Περιφρόνηση συνταγματικών θεσμών από πολιτικούς οργανισμούς; Η περίπτωση επιβολής πρόωρων εκλογών


Από την άλλη πλευρά, η Κυβέρνηση μέσα σε ένα ιδιαίτερα φορτικό και δυσμενές γι’ αυτήν διαμορφωθέν από ποικίλους παράγοντες πολιτικό κλίμα, αποφασίζει να προσφύγει σε πρόωρες εκλογές, στις οποίες, όπως ισχυρίζεται, εξωθείται με αποκλειστική υπαιτιότητα της ανεύθυνης στάσης που τηρεί η αξιωματική Αντιπολίτευση. Σύμφωνα με τη λογική της Κυβέρνησης, η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες είναι επιβεβλημένη προκειμένου να αποφευχθεί μια μακρά προεκλογική περίοδος, η οποία δεν ευνοεί τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας, η οποία το τελευταίο διάστημα ταλανίζεται από τη διεθνή οικονομική κρίση.


Σε αυτό το πλαίσιο, η Κυβέρνηση επικαλείται με βάση το άρθρο 41 παρ. 2 Συντ.,[2] ότι συντρέχει εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας που επιβάλλει τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών. Ο λόγος αυτός συνοψίζεται, κατά την άποψη της Κυβέρνησης, στην λήψη μέτρων (π.χ. πάταξη της φοροδιαφυγής,[3] προώθηση μεταρρυθμίσεων κ.ο.κ.) που θα συμβάλλουνν στην άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της χώρας.[4] Ο ΠτΔ έκανε δεκτή την πρόταση της Κυβέρνησης και τελικά προκηρύχτηκαν βουλευτικές εκλογές για την 4η Οκτωβρίου 2009.


Υπό αυτές τις συνθήκες, έχει ενδιαφέρον να εξεταστεί κατά πόσο είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα οι προεκτεθείσες πολιτικές συμπεριφορές τόσο της αξιωματικής Αντιπολίτευσης όσο και της  Κυβέρνησης.
 


ΙΙ. Η στάση της αξιωματικής Αντιπολίτευσης


Στο θέμα εκλογής του ΠτΔ, η παγκοσμίως πρωτότυπη διάταξη του άρθρου 32 Συντ. επιτάσσει βουλευτικές εκλογές, αν επ’ αυτού δεν επιτευχθεί αριθμητική πολιτική συναίνεση στη Βουλή.[5] Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι κατά τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, το ζήτημα της αλλαγής του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας απασχόλησε τόσο τη Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή του 1996, η οποία διαπίστωσε με πλειοψηφία 161 ψήφων την ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 32 Συντ., όσο και την Η΄ Αναθεωρητική Βουλή του 2000, στην οποία δεν επιτεύχθηκε τελικά η απαιτούμενη πλειοψηφία των 180 ψήφων για την αναθεώρηση αυτού.[6]


Ετσι, το άρθρο 32 Συντ., το οποίο θα μπρορούσε να αναδειχτεί σε κλειδί των πολιτικών εξελίξεων, δεν τροποποίηθηκε. Η ίδια επομένως η Βουλή φάνηκε να απoδέχεται, ότι, εφόσον το συγκεκριμένο άρθρο παραμένει ως έχει,  τα κόμματα θα κάνουν χρήση της δυνατότητας διάλυσης της Βουλής με αφορμή την αδυναμία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, εφόσον πολιτικά πιστεύουν ότι μπορούν να βγουν κερδισμένα από τις εκλογές.[7] Μπορεί να συναχθεί επομένως ότι η διάλυση της Βουλής και η διενέργεια πρόωρων εκλογών με αφορμή την αδυναμία εκλογής ΠτΔ μια δεδομένη θεσμική πιθανότητα, που το Συνταγμα παρέχει, την οποία οι πολιτικές δυνάμεις καλούνται, ανάλογα με τις περιστάσεις και τον συσχετισμό δυνάμεων και συμφερόντων, να ενεργοποιήσουν ή να παρακάμψουν.


Στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται ότι τίθεται ένα ιδιαίτερα σοβαρό ερώτημα: Αν δηλ. με τη συγκεκριμένη μεθόδευση της αξιωματικής Αντιπολίτευσης παραβιάζεται ο σκοπός (ratio) του άρθρου 32 Συντ. Σε σχέση με αυτό γίνεται ευρέως αποδεκτό από τη νομική επιστήμη ότι βαθύτερος σκοπός του παραπάνω άρθρου είναι η επίτευξη αυξημένης συναίνεσης των κοινοβουλευτικών αντιπροσώπων στο πρόσωπο του ΠτΔ.[8]


Στο πλαίσιο αυτό, καθίσταται σαφές από την κρατούσα άποψη ότι η περίπτωση της έκτακτης διάλυσης της Βουλής στο άρθρο 32 Συντ. προβλέπεται μόνο όπου διαπιστώνεται πραγματική αδυναμία συμφωνίας της αυξημένης πλειοψηφίας της Βουλής να εκλέξει έναν από τους προτεινόμενους υποψηφίους για λόγους που αφορούν στο πρόσωπο ή στην πολιτική καταλληλότητα ενός από τους προτεινόμενους υποψηφίους για το αξίωμα του ΠτΔ. Στόχος του άρθρου 32 Συντ. αποτελεί τελικά  η εκλογή ικανού και ισχυρού πολιτικά ΠτΔ που θα απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της αυξημένης πλειοψηφίας της Βουλής. Άλλος λόγος διάλυσης της Βουλής με αφορμή την εκλογή ΠτΔ, όπως π.χ. το σχετικό κριτήριο της ανάγκης πρόωρων εκλογών για  «εθνικούς» λόγους, ξένους όμως προς το πρόσωπο του εκάστοτε υποψηφίου ΠτΔ, δεν φαίνεται να είναι επιτρεπτός από το Σύνταγμα.[9]


Το άρθρο 32 Συντ. δεν θέτει την προεδρική εκλογή ως εργαλείο στη διάθεση εκείνων που θέλουν για λόγους άσχετους με το πρόσωπο του εκάστοτε υποψηφίου Προέδρου να επιτύχουν βουλευτικές εκλογές. Τούτο συνάγεται επιπλέον από το πνεύμα και την αδιάσειστη λογική των ειδικών διατάξεων του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής που ρυθμίζουν την εκλογή του αρχηγού του κράτους. Εξάλλου, το ίδιο το Σύνταγμα στα άρθρα 37 και 41 προσδιορίζει περιοριστικά τις περιπτώσεις πρόωρων εκλογών.[10]


Υπογραμμίζεται τελικά ότι το άρθρο 32 Συντ. σε καμία περίπτωση δεν αποσκοπεί στην παροχή της δυνατότητας στον εκάστοτε πολιτικό σχηματισμό να προκαλεί τη διάλυση της Βουλής, όταν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί άλλες σκοπιμότητες ή το κομματικό του συμφέρον, έστω και αν τούτο συνήθως μεταβαπτίζεται σε «εθνικό συμφέρον». Στην περίπτωση αυτή, ακόμα και η επίκληση του εθνικού συμφέροντος δεν μπορεί να εκτοπίσει το προφανές νόημα του Συντάγματος, πόσω μάλλον τις πρόνοιες του συνταγματικού νομοθέτη, που ούτως ή άλλως προσδιορίζουν και προστατεύουν το εθνικό συμφέρον.[11]


Εκ του αποτελέσματος μάλιστα μπορεί να συναχθεί τελικά ότι το άρθρο 32 Συντ. είναι ατελέσφορο και μάλιστα οδηγεί σε ορισμένες περιπτώσεις σε ευτελισμό  του συνταγματικού θεσμού εκλογής του ΠτΔ, όταν π.χ. η διάταξη αυτή χρησιμοποιείται μεθοδευμένα από πολιτικές δυνάμεις  για να προκληθούν εσκεμμένα πρόωρες εκλογές, επειδή συμβαίνει να ευνοούνται από πολιτικές συγκυρίες. Παράλληλα όμως, φαίνεται ότι το άρθρο αυτό είναι δυνατό, αν και μάλλον σπανιότερα, να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης και από την κυβέρνητική πλειοψηφία, η οποία για δικούς της φανερούς ή μη λόγους (π.χ. ως αφορμή για διέξοδο από εσωκομματική κρίση κ.ά.)  μπορεί να το χρησιμοποιεί ως άλλοθι για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, επιρρίπτοντας την αποκλειστική υπαιτιότητα για αυτή την επιλογή στην Αντιπολίτευση και αποκομίζοντας -αναλόγως και των περιστάσεων- με  συνταγματικά οριακούς ελιγμούς πιθανά πολιτικά οφέλη.


Η διάταξη αυτή κατά μία άποψη συνιστά κλασικό παράδειγμα αποτυχημένης «συνταγματικής μηχανικής».[12] Συνιστάται επομένως η αναθεώρηση αυτής, ώστε να αποφεύγονται αντίστοιχες διαταραχές στην ομαλή διεξαγωγή του κοινοβουλευτικού βίου και εν γένει του δημοκρατικού Πολιτεύματος. Η εκλογή του ΠτΔ θα ήταν μάλλον συνετό σε μια μελλοντική συνταγματική αναθεώρηση να αποσυνδεθεί από την προκήρυξη βουλευτικών εκλογών, ώστε το Πολίτευμα να μην πέφτει «θύμα» πολιτικών σκοπιμοτήτων που εμφανώς νοθεύουν την πραγματική πρόθεση του νομοθέτη για την εκλογή ΠτΔ.


Ακόμα και αν θεωρηθεί ως ορθή η άποψη ορισμένων συνταγματολόγων που υποστηρίζει, ότι η συγκεκριμένη στάση της αξιωματικής Αντιπολίτευσης ειναι συνταγματικά νόμιμη, επειδή το Σύνταγμα δεν ελέγχει τις προθέσεις, τους φανερούς ή κρυφούς στόχους των πολιτικών που το χρησιμοποιούν προς εξυπηρέτηση ίδιων συμφερόντων, εφόσον βέβαια δεν παραβιάζονται τυπικά συνταγματικοί κανόνες.[13] Δε νομίζω ότι μπορεί να αμφισβητηθεί ότι, σε πολιτικό επίπεδο τουλάχιστον, η συμπεριφορά αυτή δεν αποτελεί υπόδειγμα πολιτικής συνέπειας και υπευθυνότητας. Και τούτο, διότι η εν λόγω στάση, ακόμα και αν δεν παραβιάζει ευθέως το Σύνταγμα, συντελεί όμως στην απαξίωση της θεσμικής λειτουργίας και του ρόλου του ως Καταστατικού Χάρτη του Πολιτεύματος. Σε τέτοιες περιπτώσεις φαίνεται δηλαδή ότι το κομματικό συμφέρον τίθεται υπεράνω του Συντάγματος, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για την ομαλή λειτουργία του Πολιτευματος και τα πολιτικά ήθη.


Πρέπει όμως από την άλλη πλευρά να σημειωθεί και η άποψη, ότι η συγκεκριμένη στάση, αποτελεί δείγμα εκλέπτυνσης του πολιτικού μας πολιτισμού. Και τούτο γιατί στην εν λόγω περίπτωση δηλώθηκε ευθέως ο αληθής  σκοπός και το κίνητρο της δεδομένης  επιλογής της αντιπολίτευσης, ενώ καλλιστα θα μπορούσε να αποσιωπηθεί,[14] όπως άλλωστε συνέβη σε ορισμένες περιπτώσεις στο παρελθόν με την εφαρμογή τακτικών πολιτικής υποκρισίας που τραυματίσαν τη θεσμική λειτουργία του Συντάγματος και του Πολιτεύματος (πρβλ. σχετικά παραδείγματα στην υποσημείωση).[15]


Από την άλλη πλευρά βέβαια, θα μπορούσε βάσμιμα να αντιταχθεί ότι αυτή η στάση αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα χαλάρωσης των ηθικοπολιτικών αντανακλαστικών του λαού, αλλά και απογύμνωσης των πολιτικών και της πολιτικής από το στοιχειώδες πολιτικό ήθος που επιβάλλει τον απαραίτητο σεβασμό στην έντιμη τήρηση των συνταγματικών θεσμών που θεμελιώνουν και ορίζουν το Πολίτευμα. Και τούτο, γιατί η παραβίαση ή η πρόθεση παραβίασης του σκοπού σημαντικών οργανωντικών του Πολιτεύματος συνταγματικών διατάξεων εκδηλώνεται πλέον με εξαιρετική ευκολία και μάλιστα απροσχημάτιστα ως γεγονός αυτονόητο και μη άξιο λογοδοσίας από την πλευρά της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας.[16]
 


ΙΙΙ. Η στάση της Κυβέρνησης


Σχετικά με τη στάση της Κυβέρνησης τίθεται το ζήτημα, αν ο  λόγος πάνω στον οποίο στήριξε την απόφασή της να προσφύγει πρόωρα στις κάλπες (περίπου 2 χρόνια πριν λήξει η κυβερνητική θητεία), δηλ. την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης με την άμεση λήψη των αναγκαίων μέτρων που θα δώσουν λύσεις στα προβλήματα, αφού θα έχει λάβει ισχυρή νωπή λαϊκή εντολή, αποτελεί όντως εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας, όπως ορίζει το άρθρο 41 παρ. 2 Συντ. Υπενθυμίζεται δε, οτι και για τη θεμελίωση της κυβερνητικής πρότασης για πρόωρες εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου 2007, η τότε Κυβέρνηση πρόβαλε ως εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας την κατάρτιση του οικονομικού προϋπολογισμού, αλλά και την ολοκλήρωση των διεργασιών αναθεώρησης του Συντάγματος.[17]


Η θεώρηση των συγκεκριμένων ζητημάτων ως εθνικών θεμάτων εξαιρετικής σημασίας προκαλούν τη νομική σκέψη και την κοινή λογική. Τούτο όμως κάθε άλλο παρά καινοφανές φαινόμενο αποτελεί στην πρόσφατη ελληνική συνταγματική ιστορία. Στην πρώτη περίπτωση της εξαγγελιας των πρόωρων εκλογών της 4ης Οκτωβρίου, ακόμα και ο ίδιος ο πρωθυπουργός κατηγορώντας τον πρόεδρο της αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ότι με τον  «εκβιασμό» που επιχειρεί για την επικείμενη προεδρική εκλογή οδηγεί τη χώρα σε μακρά προεκλογική περιόδο, γεγονός που κατά την κρίσή του, «δεν αντέχει η χώρα», ομολογεί εμμέσως, ότι τελικά ο παραπάνω λόγος που προβάλλει ως εθνικο θέμα εξαιρετικής σημασίας, αποτελεί στην ουσία πρόσχημα για τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών.


Η λήψη των αναγκαίων μέτρων για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που πλήττει την χώρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας, δεδομένου ότι η σύγχρονη οικονομική κρίση έχει πλήξει σχεδόν όλες τις χώρες του πλανήτη, οι περισσότερες εκ των οποίων έχουν προσβληθεί σε χειρότερο βαθμό σε σχέση με την Ελλάδα, η οποία κατά ομολογία της Κυβέρνησης ανθίσταται ικανοποιητικά απέναντι στην κρίση σε σχέση με τις περισσότερες πληττόμενες  χώρες.[18] Εξάλλου, η λήψη των αναγκαίων μέτρων και εν γένει η άσκηση πολιτικής για την αντιμετώπιση ζητημάτων της χώρας, όπως π.χ. τα οικονομικά προβλήματα, που άπτονται της άσκησης γενικής πολιτικής της χώρας, αποτελεί συντεταγμένη υποχρέωση μιας δημοκρατικά εκλεγμένης Κυβέρνησης, όπως προκύπτει και από το άρθρο 82 παρ. 1 Συντ. το οποίο ορίζει ρήτα οτι «Η Κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της Χώρας, σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων».


Επομένως, η λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση μιας οικονομικής κρίσης που πλήττει την παγκόσμια κοινότητα και μάλιστα σε βαθμό μεγαλύτερο σε σύγκριση με την Ελλάδα, δεν μπορεί να ανάγεται σε εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας, ικανό ώστε να δικαιολογήσει τη διενέργεια πρόωρων εθνικών εκλογών, κατά το άρθρο 41 παρ. 2 Συντ. Το ίδιο φρονώ ότι ισχύει και για την αναγωγή της συνταγματικής υποχρέωσης της εκάστοτε Κυβέρνησης για κατάρτιση ετήσιου οικονομικού προϋπολογισμού, όπως προσδιορίζεται στα  άρθρα 72 παρ. 1β΄, 79 Συντ., αλλά και της ολοκλήρωσης των διαδικασιών που αφορούν στην συνταγματική αναθεώρηση, όπως ορίζει το άρθρο 110 Συντ., σε εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας που δικαιολογεί την έκτακτη διενέργεια εθνικών εκλογών.


Υπό το ανωτέρω πρίσμα, είναι πρόδηλο ότι παραβιάζεται το πνεύμα και το γράμμα του άρθρου 41 παρ. 2 Συντ. Είναι δεδομένο ότι η πρόωρη διάλυση της Βουλής για την ανάδειξη νέας Κυβέρνησης προβλέπεται από το ελληνικό Σύνταγμα ως  «έσχατο μέσο» (ultimum remedium) και δεν επιτρέπεται να λαμβάνει χώρα, όποτε αυτό είναι αρεστό σε κάθε πολιτική εξουσία.[19] Αυτό σημαίνει ουσιαστικά ότι η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες δεν πρέπει να γίνεται προσχηματικά, ούτε να προκαλείται για θέματα που δεν είναι αμιγώς εθνικά ούτε και εξαιρετικής σημασίας, αλλά αφορούν κατά κανόνα στην ανάληψη συνήθων συντεταγμένων υποχρεώσεων (π.χ. λήψη των αναγκαίων μέτρων, προώθηση μεταρρυθμίσεων για την αντιμετώπιση καιριων κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων, κατάρτιση προϋπολογισμού, ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης) μιας δημοκρατικά εκλεγμένης Κυβέρνησης, που ούτως ή άλλως έχει εκλεγεί σε βάθος τετραετίας για να αντιμετωπίσει τέτοιου είδους ή ανάλογα ζητήματα.


Είναι φανερό ότι με την εν λόγω πρακτική πρόωρης προσφυγής στις κάλπες με την επίκληση λόγων που προφανώς δεν αποτελούν αμιγώς εθνικά θέματα εξαιρετικής σημασίας, γίνεται κατάχρηση της δυνατότητας που παρέχει το άρθρου 41 παρ. 2 Συντ. σε βάρος της ομαλής λειτουργίας του Πολιτεύματος. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι μια τέτοια πρακτική διαταράσσει την ομαλότητα του κοινοβουλευτικού βίου, μειώνει την αξιοπιστία των πολιτικών οργανισμών απέναντι στην κοινωνία, θίγει τα πολιτικά ήθη και ευτελίζει οργανωντικούς του Πολιτεύματος συνταγματικούς θεσμούς, καθιστώντας τους έρμαιο μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων.
 


 


ΙV. Περιπτώσεις πρόωρης διάλυσης της Βουλής με αιτιολογία την αντιμετώπιση εθνικών θέμάτων εξαιρετικής σημασίας


Προκειμένου να γίνει κατανοητό ότι οι παραπάνω συμπεριφορές παρερμηνείας οργανωτικών του Πολιτεύματος συνταγματικών διατάξεων δεν αποτελούν φαινόμενα παρθενογένεσης στα πολιτικά πράγματα της νεότερης Ελλάδας, αξίζει να αναφερθεί ότι στον  μεταπολιτευτικό κοινοβουλευτικό βίο, οι πρόωρες εκλογές που έγιναν με επίκληση του άρθρου 41 παρ. 2 Συντ. αποτελούν τον κανόνα και όχι την εξαίρεση. Η τακτική αυτή έρχεται πρόδηλα σε αντίθεση με τα όσα ορίζει το Σύνταγμα σχετικά με την πρόωρη διάλυση της Βουλής με σκοπό τη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών. Όπως εξηγήθηκε παραπάνω το Σύνταγμα ορίζει περιοριστικά τις περιπτώσεις πρόωρης προσφυγής στης κάλπες, μεταξύ άλλων και για να αποτρέψει φαινόμενα πρόωρης διάλυσης της Βουλής που τυχόν εξυπηρετούν συγκυριακές πολιτικές σκοπιμότητες.[20]


Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα συμβαίνει το παράδοξο, ότι από το 1974 μέχρι σήμερα μόνο μία φορά διεξήχθησαν εκλογές, αφού πρώτα εξαντλήθηκε πλήρως η κυβερνητική τετραετία, όπως ορίζει το Σύνταγμα. Το γεγονός αυτό προκαλεί εντύπωση, αν ληφθεί υπόψη ότι η μεταπολιτευτική περίοδος εώς σήμερα υπήρξε η πλέον ειρηνική περίοδος για τη χώρα. Πλήρης εξάντληση της κυβερνητικής θητείας συνέβη μόνο την περίοδο 1985-1989. Οι υπόλοιπες βουλευτικές εκλογές προκηρύχθηκαν πρόωρα – συνήθως κατά το τελευταίο 6μηνο πριν τη λήξη της κυβερνητικής θητείας. Οι εκάστοτε Κυβερνήσεις σε όλες τις περιπτώσεις επικαλέστηκαν ότι υπήρχαν εθνικά θέματα εξαιρετικής σημασίας που τις υποχρέωναν να προβούν σε εκλογές. Εξαίρεση αποτελούν οι πρόωρες βουλευτικές εκλογές της 10ης Οκτώβρη 1993, που προκλήθηκαν μετά την ανατροπή της τότε Κυβέρνησης ΝΔ, λόγω της άρσης εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση από τη Βουλή.


Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται, ότι:


– Το 1977 η Βουλή που είχε εκλεγεί το 1974 διαλύθηκε πρόωρα με την αιτιολογία ότι απαιτείται νωπή λαϊκή εντολή, προκειμένου να αντιμετωπιστούν άμεσα κρίσιμα εθνικά προβλήματα, όπως το Κυπριακό, οι κρίσιμες ελληνοτουρκικές σχέσεις και η ένταξη της χώρας στην Ε.Ο.Κ.


Το 1985 προκηρύχθηκαν πρόωρες εκλογές, 4 μήνες πριν τη λήξη της θητείας της τότε Κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ. Ως εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας προβλήθηκε τότε η αντιμετώπιση διαχρονικών εθνικών θεμάτων, όπως η διεκπεραίωση της προγραμματισμένης για το έτος 1986 συνταγματικής αναθεώρησης και το Κυπριακό.


– Το 1996 λίγους μήνες μετά τη ανάληψη της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ από τον Κ. Σημίτη, προκηρύχθηκαν πρόωρες εκλογές με αιτιολογία τη συμμετοχή της χώρας ισότιμα και δυναμικά στις εξελίξεις της Ε.Ε., τη θωράκισή της απέναντι στην τουρκική απειλή και τη συναρτώμενη προάσπιση των εθνικών δικαίων της Ελλάδας και της Κύπρου.


Το 2000, πέντε μήνες πριν λήξει η τότε κυβερνητική θητεία, η χώρα σύρεται σε προώρες εκλογές με πρωτοβουλία της τότε Κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ. Αυτή τη φορά ως εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας προβλήθηκε η τότε διαφαινόμενη ένταξη της Ελλάδας στην Ο.Ν.Ε.


– Το 2004, ένα μήνα πριν τη λήξη της τότε κυβερνητικής θητείας, και πάλι προκηρύσσονται πρόωρες εκλογές με την αιτιολογία ότι απαιτείται νωπή λαϊκή εντολή προκειμένου η νέα Κυβέρνηση να χειριστεί την επικείμενη ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε.  


Παρατηρείται από τα παραπάνω ότι ειδικά στο άρθρο 41 παρ. 2 προσδίδεται ο χαρακτήρας παλίμψηστου, καθώς οι πολιτικοί οργανισμοί φαίνεται ότι τείνουν να το χρησιμοποιούν και ερμηνεύουν κατά το δοκούν, παρακάμπτοντας τον βαθύτερο σκοπό αυτού και εν γένει του συνταγματικού συστήματος. Το γεγονός αυτό εύλογα επιφέρει αρνητικές συνέπειες στη λειτουργία του Πολιτεύματος.[21]
 


V. Συνταγματική κατάχρηση εξουσίας


Μεθοδευμένες συμπεριφορές, όπως οι συγκεκριμένες στάσεις της αξιωματικής Αντιπολίτευσης και της Κυβέρνησης, που αναλύθηκαν προηγουμένως (ιδίως σε ΙΙ και ΙΙΙ), αφορούν κατά μία άποψη σε περιπτώσεις συνταγματικής «κατάχρησης εξουσίας» (detournement de pouvoir).[22] Και τούτο, γιατί, όπως καταδείχτηκε παραπάνω, οι συγκεκριμένες συμπεριφορές απέναντι σε συνταγματικούς θεσμούς, όπως το άρθρο 41 παρ. 2  Συντ., δεν  εξυπηρετούν τον βαθύτερο συνταγματικό σκοπό αυτής της διάταξης, αλλά υπαγορεύονται από σκοπό ξένο και άσχετο με αυτόν που η διάταξη αυτή υπηρετεί.


Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την αξιωματική Αντιπολίτευση, είναι προφανές ότι η στάση της στόχευε στην πρόκληση πρόωρων εκλογών, ώστε να αναρριχηθεί στην εξουσία, εφόσον την ευνοούν οι πολιτικές συγκυρίες. Είναι όμως επίσης προφανές ότι η σκοπιμότητα αυτή δεν εναρμονίζεται με τον σκοπό του άρθρου 32 Συντ., όπως αναλύθηκε παραπάνω, το οποίο στην περίπτωση αυτή μετατρέπεται σε εργαλείο εξυπηρέτησης κομματικών σκοπιμοτήτων.


Από την άλλη πλευρά, σε ό,τι αφορά την Κυβέρνηση οι λόγοι που επικαλέστηκε για να αιτιολογήσει συνταγματικά την πρόωρη διάλυση της Βουλής δεν υπάγονται στο περιεχόμενο του άρθρου 41 παρ. 2 Συντ., γεγονός που αφήνει υπόνοιες ότι μάλλον είναι προσχηματικοί.


Αν επιπρόσθετα δεχτούμε ότι η πολιτική αξιοπιστία, υπό το πρίσμα του συνταγματικού δικαίου, σημαίνει:  «την εμπιστοσύνη που προκαλεί η πολιτική και θεσμική πράξη, όταν ο δηλούμενος ρόλος τους είναι και ο αληθινός, δηλαδή ο θεσμικά ηθελημένος»,[23] τότε μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι ανωτέρω μεθοδεύσεις, όχι μόνο αποτελούν δείγματα συνταγματικής κατάχρησης εξουσίας, αλλά προσβάλλουν πρόδηλα και την έννοια της πολιτικής αξιοπιστίας.
 


VΙ. Η στάση του Προέδρου της Δημοκρατίας


Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι στην ενισχυόμενη τάση εργαλειοποίησης των συταγματικών θεσμών και ο ΠτΔ ως ρυθμιστής και θεματοφύλακας του Πολιτεύματος δεν είναι αμέτοχος ευθυνών. Απέναντι στο αίτημα της Κυβέρνησης για πρόωρη διάλυση της Βουλής ο ΠτΔ είχε τη δυνατότητα να μην υπογράψει τη σχετική πρόταση της Κυβέρνησης, αντιτάσσοντας ότι η αιτιολογία που πρότεινε η Κυβέρνηση για να θεμελιώσει της αξίωσή της για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες δεν είναι επαρκής – για τους λόγους που ήδη προαναφέρθηκαν – , ώστε να ενεργοποιηθεί το άρθρο 41 παρ. 2 Συντ.


Δεν αγνοείται βέβαια ότι μια τέτοια στάση θα υπεράσπιζε μεν τον χαρακτήρα του Συντάγματος, από την άλλη πλευρά όμως θα είχε ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα ο ΠτΔ να υποπέσει σε δυσμένεια απέναντι στην Κυβέρνηση, γεγονός που ίσως επέφερε  πολιτικό κόστος για τον ίδιο και την Κυβέρνηση. Τελικά, ο ΠτΔ απέφυγε να προβεί στην παραπάνω ενέργεια, αλλά αρκέστηκε στη συβιλλική δήλωση: «Ήταν δική σας επιλογή», αφήνοντας να εννοηθεί ότι ναι μεν υπογράφει τυπικά την πρόταση πρόωρης διάλυσης της Βουλής, πλην όμως ο ίδιος αποστασιοποιείται από το υπόβαθρο αυτής της επιλογής.


Απέναντι στην εκπεφρασμένη βούληση της αξιωματικής Αντιπολίτευσης να προκαλέσει εσκεμμένα πρόωρες εκλογές με πρόσχημα την αδυναμία εκλογής ΠτΔ, παρόλο που δηλώνει σαφώς ότι επί της ουσίας στηρίζει την υποψηφιότητα του προτεινόμενου από την Κυβέρνηση υποψήφιου Προέδρου, ο ΠτΔ θα μπορούσε να ενημερώσει τα κόμματα και τον ελληνικό λαό ότι θα παραιτούνταν από την υποψηφιότητά του, εφόσον εκλάμβανε ότι το πρόσωπο του χρησιμοποιούνταν ως «εργαλείο», προκειμένου να προωθηθούν πολιτικοί στόχοι που δεν συνάδουν με το πνεύμα του Συντάγματος.[24]


Μια τέτοια ενέργεια σαφώς θα συνεπαγόταν υψηλό ρίσκο και προσωπικό κόστος για τον ίδιο. Θα ωφελούσε όμως εν γένει τη λειτουργία του Πολιτεύματος, διότι θα αποτελούσε θετικό προηγούμενο, που ίσως θα συνέβαλε ιστορικά και έμπρακτα στην έντιμη και πιστή τήρηση της συνταγματικής τάξης και νομιμότητας.


Πρέπει να γίνει αντιληπτό και να προβληματίσει τον πολίτη, ότι στη χώρα μας -και όχι μόνο- έχει πλεόν παγιωθεί τις τελευταίες δεκαετίες μια πολιτική παράδοση που ευνοεί την εκλογή πολιτικά αδύναμων ΠτΔ, που δεν έχουν ουσιαστική επιρροή στο εκλογικό σώμα. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι αναμενόμενο η γενικότερη συμπεριφορά του εκάστοτε ΠτΔ να είναι κατά κανόνα συμβιβασμένη ή υποταγμένη στην βούληση της εκτελεστικής εξουσίας, χωρίς διάθεση και προ πάντων χωρίς ουσιαστικη πολιτική δυνατότητα καίριας παρέμβασης ή αντίδρασης απέναντι σε πιθανούς πρώην πολιτικούς του αντιπάλους ή φίλους.[25]


Πάνω σε αυτή τη βάση μπορεί να εξηγηθεί και η συνήθως ηχηρή σιωπή και αδράνεια των εκάστοτε ΠτΔ σε περιπτώσεις, όπου θίγονται συνταγματικοί θεσμοί που αποσκοπούν στην ομαλή λειτουργία του Πολιτεύματος από τυχόν αυθαίρετες σκοπιμότητες πολιτικών οργανισμών-εξουσιών. Έτσι, διαμορφώθηκε μια συνταγματική πρακτική κατά την οποία ο ΠτΔ δεν άσκησε ποτέ εώς τώρα την εκχωρημένη από το Σύνταγμα αρμοδιότητα του π.χ. για αναπομπή νομοσχεδίου, παρόλο που υπήρξαν κραυγαλέες περιπτώσεις τυπικής αντισυνταγματικότητας νόμων. Στο ίδιο πλαίσιο ο ΠτΔ αδιαμαρτύρητα αποδέχτηκε κάθε πρόταση πρόωρης διάλυσης της Βουλής για υποτιθέμενη αντιμετώπιση «εθνικού θέματος», όσο και αν αυτή ήταν προδήλα αστήρικτη και αντισυνταγματική.[26]


Αν και ο ΠτΔ μόνον σε συγκεκριμένες οριακές περιπτώσεις διαθέτει διακριτική ευχέρεια πολιτικών χειρισμών,[27] αυτό όμως δεν τον εμποδίζει και ούτε πρέπει να τον εμποδίζει να ασκεί και ουσιαστικά τις αρμοδιότητες που του αναθέτει το Σύνταγμα. Ανεξαρτήτως του «πολιτικά ανεύθυνου» του ΠτΔ, ο ρυθμιστικός πολιτειακός του ρόλος επιτάσσει να μην παραμένει παθητικός θεατής περιπτώσεων προσβολής συνταγματικών θεσμών από την πολιτική εξουσία, εφόσον αυτές εμπίπτουν στα όρια της αρμοδιότητάς του. Υπό αυτό το πρίσμα καθίσταται σαφές ότι η εν λόγω στάση του ΠτΔ δεν εναρμονίζεται με τον ρυθμιστικό πολιτειακό ρόλο, που το Σύνταγμα επιφυλάσσει στον ΠτΔ.
 


VΙΙ. Απαξίωση συνταγματικών θεσμών


Δεν είναι ασφαλώς καινοφανές γεγονός ότι οι κανόνες και οι διαδικασίες του Συντάγματος χρησιμοποιούνται για να εξυπηρετήσουν συγκυριακούς ή κοντόφθαλμους πολιτικούς στόχους είτε της Κυβέρνησης είτε της Αντιπολίτευσης.[28] Η συνεχιζόμενη αυτή πρακτική που αποτυπώνεται και στις παραπάνω αναλυόμενες περιπτώσεις συντελεί σε μια σταδιακή απαξίωση του Συντάγματος, ενώ καθιστά την λειτουργία των συνταγματικών θεσμών ολοένα και πιο επιφανειακή. Οι συνέπειες  που επιφέρουν τέτοιες πρακτικές στον πολιτικό βίο της χώρας και στη  λειτουργία του Πολιτεύματος δεν είναι αμελητέες. Κάτω από μια ρηχή και ανέλεγκτη συνταγματική επίφαση βρίσκουν πρόσφορο έδαφος δράσης και ανάπτυξης εξουσιαστικές δομές φεουδαρχικού, δυναστικού χαρακτήρα, όπως π.χ. κομματικές φατρίες και μηχανισμοί που περιφρονώντας το χαρακτήρα του Συντάγματος, ως μη όφειλαν, λειτουργούν εν είδει «καρτέλ», δηλαδή περισσότερο ως εκπρόσωποι ιδίων συμφερόντων και όχι ως εκπρόσωποι της Πολιτείας και κοινωνίας που τους εξέλεξε εμπιστευόμενη σε αυτούς της διακυβέρνηση της.[29]


Ενίοτε οι δομές αυτές ερμηνεύουν συνταγματικούς θεσμούς κατά το δοκούν, ενώ άλλοτε τους χρησιμοποιούν ως εργαλείο επιβολής των συμφερόντων τους, τα οποία με περισσή ευχέρεια μετονομάζουν σε «εθνικό συμφέρον», αναλόγως των περιστάσεων. Με αυτό τον τρόπο όμως σημαντικές συνταγματικές διατάξεις καθίστανται «ερμηνευτικός περίγελος», όπως επισημαίνει και ο καθηγητής Δ. Τσάτσος,[30] ενώ παράλληλα ο ελληνικός λαός που κατά το Σύνταγμα είναι το θεμέλιο του Πολιτεύματος (άρθρο 1 παρ. 2) γίνεται αντικείμενο εξόφθλμου εμπαιγμού από τους πολιτικούς οργανισμούς που θεωρητικά οφείλουν να τον υπηρετούν τηρώντας το Σύνταγμα και τους νόμους.[31] Τέτοιες μεθοδεύσεις ενισχύονται και από το ότι η έλλειψη Συνταγματικού Δικαστηρίου καθιστά αδύνατο τον αποτελεσματικό έλεγχο τέτοιων συμπεριφορών.[32]


Θα ήταν ίσως θεμιτό και πρόσφορο, υπό της παρούσες συνθήκες εντεινόμενης περιφρόνησης σημαντικών συνταγματικών θεσμών από πολιτικές εξουσίες, η Πολιτεία να θεσπίσει τον έλεγχο και τη λογοδοσία ενώπιον της δικαιοσύνης, όσων  παραβιάζουν το πνεύμα και το γράμμα σημαντικών για τη λειτουργια του Πολιτεύματος συνταγματικών θεσμών. Στο ζήτημα αυτό χωρεί βέβαια μεγάλη συζήτηση, που δεν είναι δυνατό να αναλυθεί στο παρόν δημοσίευμα.
 


VIΙΙ. Αντί Επιλόγου


Σε ερώτηση που απευθύνθηκε σε βουλευτή της πλειοψηφούσας κομματικής παράταξης  ενόψει των πρόωρων εκλογών της 16ης Σεπτεμβρίου 2007 σχετικά με το αν η επίκληση της συνέχισης των μεταρρυθμίσεων και η κατάρτιση προϋπολογισμού  αποτελεί επαρκή λόγο για τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών, ο βουλευτής απηχώντας εύλογα τις απόψεις της τότε Κυβέρνησης δήλωσε ενδεικτικά ότι: «η χώρα εδώ και αρκετούς μήνες είχε μπει σε προεκλογική τροχιά. Αν αυτό συνεχιζόταν για έξι μήνες ακόμη θα δυσκόλευε την προώθηση των μεταρρυθμίσεων που απαιτεί πια η ίδια η ελληνική κοινωνία. Οπότε καλύτερα που προκηρύχθηκαν εκλογές τώρα για να συνεχίσουμε με μεγαλύτερη δύναμη και με ανανεωμένη την λαϊκή εντολή….».[33]


Είναι χαρακτηριστικό ότι οι λόγοι που πρόβαλε η Κυβέρνηση το 2007 για να δικαιολογήσει την τότε πρόωρη προσφυγή στις κάλπες επιστρατεύονται ανακυκλωμένοι και σχεδόν απαράλλαχτα χρησιμοποιούνται για να δικαιολογηθεί και η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες της 4ης Οκτωβρίου 2009. Η αντισυνταγματική πρακτική πρόωρης διάλυσης της Βουλής για λόγους προσχηματικούς που αναβαπτίζονται σε «εθνικα θέματα εξαιρετικής σημασίας» πριν τη λήξη της κυβερνητικής θητείας, φαίνεται ότι δεσπόζει στην μεταπολιτευτική Ελλαδα και μάλιστα εντείνεται τα τελευταία χρόνια. Η πρόσφατη συνταγματική ιστορία, από τη μεταπολίτευση και μετά, αποδεικνύει ότι τα μεγάλα πολιτικά κόμματα δεν είχαν και δεν έχουν ενδοιασμούς να χρησιμοποιήσουν καταχρηστικά οργανωτικές διατάξεις του Συντάγματος, για να σύρουν τη χώρα σε πρόωρες εκλογές, με τη συναίνεση του ΠτΔ και την εν γνώση ή εν αγνοία ανοχή του λαού.


Ο αναβαπτισμός ζητημάτων που εντάσσονται στα συντεταγμένα καθήκοντα άσκησης πολιτικής μιας Κυβέρνησης σε εθνικά θέματα εξαιρετικής σημασίας, αποτελεί επικίνδυνη μεθόδευση που διακυβεύει τη σταθερότητα του Πολιτεύματος και εν γένει των πολιτικών συνθηκών της χώρας στο παρόν και στο μέλλον. Αποτελεί δε απτή απόδειξη της περιφρόνησης σημαντικών συνταγματικών θεσμών που επιτελείται από πολιτικές εξουσίες και οργανισμούς, οι οποίοι οφείλουν εκ του νόμου να τους υπηρετούν και να τους διαφυλάσσουν.


Αυτή η συμπεριφορά εγείρει σοβαρές ανησυχίες και ερωτηματικά, γιατί με το να έχει δημιουργηθεί μια αρνητική αντισυνταγματική παράδοση πολιτικής αβλεψίας και υποκρισίας, επίδοξες πολιτικές εξουσίες βρίσκουν πρόσφορο έδαφος, ώστε ανέλεγκτα και δίχως αίσθηση λογοδοσίας να χρησιμοποιούν καταχρηστικά συνταγματικούς θεσμούς για να εξυπηρετήσουν κρυφές η φανερές μικροκομματικές σκοπιμότητες. Σε αυτό το πλαίσιο, δε διστάζουν να σύρουν συστηματικά τη χώρα σε πρόωρες εκλογές, όποτε θεωρούν ότι αυτό επιτάσσουν συγκεκριμένες πολιτικές συγκυρίες ή δημοσκοπικές μετρήσεις  .


Εξίσου ανησυχητικό είναι ότι η φύση και οι συνέπειες αυτών των συμπεριφορών στην ευρύτερη κοινωνία και Πολιτεία δεν συζητούνται στον δημόσιο πολιτικό βίο της χώρας, ενώ οι διαστάσεις τους δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς ούτε από την επιστήμη. Οι πολιτικές εξουσίες απορροφημένες στον εικονικό κόσμο του παιχνιδιού της εξουσίας, δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται το βάθος της πολιτικής και θεσμικής κρίσης, στην οποία εδώ και χρόνια έχει περιέλθει η χώρα. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής αποτελεί και η κατάχρηση των συνταγματικών θεσμών που αναλύθηκε.


Ενδεικτικά αναφέρεται ότι πρόσφατη έρευνα του «Ευρωβαρόμετρου» κατέδειξε ότι το 85% των Ελλήνων πολιτών (πρόκειται για την υψηλότερη αναλογία στην Ευρωζώνη) δεν εμπιστεύεται τα πολιτικά κόμματα της χώρας, ενώ το 67% δεν εμπιστεύεται τη Βουλή της χώρας και το 56% το νομικό σύστημα.[34] Είναι πραγματικά άξιο απορίας: Πόσο άραγε δυσμενέστερα δείγματα κρίσης του πολιτικού και θεσμικού συστήματος της χώρας αναμένουν οι πολιτικές εξουσίες, ώστε να προβληματιστούν σοβαρά και αναλόγως να επιχειρήσουν έμπρακτα, ειλικρινή βήματα αλλαγής νοοτροπίας απέναντι στους συντεταγμένους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας και κυρίως απέναντι στον  Έλληνα πολίτη; Πρέπει εξάλλου να τονιστεί ότι καθρέπτης της ποιότητας των πολιτικών εξουσιών είναι τελικά η συμπεριφορά τους απέναντι στους συντεταγμένους θεσμούς που καλούνται ευλαβικά να τηρήσουν και υπηρετήσουν.


Υπάρχει βέβαια και η εύλογη άποψη, ότι ζητήματα που αφορούν στην προσβολή οργανωτικών συνταγματικών διατάξεων, στη σημερινή εποχή σύγχυσης αποτελούν «σταγόνα στον ωκεανό» μπροστά σε άλλες κατάφωρες παραβιάσεις νόμων και δημοκρατικών αρχών από τις πολιτικές εξουσιες.[35] Δεν παύουν όμως, κατά τη γνώμη μου, οι εν λόγω πολιτικές συμπεριφορές να έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς στιγματίζουν ιστορικά και  χρόνια τη λειτουργία του Πολιτεύματος, ενώ παράλληλα απηχούν το σύγχρονο πολιτικό ήθος που επικρατεί σε κάθε εποχή και το οποίο κάθε ενεργός πολίτης οφείλει να αφουγκράζεται κριτικά, ώστε αναλόγως να ρυθμίζει με υπευθυνότητα και τη δική του πολιτική συμπεριφορά.


 


Ο Ελευθέριος Δικαίος είναι Δικηγόρος, LL.M, υποψ. Δ.Ν.


——————————————————————————————————————————————–


ΥΓ.: Το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 με πρωτεργάτες τον στρατηγό Γ. Μακρυγιάννη, τον Α. Μεταξά, τον συνταγματάρχη Δ. Καλλέργη και πλήθος άλλων προσώπων και πολιτικοκοινωνικών δυνάμεων είχε ως βασικά αιτήματα την παραχώρηση Συντάγματος και την εκδίωξη των Βαυαρών ως ξενόφερτων φορέων διαφθοράς. Σήμερα τον Σεπτέμβρη του 2009 η μεταπολιτευτική Ελλάδα διαθέτει Σύνταγμα, ενώ οι Βαυαροί έχουν εκδιωχθεί. Τα  σημερινά βασικά αίτηματα της κοινωνίας δεν απέχουν όμως επί της ουσίας από τα ανωτέρω. Φαίνεται ίσως ότι από τότε εώς σήμερα τα βασικά πολιτικά αιτήματα επί της ουσίας δεν έχουν μεταβληθεί δραστικά, όπως κανείς θα περίμενε φυσιολογικά. Αφενος το αίτημα για σύνταξη Συντάγματος υποκαθίσταται  με το αίτημα της έμπρακτης και ευλαβούς τήρησης των συνταγματικών θεσμών και εν γένει των νόμων από τις πολιτικές εξουσίες. Αφετέρου το αίτημα για εκδίωξη των Βαυαρών υποκαθίσται σήμερα με το αίτημα για εκδίωξη των φορέων της διαφθοράς από την κοινωνία και την Πολιτεία μέσα από τις  ευρείες δυνατότητες που παρέχει το δημοκρατικό πολίτευμα. Και τα δύο αυτά αιτήματα είναι πάντως αλληλοσυναρτώμενα.


Αν και τα βασικά λαϊκά αιτήματα των δύο αυτών εποχών δε φαίνεται ιδιαίτερα να διαφοροποιούνται Η σημερινή εποχή όμως ίσως ηθικοπολιτικά διαφοροποιείται ουσιαστικά από την εποχή του κινήματος της 3ης Σεπτεμβρίου, στο ότι μάλλον απουσιάζει σε μεγάλο βαθμό η έμπονη αγάπη για την πατρίδα, το γενναίο πολιτικό φρόνημα, η πολιτική αποφασιστικότητα και η ακέραιη πολιτική βούληση των τότε πρωταγωνιστών που έγραψαν ένδοξες σελίδες στην εθνική συνταγματική  ιστορία. Όσο όμως στη σημερινή εποχή τέτοιου είδους χαρακτηριστικά παραμένουν δυσεύρετα ή εσκεμμένα απωθούνται, δεν υιοθετούνται και δεν προβάλλονται επαρκώς ως πρότυπα από το κυρίαρχο πολιτικοοικονομικό καθεστώς, είναι κατά τη γνώμη μου εξαιρετικά δυσχερές να βρεθεί αποτελεσματική λύση στα σημερινά αιτήματα των υγιών κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων. Κανείς ωστόσο δεν μπορεί να προδιαγράψει το μέλλον, το οποίο ίσως να προοιωνίζει ριζικές αλλαγές στη νοοτροπία του Έλληνα πολίτη και πολιτικού, όσο και αν ορισμένοι επιχειρούν ιδιοτελώς να το διαμορφώσουν κατά το δοκούν.


 



[1] Πρβλ. σχετικά με το αίτημα της αξιωματικής αντιπολίτευσης για τη διεξαγωγή εκλογών.: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_2_04/07/2009_321007 ,  http://www.inews.gr/33/proores-ekloges-zita-o-papandreou.htm .


[2]  Άρθρο 41 παρ. 2: «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Βουλή με πρόταση της Κυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας. Αποκλείεται η διάλυση της Βουλής για το ίδιο θέμα.».


[3] Ειδικά ως προς την εξαγγελία μέτρων πάταξης της φοροδιαφυγής για την αντιμετωπσιη της οικονομικής κρίσης και την αύξηση των εσόδων του προϋπολογιμού εκφράζονται ορισμένες επιφυλάξεις. Πρβλ. ενδεικτ.: σχετική συνέντευξη του τ. γεν. διευθυντή του Λογιστηρίου του Κράτους κου Δ. Δρίτσα στον Τ. Τέλογλου, στην εκπομπή «Οι Νέοι Φάκελοι» στις 7.4.09., ο οποίος επισημαινει ότι αποτελεί πάγια τακτική των Κυβερνήσεων να επικαλούνται την πάταξη της φοροδιαφυγής είτε για να εμφανίζουν περισσότερα έσοδα ειτε για να δικαιολογούν ελλείμματα του προϋπολογισμού. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γ. Προβόπουλος Τίτλος εκπομπής:  Ελλάδα η χώρα του χρέους  (07.04.09) http://www.skai.gr/player/TV/?MMID=26752 .


[4] Πρβλ. σχετικά με το διάγγελμα εξαγγελίας εκλογών του πρωθυπουργού στις 2.9.09 http://www.kerdos.gr/Default.aspx?id=1077838&nt=103 , http://www.naftemporiki.gr/news/static/09/09/02/1709876.htm , http://www.ekathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_100023_03/09/2009_327839 .


[5] Πρβλ. Κ. Μποτόπουλος, Τα Νέα, 22.7.09.


[6] Πρβλ. ενδεικτ.: Χ. Ανθόπουλος, Έθνος, 1.7.09.


[7] Πρβλ. Πρακτικά της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Αθήνα, 2000, σ. 280).


[8] Πρβλ. ενδεικτ.: Δ. Τσάτσος, Καθημερινή 19.7.09,  Γ. Κασιμάτης, Το Παρον 12.07.09, Κ. Χρυσόγονος, Ελευθεροτυπία, 22.07.09, Σ. Ματθίας, Καθημερινή, 29.07.09, Ξ. Κοντιάδης, Έθνος, 21.07.09. Άλλη άποψη: Γ. Κατρούγκαλος, Εισήγηση στο ΙΑ΄ Επιστημονικό Συμπόσιο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης», Ν. Αλιβιζάτος, Καθημερινή, 27.7.09.


[9] Πρβλ. ενδεικτ. Γ. Κασιμάτης, Το Παρον 12.07.09.


[10] Το Σύνταγμα επιτρέπει περιοριστικά την πρόωρη διάλυση της Βουλής για τους εξής λόγους: (α) όταν, μετά τις εκλογές, δεν τελεσφορήσει σχηματισμός κυβέρνησης με εμπιστοσύνη της Βουλής,
(β) όταν η κυβέρνηση χάσει την εμπιστοσύνη της Βουλής και δεν μπορεί να την αποκτήσει άλλο κυβερνητικό σχήμα, (γ) όταν παραιτηθούν ή καταψηφιστούν την ίδια περίοδο δύο κυβερνήσεις και το τρίτο κυβερνητικό σχήμα δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα και(δ) όταν η ίδια η κυβέρνηση προτείνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη διάλυση της Βουλής για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπίσει εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας. Γ. Κασιμάτης, Το Παρον 12.07.09, ομοίως και ο Δ. Τσάτσος, Καθημερινή 19.7.09.


[11] Πρβλ. Δ. Τσάτσος,  Καθημερινή 19.7.09.


[12] Πρβλ. Ξ. Κοντιάδης, Έθνος, 21.07.09.


[13] Πρβλ. Α. Μανιτάκης, Ελευθεροτύπία, 21.7.09, προς την ίδια κατεύθυνση με ορσιμένες αποκλίσεις:  Ν. Αλιβιζάτος, Καθημερινή 27.7.09, Γ. Δρόσος, Τα Νεα, 22.7.09, Γ. Κατρούγκαλος, Εισήγηση στο ΙΑ΄ Επιστημονικό Συμπόσιο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης». http://docs.google.com/View?id=dfk9kgdx_54cb43dqgvhttp://manesis.blogspot.com .


 


[14] Πρβλ. Ξ. Κοντιάδης, Έθνος, 21.07.09.


[15] Σχετικα παραδείγματα διάλυσης της Βουλής με πρόσχημα της εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας: α) Το 1985 ο Α. Παπανδρέου, την τελευταία στιγμή, άλλαξε απόφαση και δεν υπέδειξε ως πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Κ. Καραμανλή, που συμπλήρωνε τότε την πρώτη 5ετή θητεία του. Αντ’ αυτού, πρότεινε τον Χρ. Σαρτζετάκη, ανακριτή της υπόθεσης Λαμπράκη. Αμέσως μετά την εκλογή του, για να δώσει έμφαση στον λόγο της αιφνίδιας αλλαγής του, ο Α. Παπανδρέου διέλυσε τη Βουλή, προτείνοντας παράλληλα αναθεώρηση του Συντάγματος και περιορισμό των εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας.


β) Τον Μάρτιο του 1990 η Ν.Δ. του Κων. Μητσοτάκη αρνήθηκε να προτείνει υποψήφιο Πρόεδρο Δημοκρατίας. Οι βουλευτές της ψήφισαν «παρών» και στις τρεις ψηφοφορίες που προβλέπει το Σύνταγμα για την επίτευξη των «181», με αποτέλεσμα η εκλογή Προέδρου να αποβεί άκαρπη. Ο Κ. Μητσοτάκης είχε ξεκαθαρίσει ωστόσο πριν από τις ψηφοφορίες, ότι στόχος του είναι να προκαλέσει εκλογές, να κερδίσει την αυτοδυναμία και να προτείνει μετά ως Πρόεδρο Δημοκρατίας τον Κ. Καραμανλή. Τελικά Κ. Καραμανλής, μετα τις εκλογές, εξελέγη από τη νέα Βουλή, με 151 ψήφους, για δεύτερη φορά Πρόεδρος Δημοκρατίας. Πρβλ. Α. Μανιτάκης, Ελευθεροτύπία, 21.7.09, Ν. Αλιβιζάτος,  Καθημερινή 27.7.09.


[16] Πρβλ. ενδεικτ.: Κ. Χρυσόγονος Η ιδιωτική Δημοκρατία, Από τις πολιτικές δυναστείες στην κλεπτοκρατία, 2009, ο ίδιος,  Ελευθεροτυπία, 22.07.09.


[17] Πρβλ. Απόσπασμα του εν λόγω προεκλογικού διαγγέλματος του Πρωθυπουργού:  «…Στα πλαίσια αυτά και με αυτούς ακριβώς τους στόχους, η κατάρτιση του νέου προϋπολογισμού, ενός προϋπολογισμού ανάπτυξης, ενός προϋπολογισμού ευθύνης, ενός προϋπολογισμού κοινωνικής αλληλεγγύης, αποκτά χαρακτήρα εθνικής υπόθεσης… Απαιτείται για την απόφαση αυτή ισχυρή και νωπή λαϊκή εντολή, ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία…».Αξίζει να σημειωθεί ότι ο καταρτισθείς προϋπολογισμός από την νεοεκλεγμένη Κυβέρνηση του 2007 υπήρξε  υπό την επιρροή και των επιτπώσεων της διεθνούς οικονομικής κρίσης ελλειματικός πέρα από κάθε πρόβλεψη.


[18] Πρβλ. ενδεικτ: δηλώσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών Γ. Παπαθανασίου στις 13.5.09, http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=1013317 .


[19] Πρβλ. ενδεικτ. προς αυτή την κατεύθυνση.: Δ. Τσάτσος, Καθημερινή 19.7.09,  Γ. Κασιμάτης, Το Παρον 12.07.09.


[20] Πρβλ. ενδεικτ. προς αυτή την κατεύθυνση: Προς αυτή την κατεύθυνση.: Δ. Τσάτσος, Καθημερινή 19.7.09,  Γ. Κασιμάτης, Το Παρον 12.07.09.


[21] Προς αυτή την κατεύθυνση: Κ. Χρυσόγονος, Ελευθεροτυπία, 22.07.09.


[22] Πρέπει να σημειωθεί ότι, αν και η έννοια της «κατάχρησης εξουσίας» αναπτύχθηκε ιδίως στο διοικητικό δίκαιο όπου καθιερώθηκε ως λόγος ακύρωσης διοικητικών πράξεων που υπαγορεύθηκαν από σκοπό διαφορετικό από εκείνο για τον οποίο είχαν νομοθετηθεί, απηχεί όμως γενικότερη αρχή του δικαίου και εφαρμόζεται, υπό συγγενικές ονομασίες, σε όλη την έκταση της έννομης τάξης. Εχει, λοιπόν, πεδίο εφαρμογής και στο συνταγματικό δίκαιο, όταν πράξη ή παράλειψη συνταγματικού οργάνου, όπως είναι και το κόμμα, εμφανίζει τα ως άνω χαρακτηριστικά. Πρβλ. ενδεικτ. Σ. Ματθίας, Καθημερινή, 29.07.09.


[23] Πρβλ. Δ. Τσάτσος,  Η πολιτική αξιοπιστία ως αρχή του Συντάγματος, Αντί 346, 1987,  Γ. Τασόπουλος, Πολιτική αξιοπιστία και θεσμική συνέπεια, στο έργο: Α. Ανθόπουλος κ.α.,(επιμ.), Σύνταγμα και Ερμηνεία, Η συμβολή του Δημήτρη Τσάτσου, 2008, σ. 93.


[24] Πρβλ. Γ. Κατρούγκαλος, Εισήγηση στο ΙΑ΄ Επιστημονικό Συμπόσιο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης». http://docs.google.com/View?id=dfk9kgdx_54cb43dqgvhttp://manesis.blogspot.com .


[25] Πρβλ. Γ. Κατρούγκαλος, Εισήγηση στο ΙΑ΄ Επιστημονικό Συμπόσιο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης», με περαιτέρω παραπομπές. Αναφέρεται χαρακτηριστικά: «…η πονηριά των Ελλήνων πολιτικών, οδηγεί, τελικά, στην εκλογή ανδρών με υψηλό μεν ηθικό ανάστημα, αποτυχημένων όμως πολιτικά και σε σχέσεις ψυχρότητας με το φυσικό πολιτικό τους χώρο. (Ο Κωστής Στεφανόπουλος είχε διαλύσει το κόμμα του -ΔΗ.ΑΝΑ.- επειδή στις βουλευτικές εκλογές του 1993 δεν είχε εκλέξει κανένα βουλευτή, ο Κ. Παπούλιας επίσης δεν είχε καταφέρει να εκλεγεί βουλευτής στις εκλογές του 2004.) Η επιλογή αυτή των αρχηγών των κυβερνητικών κομμάτων είναι σκόπιμη και στοχεύει ακριβώς στην ανάδειξη αδύναμων Προέδρων. Παρά την υψηλή τους πολιτική δημοφιλία και το εύρος της (κατασκευασμένης) κοινοβουλευτικής αποδοχής τους, οι εν λόγω Πρόεδροι δεν έχουν ίδιο και αυτοτελές πολιτικό κεφάλαιο, πράγμα αναγκαίο για την προσωπική πολιτική νομιμοποίηση κάθε πραγματικού ηγέτη ή statesman.». http://docs.google.com/View?id=dfk9kgdx_54cb43dqgvhttp://manesis.blogspot.com .


[26] Γ. Κατρούγκαλος, Εισήγηση στο ΙΑ΄ Επιστημονικό Συμπόσιο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης». http://docs.google.com/View?id=dfk9kgdx_54cb43dqgv http://manesis.blogspot.com/.


[27] Π.χ.: Προεδρική διάλυση Βουλής αν έχουν καταψηφιστεί ή παραιτηθεί δύο κυβερνήσεις και η Βουλή δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα, αναπομπή νομοσχεδίου, επιλογή του Πρωθυπουργού υπηρεσιακής εκλογικής Κυβέρνησης από τους Προέδρους των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας κ.α.). άρθρο 35 επ. Συντ.  Λ. Παπαδοπούλου, Ελευθεροτυπία, 29.7.09.


[28] Πρβλ. Α. Μανιτάκης, Ελευθεροτύπία, 21.7.09.


[29] Πρβλ. Ν. Αλιβιζάτος, Καθημερινή, 7.6.09. Αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Στην πολιτική επιστήμη, ο όρος καρτέλ χρησιμοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια για τον χαρακτηρισμό των κομμάτων εκείνων που, παρά τις ιδεολογικοπολιτικές διαφορές τους, συνεργάζονται στην πράξη. Και τούτο, με σκοπό να διατηρήσουν τα «κεκτημένα» τους και να εμποδίσουν την εμφάνιση νέων πολιτικών παικτών, που θα τα απειλούσαν … τα κόμματα αυτά (cartel parties), όταν διακυβεύονται τα προνόμιά τους (κρατική χρηματοδότηση, προβολή στα μέσα ενημέρωσης, οικονομική λογοδοσία), λειτουργούν περισσότερο ως μηχανισμοί του κράτους παρά ως εκπρόσωποι της κοινωνίας.».


[30] Δ. Τσάτσος, Καθημερινή 19.7.09.


[31] Στο ίδιο μήκος κύματος:  Κ. Χρυσόγονος, Ελευθεροτυπία, 22.07.09.


[32] Πρβλ. Σ. Ματθίας, Καθημερινή, 29.07.09.


[33] Συνέντευξη του Κυρ. Μητσοτάκη σε Αthens Voice, 13.9.07.


[34]Πρβλ. συνοπτική παρουσίσαση της εν λόγω έρευνας της  Eurostat: Δ. Καδδά, Ελευθεροτυπία, 10.9.09, http://www.enet.gr/?i=news.el.oikonomia&id=80705 .


[35] Πρβλ. ενδεικτ. Κ. Χρυσόγονος, Η ιδιωτική Δημοκρατία, Από τις πολιτικές δυναστείες στην κλεπτοκρατία, 2009, ο ίδιος,  Ελευθεροτυπία, 22.07.09, Ο Δ. Χαραλάμπης, Ελευθεροτυπία, 26.7.09 αναφερει χαρακηριστικά: «…Τελικά, δεν είναι δυνατόν τη στιγμή που με το νέο ΠΔ 81/09 για τους μετανάστες εξευτελίζεται η θεμελιώδης έννοια σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 Συντ. παρ. 1), τη στιγμή που η γνωμοδότηση Σανιδά ανατρέπει κάθε έννοια προστασίας της ελεύθερης επικοινωνίας (άρθρο 19 Συντ.), τη στιγμή που η κατά το δοκούν απόσυρση των βουλευτών της πλειοψηφίας και το κλείσιμο της Βουλής αναιρούν κάθε έννοια λογοδοσίας, να εγκλωβιζόμαστε σε μια συζήτηση περί «θεσμικής εκτροπής» όταν στην πράξη θίγονται πλέον τα αξιακά θεμέλια του Συντάγματος …».

.

(742) αναγνώσεις

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *