Αντί για Νέα Μεταπολίτευση… εκ νέου Μεταπολίτευση;

Σωτήρης Μητραλέξης

 

Η Μεταπολίτευση -αναφερόμαστε κυρίως στην περίοδο από την «Αλλαγή» και μετά- δεν απετέλεσε μόνο ένα πολιτικό μοντέλο, αλλά και ένα οικονομικό.

Ένα οικονομικό μοντέλο σε μεγάλο βαθμό βασισμένο στην φοροδιαφυγή, στην κρατική (διάβαζε: κομματική) σπατάλη και τη διαφθορά, στην αδιαφάνεια, στην μαύρη οικονομία, στην απαξίωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, στην αγοραπωλησία αέρος.

Ένα οικονομικό μοντέλο που αποθαρρύνει -ή τουλάχιστον δεν επιβραβεύει- την εργατικότητα, την συνέπεια, την διαφάνεια, την αξιοκρατία (η οποία εμμέσως τυγχάνει και οικονομικό μέγεθος, αφού συναρτάται με την παραγωγικότητα), ενώ ενθαρρύνει δυναμικά τα αντίθετά τους. Υπενθυμίζουμε το συμβολικό βάρος-έναυσμα: εκ πρωθυπουργικών, ανδρεϊκών χειλέων η φράση «Είπαμε, να κάνει κανείς ένα δώρο στον εαυτό του, αλλά όχι και 500 εκατομμύρια».

Η κατάσταση αυτή δημιούργησε κατά βάσιν δύο «τάξεις», όπως έχει εύστοχα αναλυθεί:

  • Τους «κερδισμένους της μεταπολίτευσης», το εισόδημα ή μέρος των εισοδημάτων των οποίων προέρχεται από την (εισ)φοροδιαφυγή/φοροκλοπή, τη μαύρη οικονομία, τη λαθρεμπορία και το έγκλημα, την διαφθορά και την διαπλοκή, τον παντοειδή κομματικό βιοπορισμό και last but not least την αργομισθία (υπενθυμίζουμε ότι όσοι δημόσιοι υπάλληλοι επιδίδονται στην αργομισθία καρπώνονται υπεραξία, δεν την παράγουν!).
  • Τους «χαμένους της μεταπολίτευσης», ο βιοπορισμός των οποίων προέρχεται είτε από μισθωτή εργασία είτε από «καθαρή» επιχειρηματική δραστηριότητα.

Όσον αφορά τους «κερδισμένους της μεταπολίτευσης», πρόκειται για ένα σημαντικότατο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, όχι για μια μικρή ελίτ- σ’ αυτούς απευθύνεται το «μαζί τα φάγαμε» του Θεόδωρου Παγκάλου, και ως προς αυτούς αληθεύει απολύτως. Χωρίς να εξισώνεται η ευθύνη, ούτε κατά διάνοια- σε αυτήν την συνωμοταξία ανήκουν ομού και ο μεγαλολαθρέμπορος ή ο διαπλεκόμενος μεγαλεργολάβος, αλλά και ο κομματικά διορισμένος δημόσιος υπάλληλος χωρίς κανέναν έλεγχο της παραγωγικότητάς του. Και όσοι έχτισαν αμύθητες περιουσίες διαπλεκόμενοι και όσοι απλώς βόλεψαν τον γιο τους ή την κόρη τους.

Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ που κυβέρνησαν αυτήν την χώρα καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης προώθησαν με θρησκευτική ευλάβεια και από κάθε κυβέρνηση αυτό το οικονομικό μοντέλο, φροντίζοντας γιά την αναπαραγωγή του: «το καθεστώς αναπαράγεται και τρέφεται από τους ‘κερδισμένους της μεταπολίτευσης’: τα ‘λεφτά’ του τού τα παρέχει η φοροκλοπή και η μαφιοκρατία, τα ‘στρατά’ του η αργομισθία και η διαφθορά».

Σήμερα, ο διαχωρισμός δεν είναι ανάμεσα σε «αριστερούς» και «δεξιούς»∙ δεν είναι ανάμεσα στον «λαό» και στην «ελίτ»∙ δεν είναι ανάμεσα σε «προδότες» και «πατριώτες»∙ δεν είναι ανάμεσα στούς «εργάτες» και το «κεφάλαιο».

Ο διαχωρισμός είναι ανάμεσα στους «κερδισμένους» και στους «χαμένους» της περιόδου της οποίας η αυλαία πέφτει με βία πάνω στα κεφάλια μας, οι οποίοι πραγματικά δεν έχουν τα ίδια συμφέροντα στην τρέχουσα κατάσταση ή στίς ενδεχόμενες μετεξελίξεις της.

Οι δύο αυτές «τάξεις» δεν επιδιώκουν τις ίδιες αλλαγές, δεν πιέζουν πολιτικά για τις ίδιες αλλαγές, δεν τους συμφέρουν οι ίδιες αλλαγές. Σ’ αυτόν τον διαχωρισμό εντοπίζεται η διάσταση συμφερόντων που χωρίζει την κοινωνία σε «τάξεις». Το τί είναι «αυτονόητο», καθώς και η «επανάσταση τού αυτονόητου» έχουν τελείως διαφορετικό περιεχόμενο για τους μεν και για τους δε.

Το ζητούμενο ήταν, είναι και θα είναι μια «Νέα Μεταπολίτευση» που θα ακυρώσει αυτήν την μεταπολιτευτική διάταξη, εγκαθιδρύοντας μια πραγματικά νέα περίοδο στά πράγματα της χώρας.

Αντί όμως να συμβαίνει αυτό… συμβαίνουν τα ακριβώς αντίθετα!

Αντί να δίνεται η χαριστική βολή στην μεταπολιτευτική διάταξη, επιχειρείται με τα νέα μέτρα η μέχρι τελικής πτώσεως επιβίωσή της. Με τα οριζόντια μέτρα επί οριζοντίων μέτρων η διαρκής μεταπολιτευτική επιβράβευση και προνομιακή κατάσταση των «κερδισμένων» δεν θίγεται, ακόμα κι αν περικόπτονται οι αποδοχές τους, ενώ οι «χαμένοι» τιμωρούνται βάναυσα ακριβώς για το γεγονός ότι ήσαν νομιμόφρονες και φορολογικά διαφανείς.

Όσοι δεν μπορούν να φοροδιαφύγουν καλούνται να πληρώσουν ιλιγγιώδη, δυσθεώρητα, εξαντλητικά χαράτσια, ενώ όσοι λαμβάνουν αδήλωτα εισοδήματα συνεχίζουν να τα λαμβάνουν χωρίς να φορολογούνται επ’ αυτών αλλά μόνον επί των υπολοίπων (κάτι που δεν υποκαθίσταται από τα «τεκμήρια»). Μην ξεχνάμε, όσοι έχουν ακίνητα δεν σημαίνει ότι τα απέκτησαν από παράνομη δραστηριότητα, ούτε έχει νόημα να απωλέσουν την δυνατότητα να τα συντηρήσουν.

Δεν έχω σπουδάσει οικονομικά, όμως ο Αντώνης Σαμαράς με έπεισε απολύτως με τις πάμπολλες ομιλίες του τα τελευταία δύο χρόνια ότι αυτό το μείγμα είναι απολύτως καταστροφικό και για την οικονομία ως σύνολο: δημιουργεί ύφεση, σκοτώνει την ανάπτυξη, εν τέλει δεν προσπορίζει καν τα αναμενόμενα έσοδα στο κράτος.

Επίσης, ο Αντώνης Σαμαράς με έπεισε απολύτως τα τελευταία δύο χρόνια ότι η περικοπή των συντάξεων των 360-400 Ευρώ έχει ελάχιστο όφελος για το κράτος, αλλά ασύμμετρα μεγάλο κόστος για την κοινωνία. Και λοιπά, και λοιπά.

Το ερώτημα λοιπόν είναι, τί έχουν τώρα στο μυαλό τους; Δεδομένου τού ότι η συνέχιση της μεταπολιτευτικής διάταξης δεν είναι μεσοπρόθεσμα βιώσιμη επιλογή –σε καιρούς Μνημονίου- ούτε καν για το πολιτικό προσωπικό που τη διαχειρίζεται, διερωτάται κανείς με ποιό σκεπτικό καλούνται και πάλι κυρίως οι «χαμένοι» να πληρώσουν έναν ιδιαιτέρως τσουχτερό λογαριασμό, που σε λίγο δεν θα μπορούν πλέον καν να τον πληρώσουν. Και μόνο το ένστικτο πολιτικής αυτοσυντήρησης –και των τριών κυβερνητικών κομμάτων!- θα επαρκούσε για να επιλεγεί η ανατροπή της παρούσας κατάστασης, το ξήλωμα του κράτους-φέουδου (και φωλιάς/αγκαλιάς για κάθε διακομματικώς διαπλεκόμενη ραγισμένη καρδιά) και η αποστολή του λογαριασμού κυρίως στους «κερδισμένους». Αντ’ αυτού, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπίσει κανείς σοβαρά αντεπιχειρήματα στον ισχυρισμό ότι συνεχίζεται αυτούσια η πολιτική Παπανδρέου, κάτι που αν μη τι άλλο αποτελεί μάντη κακών. Αντί για Νέα Μεταπολίτευση, οι επιλογές άντλησης των πόρων για το νέο «πακέτο» μάλλον σηματοδοτούν «εκ νέου Μεταπολίτευση»…

Υπάρχει η ώρα που θ’ αποφασίσεις με ποιούς θα πας και ποιούς θ’ αφήσεις, και καμία δικαιολογία περί συγκυβερνήσεως με άλλα κόμματα δεν μπορεί να ακυρώσει αυτήν την θεμελιώδη αλήθεια. Είναι εξ αντικειμένου ανέφικτο να τάσσεται κανείς και με τους «κερδισμένους» και με τους «χαμένους» της μεταπολίτευσης, και το ηθικό έρεισμα για μια μεταρρυθμιστική διακυβέρνηση «με το σταυρό στο χέρι» κερδίζεται μόνο όταν δεν γίνονται καθόλου, μα καθόλου κομματοκρατικές «εκπτώσεις» και αβαρίες. Οι ριζοσπαστικές τομές (που προϋποθέτουν πολιτική βούληση – και απολήγουν σε δημοσιονομική άνθηση) συνεπάγονται το σπάσιμο αυγών, και οι κινήσεις συμβολισμού ότι υφίσταται διάθεση για σπάσιμο αυγών δεν μπορεί να αντικαταστήσει… την ίδια την ομελέττα.

Σε τελική ανάλυση, το βέβαιο είναι ότι ακόμα κι αν δεν μεριμνήσουν να ακυρώσουν την μεταπολιτευτική διάταξη όσοι υποσχέθηκαν ότι θα κάνουν ακριβώς αυτό, το αίτημα της Νέας Μεταπολίτευσης (και της Επανίδρυσης τού Κράτους) έχει πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο και αναμένει αυτόν που θα το πραγματώσει – όποιος κι αν είναι.

 

(583) αναγνώσεις

One comment

  1. Υστερόγραφο Σ.Μ.:

    Μερικές διευκρινήσεις στο κείμενο, σχετικα με τον διαχωρισμὸ «κερδισμένοι»-«χαμένοι» της μεταπολίτευσης (του οποίου, παρεμπιπτόντως, την πατρότητα δεν διεκδικώ):

    1) Μην υποθέσετε πως πρόκειται για έναν νέο τρόπο να εκφράσουμε παλαιότερους, γνωστούς διαχωρισμούς.

    Ένας «κερδισμένος» μπορεί να εμφανιστεί ως «αριστερός» του λαού και των διεκδικήσεων, αλλά και ως «λαϊκή δεξιά»∙ ως «πατριώτης», ως «εργάτης». Ούτε η οικονομική ευμάρεια αποτελεί απόλυτο κριτήριο: υπάρχουν «κερδισμένοι» με χαμηλά εισοδήματα (αλλά προερχόμενα εν όλω ή εν μέρει από τις πηγές που αναφέραμε) και «χαμένοι» με περιουσία, σκληρά κερδισμένη ή κληρονομημένη (βέβαια λίγοι).

    2) Η διάκριση είναι σημαντική, διότι η ανάλυση με την χρήση λανθασμένων, άκαιρων διπόλων μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδο. Πρώτο βήμα για την οποιαδήποτε αλλαγή είναι η ακριβής πολιτική ανάγνωση της συγκυρίας και η συνακόλουθη ιεράρχηση προτεραιοτήτων.

    Επιτρέψτε μου να προλάβω μιαν αντίρρηση: Ο ισχυρισμός από οποιονδήποτε ότι «αυτός ο διαχωρισμός προσθέτει έναν ακόμα διχασμό στην ελληνική κοινωνία, προωθεί τον κοινωνικό αυτοματισμό» είναι συμπαθητικά αφελής αν προέρχεται από «χαμένο της μεταπολίτευσης» και εξοργιστικά ιδιοτελής αν προέρχεται από «κερδισμένο της μεταπολίτευσης»!

    3) Η κρίση, ακόμα και το ίδιο το Μνημόνιο, θα μπορούσε να είναι η κατάλληλη στιγμή για κάτι τέτοιο, δεδομένου του γεγονότος ότι θίγονται και τα «λεφτά» και τα «στρατά» τού καθεστώτος, με αποτέλεσμα αυτό να απειλείται.

    Για το γεγονός ότι κάτι τέτοιο ουδόλως συνέβη είναι ενδιαφέρον το ακόλουθο:
    Δεν είναι τυχαίο, για την ακρίβεια είναι ένα διαμάντι συμβολισμού, το γεγονός ότι η πατρότητα της φράσης «το Μνημόνιο είναι ευλογία» -δηλαδή: ευκαιρία ριζοτόμων μεταρρυθμίσεων- ανήκει στον Θεόδωρο Πάγκαλο, δηλαδή σε μια εμβληματική μορφή της πασοκικής μεταπολιτευτικής φαυλότητας.

    4) Η τακτική της «φορολογικής λιποαναρρόφησης» είναι σχεδιασμένη με βάση τις δυνατότητες αποταμίευσης των «κερδισμένων», όχι των χαμένων. Είναι λογικό να υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο αποταμίευσης σε όσους έπιασαν στα χέρια τους μίζες, επιχορηγήσεις και λοιπές τοιούτες πηγές εσόδων. Πέραν τούτου, όσοι «χαμένοι» συσσώρευαν «λίπος», σίγουρα δεν το έκαναν με το σκεπτικό να τους το κατασχέσει κάποια στιγμή το κράτος – άσε που το «λίπος» των σκληρών αποταμιεύσεων είναι συνήθως ασύγκριτα λιγώτερο από το «μαύρο λίπος» του φαυλοκρατικού πλουτισμού. Τώρα όμως που το «λίπος» τελείωσε ή τελειώνει, οι οριζόντιες περικοπές και οι φόροι θέτουν πραγματικά ζήτημα επιβίωσης για όλο και περισσότερους.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *