18 Ο’χ’τώβρη 1981-2012: Νεκρολογία για Μεταπολιτεύσεις

Σωτήρης Μητραλέξης

Η κουβέντα για το «τέλος της Μεταπολίτευσης» σέρνεται πολλά-πολλά χρόνια τώρα, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο δικαιολογημένα. Όμως η σημερινή επέτειος δεν είναι σαν τις άλλες: η επέτειος της ανάβασης του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία βρίσκει το κόμμα του, για πρώτη φορά στην ιστορία του από το ’81 και μετά, με 11% στο κοινοβούλιο και μονοψήφιο ποσοστό στις δημοσκοπήσεις, και το γενικότερο πολιτικό σκηνικό εκπληκτικά αλλαγμένο: ένα μέχρι πρότινος θεωρούμενο ως ακραίο κόμμα της «ριζοσπαστικής» Αριστεράς να διεκδικεί την εξουσία, και ένα νεοναζιστικό κόμμα να διεκδικεί -για πρώτη φορά- όλο και βασικότερη θέση στην αντιπολίτευση. Σεληνιακό τοπίο, πραγματικά αγνώριστο: ναι, αυτή η συγκεκριμένη επέτειος σηματοδοτεί ότι κάτι έχει πεθάνει ανεπιστρεπτί.

 

Στο παρόν σημείωμα δεν εξετάζουμε τόσο το ΠΑΣΟΚ ως κομματικό μόρφωμα αλλά ως κοινωνικό-πολιτικό φαινόμενο, ως πρόταση διακυβέρνησης (αλλά και ως πρόταση νοοτροπίας υπηκόων) που συναντάται, υιοθετείται και εφαρμόζεται από περισσότερα του ενός κομμάτων (και παραμένει ανοιχτό σε αυριανές υιοθετήσεις, π.χ. από τον ΣΥΡΙΖΑ). Για την ακρίβεια, δεν θα «εξετάσουμε» καν τίποτα: το «φαινόμενο ΠΑΣΟΚ» έχει αναλυθεί εξαντλητικά, από όλες τις πλευρές και οπτικές γωνίες και με όλες τις πιθανές ιεραρχήσεις προτεραιοτήτων. Θα επιχειρήσουμε ακριβώς αυτό υποσχεθήκαμε: νεκρολογία.

 

Διάφοροι παράγοντες έδωσαν στον Ανδρέα Παπανδρέου και στο κόμμα του την ηγεμονία της Μεταπολίτευσης: η σχεδόν πλήρης απορρόφηση (ή έστω συμπάθεια των μη απορροφημένων) του ΕΑΜογενούς σκέλους της Ελλάδας, η προηγούμενη καταπίεση αυτού του σκέλους κλπ. Το ενδιαφέρον όμως είναι με ποιά υπόσχεση αναρριχήθηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου στην εξουσία επί μιας ολόκληρης πολιτικής περιόδου της σύγχρονης Ελλάδας: υποσχέθηκε «Αλλαγή» και«μετασχηματισμό της κοινωνίας». Και τα πέτυχε αμφότερα. Δυστυχώς!

 

Ο Παπανδρέου δεν άλλαξε απλώς τους θεσμούς του κράτους, ή τα μισθολογικά επίπεδα κλπ.: πέτυχε την αλλαγή της νοοτροπίας της ελληνικής κοινωνίας, την σχεδόν συνολική μεταβολή, ανατροπή και μεταστοιχείωση των αξιών του λαού, των κριτηρίων του. Δεν θυμίζουμε συχνά την φράση «να κάνει κανείς ένα δωράκι στον εαυτό του, αλλά όχι και 500 εκατομμύρια» λόγω κάποιας αλλόκοτης εμμονής, αλλά λόγω του γεγονότος ότι με αυτήν την φράση το ίδιο το κράτος δίνει το έναυσμα για την καταλήστευσή του και αίρει το οποιοδήποτε κατακριτέο χαρακτηριστικό αυτής της καταλήστευσης: υπονοείται ότι όσο ευχερέστερα επιτύχει κανείς να ασχημονήσει εναντίον του κράτους, του συνόλου, του Κοινού, της κοινωνίας, τόσο πιο «μάγκας» είναι. Ο «εργάτης του μήνα» άλλων σοσιαλιστικών καθεστώτων, ο επιβραβευόμενος για την εξαιρετική παραγωγικότητά του, έγινε στο δικό μας ιδιότυπο σοσιαλιστικό καθεστώς το «λαμόγιο του μήνα»: εν μέρει ή εμμέσως πλην σαφώς, ο «Ακάλυπτος» ήταν ο νέος εθνικός ήρωας: μπαγαποντιά, ασύδοτη κατανάλωση με κλεμμένα/ακάλυπτα/αέρα, ηδονοθηρία όπως του «λεβέντη Αρχηγού», γιουρούσι στο κράτος και προοδευτιλίκι. Είναι καίριας σημασίας να αντιληφθούμε ότι στην περίοδο της Μεταπολίτευσης, η διαπλοκή, η διαφθορά και εν ολίγοις η κλοπή δεν έγινε απλώς επιτρεπτή, αλλά εμμέσως κοινωνικός στόχος για τον πολίτη, τον οποίον έθετε η ίδια η Πολιτεία. Βέβαια, με την φράση ο Ανδρέας θέτει και έναν πήχυ στην ασυδοσία: πήχυ που βρίσκεται τόσο ψηλά, που ανάθεμα κι αν έχει κανείς την δυνατότητα να τον φτάσει – και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, είναι σαν να μας κλείνει το μάτι λέγοντας «βέβαια, αν φτάσετε τα 500 εκατομμύρια χωρίς να σας πάρουμε χαμπάρι, μαγκιά σας».

 

Δεν διατεινόμεθα φυσικά ότι το ΠΑΣΟΚ «εφηύρε» την διαπλοκή, την διαφθορά, την καταλήστευση του κράτους, εν τέλει την αλητεία, χωρίς να υφίστανται ήδη εν σπέρματι αυτά τα στοιχεία στον ελληνικό λαό. Όμως, αυτό που άλλοτε ήταν κατακριτέο και ο αυτουργός του απορριπτέος έγινε στόχος, εθνική αξία, εθνικό όραμα. Από τα πεντακόσια εκατομμύρια μέχρι την Μιμή στο αεροπλάνο, το μήνυμα του καθεστώτος ήταν «κλέψτε, φάτε, ηδονοθηρήστε διότι η ζωή είναι ωραία». Εν μέρει στήθηκε αλλά εν μέρει προέκυψε εκ φύσεως και μια ιδιότυπη εκδοχή «ιδεολογικού στρατού» που φρόντισε για τον περαιτέρω προπαγανδισμό του παπανδρεϊκού ευαγγελίου: «η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή», νέο πρότυπο άνδρα, νέο πρότυπο γυναίκας, νέο πρότυπο οικογένειας .

 

Το φαινόμενο ΠΑΣΟΚ είναι ενιαίο, η εκσυγχρονιστική του φάση δεν αναιρεί τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του. Ο «εκσυγχρονισμός» έχει μεγάλο ενδιαφέρον, διότι παρά την ευρωπαϊκή του, δυτική, αντι-λαϊκιστική και σύγχρονη λεοντή, αποτελεί τον μόνο τρόπο επιβίωσης του «τρόπου ΠΑΣΟΚ» στις νέες τότε συνθήκες. Το φαινόμενο αναλύει με ιδιοφυή ακρίβεια ο Αρίστος Δοξιάδης, ο οποίος συνοψίζει την «συνταγή εξουσίας» της συνέχισης του κράτους ΠΑΣΟΚ και υπό τον εκσυγχρονισμό ως εξής: «(1) έλεγχος των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας μέσω οικονομικών μηχανισμών (δάνεια, αγγελιόσημο, προσωρινές άδειες, διαπλεκόμενη ιδιοκτησία), (2) μια αριστερίζουσα εκσυγχρονιστική ελίτ (εν πολλοίς μέσα στα Πανεπιστήμια) που δεν είναι πολύ εξοικειωμένη με τους θεσμούς της αγοράς και δεν καταλαβαίνει τη σημασία του ανταγωνισμού, όπως και δεν ενοχλείται αν κάποιες αρχές παραβιάζονται (π.χ ‘διαφθορά υπάρχει σε όλο τον κόσμο’ κ.α.), (3) μια σοβαρότητα στο λόγο, ένας αντι-λαϊκισμός, που προσελκύει το ‘μεσαίο χώρο’, μαζί με (4) ενσωμάτωση και έλεγχο των ιστορικών στελεχών του αριστερού λαϊκισμού.»

 

Το φαινόμενο ΠΑΣΟΚ είναι ενιαίο, η νεοδημοκρατική του εκδοχή δεν αναιρεί τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του. Το δράμα, η πραγματική τραγωδία είναι ότι σε αυτόν τον «μετασχηματισμό της κοινωνίας» δεν υπήρξε ποτέ αντιπρόταση (όπως θυμίζει συχνά ο Χρ. Γιανναράς). Η Νέα Δημοκρατία επιχειρούσε ανέκαθεν την μίμηση, την αντιγραφή της πασοκικής φαυλότητας, για να γευθεί κι εκείνη την ηδονή αυτού του τρόπου διακυβέρνησης. Έψαχνε τον «Αντι-Ανδρέα», δηλαδή ουσιαστικά τον… δεύτερο Ανδρέα, και νόμιζε πως τον βρήκε στο πρόσωπο του Κ. Μητσοτάκη, ο οποίος είχε τόση σχέση με τη δεξιά παράταξη όση έχω εγώ με την βιολογική σύσταση των ακτινιδίων. Νέα πράξη του δράματος, η άρθρωση του συνθήματος της αντιπρότασης με την «Επανίδρυση του Κράτους» – επαγγελία που φάνηκε να προδίδει κατανόηση του τί συνέβη στη χώρα, και του μόνου τρόπου θεραπείας της. Οι ελπίδες προδόθηκαν με τον χειρότερο τρόπο, και ο «τρόπος ΠΑΣΟΚ» συνέχισε να αποτελεί την απόλυτη εξουσία στην Ελλάδα.

 

«Μετα-μεταπολιτευτική υποτροπή»

Βέβαια, η περίοδος της Μεταπολίτευσης δεν ήταν μόνον η περίοδος της διαφθοράς, της διαπλοκής, του λαϊκισμού, της καταλήστευσης του κράτους. Η Μεταπολίτευση ήταν επίσης η εποχή των κοινοβουλευτικών θεσμών, του ευρωπαϊσμού, της ελευθεροτυπίας, της ισότητας των φύλων, του κοινωνικού κράτους, της ιδεολογικής αναζήτησης και λοιπά. Η δόμηση μιας επόμενης περιόδου μετά την κατάρρευση της Μεταπολίτευσης δεν ενδέχεται να είναι μόνο μια γυαλιστερή υπέροχη «Νέα Μεταπολίτευση» με αξιοκρατία, ήθος και υγιή παραγωγικότητα, αλλά και το «σενάριο βήτα», μια αντιδραστική αντιμεταρρύθμιση που θα επέβαλε ένα αυταρχικό καθεστώς. Θα ονομάζαμε αυτό το ενδεχόμενο «μετα-μεταπολιτευτική υποτροπή» και αναγνωρίζουμε σαφώς την πιθανότητα επιβολής του από την απολύτως πρωτοφανή και ταχύτατη άνοδο και αποδοχή της Χρυσής Αυγής (αυτό δεν σημαίνει ότι ένα τέτοιο καθεστώς θα επιβαλλόταν κατ’ ανάγκην από την Χρυσή Αυγή: η άνοδός της και η αποδοχή της σηματοδοτεί το φιλόξενο υπόστρωμα για να κυριαρχήσουν τέτοιες τάσεις, είτε από την ίδια την Χρυσή Αυγή είτε από κάποιον άλλο μελλοντικό φορέα ή πρόσωπο). Όσο κανείς δεν μεθοδεύει δυναμικά μια «Νέα Μεταπολίτευση», όλοι καθίστανται συνυπεύθυνοι στον όλο και εκτενέστερο ρεαλισμό του «σεναρίου βήτα».

Αξιακά, δεν είμαστε ακόμη στον δρόμο για μια «Νέα Μεταπολίτευση». Η ελληνική κοινωνία στέκεται απλώς έντρομη μπροστά στο γεγονός ότι το «καύσιμο» της προηγούμενης περιόδου τελείωσε (και των άνομων αλλά και των τίμιων, έννομων εκδοχών της), χωρίς να έχει λάβει χώρα η καταλυτική στιγμή για την μεταστροφή των αξιών της κοινωνίας, ή η έμπνευσή της από κάποιο πολιτικό υποκείμενο. Η αντίληψη ότι από μόνη της η έλλειψη του «καυσίμου» επαρκεί για να μας οδηγήσει σε μια «Νέα Μεταπολίτευση» είναι, βεβαίως, αφελέστατη. Οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί δεν λαμβάνουν χώρα μόνον επειδή η προηγούμενη περίοδος «κουράστηκε»: χρειάζονται καταλύτες, ρήξεις, άγρια μάχη και πάλη με το παλιό, συγκεκριμένη και όχι γενικόλογη σπορά του καινούργιου. Με φορείς τα πρόσωπα αλλά και το πολιτικό υποκείμενο με την ηθική νομιμοποίηση για την επαγγελία οποιασδήποτε πραγματικά «νέας σελίδας». Σε κάθε περίπτωση, όσο δεν ξεμυτίζει η «Νέα Μεταπολίτευση», τόσο καθίσταται όλο και πιο πιθανή η «μετα-μεταπολιτευτική υποτροπή». Προσδεθείτε.

 

(608) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *