Μερκιαβέλλι: «Να σ’ αγαπούν οι Γερμανοί, να σε φοβούνται οι Ευρωπαίοι…»

 Σωτήρης Μητραλέξης

Το τεύχος του περιοδικού Spiegel που κυκλοφόρησε σήμερα (αναφέρομαι στην έντυπη έκδοση, σ. 50-51) δημοσίευσε, μια μόλις μέρα πριν από την επίσκεψη της Kαγκελαρίου Μέρκελ στην Αθήνα, εκτενές άρθρο του Ulrich Beck, καθηγητή κοινωνιολογίας στο LSE και στο Harvard, με τίτλο «Η Μερκιαβελλική εξουσία: οι δισταγμοί της Καγκελαρίου για την σωτηρία του Ευρώ».

 

Στο άρθρο διακηρύττεται πως «πολλοί βλέπουν την Άνγκελα Μέρκελ ως την μη-εστεμμένη βασίλισσα της Ευρώπης: άμα ρωτήσεις κάποιον, πώς σχηματίζει η Καγκελάριος την δύναμή της, καταλήγει σε ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των χειρισμών της: την περίπου μακιαβελική ευελιξία και ευαρμοστία της». Η στρατηγική της συνοψίζεται από το άρθρο στο «να πράττεις σήμερα ακριβώς το αντίθετο από αυτό που διακήρυξες χθες». Παρατηρώντας ότι η Καγκελάριος Μέρκελ έχει αναδειχθεί σε βασίλισσα της μεθόδου διάσωση-στο-παρά-πέντε, κατηγοριοποιεί το άρθρο τα βασικά στοιχεία του «Μερκιαβελλισμού» στους εξής τέσσερις πυλώνες (όλες οι εκφράσεις, ακόμα και οι πλέον δηκτικές, ανήκουν στο Spiegel):

 

Πρώτον: η Μέρκελ βρίσκεται συνεχώς μετέωρη ανάμεσα στους «αρχιτέκτονες της Ευρώπης» και στην «εθνοκρατική ορθοδοξία»: δεν παίρνει σαφή θέση σε αυτήν την αντιδιαστολή, για την ακρίβεια πείθει και τις δύο πλευρές ότι αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Αυτή είναι η πρώτη αρχή του Μερκιαβελλισμού: Όσον αφορά τα γερμανικά χρήματα της βοήθειας στα υπερχρεωμένα κράτη, η θέση της δεν είναι ένα ξεκάθαρο ναι ή όχι, αλλά το «Νόχι» του πόκερ της εξουσίας.

 

Δεύτερον: Πώς μετουσιώνεται αυτή η παράδοξη θέση σε πολιτική πράξη; Εδώ διαπιστώνουμε το δεύτερο σημείο: Η Μερκιαβελλική εξουσία θεμελιώνεται στην παρότρυνση να μην παίρνεις αποφάσεις, στην τάση του μην-ενεργείς-ακόμα, του λάβε-πρωτοβουλίες-αργότερα, του δισταγμού. Αυτή η τέχνη του στοχευμένου δισταγμού, αυτό το μείγμα αδιαφορίας, ευρωπαϊκής απόρριψης και ευρωπαϊκής δέσμευσης, είναι η πηγή της γερμανικής εξουσίας επί της Ευρώπης της κρίσης. Η νέα γερμανική έξουσία στην Ευρώπη δεν θεμελιώνεται όπως παλαιότερα στην βία ως τελική λύση. Δεν χρειάζεται όπλα για να μεταστρέψει τα άλλα κράτη στην δική της θέληση. Γι’ αυτό η ρητορική περί «Τέταρτου Ράϊχ» είναι αβάσιμη, παράλογη. Εξ ου και καθίσταται αυτή η -στην βάση της οικονομική- εξουσία πολύ πιο ευέλικτη: δεν χρειάζεται να εισβάλει, τυγχάνει όμως πανταχού παρούσα.

 

Τρίτον: Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται το φαινομενικά ανέφικτο: ο συνδυασμός της γερμανικής «εκλογιμότητας» και του ρόλου του «αρχιτέκτονα της Ευρώπης». Το αναγκαίο ερώτημα πριν από κάθε απόφαση και κάθε πράξη είναι: υπηρετεί αυτή τα εσωτερικά συμφέροντα της Γερμανίας και την θέση εξουσίας της Μέρκελ επί της Ευρώπης; Ο «Μερκιαβέλλι» μας το έλυσε με τον άσσο απ’το μανίκι ονόματι «γερμανική Ευρώπη», ο οποίος δάκνει και εντός και εκτός χώρας. Στο εσωτερικό της χώρας πείθει τους Γερμανούς ότι με την ευρωπαϊκή πολιτική του «όχι σε δόσεις» υπερασπίζεται τα σπίτια τους, τις συντάξεις τους και τον προτεσταντικό τους μόχθο, ενώ στο εξωτερικό δείχνει την «ευρωπαϊκή της ευθύνη» εισάγοντας την πολιτική του «το μη χείρον βέλτιστον» για τις χώρες του Ευρώ. Κατ’ ουσίαν λέει: «καλύτερα ένα γερμανικό Ευρώ, παρά καθόλου Ευρώ».

Με αυτόν τον τρόπο αποδεικνύεται η Μέρκελ αξιώτατη μαθήτρια του δασκάλου Μακιαβέλλι: «Είναι καλύτερα να σε αγαπούν ή να σε φοβούνται;» ρωτάει εκείνος στον «Ηγεμόνα»: «Η απάντηση είναι ότι πρέπει να τα προσπαθεί και τα δύο: αν όπως δεν μπορούν να συνδυαστούν, είναι πολύ ασφαλέστερο να σε φοβούνται παρά να σε αγαπούν, αν μόνο το ένα από τα δύο είναι εφικτό». Η Μέρκελ ερμηνεύει το εδάφιο του δασκάλου με τον δικό της τρόπο: στο εξωτερικό πρέπει να την φοβούνται και στην Γερμανία να την αγαπούν – ίσως να την αγαπούν οι Γερμανοί ακριβώς επειδή διδάσκει στους «έξω» να την φοβούνται. Ανηλεής νεοφιλελευθερισμός στους «έξω», αισθαντική σοσιαλδημοκρατική συναίνεση στους «μέσα»: πρόκειται για την συνταγή της εξουσίας της Μέρκελ και της «γερμανικής Ευρώπης» της.

 

Τέταρτον: Η Μέρκελ προσπαθεί να εξαναγκάσει τους ευρωπαίους εταίρους της να υιοθετήσουν τις «γερμανικές μαγικές συνταγές» οικονομίας και πολιτικής. Σε απλά… γερμανικά, αυτό σημαίνει: (λιτότητα και) Αποταμίευση! Αποταμίευση για την Σταθερότητα. Η όμορφα γραφική συνέπεια της καλής Γερμανίδας νοικοκυράς μεταφράζεται στην πραγματική πολιτική ως περιστολή των πόρων για συντάξεις, παιδεία, έρευνα, υποδομές κλπ. Αυτή η βάρβαρη, ανηλεής πολιτική επιχειρεί διά του Συμφώνου δημοσιονομικής σταθερότητας να εισέλθει στο Σύνταγμα της Ευρώπης, «κάτω από τη μύτη» της ανίσχυρης ευρωπαϊκής κοινής γνώμης.

 

Ο Ulrich Beck υπενθυμίζει ότι δεν πρόκειται μόνο για την Ελλάδα: οσονούπω θα πρόκειται και για την Ισπανία, την Ιταλία, ίσως ακόμα και την Γαλλία. Γερμανία εναντίον όλων. Και, πέρα από τις ελπίδες που εναποθέτει στον Peer Steinbrück, μοιάζει να υπονοεί -αν και δεν το διατυπώνει- ότι μόνο μια ισχυρή συμμαχία των «Νοτίων» θα μπορούσε να αρθρώσει ρεαλιστικό αντίλογο.

 

 

Δεν τα λέμε εμείς, αλλά το Spiegel. «Σὺ εἶπας»…

 

Antinews

 

(727) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *