Το «Πολυτεχνείο» ως η Καθεστωτική Εορτή της Μεταπολίτευσης

 

Το 1973, στα γεγονότα του «Πολυτεχνείου», συνέβη κάτι πραγματικά εκπληκτικό: Έλληνες φοιτητές διακινδύνευσαν την ζωή τους και την ελευθερία τους με τον πλέον σαφή τρόπο, προκειμένου να διαδηλώσουν ενάντια στην Χούντα των Συνταγματαρχών – και, ει δυνατόν, να την ρίξουν. Αυτός ο έρωτας ελευθερίας σίγουρα αξίζει να τιμηθεί και να εορταστεί. Να μείνει ζωντανός στην μνήμη, να διδάσκει.

Όμως, ευτυχώς στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας έχουμε πολλά παραδείγματα παρόμοιων ηρωικών πράξεων -όχι μόνο ατομικών, αλλά και συλλογικών, όπως του Πολυτεχνείου- και αιματηρών συγκρούσεων. Πράξεων αντίστασης σε παράνομες, αντιδημοκρατικές εξουσίες. Δίκαια αιτήματα που πληρώθηκαν με αίμα. Καμία όμως από τις υπόλοιπες δεν τιμάται με τον ίδιο τρόπο όσο το Πολυτεχνείο.

Ο υπερτονισμός του Πολυτεχνείου εξυψώνει επίσης και την ιστορική σημασία της συγκεκριμένης Χούντας: η Ελλάδα πέρασε πολλές στρατιωτικές δικτατορίες. Η δικτατορία του Παπαδόπουλου σε καμία περίπτωση δεν απετέλεσε την αιμοσταγέστερη ή την φρικωδέστερη δικτατορία της νεότερης ελληνικής ιστορίας, ειδικά αν εξαιρέσουμε την τραγωδία της Κύπρου -που έλαβε χώρα επί Ιωαννίδη, του οποίου η δικτατορία ήταν αρκετά σκληρότερη καίτοι βραχύτερη. Επίσης, υπάρχουν πραξικοπήματα και στρατιωτικές δικτατορίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας που κατά έναν ανεξήγητο τρόπο παρουσιάζονται ως και με θετικό τρόπο, ακόμα και από την Αριστερά – διότι, απ’ ότι φαίνεται, εκείνες ήταν «καλές» δικτατορίες, «καλά» πραξικοπήματα, στην αλλόκοτη συλλογική μας ιστορική λογική…

Τι λοιπόν καθιστά το όντως ηρωικό Πολυτεχνείο ηρωικότερο από παρόμοιες πράξεις που δεν μνημονεύονται τόσο συχνά, και την χούντα του Παπαδόπουλου χειρότερη από τρισχειρότερες δικτατορίες που δεν μονοπωλούν τόσο το συλλογικό μας ενδιαφέρον;

Ο σχετικά πρόσφατος χαρακτήρας των γεγονότων θα μπορούσε να αποτελεί μιαν απάντηση – μεσολαβούν μόλις 38 χρόνια. Ναι μεν αυτό σχετίζεται με την ένταση της μνήμης των ζώντων, αλλά μάλλον αποτελεί αντίστροφο επιχείρημα δεδομένου του τί έχουμε θεσμοθετήσει ως κράτος: η Πολιτεία έχει θεσπίσει ολοήμερη σχολική αργία και εκτενή θεωρητική σχολική προετοιμασία για τρία μόνο εθνικά ιστορικά γεγονότα: την Επανάσταση του 1821, το Όχι του 1940 και το Πολυτεχνείο του 1973.

Έτσι, η χούντα του ’67-’74 και η αντίσταση σ’ αυτήν εξισώνεται σε ιστορική σημασία για το νέο ελληνικό κράτος των 190 χρόνων με την Επανάσταση που το γέννησε και με την ηρωική του στάση στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο – ενώ παρόμοιες δικτατορίες και παρόμοιες αντιστάσεις αφήνουν την Πολιτεία παγερά αδιάφορη… Την ίδια Πολιτεία που έχει εξοβελίσει από την σχολική πραγματικότητα το ασύλληπτου ηρωισμού και ιστορικής σημασίας έπος της ΕΟΚΑ, ή τον Μακεδονικό Αγώνα.

Υφίσταται μία και μόνο εξήγηση γι’ αυτήν την προτίμηση:

Με το «Πολυτεχνείο» εορτάζονται δύο πράγματα. Ο ηρωισμός της πράξης αφ’ ενός, αλλά και αυτό που θέλει να αναγνωρίζει το καθεστώς της Μεταπολίτευσης ως την ιδρυτική του στιγμή, και ακόμα παραπέρα την νομιμοποιητικὴ στιγμὴ για ό,τι θα ακολουθούσε.

Η «γενιά του Πολυτεχνείου» γνώριζε, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, ότι μόνο η επαναλαμβανόμενη ηρωοποίησή της ως συνόλου θα μπορούσε να της προσφέρει τα «κλειδιά» της νέας πολιτικής περιόδου. Γι’ αυτό αφήνει να εννοηθεί ότι όλοι οι φοιτητές, ως «φοιτητικό κίνημα», αντιστάθηκε ηρωικά – διότι, ως γνωστόν, αν όσοι δηλώνουν ότι ήταν εκείνη την νύχτα πίσω από τα κάγκελα του Πολυτεχνείου όντως ήταν, τότε αυτά τα κάγκελα υπερβαίνουν κατά πολύ το μήκος του τείχους του Βερολίνου.

Ο υπερτονισμός του εορτασμού αφ’ ενός χαρίζει… δυνατές συγκινήσεις στην ίδια την γενιά που έζησε τα γεγονότα («αχ βρε Μαρία, τί ωραίοι και αγωνιστές που ήμασταν τότε»), αφ’ ετέρου εγκαθιδρύει την περίπου ημίθεη φύση της στο διαγενεακό της περιβάλλον –ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. Ο ενθουσιαστικός αυτοθαυμασμός αυτής της γενιάς εγκαθιδρύει παράλληλα την τοτεμική της εξουσία απέναντι στην επόμενη, δίδει κυκλούμενη άφεση αμαρτιών και μόνιμη θέση αυθεντίας.

Εν τέλει, το «Πολυτεχνείο» επελέγη για να διαδραματίσει τον ρόλο της «τελετουργικής γιορτής του Καθεστώτος» – όπως στην χούντα εορταζόταν η «εθνοσωτήριος επανάστασις», και όπως στο μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς εορταζόταν ο «Γράμμος-Βίτσι». Πρόκειται για μια εξαιρετική επιλογή, καθ’ ότι η αυτοθυσιαστική και αντιστασιακή φύση της εξέγερσης του Πολυτεχνείου μεταγγίζει την γνησιότητά της και στο ίδιο το καθεστώς, κάτι που λειτούργησε άψογα κατά τις δεκαετίες της Μεταπολίτευσης.

Τώρα όμως, που το καθεστώς της Μεταπολίτευσης είναι πτώμα οδωδός και τυμπανιαίο, μήπως πρέπει να αποσυνδέσουμε την εξέγερση του Πολυτεχνείου από την νομιμοποιητική της, αυτοαγιογραφική χρήση εκ μέρους μιας αδίστακτης πολιτικής γενιάς και κάστας; Και να διερωτηθούμε αν είναι η χούντα του ’67-’74 και η Εξέγερση εναντίον της όντως ένα από τα τρία σημαντικότερα γεγονότα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, όπως εμπράκτως διδάσκουμε στα παιδιά μας;

Μαζί με το τέλος ενός συγκεκριμένου πολιτικού Καθεστώτος, της Μεταπολίτευσης, ίσως πεθαίνει και ο τελετουργικός εορτασμός του ως «εορτής του καθεστώτος», όπως κατέρρεαν τα επιβλητικά αγάλματα των επαναστατών στις χώρες της πρώην σοβιετικής ένωσης. Τώρα, που ακόμα η μεγάλη «παρέα» της «γενιάς του Πολυτεχνείου» προσπαθεί με νύχια και με δόντια να συνεχίσει να κρατά τα ηνία, αυτεξευτελιζόμενη σε όλο και μεγαλύτερη καταβαράθρωση της αξιοπρέπειάς της.  Ίσως είναι νωρίς για να τεθούν αυτές οι νύξεις -μόνο η φυσική, βιολογική φθορά είναι ικανή να πείσει την γενιά του Πολυτεχνείου ότι δεν της ανήκουν τα σκήπτρα της αιώνιας εξουσίας και επιβολής- μα πιστεύουμε ότι συν τω χρόνω θα φανερώνεται ο ρεαλισμός τους.

 

Σωτήρης Μητραλέξης

 

 

Υστερόγραφο από τα σχόλια:

Και μια που αναφέρθηκε το τί διδάσκουμε στα παιδιά μας, πρέπει να σημειωθεί η εξής παρατήρηση του παιδαγωγού Ν. Ράπτη: στην σχολική διαδικασία, εκ των πραγμάτων λόγω της εποχής του το Πολυτεχνείο λαμβάνει πολύ μεγαλύτερη έκταση από τις υπόλοιπες δύο σχολικές εορτές: το πλήθος των οπτικοακουστικών μέσων, τα ντοκυμαντέρ, η βιντεοσκόπηση, οι μαρτυρίες καθιστούν το Πολυτεχνείο πολύ πιο «πραγματικό» ερέθισμα. Από πολύ μικρή ηλικία, από το Δημοτικό. Και το «ηθικό δίδαγμα» του ερεθίσματος, αν αφαιρέσει κανείς τα ιστορικά συμβεβηκότα όπως συνήθως τα αφαιρεί το μυαλό του μικρού παιδιού, είναι το πόσο σωστές είναι οι καταλήψεις σχολείων και σχολών, η σύγκρουση, η ρήξη και η πάλη με το κράτος. Όπως έχει γραφτεί πολλές φορές από πολλές γραφίδες στο παρελθόν, το σχολείο της Μεταπολίτευσης ετοιμάζει συνεχώς και εμμονικά τα παιδιά για την αντίσταση σε μια αενάως επερχόμενη στρατιωτική δικτατορία, που όλο είναι εδώ και ποτέ δεν έρχεται – λες και η κασσέτα της προηγούμενης δικτατορίας παίζεται σε επανάληψη.

 

Όμως, το γεγονός ότι τότε μιλάγαμε για ένα παράνομο στρατιωτικό καθεστώς, ενώ σήμερα για μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, είναι καταδικασμένο να παραμείνει «ψιλά γράμματα» για το παιδί, συγκρινόμενο με την πληθώρα των ερεθισμάτων, μια μικρή υποσημείωση με αστερίσκο με την οποία κανείς δεν ασχολείται. «Οι απεγνωσμένες και αμήχανες υπενθυμίσεις των εκπαιδευτικών (ή μερίδας τους) πως “τότε είχαμε δικτατορία ενώ τώρα δημοκρατία και άρα αυτές οι ‘μορφές πάλης’ δικαιολογούνταν τότε αλλά όχι τώρα”, είναι καταδικασμένες να πέσουν στο κενό. Παιδαγωγικά, το μήνυμα του ‘Πολυτεχνείου’ είναι σαφές: από τη μια είναι το κράτος, από την άλλη ο λαός· το κράτος είναι πάνοπλο και αδίσταχτο, ο λαός αθώος και ιδεαλιστής· το κράτος πνίγει τον λαό στο αίμα, αλλά στο τέλος η επανάσταση νικάει.»

 

Το σύνθημα «Εμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία» φανερώνει του λόγου το αληθές: είναι ή ήταν μέχρι πρότινος ένα απολύτως αποδεκτό σύνθημα για κάθε είδους πορεία νέων ανθρώπων, σχεδόν μπανάλ ή κλισέ για την ακρίβεια. Όμως, τα απολύτως φυσιολογικά «Πολυτεχνεία» αυτής της γενιάς δεν θα «έριχναν» παράνομα στρατιωτικά καθεστώτα, αλλά νόμιμες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες…

 

Αν υποθέσουμε ότι κάθε σχολική «διδασκαλία της Πολιτείας»/κρατική προπαγάνδα δημιουργεί δύο «τάξεις» μαθητών, αυτούς που την αποδέχονται και την αναπαράγουν και αυτούς που την αρνούνται και αντιδρούν σ’ αυτήν, τότε στα πλαίσια μιας νόμιμης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (και όχι του παρανόμου καθεστώτος μίας στρατιωτικής χούντας) η συγκεκριμένη διδασκαλία δημιουργεί, στα ακρώτατά της όρια… «κουκουλοφόρους» και «φασίστες». Από τη μία αυτούς που καταπίνουν την κρατική διδασκαλία (της σώμα με σώμα πάλης με το… ίδιο το κράτος) και την αναπαράγουν, τους «κουκουλοφόρους», από την άλλη αυτούς που από αντίδραση στην κρατική διδασκαλία εξωραΐζουν την χούντα και αποζητούν να μυηθούν στους τρόπους της, τους «φασίστες». Ανέκαθεν υπήρχαν υποδοχείς για την πρώτη ομάδα, αλλά η δεύτερη έμενε ευτυχώς αμήχανη, δεν είχε πού να στραφεί, δεν ολοκληρωνόταν ώστε να εκφραστεί ρητά: όμως σήμερα –κατά τραγικό τρόπο- υπάρχουν υποδοχείς και για την δεύτερη… Θα έχετε ακούσει ότι στα σχολεία υπάρχουν δύο και μόνο πολιτικές παρατάξεις: ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ. Βάλτε στην εξίσωση και το ότι η ένταξη του νέου στο «σύστημα» του μεταπολιτευτικού καθεστώτος δεν αποτελεί πλέον ελκυστική προοπτική, ώστε να γίνεται ενθουσιωδώς αποδεκτή η «τελετουργική μύηση», οπότε οι λόγοι της αποδοχής της διδασκαλίας της υφίστανται απίσχνανση (δεν εκφράζουμε εδώ τί θα θέλαμε ή τί θα θεωρούσαμε σωστό: εκφράζουμε το τί βλέπουμε να συμβαίνει ήδη μπροστά στα μάτια μας).

 

(1592) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *