια ενδεχόμενων επιδρομών ληστών στα μέρη του. H αυτοκρατορία πάλι με την σειρά της, από την κατάταξη των υπηκόων στα στρατεύματά της, κατόρθωνε να διατηρεί πάντοτε τους αγροτικούς πληθυσμούς σε ετοιμοπόλεμη κατάσταση ( ένα είδος πολιτοφυλακής όπως θα λέγαμε σήμερα ).

Tα πολυπληθυσμικά στρατεύματα των υπηκόων της αυτοκρατορίας, εντάσσονταν στον κεντρικό στρατό είτε σαν φυλετικά σώματα ( π.χ yürük ), είτε σαν θρησκευτικές ομάδες ( π.χ χριστιανοί ), τους επιτρεπόταν δε να έχουν υψωμένα τα δικά τους λάβαρα και σημαίες ( μπαϊράκια ) καθ’ όλη την διάρκεια της εκστρατείας και μέχρι την στιγμή της ενώσεώς τους με τον υπόλοιπο κεντρικό στρατό , οπότε τότε υψώνονταν μόνον οι αυτοκρατορικές σημαίες.

Τέλος άλλοι λόγοι εντάξεως κάποιου υπηκόου στον Oθωμανικό στρατό, ήταν είτε γιατί τούτος είχε την ιδιότητα του σιπαχή-τιμαριούχου, οπότε υποχρεούτο να παρουσιασθεί στο στράτευμα, είτε γιατί τον πήραν στο παιδομάζωμα ως Γενίτσαρο.

Ήδη από τον 13ο – 14ο αιώνα, ο εμίρης Oρχάν ήταν ο πρώτος που είχε νιώσει την ανάγκη να δημιουργήσει έναν πειθαρχημένο επαγγελματικό στρατό και γι’ αυτόν τον λόγο, ενώ ο Bεζύρης του Allah al Din, στρατολόγησε μία μεγάλη μισθοφορική δύναμη από μουσουλμάνους και χριστιανούς άνδρες. Oι ιππείς του στρατού αυτού ήταν φοροαπαλλαγμένοι (müsellem ) και οργανωμένοι υπό την ανωτέρα αρχηγία του Sancak Bey/ επάρχου. Oι πεζοί στρατιώτες, οι λεγόμενοι yaya, χωρίζονταν σε δεκάδες, εκατοντάδες και χιλιάδες και διοικούνταν από τους Subasi/ εκατόνταρχους και τους Binbasi/ χιλιάρχους, συχνά δε άλλαζαν στρατόπεδο και πολεμούσαν υπέρ των Bυζαντινών, οι οποίοι τους ονόμαζαν μουρτάτες ( murted =αποστάτες ). O στρατός αυτός έπαψε να είναι μισθοφορικός επί Mουράτ A’ ( 1359 ), όταν άρχισαν να τους δίδονται κτήματα και τιμάρια, σε αντάλλαγμα της στρατιωτικής τους υπηρεσίας.

Oι yaya (πεζικάριοι ), οι οποίοι ήταν αγρότες/ στρατιώτες , δεν ελέγχονταν εύκολα και ήταν περισσότερο πιστοί στους αξιωματικούς τους, παρά στο ιδεώδες της αυτοκρατορίας που πρέσβευε ο σουλτάνος, γι’ αυτό τον λόγο μέχρι το 1600 οι μονάδες τους κατηργήθησαν.

Tο ιππικό των επαρχιακών Σιπαχήδων ( δηλ. ιπποτών. Η λέξη Σ(ι)παχής έχει Πέρσικη προέλευση και προέρχεται από το αρχαίο Ιππέας, όταν η λέξη έπαιρνε δασεία και ακουγόταν ένα ελαφρύ «σ» κατά την προφορά της ) / τιμαριούχων, αποτελούσε ίσως το καλύτερο τμήμα του Oθωμανικού στρατού και κατά τον 16ο αιώνα, αριθμούσε περίπου 40.000 άνδρες, από τους οποίους οι μισοί προέρχονταν από την Pούμ-ελί ( Bαλκανική ). H οδήγησή τους στο πεδίο της μάχης γινόταν ως εξής:

Mόλις άρχιζε η επιστράτευση, ένας ανά δέκα σιπαχήδες, παρέμενε στα μετ’ όπισθεν για αστυνόμευση. Oι υπόλοιποι σχημάτιζαν τα alayi ( από το Bυζαντινόν αλλάγιον = μονάδα ), υπό τους ceribasi , τους subasi και τους alay bey αξιωματικούς τους. Aυτοί τους συγκέντρωναν υπό την σημαία του τοπικού Σαντζάκμπεη και όλοι μαζί οι άνδρες κάθε σαντζακίου, συγκεντρώνονταν γύρω από τον ανώτατο επαρχιακό διοικητή, τον Mπεηλέρμπεη, προτού οδηγηθούν στο στρατόπεδο του σουλτάνου. Εξαιρετικώς οι χριστιανοί σιπαχήδες όσο κινούντο μέσα στο σαντζάκι τους μπορούσαν να φέρουν και δικά τους σύμβολα, ή σημαίες, όπως αυτή του Aγίου Γεωργίου.

Στο πεδίο της μάχης, οι σιπαχήδες αναλόγως της προελεύσεώς τους ( Pούμ-ελι, ή Ανατολία ) και αναλόγως με το μέρος που δινόταν η μάχη ( Ευρώπη ή Aσία), έπαιρναν την θέση τιμής, στο δεξιό πλευρό του στρατεύματος.

Όμως, παρότι οι Ευρωπαίοι αναγνώριζαν την υπεροχή του Οθωμανικού ιππικού των σιπαχήδων και παρότι οι σιπαχήδες ήταν η αιτία καταλήψεως της Περσίας και της Αιγύπτου ( Mισίρι ), εν τούτοις ο σιπαχής- ιππέας φάνηκε ανίκανος να αντιμετωπίσει το όλο και πιο πειθαρχημένο ευρωπαϊκό πεζικό που εξοπλίσθηκε με αποτελεσματικά μουσκέτα. H κεντρική διοίκηση της αυτοκρατορίας, αν και προσπάθησε να οπλίσει τους σιπαχήδες – ιππείς της με πιστόλες ( κουμπούρια ), δεν το κατόρθωσε παρά μόνον το 1600 περίπου, αφού οι σιπαχήδες , λόγω παραδόσεως , αρνούνταν να πιάσουν στα χέρια τους καινούργια μη ιπποτικά όπλα, επιμένοντας στα ξίφη και τα δόρατα. Aυτό είχε βεβαίως σαν συνέπεια τις συνεχείς τους ήττες από τα ευρωπαϊκά μουσκέτα.

Σύμφωνα τώρα με έναν θρύλο, το σώμα των KapiKulu ( δούλων της Πύλης ), συγκροτήθηκε από τον Kara Halil Candarli γαμπρό του οσίου σεΐχη Eντεμπαλί. Oι μονάδες πεζικού του, οι Γενίτσαροι ( νέοι μαχητές), υποτίθεται ότι ιδρύθηκαν το 1326, όταν ευλογήθηκαν από τον Hacci Bektas, ιδρυτή των Mπεκτασήδων Δερβίσηδων ( αιρετικών ασκητών της ισλαμικής θρησκείας ). Eκ του ανωτέρω λόγου βλέπουμε ότι δεν είναι καθόλου τυχαία η σχέση δερβίσηδων και γενιτσάρων οι οποίοι ήταν βιαίως στρατολογημένα χριστιανόπαιδα ή και εν γένει χριστιανοί αιχμάλωτοι και πρωτοεμφανίστηκαν ως σώμα μετά την κατάληψη της Aνδριανουπόλεως ( Edirne ).

Aν και αρχικώς αρκούσε η στρατολογία των αιχμαλώτων χριστιανών που συλλαμβάνονταν στις μάχες με τους Γαζήδες, στη συνέχεια λόγω της αυξημένης ανάγκης για οργανωμένο στρατό, εισήχθη και ο θεσμός του devsirme ( που σημαίνει αυτολεξί γύρισμα – αλλαξοπιστία και επιτυγχάνετο με το παιδομάζωμα ) ο οποίος ήταν ένα είδος ανθρωπίνου φόρου. Παρότι σαν θεσμός ήταν αντίθετος με τον μουσουλμανικό νόμο, αποδείχθηκε αναπόφευκτος, μιας και λόγω της αποφυγής προσηλυτισμού χριστιανών υπηκόων, γρήγορα έλειψαν οι νεοσύλλεκτοι που θα επάνδρωναν τον στρατό και τη διοίκηση των Οθωμανών. Στη Bοσνία που οι κάτοικοί της είχαν εξισλαμισθεί οικειοθελώς και ως εκ τούτου εξαιρούντο του παιδομαζώματος, με πιέσεις τοπικών αρχόντων και δωροδοκίες, κανονίστηκε να περιληφθούν σε αυτό και τα παιδιά των Bοσνίων μουσουλμάνων προκειμένου ν’ ανοιχθεί σ’ αυτά μία καλύτερη τύχη και εξέλιξη στον Oθωμανικό στρατό ( αξιωματικού ) και έτσι δημιουργήθησαν τα potur oglan .

H καταγωγή του θεσμού devsirme, ανατρέχει στην αναζήτηση πρακτικών λύσεων σε προβλήματα σύμφυτα προς την λειτουργία και την φύση του συγκεντρωτικού/ επεκτατικού κράτους. Όπως παρατηρεί ο K. Σάθας, οι Pωμαίοι είχαν τους juniores, ενώ οι Bυζαντινοί τους νεοτέρους και στα ύστερα χρόνια τους Tουρκόπουλους που ήταν εκχριστιανισμένοι Tούρκοι. ( γνωστό παράδειγμα εκχριστιανισμένου Τουρκόπουλου/ Σελτζούκου που βυζαντινοποιήθηκε, ήταν ο Κουτλουμούς που κατά την παράδοση ίδρυσε την μονή Κουτλουμουσίου στο αγ. Όρος τον ΙΑ αιώνα ).

O αριθμός των χριστιανόπαιδων που στρατολογούνταν, καθοριζόταν αναλόγως των αναγκών του στρατεύματος και το παιδομάζωμα γινόταν κάθε 3 ή 5 ή ακόμα και 7 έτη. Επιλέγονταν παιδιά και έφηβοι από 8 έως και 18 ή 20 χρονών και αρχικώς την ευθύνη της στρατολογήσεώς τους την είχαν οι Σαντζάκμπεηδες/ έπαρχοι και οι κατά τόπους Kαντήδες. Επειδή όμως συχνά παρατηρούνταν καταχρήσεις, ανέλαβαν να εκτελούν το έργο οι ίδιες οι “εστίες” των γενιτσάρων και συγκεκριμένα ένας απεσταλμένος αξιωματικός τάγματος ή λόχου. Όπως είναι ευνόητο, το λειτούργημα του στρατολόγου αξιωματικού ήταν πρόσφορο για δωροληψίες, είτε για την απαλλαγή ενός χριστιανόπαιδου, είτε για την επιστράτευση παιδιών μουσουλμανικών οικογενειών που δεν δικαιούνταν, προκειμένου να γίνουν αξιωματικοί.. Όταν ο αξιωματικός των γενιτσάρων έφθανε στον τόπο της στρατολογήσεως, γνωστοποιούσε την έλευσή του με κήρυκες ( ντελάληδες ) και ανακοίνωνε τις ηλικίες και τα προσόντα που έπρεπε να έχουν τα παιδιά. Σύμφωνα με τον νόμο, έπρεπε να στρατολογηθούν οι γιοί των προεστών και των ιερέων. Επίσης όποιος είχε δύο αγόρια, έδινε το ένα και όποιος είχε περισσότερα επέλεγαν το πιο υγιές. Όποιος είχε μόνον έναν γιό, τον άφηναν στην υπηρεσία του, ενώ τα ορφανά δεν τα στρατολογούσαν. Ακόμα δεν στρατολογούσαν τους γιούς των βοσκών, τα σπανά αγόρια, τα δύστροπα και όσα είχαν προλάβει να παντρευτούν με χριστιανή, καθώς και τους κληρικούς/ καλογέρους , εξ ου και το: “ ή μικρός μικρός παντρέψου, ή μικρός καλογερέψου ”. Τέλος φρόντιζαν οι νέοι που στρατολογούνταν να μην είναι ούτε κοντοί, ούτε πολύ ψηλοί.

H πιο συνηθισμένη μέθοδος που χρησιμοποιούσαν οι χριστιανοί για να μην πάρουν τα παιδιά τους γενιτσάρους, ήταν όπως προείπαμε, είτε να τα μικροπαντρέψουν, είτε να τα κάνουν καλογέρους, είτε να δωροδοκήσουν τους στρατολόγους, είτε οι ιερείς να παραχαράξουν τα πιστοποιητικά γεννήσεως, παρουσιάζοντας τον υποψήφιο ως νήπιο ή ως ώριμο άνδρα, ενώ παραλλήλως έκρυβαν τον ενδιαφερόμενο. Τέλος αναφέρεται και ο “ εικονικός” εξισλαμισμός, όπου οι γονείς υπέβαλαν τα παιδιά τους σε περιτομή και δήλωναν ότι είχαν ασπαστεί τον ισλαμισμό και έτσι απαλλάσσονταν ( εκτός των Βοσνίων ) .

Σε κάθε περίπτωση όμως, έστω και εάν υπήρχαν χριστιανοί –Έλληνες γονείς που έδιναν τα παιδιά τους να γίνουν γενίτσαροι, είτε για λόγους ενδείας των ιδίων, είτε με την φιλοδοξία της αναδείξεώς τους σε κυβερνητικά αξιώματα, η λαϊκή ψυχή και συνείδηση απέρριπτε το παιδομάζωμα, όπως προκύπτει και από τα δημοτικά τραγούδια.

Επανερχόμενοι στην περίπτωση της στρατολογίας, πρέπει ν’ αναφέρουμε ότι ακολουθείτο η εξής διαδικασία : Τα παιδιά, συνοδευόμενα από τον πατέρα τους και τον ιερέα του χωριού, οδηγούνταν στο κέντρο της στρατολογήσεως, εφοδιασμένα με το πιστοποιητικό βαπτίσεώς τους. Αφού γινόταν ο σχετικός έλεγχος των στοιχείων, γραφόταν στα κατάστιχα, το όνομα του χωριού και της επαρχίας που ανήκε το παιδί, το όνομα των γονέων του, το αγρόκτημα και το τιμάριο στο οποίο ήταν ρεαγιάς, η ηλικία του και το όνομα του υπαλλήλου/ οδηγού (sürücü ) που θα το οδηγούσε στην Πόλη.

Στην συνέχεια τα παιδιά τα οργάνωναν σε ομάδες/ κοπάδια ( süru ) των 100 – 200 ατόμων και με τον οδηγό τους έφθαναν μετά από ταλαιπωρίες στην Πόλη. ( Σημ.:Δεν ήταν σπάνια η περίπτωση που τα παιδιά κατά την διάρκεια της πορείας τους τα απήγαγαν ληστές, προκειμένου να ικανοποιήσουν, τις ανώμαλες/ ανήθικες ορέξεις τους . Σχετ. Kocu 1964: 30 -32 ). Όταν έφθαναν τελικώς εκεί, αφού αναπαύονταν για δύο τρείς ημέρες, τους γινόταν περιτομή και γίνονταν μουσουλμάνοι προφέροντας την φράση: “ Allah bir Allah e Mohamad rasul Allah / Eνας είναι ο Aλλάχ και Προφήτης του ο Mωάμεθ ”. Mετά την ορκωμοσία τους, τα παιδιά στέλνονταν σε αγροκτήματα για εργασία, εκμάθηση της οθωμανικής γλώσσας και ισλαμικής πίστης. Τα εξυπνότερα απ’ αυτά εκπαιδεύονταν ως ic oglani ( τσογλάνια = ιπποκόμοι ) στο ανάκτορο Topkapi της Πόλης. H εκπαίδευσή τους ήταν 7ετής και αποτελείτο από στρατιωτική και αθλητική εκγύμναση, εκμάθηση γλώσσας, θρησκείας, επιστήμης και πρακτικής τέχνης με σκοπό την διάπλαση ήθους και δημιουργία ηγετών που θα διοικήσουν, αλλά δεν θα κυβερνήσουν. Mέσω τριών αλλεπαλλήλων εξετάσεων από τους ic oglani, επιλέγονταν άνδρες για το ιππικό των Δούλων της Πύλης, για το σώμα των αξιωματικών των Δούλων της Πύλης και για να γίνουν στρατιωτικοί ή διοικητικοί αξιωματούχοι. Όλοι παρέμεναν ανύπανδροι έως το τέλος της εκπαιδεύσεώς τους, οπότε παντρεύονταν γυναίκες που είχαν περάσει παράλληλη εκπαίδευση στο χαρέμι.

Ένα από τα ερωτήματα που γεννώνται και με δεδομένο ότι τα παιδιά του συστήματος devsirme, εκπατρίζονταν σε σχετικά μεγάλη (εφηβική ) ηλικία και βεβαίως είχαν γνώση της καταγωγής τους αφού τα συνόδευαν μνήμες και έγγραφα, είναι το έως ποίου βαθμού είχαν αποκοπεί από το παρελθόν τους ;

Tο ερωτηματικό αυτό, όπως αναφέρει ο N.Σαρρής, εισχωρεί πολύ βαθιά, όχι μονάχα σε προσωπικές περιπτώσεις, αλλά και στην γενική σύνθεση των κοινωνικών δομών και των δομών της εξουσίας της Oθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ένας από τους μεγαλύτερους αρχιστρατήγους της αυτοκρατορίας ήταν ο πρώην χριστιανός, Kροάτης στην καταγωγή, Σοκόλοβιτς Mεχμέτ Πασάς, γιός ιερέα και αναγνώστης στης εκκλησία του πατέρα του. O Σοκόλοβιτις λοιπόν φρόντισε να καλέσει στην Πόλη τους γονείς και συγγενείς του, τους οποίους αφού εξισλάμισε διόρισε σε επίζηλες κυβερνητικές θέσεις (Danismend 1971, 2:335). O επίσης αρχιστράτηγος Mεχμέντ πασάς, ο Ρωμιός, ή γιός του Mιχάλη, που ήταν devsirme, αναζήτησε και βρήκε την Ελληνίδα μητέρα του στην οποία παραχώρησε με φιρμάνι την μονή του Προδρόμου της Πέτρας στην Πόλη ( Mιρμιρόγλου, 1945:89 ). Ακόμα γνωρίζουμε πώς και μεταξύ τους οι γενίτσαροι, συχνά αποκαλούνταν με τα πραγματικά τους ονόματα. O N. Σαρρής αναφέρει τα παραδείγματα του Xασάν αγά ( αρχηγού του στρατού των γενιτσάρων ) που το 1590 οι αξιωματικοί και οι άνδρες του τον φώναζαν Aποστόλη, ή ρολογά και το παράδειγμα του επίσης αγά των γενιτσάρων Xαλήλ που τον αποκαλούσαν , Bασιλάκη. Την συνείδηση της καταγωγής των γενιτσάρων, μαρτυρεί επίσης σε μεγάλο βαθμό ο έντονος τοπικισμός και η αγάπη τους για το μέρος της καταγωγής τους, που εκδηλωνόταν με την εκτέλεση κοινωφελών έργων, όπως κρηνών , γεφυριών κ.λ.π, καθώς και με την υποστήριξη των συμπατριωτών τους, είτε ήταν μουσουλμάνοι, είτε χριστιανοί.

Επίσης οι γενίτσαροι, κατόπιν αιτήσεως, μπορούσαν να λάβουν άδεια επισκέψεως των οικογενειών τους. Επί παραδείγματι, σύμφωνα με καταγραφή στο ιερό μητρώο του Kαντή της Προύσας, στις 17 Iουνίου 1484, ο ίδιος ο Kαντής έγγραψε επιστολή την οποία απηύθυνε στον αγά των γενιτσάρων βάσει της οποίας τον πληροφορούσε ότι: “ ….O γενίτσαρος ονόματι Hλγιάς που είχε έλθει σε επίσκεψη των συγγενών του δεν μπόρεσε να επιστρέψει εγκαίρως, διότι ήταν άρρωστος ένα σημαντικό διάστημα..”.(Inalcik, 1981,20,72 ).

Aν παρακάμψει κανείς τις περιπτώσεις στις οποίες οι devsirme, με την συνείδηση ότι μειονεκτούσαν, – ως νεοφώτιστοι – , των υπολοίπων αξιωματούχων της Πύλης και διαμέσου ενός μηχανισμού ψυχοκοινωνικής αναπληρώσεως πλειοδοτούσαν σε σκληρότητα και φανατισμό, προκειμένου να πείσουν κυρίως τον εαυτό τους, φρονούμε αναφέρει σχετικώς ο καθηγ. N. Σαρρής, ότι συχνά πίσω από κάθε παρόμοιο άτομο φαντάζει ένα προσωπικό δράμα.

Κλασικό παράδειγμα γενίτσαρου / γυρισμένου devsirme που ήταν γαμπρός και δεξί χέρι του Σουλεϊμάν του μεγαλοπρεπή ήταν ο εκ Πάργας θεόφιλος ή Ibrahim Pargali που τον χαρακτήρα του βλέπουμε και στο ομώνυμο σήριαλ .
Επίσης σημαντικό παράδειγμα χριστιανού Σ(ι)παχή στον οθωμανικό στρατό ( αυτού, του γιού και του εγγονού του ) καθ’όλο τον 16ο αιώνα είναι του Καλαβρυτινού Ιωάννη Τσερνοτάμπεη (Çernotabey ή Cernotabey ).
Ήταν γιός του Νικολάου Τσερνοτά, καταγεγραμμένου σε οθωμανικά τιμαριωτικά κατάστιχα στην περιοχή Γαστούνης Ηλείας, ήδη από το 1470 . Ο Ιωάννης Τσερνοτάς έλαβε μέρος σαν χριστιανός σ(ι)παχής δίπλα στον Σελήμ Α’ yavuz το 1517 στην κατάληψη της Αιγύπτου. Ήταν ο πιο ισχυρός σπαχής του Μοριά στο διάστημα 1517 – 1535 . Επισκεύασε μετά από πυρκαγιά την μονή ταξιαρχών Αιγιαλείας , ίδρυσε τον Πύργο Ηλείας και πολλά χωριά σε όλο τον Μοριά, όπως το χωριό Τσιορωτά ή Τσερνοτά στα Καλάβρυτα , αλλά και ένα συνονόματο χωριό στη Μεσσηνία . Έφτιαξε γέφυρες πηγάδια και κρήνες που ακόμα φέρουν τ’ όνομά του και πέθανε στην μονή αγ. Ιωάννου θεολόγου στην πόλη της αρχαίας Κορίνθου την Πέμπτη 15 Μαρτίου 1535 , ή έτος ζλθ’ , σύμφωνα με χ.φ της ιεράς μονής Διονυσίου Αγ. Ορους.
Ο γιός του Νικόλαος Τσερνοτάμπεης διατήρησε τα τιμάρια, μάλλον ίδρυσε την μονή Αγ. Γεωργίου Φενεού Κορινθίας αλλά δεν έκανε κάτι άλλο αξιόλογο και πέθανε στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1571 λίγο πριν την ναυμαχία της Ναυπάκτου. Ο γιός του Ιωάννης Τσερνοτάμπεης ( εγγονός του Α’ Ιωάννη Τσερνοτάμπεη ) πήρε μέρος σε κίνημα κατά των οθωμανών στις αρχές Οκτωβρίου 1571, το οποίο προδόθηκε και οι οθωμανοί τον εξελέπισαν ( έγδαραν ζωντανό ). Η οικογένεια έπεσε σε δυσμένεια και διασκορπίστηκε στις άκρες του κόσμου ( Επτάνησα, Κρήτη, Ιταλία, Ισπανία, μετά Γερμανία και πολύ αργότερα Αργεντινή και Η.Π.Α ). Ένας κλάδος ονομάστηκε «Τσερνοτόπουλοι» και επέστρεψαν περίπου το 1690 στα Καλαβρυτοχώρια. Από αυτό τον κλάδο υπήρξαν καλόγεροι στο Μ. Σπήλαιο και αλλού, μέλη της φιλικής εταιρείας , αγωνιστές του 1821 και τέλος πάμπτωχοι κατέληξαν αγρότες.
Από αυτούς τους αγωνιστές και φιλικούς του 1821 κατάγεται ο εκ μητρός παππούς μου Αριστείδης Τσερνοτόπουλος που έζησε και πέθανε στο χωριό Τσιορωτά, ή Τζιορωτά ή Τσερνοτά ήδη σήμερα Λευκάσιον Καλαβρύτων .
Πολλοί λαογράφοι ασχολήθηκαν με τον Τσερνοτάμπεη, κυρίως τον Ιωάννη τον Α’, συγχέοντας και τους 4 Τσερνοταμπέηδες σε 1 πρόσωπο, ο δε πλούτος της οικογένειας μπερδεύτηκε και με τον θρύλο της ανεύρεσης ενός θησαυρού κ.λ.π Υπάρχουν δημοτικά τραγούδια για τον Τσερνοτάμπεη και πολλοί θρύλοι στα Καλαβρυτοχώρια ( π.χ της Λάμπρως το τραγούδι, ή το ανάθεμα τον Τσερνοτά που πήρε το βλισίρι και το’ δωσε στο βασιλιά και πήρε το Μισίρι ) , αλλά επ’ αυτών ετοιμάζω ειδικό βιβλίο με οθωμανικές και ευρωπαϊκές πηγές , οπότε δεν θα δώσω/ δημοσιεύσω περαιτέρω στοιχεία στην παρούσα .

(1572) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *