Ιδεολογία και τέχνη

    Συκοφαντείτε, συκοφαντείτε, στο τέλος κάτι μένει.
                            Γκαίμπελς

    Πολύς ο λόγος από κάποιους ιδωτικούς διαύλους της Αθήνας για τη «λογοκρισία» κινηματογραφικής δημιουργίας κινουμένων σχεδίων του διασήμου Έλληνα σκηνοθέτη κ. Κώστα Γαβρά με θέμα τον Παρθενώνα, η οποία προβάλλεται στο νέο μουσείο της Ακροπόλεως.


    Αποκοπή σκηνών που δείχνουν άνδρες μάλλον με ράσα να αποσπούν από το αέτωμα γλυπτά και να ρίχνουν στο έδαφος υψώνοντας στην κορυφή σταυρό έγινε και την ευθύνη γι’ αυτήν ανέλαβε ο διευθυντής του μουσείου κ. Παντερμαλής. Συνιστά όμως αυτό πράγματι λογοκρισία έργου τέχνης; Αν ειδωθεί το συμβάν από άλλη οπτική γωνία μπορεί να υποστηριχθεί ότι με την αποκοπή επιχειρήθηκε η αποτροπή της συκοφαντικής δυσφήμισης της χριστιανικής πίστεως, η οποία αποτροπή τελικά δεν κατέστη δυνατή, λόγω της εκτάσεως που έλαβε το θέμα.
   
Στα πλαίσια του δυτικού κόσμου, ο οποίος καυχάται ότι έχει αναγάγει την ελευθερία της έκφρασης σε πεμπτουσία της ανθρώπινης ύπαρξης , έχει κατεδαφιστεί κάθε τι που έχει σχέση με το ιερό. Στο όνομα της ελευθερίας της τέχνης επιτρέπεται να προσβάλλεται κατά τρόπο βάναυσο η ιστορική αλήθεια και όποιος σπεύσει να την υπερασπιστεί δέχεται τους μύδρους για λογοκρισία και έλλειψη σεβασμού προς την ελευθερία έκφρασης! Το πόση ελευθερία προσφέρει ο δυτικός κόσμος το νοιώθουν πολύ καλά όλοι εκείνοι οι λαοί που στενάζουν κάτω από την εκμετάλλευση των ισχυρών «υπερμάχων της ελευθερίας»!
   
Ο κ. Κώστας Γαβράς, όπως και όλοι οι ασχολούμενοι με την τέχνη δεν είναι ανιδεολογικοί. Εμφορείται από ιδεολογία, την οποία εκφράζει, όπως συνηθίζεται, στα δημιουργήματά του. Δεν κρύβει τη βαθιά απέχθεια του για τον Χριστιανισμό και την Εκκλησία, ούτε είναι φειδωλός σε ύμνους προς την αθεΐα. Συνεπώς δεν πείθει ο ισχυρισμός του ότι η ταινία του δεν είχε ως σκοπό να βλάψει την Εκκλησία. Και ας τονιστεί ότι αυτή έγινε με δαπάνη της ελληνικής Πολιτείας, η οποία, δυστυχώς, δεν δεσμεύει τους εξ αυτής τροφοδοτουμένους να δείχνουν σεβασμό προς την πίστη του λαού. Μάλιστα η ιδεοληψία του σκηνοθέτη τον εξέθεσε, ώστε να λησμονήσει ότι στόχος της ταινίας ήταν η συγκίνηση του θεατή και η στήριξη του δικαίου αιτήματός μας για την επιστροφή των αρπαγέντων από τον Έλγιν γλυπτών και όχι η ενημέρωση του για συμβάντα της πρώτης μετά Χριστόν χιλιετίας (Παρατήρηση συλλόγου Ελλήνων αρχαιολόγων). Ο κ Γαβράς δεν δίστασε να επιτεθεί και κατά της Εκκλησίας δηλώνοντας ότι «Η Εκκλησία αρνείται πάντα την πραγματικότητα για να σώσει το δόγμα της. Ό,τι απεικονίζεται σ’ αυτό το μικρό φιλμ είναι ιστορικά αποδεδειγμένο».
   
Τα όσα γράψαμε θα ήταν άνευ σημασίας, αν ο κ. Γαβράς εξέφραζε πράγματι την ιστορική αλήθεια. Γι’ αυτό και θα σταθούμε στην ιστορική θεμελίωση της σκηνής που αποκόπηκε. Ο σκηνοθέτης δεν επεκαλέστηκε κάποιον ιστορικό που αναφέρεται στο συμβάν και έτσι φυσικά κάνουν όλοι οι πολέμιοι της χριστιανικής πίστεως. Γενικά και αόριστα γράφουν ή διοχετεύουν στο διαδίκτυο ότι οι χριστιανοί αφάνισαν τα μνημεία του αρχαίου κόσμου. Και ενώ αυτή η καταγγελία είναι άκοπη, χρειάζεται να καταβληθεί κοπιώδης προσπάθεια για την αντίκρουσή της. Ο Γκαίμπελς γνώριζε πολύ καλά την τέχνη της προπαγάνδας και πολλοί είναι εκείνοι που τον μιμούνται ακόμη και σήμερα.
   
Ας δούμε κάποιες πτυχές της ιστορίας του Παρθενώνα διαχρονικά. Σε πρόσφατη πανεπιστημιακή μελέτη, που κυκλοφόρησε μόλις πριν τρεις μήνες, σημειώνεται ότι το γεγονός της αλλοίωσης των μορφών στον Παρθενώνα ήταν ίσως ένα στιγμιαίο ιστορικό γεγονός το οποίο όμως «δεν μπορεί να χρονολογηθεί και ούτε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι συνέβη ταυτόχρονα με την μετατροπή του Παρθενώνα σε χριστιανικό ναό». Αλλωστε δεν είναι γνωστό, αν ο Παρθενών μετετράπη σε ναό τον 5ο, τον 6ο ή τον 7ο μ.Χ. αιώνα. Από τους ρωμαϊκούς ακόμη χρόνους το απαράμιλλο αυτό έργο τέχνης των προγόνων μας υπέστη διάφορες καταστροφές με σημαντικότερη εκείνη από πυρκαγιά κατά τον 3ο μ.Χ αιώνα.

Κατά τον Martin Robertson ειδικό σε θέματα ελληνικής τέχνης «οι μετόπες στα ανατολικά, βόρεια και δυτικά έχουν σκοπίμως παραμορφωθεί, πιθανώς από χριστιανούς ή μουσουλμάνους, αλλά τον λόγο για τον οποίο μόνο αυτά τα γλυπτά είχαν αυτή τη μεταχείριση, δεν μπορούμε να τον γνωρίζουμε»! Βλέπουμε ότι ο είδικός καθηγητής για το συμβάν ανοίγει, λόγω ελλείψεως ιστορικών στοιχείων, χρονικό εύρος δέκα και πλέον αιώνων και αδυνατεί να εξηγήσει, γιατί δεν καταστράφηκαν όλα τα γλυπτά. Στο διάστημα αυτό είχαμε την εικονομαχική έριδα, τις επιδρομές Σλάβων, την κατάληψη των Αθηνών από τους Φράγκους, πριν από τους Τούρκους. Άραγε, τίποτε από αυτά δεν επηρέασε τον Παρθενώνα; Στην πρόσφατη μελέτη, στην οποία αναφερθήκαμε, σημειώνεται ότι οι Φράγκοι πιθανόν να προκάλεσαν καταστροφές στον Παρθενώνα. Αλλά οι Φράγκοι ήσαν δυτικοί και οι σύγχρονοι εχθροί της Εκκλησίας δυτικόπληκτοι. Ποτέ δεν θέλησαν να σκύψουν επάνω από τα δεινά της Κωνσταντινουπόλεως μετά την άλωσή της από τους Φράγκους.  

Από τις απόψεις σύγχρονων Ελλήνων ιστοριογράφων σημαντική είναι εκείνη του Κυριάκου Σιμόπουλου, επειδή δεν ήταν χριστιανός. Η εντιμότητά του όμως τον οδήγησε να δεχθεί ότι: «Ο Παρθενών είχε διατηρηθή άθικτος κατά τη βυζαντινή περίοδο. Ακέραια τα αετώματα, οι μετόπες, οι ζωφόροι. Είχε μετατραπεί από τους πρώτους κιόλας μεταχριστιανικούς αιώνες σε ναό της Παναγίας». Και ακόμη ότι: «Ο συστηματικός θρυμματισμός των ανθρωπόμορφων καλλιτεχνημάτων έγινε αμέσως μετά την πτώση του Βυζαντίου και την κατάκτηση του ελληνικού χώρου. Ήταν εκδήλωση θρησκευτικού φανατισμού». Ίσως όμως να αδικεί τους Οθωμανούς, αν λάβουμε υπ’ όψη τα εξής: Το 1640, ένας κεραυνός έπεσε στο κεντρικό κτήριο των Προπυλαίων όπου ήταν αποθηκευμένη πυρίτιδα από τους Τούρκους, με αποτέλεσμα να γίνει μεγάλη έκρηξη που κατέρριψε ένα τμήμα τους. Πολύ ενωρίς δυτικοί περιηγητές εκδήλωσαν έντονες τάσεις αρχαιοκαπηλίας. Και, όπως κατέγραψε πάλι ο Σιμόπουλος, Ιταλός περιηγητής το 1674 είχε σημειώσει ότι η αρχαιοκαπηλία ήταν ακόμη μια τακτική η οποία επιβάρυνε την αλλοίωση στις μετόπες του Παρθενώνα. Έγραψε συγκεκριμένα: «Απ’ όλες αυτές τις μετόπες έλειπαν οι κεφαλές κι’ αυτό επειδή όσοι δε μπορούσαν να αποκομίσουν ολόκληρα αγάλματα περιορίζονταν στον αποκεφαλισμό τους». Δύο Γάλλοι περιηγητές των αρχών του 17ου αιώνα είχαν δει τον Παρθενώνα. Ο Tavernier τον είδε ακέραιο «έναν ωραιότατο, πελώριο, ολομάρμαρο ναό». Ο Louis Deshayes De Courmesnin έγραψε: «Ο Παρθενών είναι ακόμη όρθιος και άθικτος, έτσι που νομίζει κανείς πως χτίστηκε τώρα τελευταία» (Από την εργασία του Κ. Σιμόπουλου). Συνάγεται λοιπόν και η εποχή έναρξης της αρχαιοκαπηλίας. Πολύ πριν από τον Έλγιν τέκνα της «Αναγεννήσεως» είχαν επιφέρει καταστροφές στα γλυπτά του Παρθενώνα. Τέλος το 1687 ο Βενετός Μοροζίνι έδωσε τη χαριστική βολή στο μνημείο με τον βομβαρδισμό του. Ό Έλγιν μάζεψε ότι απόμεινε. Βέβαια κάποιοι επισημαίνουν ότι τόσο οι Φράγκοι, όσο και οι Μοροζίνι και Έλγιν ήσαν χριστιανοί! Ουδέν σχόλιο.

Θα μπορούσαμε να επεκταθούμε και σε άλλες παρατηρήσεις, αλλά η περιορισμένη έκταση ενός άρθρου δεν το επιτρέπει. Περιοριζόμαστε να σημειώσουμε την δυτικόφρονα αντιεκκλησιαστική τοποθέτηση των διαύλων που ελέγχονται από το ελληνικό μεγάλο κεφάλαιο και κάποιων προσώπων της πολιτικής και της τέχνης, ομοφρόνων του κ. Γαβρά, που για μία ακόμη φορά έδειξαν το απύθμενο αντιεκκλησιαστικό τους μένος. Η Δύση τους ανέδειξε, είναι φυσικό να την προσκυνούν! Όμως κάποτε πρέπει να αρθούν στο ύψος της εντιμότητας, ώστε να δεχθούν ότι η Εκκλησία δεν θα είχε ουδεμία ευθύνη, ακόμη και αν είχε αποδειχθεί ότι μέλη της (κληρικοί ή λαϊκοί) προκάλεσαν βανδαλισμούς. Η Εκκλησία διαχρονικά προβάλλει το Ευαγγέλιο του Χριστού και τους Τρείς Ιεράρχες, βαθείς γνώστες της ελληνικής Παιδείας. Οι σύγχρονοι εχθροί της συντηρούνται στην παχυλή άγνοια εαυτών και του λαού. 

                «Μακρυγιάννης» 

.

(748) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *